ΠΕΡΙΓΛΩΣΣΙΟ

30/11/2010

«ΜΕΓΚΑ λάθος»

Filed under: ετυμολογία,ορθογραφία — periglwssio @ 4:00 πμ

«Με μια αμφιλεγόμενη ανακοίνωση, το ΜΕΓΚΑ “παράδεχεται” το λάθος που έγινε στην προχθεσινή ψυχαγωγική εκπομπή “Money Drop”, ρίχνοντας το φταίξιμο σε “λανθασμένο τεχνικό χειρισμό”.

»Συγκεκριμένα, οι δύο παίκτριες Βάσω και Βίκυ Γαλατά έπρεπε να βρουν τη λάθος γραμματικά λέξη ανάμεσα στις εισιτήριο, συνωμοσία, αλληλεγγύη και παρεμπιπτόντως. Το μηχάνημα όμως πέρα από την αληλλεγγύη είχε γράψει και τη λέξη συνομωσία λάθος. “Αν και η συγκεκριμένη μη ορθή γραφή της λέξης δεν επηρέασε την επιλογή των διαγωνιζομένων και τελικά δεν είχε καμία επίπτωση στη ροή του παιχνιδιού, η εταιρεία παραγωγής έχει προβλέψει για τη διαχείριση πιθανού λάθους την αντικατάσταση της ερώτησης αυτής με μία άλλη”.

»Οι δύο διαγωνιζόμενες μπορεί να μην είχαν την τύχη με το μέρος τους το περασμένο Σάββατο, τους δίνεται όμως η ευκαιρία το ερχόμενο να έρθουν αντιμέτωπες για δεύτερη φορά με την τύχη τους και να συνεχίσουν την προσπάθειά τους ακριβώς από το σημείο που είχε προηγηθεί της εν λόγω ερώτησης».

«ΜΕΓΚΑ λάθος», Ελευθεροτυπία, 29/11/2010

Οι εν λόγω τέσσερις λέξεις πρέπει να γράφονται ως εξής: εισιτήριο, συνωμοσία, αλληλεγγύη και παρεμπιπτόντως (και όχι: *εισητήριο, *συνομωσία, *αληλλεγγύη και *παρεπιπτόντως). Πρώτον, το εισιτήριο βασίζεται ετυμολογικά στο αρχαίο είμι «έρχομαι». Η γραφή *εισητήριο μπορεί να οφείλεται σε σύγχυση λόγω συσσώρευσης [i] ή, ειδικότερα, στο η που υπάρχει κανονικά στην κατάληξη -τήριο. Είθισται η παρουσία αλλεπάλληλων [i] και γενικά όμοιων φθόγγων να προκαλεί δυσκολίες ή και λάθη, γι’ αυτό μερικοί γράφουν λ.χ. *μύνημα αντί μήνυμα και *μηρμύγκι αντί μυρμήγκι. Για να γράφει κανείς σωστά το εισιτήριο, μπορεί είτε να μάθει απέξω τη σωστή γραφή είτε (αν ασχολείται περισσότερο με τα ετυμολογικά) να θυμάται το αρχαίο ρηματικό επίθετο ιτός (με ι), που συνδέεται με το εισιτήριο. Κατατοπιστικό είναι το σχετικό σχόλιο που παρατίθεται αμέσως μετά το λήμμα εισιτήριο του ΛΝΕΓ. Δεύτερον, η γραφή συνωμοσία οφείλεται στη λειτουργία φωνολογικού νόμου της Αρχαίας Ελληνικής ο οποίος οδηγούσε σε έκταση του βραχέος φωνήεντος με το οποίο ξεκινούσε το δεύτερο συνθετικό μιας λέξης (πρόκειται για τον νόμο της «εκτάσεως εν συνθέσει»). Για την ακρίβεια, έπρεπε και το πρώτο συνθετικό να λήγει σε φωνήεν, λ.χ. ορκ(ο) + όμνυμι = ορκωμοσία. Η γραφή συνωμοσία αποτελεί παράδειγμα επέκτασης του νόμου και σε λέξη όπου το πρώτο συνθετικό λήγει σε σύμφωνο (το ν του συν) [*]. Οι γραφές *συνομωσία και *ορκομωσία μπορεί να οφείλονται σε σύγχυση λόγω των διαδοχικών [o] (ειδικά αν θυμάται κανείς ότι κάπου υπάρχει και ω…). Ειδικά το *ορκομωσία είναι πολύ πιθανόν να εξηγείται και από το πρώτο συνθετικό ορκο- του όρκος. Οι γραφές συνωμοσία και ορκωμοσία μάλλον ανήκουν σε αυτές που πρέπει κανείς να θυμάται απέξω, εκτός αν είναι τόσο εξοικειωμένος με θέματα ετυμολογίας και γενικά γλωσσολογίας. Τέτοια είναι και η περίπτωση λ.χ. του συνδαιτυμόνας (από το αρχαίο δαιτυμών «ομόδειπνος, σύνδειπνος») αντί *συνδαιτημόνας. Τρίτον, το αλληλεγγύη βασίζεται στο αλληλ-(ο), που δηλώνει αμοιβαιότητα. Ρόλο σε τυχόν λάθος μπορεί να παίζει το επόμενο λ. Και εδώ πρέπει να θυμόμαστε ότι διπλό είναι το πρώτο λ, όπως λ.χ. και στο αλληλογραφία. Τέταρτον, το παρεμπιπτόντως «παρενθετικά» κτλ. και το παρεμπίπτω «παρεμβάλλομαι» προέρχονται από τις προθέσεις παρά, εν και το ρήμα πίπτω. Το συγκεκριμένο λάθος (*παρεπιπτόντως) μάλλον οφείλεται στην εσφαλμένη ιδέα ότι ένα από τα συστατικά είναι η πρόθεση επί. Και στην προκειμένη περίπτωση, ανάλογα με τις γνώσεις του κανείς, είτε μαθαίνει την ετυμολογική ερμηνεία είτε απλώς θυμάται ότι το σωστό είναι παρεμπιπτόντως.

[*]

Εσφαλμένη ετυμολογική εξήγηση για τα ορκωμοσία και συνωμοσία δίνει το ΣΓΑ στο λήμμα ορκωμοσία. Ενώ τα γράφει σωστά, ερμηνεύει το ω από τον αόριστο ώμοσα, πράγμα ανακριβές. Σημειωτέον ότι το ίδιο λεξικό με άλλη διατύπωση κάνει λόγο για τον νόμο της «εκτάσεως εν συνθέσει»: στο λήμμα διώροφο αναφέρεται στη μετατροπή του ο σε ω δίνοντας και ως παραδείγματα τα οδύνη-επώδυνος, όλεθρος-πανωλεθρία, ομαλός-ανώμαλος και ορυχείο-χρυσωρυχείο.

Σχετικός σύνδεσμος:
«Το Money Drop και οι συνωμοσίες του κ. Βακερνάγκελ» (Ν. Σαραντάκος, 29/11/2010).

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ ΛΕΞΙΚΩΝ
ΛΝΕΓ
Μπαμπινιώτης Γ. 2002 (2η έκδοση): Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας).

ΣΓΑ
Ιορδανίδου Ά. 2009: Συνηθισμένες γλωσσικές απορίες (Αθήνα:Άσπρη Λέξη).

29/11/2010

λεξικογραφικές σημειώσεις

Filed under: λεξικογραφία — periglwssio @ 12:00 πμ

Η φράση η εσχάτη των ποινών χρησιμοποιείται με δύο σημασίες, της θανατικής καταδίκης και του πέναλτι. Η πρώτη είναι η αρχική, ενώ η δεύτερη αντιπροσωπεύει μια σημασιολογική επέκταση στον χώρο του αθλητισμού. Σε ένα νεοελληνικό λεξικό, με βάση το κριτήριο της χρήσης, θα πρέπει να καταγραφούν και οι δύο σημασίες. Σχετικά με τη δεύτερη, σωστό είναι να μη γίνει λόγος μόνο για ποδόσφαιρο, αλλά για κάθε άθλημα όπου υπάρχει πέναλτι, όπως το χάντμπολ και το πόλο. Μπορεί να σημειωθεί λ.χ. «στο ποδόσφαιρο κ.ά. αθλήματα» -ομοίως και προκειμένου για το γκολ, τέρμα, φάουλ, την εστία (στα αντίστοιχα λήμματα) και οτιδήποτε άλλο δεν είναι μόνο ποδοσφαιρικό. Ως προς τη σειρά καταγραφής των σημασιών, εδώ είναι προτιμότερο να ακολουθηθεί η λογική σειρά κατάταξης. Ακόμη και αν σε ένα λεξικό ακολουθείται γενικά το κριτήριο της συχνότητας χρήσης ως προς τη σειρά καταγραφής των σημασιών λέξεων και φράσεων / εκφράσεων, στην προκειμένη περίπτωση δεν θα ήταν σκόπιμο να γίνει καταμέτρηση όλων των αποτελεσμάτων διαδικτυακής αναζήτησης 1:1. Με δεδομένο ότι το διαδίκτυο δεν συνιστά ένα πραγματικό corpus συντεταγμένο με επιστημονικές προδιαγραφές, είναι πιθανόν το προβάδισμα της μιας σημασίας του (η) εσχάτη των ποινών έναντι της άλλης ως προς τη συχνότητα να μην ανταποκρίνεται στη γλωσσική πραγματικότητα. Σύμφωνα με τη λογική σειρά καταγραφής των σημασιών, πρώτη εδώ θα πρέπει να δοθεί η σημασία της θανατικής καταδίκης, ενώ δεύτερη η σημασία του πέναλτι. Καλό θα ήταν πριν από τον ορισμό της δεύτερης να σημειωθεί ότι πρόκειται για σημασιολογική επέκταση της πρώτης σημασίας. Παραδείγματα για την πρώτη σημασία: Στον κατηγορούμενο επιβλήθηκε η εσχάτη των ποινών. Ο δράστης βρίσκεται αντιμέτωπος με την εσχάτη των ποινών. Παραδείγματα για τη δεύτερη σημασία: Ο διαιτητής καταλόγισε / υπέδειξε / έδωσε / σφύριξε την εσχάτη των ποινών.

Ας σημειωθεί ότι το λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη καταχωρίζει την έκφραση η εσχάτη των ποινών ως εσωτερικό λήμμα στο λήμμα ποινή με δύο σημασίες, ως εξής:

(έκφρ.) η εσχάτη των ποινών: α. η θανατική καταδίκη. β. (ποδ.) το πέναλτι.

Το λεξικό Μπαμπινιώτη στο λήμμα έσχατος δίνει παρόμοιες πληροφορίες και προσθέτει δύο παραδείγματα χρήσης της φράσης στην πρώτη σημασία:

ΦΡ. εσχάτη των ποινών (i) η καταδίκη σε θάνατο: του επεβλήθη η ~ || τιμωρήθηκε με την ~ (ii) (στο ποδόσφαιρο) το πέναλτι.

28/11/2010

«το χρονιάτικο μνημόσυνο της συντρόφισσας της ζωής μου»

Filed under: Uncategorized — periglwssio @ 2:30 πμ

Δυο φίλοι μου συζήτησαν μέσω facebook για την τάση των κομμουνιστών να χρησιμοποιούν το (λαϊκό; ) επίθετο χρονιάτικος, για να αποφύγουν το (λόγιο; ) ετήσιος. Με αφορμή τη συζήτηση αυτήν, έκανα μια πρόχειρη έρευνα στην ηλεκτρονική σελίδα του Ριζοσπάστη (κανονικά, θα έπρεπε να μου χορηγηθεί επίδομα ανθυγιεινής εργασίας). Βρήκα λοιπόν τις ακόλουθες συνάψεις σε κείμενα του Ριζοσπάστη, με τη βοήθεια της μηχανής αναζητήσεων που υπάρχει στην ηλεκτρονική σελίδα της εφημερίδας: ετήσιος χορός και χρονιάτικος χορός· ετήσια συνέλευση και χρονιάτικη συνέλευση· ετήσια συνεστίαση και χρονιάτικη συνεστίαση· ετήσιος απολογισμός και χρονιάτικος απολογισμός· ετήσια εκδήλωση και χρονιάτικη εκδήλωση· ετήσια γιορτή και χρονιάτικη γιορτή· ετήσιος εορτασμός και χρονιάτικος εορτασμός· ετήσια πίτα και χρονιάτικη πίτα· ετήσια επίσκεψη και χρονιάτικη επίσκεψη· ετήσιο μνημόσυνο και χρονιάτικο μνημόσυνο. Να και ένα παράδειγμα χρήσης της τελευταίας σύναψης σε πρόταση το οποίο εντόπισα στην ίδια εφημερίδα: Αύριο, Κυριακή 28 Γενάρη, στις 10.30 π.μ., στο ΒΝεκροταφείο, θα γίνει το χρονιάτικο μνημόσυνο της συντρόφισσας της ζωής μου [κτλ.]. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι χρησιμοποιούνται και τα δύο επίθετα, δηλ. δεν επιλέγεται πάντα το χρονιάτικος αντί του ετήσιος. Θα έπρεπε να γίνει άλλου είδους έρευνα, προκειμένου να εξαχθούν βάσιμα συμπεράσματα για το ακριβές ποσοστό χρήσης του ενός και του άλλου επιθέτου, αλλά και για τις όποιες μεταβολές σε διαχρονικό επίπεδο (παλαιότερα, δεν αποκλείεται να ήταν πιο συχνή η χρήση του χρονιάτικος στο συγκεκριμένο φύλλο και σε άλλα έντυπα του ίδιου ιδεολογικού χώρου).

Πρώτα από όλα, αξίζει να αναφερθούμε στη σχετικότητα των όποιων υφολογικών χαρακτηρισμών. Είναι συζητήσιμο ποιο γλωσσικό στοιχείο (λέξη, έκφραση, κατάληξη κτλ.) είναι «λαϊκό», «καθημερινό», ποιο «λόγιο» κτλ. Για παράδειγμα, το επίθετο χρονιάτικος χαρακτηρίζεται λαϊκό στο λεξικό Μπαμπινιώτη και λαϊκότροπο στο λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη [*]. Σημειωτέον ότι στην εισαγωγή του λεξικού της Θεσσαλονίκης δηλώνεται ότι ο χαρακτηρισμός λαϊκότροπο χρησιμοποιείται «για λέξεις που είναι ευρέως διαλεκτικές, που μπορεί να είναι γνωστές και στα μεγάλα αστικά κέντρα και που πολλές από αυτές χρησιμοποιούνται στη νεοελληνική λογοτεχνία». Επομένως, γεννάται το ερώτημα τι πραγματικά είναι το χρονιάτικος. Αποτελεί όντως λαϊκή λέξη ή είναι λαϊκότροπη, σύμφωνα με τον προηγούμενο ορισμό; Η ρευστότητα των υφολογικών χαρακτηρισμών φαίνεται και από τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται ως προς το θέμα αυτό η λέξη-λήμμα χρονιάτικος στα δύο προαναφερθέντα λεξικά. Έπειτα, ορισμένοι τέτοιοι χαρακτηρισμοί αλληλοεπικαλύπτονται, ακόμη και αν εκ πρώτης όψεως είναι αντίθετοι μεταξύ τους. Ακόμη και ένα λόγιο στοιχείο μπορεί τελικά να είναι καθημερινό, να χρησιμοποιείται δηλ. πολύ συχνά.

Η χρήση του επιθέτου χρονιάτικος στον Ριζοσπάστη μού προκαλεί θυμηδία. Η χρήση του χρονιάτικος αντί του ετήσιος είναι αφύσικη. Δεν ξέρω τι ακριβώς είναι το χρονιάτικος, λ.χ. διαλεκτικό, ιδιωματικό ή λαϊκότροπο, πάντως η χρήση του προσκρούει στο δικό μου γλωσσικό αισθητήριο. Το ετήσιος μου φαίνεται απολύτως φυσικό και αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της Νέας Ελληνικής. Το ετήσιος μπορεί κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί και στον προφορικό και στον γραπτό λόγο, και σε ανεπίσημες και σε επίσημες περιστάσεις επικοινωνίας. Επίσης, το χρονιάτικος σε μερικές περιπτώσεις ξενίζει ακόμη περισσότερο: λ.χ. στις συνάψεις χρονιάτικος εορτασμός και χρονιάτικη συνεστίαση το επίθετο δεν ταιριάζει υφολογικά με το ουσιαστικό. Ακόμη, σε κείμενα όπως ένα αγγελτήριο μνημοσύνου, υποτίθεται ότι το ύφος πρέπει να είναι επίσημο. Η χρήση του «λαϊκού» χρονιάτικος είναι αταίριαστη με το συγκεκριμένο είδος κειμένου. Και βέβαια, η βαθύτερη αιτία για τη συγκεκριμένη λεξιλογική επιλογή είναι ο ιδεολογικός φανατισμός και η συνακόλουθη στρεβλή εντύπωση ότι το χρονιάτικος είναι λαϊκό, δημοτικό κτλ. Λαϊκή γλώσσα ερήμην του λαού. Για να καταλάβεις όμως ότι κάτι δεν πάει καλά εδώ με το χρονιάτικος, πρέπει να έχει ανοίξει λίγο το μυαλό σου. Αλλιώς, θα ζεις με τη φαντασίωση ότι μιλάς τη γλώσσα του λαού. Εκεί φτάσαμε, να πρέπει να εξηγούμε εν έτει 2010 ότι λέμε ετήσιο και όχι χρονιάτικο μνημόσυνο. Είναι θέμα παιδείας και διαβασμάτων και χρειάζεται να προληφθεί το κακό, προτού επέλθει ανήκεστη βλάβη.

[*] Για τα επίπεδα ύφους στα νεοελληνικά λεξικά, βλέπε τις βιβλιογραφικές αναφορές.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Ά. 2007: «Λεξικογραφία και χρηστικά σημάδια». Στα Πρακτικά του 8ου Διεθνούς Συνεδρίου Ελληνικής Γλωσσολογίας, Ιωάννινα, 30/8-2/9 2007.

Καραντζή Χρ. 2004: «Τα επίπεδα ύφους στα νεοελληνικά λεξικά και η εφαρμογή τους στη διδασκαλία ελληνικών για ξένους». Στα Πρακτικά του 1ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης, Άρτα, 10-11/12 2004 (Πάτρα 2004).

Τράπαλης, Γ. 2005: «Λεξικογραφικοί χαρακτηρισμοί στα νεοελληνικά λεξικά: Τυπολογία και συγκριτική εξέταση». Στο Γλώσσης Χάριν, Τόμο αφιερωμένο από τον Τομέα Γλωσσολογίας του ΕΚΠΑ στον καθηγητή Γεώργιο Μπαμπινιώτη, Ελληνικά Γράμματα, 2008, 664-678.

Τράπαλης, Γ.-Κατσούδα Γ. 2007: «Συγκριτική μελέτη του συστήματος λεξικογραφικών χαρακτηρισμών σε ελληνικά και ξένα μονόγλωσσα λεξικά». Στα Πρακτικά του 8ου Διεθνούς Συνεδρίου Ελληνικής Γλωσσολογίας, Ιωάννινα, 30/8-2/9 2007.

27/11/2010

σχετικά με τη μεταβατική χρήση του επικοινωνώ

Filed under: Uncategorized — periglwssio @ 12:00 πμ

«Όταν, ας πούμε ο πρόεδρος της Βουλής, κ. Πετσάλνικος λέει ότι “οι νέοι σήμερα πρέπει να επικοινωνήσουν τις δικές τους ανησυχίες” δεν βαρβαρίζει απλώς κάνοντας μεταβατικό ένα αμετάβατο ρήμα, αλλά δείχνει ότι δεν διαβάζει και τις εφημερίδες.

»Διότι, πολλές απ’ αυτές και πολλοί σε αυτές ψέγουν ειδικά αυτόν τον βαρβαρισμό, με ένταση και συχνά. Ακριβώς, διότι είναι από εκείνους που η γλώσσα δεν ενσωματώνει.

»Μόνον οι διαφημιστές (και όχι οι σοβαροί) χρησιμοποιούν το “επικοινωνώ σε κάποιον” (λες και του κάνουν ένεση) αντί το “επικοινωνώ με κάποιον”».

(Στάθης Σταυρόπουλος, «ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΜΕΤΑΞΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΝΑΣ ΦΙΛΟΣ…», Ελευθεροτυπία, 24/11/2010)

Το αν διαβάζει ο κ. Πετσάλνικος εφημερίδες ή το αν οι εφημερίδες επικρίνουν πραγματικά ή φανταστικά γλωσσικά λάθη έχει δευτερεύουσα σημασία. Πιο σημαντικό θέμα είναι η διάδοση των διδαγμάτων της γλωσσολογίας μέσω των εφημερίδων. Αντί να δημοσιεύονται άρθρα με παρατηρήσεις καφενειακού επιπέδου για θέματα γλώσσας, είναι προτιμότερο να φιλοξενούνται στις γνωστές, ευρείας κυκλοφορίας εφημερίδες εκλαϊκευμένα άρθρα γλωσσολόγων. Δεν θα ξεχάσω τον πρόσφατο πόλεμο επιστολών με θέμα τον πλούτο της Ελληνικής. Η Ελευθεροτυπία θα έπρεπε να δημοσιεύσει άρθρο κάποιου γλωσσολόγου, ο οποίος να βάζει τα πράγματα στη θέση τους και να απαντά στον Θεόδωρο Ανδρεάκο, τον Σεραφείμ Δεδούση και τους ομοϊδεάτες τους για τις ανακρίβειές τους. Στην Καθημερινή λ.χ. ακούγεται η φωνή της γλωσσολογίας. Αυτό που έγινε μέσω διαδικτύου (βλέπε εδώ) έπρεπε να έχει γίνει και μέσω της Ελευθεροτυπίας, που υποτίθεται ότι είναι προοδευτική εφημερίδα.

Είναι ανακριβές αυτό που γράφει ο Στάθης Σταυρόπουλος, ότι δηλ. η γλώσσα δεν ενσωματώνει έναν τέτοιο «βαρβαρισμό», όπως το επικοινωνώ κάτι σε κάποιον. Βέβαια, όπως έχουμε ξαναπεί με άλλη αφορμή, ο χώρος των προβλέψεων στη γλώσσα είναι σκοτεινός και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι θα συμβεί σχετικά με την μεταβατική χρήση του επικοινωνώ ή άλλων αμετάβατων ρημάτων. Γενικά όμως για τη χρήση ενός αμετάβατου ρήματος ως μεταβατικού υπάρχει επιστημονική εξήγηση και την έχει δώσει η Δ. Θεοφανοπούλου-Κοντού σε παλαιότερο άρθρο της για το γλωσσικό λάθος (Θεοφανοπούλου 2001:59): «Η δημιουργία [...] νέων μεταβατικών (μεταβιβαστικών ρημάτων) θα μπορούσε να αποδοθεί στην τάση για προβολή του δράστη ή της εξωτερικής αιτίας κατ’ αναλογίαν προς περιπτώσεις ρημάτων με δύο συντάξεις: μεταβατικά / αμετάβατα (λιώνω, ανοίγω, λυγίζω, βράζω κ.λπ.): ο ήλιος έλιωσε τον πάγοο πάγος έλιωσε, ο αέρας άνοιξε την πόρταη πόρτα άνοιξε, η μητέρα έβρασε το γάλατο γάλα έβρασε» (βλέπε και εδώ). Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι το βράζω ως μεταβατικό, δηλ. με τη σημασία «υποβάλλω σε βρασμό», είναι νεοελληνικό, όπως αναφέρει το λεξικό Τζαννετάτου (Αθήνα 1970, εκδόσεις Γιοβάνη) , δηλ. η επιτομή του εννεάτομου λεξικού Δημητράκου. Όταν ακούστηκε για πρώτη φορά, θα θεωρήθηκε λάθος. Και όμως, τώρα πια λέγεται πολύ φυσικά. Την ίδια τάση ακολουθούν και άλλα ρήματα, λ.χ. και το τρέχω έχει αποκτήσει πλέον μεταβατική χρήση. Είναι ίδιον των μη ειδικών να βλέπουν τη γλώσσα στατικά και όχι δυναμικά. Η γλώσσα μεταβάλλεται σε διαχρονικό επίπεδο και τα σημερινά λάθη αύριο μπορεί κάλλιστα να κατοχυρωθούν. Δεν αμφισβητώ ότι ξενίζει η μεταβατική χρήση του επικοινωνώ. Θα ήθελα όμως η όλη συζήτηση να έχει γλωσσολογική βάση. Πόσο πιο χαμηλούς τόνους θα είχε η συζήτηση περί λαθών, αν οι καταγγέλλοντες διάφορες αποκλίσεις από γλωσσικούς κανόνες είχαν συνειδητοποιήσει ότι και οι ίδιοι λένε ένα σωρό πράγματα που άλλοτε θεωρούνταν λάθη!

Στο σημείο αυτό παραπέμπω σε ένα παλαιότερο κείμενο του Στάθη Σταυρόπουλου στην Ελευθεροτυπία (30/6/2006), όπου ο αρθρογράφος κάνει ατυχώς λόγο για το «μεταμοντερνικό σόφισμα» ότι η επανάληψη ενός γλωσσικού λάθους το καθιστά σωστό. Η επανάληψη ενός γλωσσικού λάθους (ή «λάθους») πράγματι το καθιστά σωστό. Δεν πρόκειται για «μεταμοντερνικό σόφισμα», αλλά για γλωσσική πραγματικότητα. Ο αρθρογράφος, που χαρακτηρίζει σόφισμα -και μάλιστα μεταμοντερνικό- την πιο πάνω θέση, δεν συνειδητοποιεί ότι ο ίδιος χρησιμοποιεί τύπους εσφαλμένους με τη δική του λογική. Για παράδειγμα, γράφει «Ωραία, τότε να λέμε [...]». Με βάση το σκεπτικό του, σε κάποια προηγούμενη φάση της γλωσσικής εξέλιξης ο ρηματικός τύπος λέμε, που βέβαια δεν υπήρχε ανέκαθεν στην Ελληνική, θα έπρεπε να θεωρηθεί εσφαλμένος. Προφανώς, ο συγκεκριμένος ρηματικός τύπος χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα και σήμερα δεν ξενίζει».

Είναι ανακριβής ο ισχυρισμός του Στάθη Σ. ότι μόνο οι διαφημιστές χρησιμοποιούν το επικοινωνώ ως μεταβατικό ρήμα. Με αναζήτηση του επικοινωνώ στο google, λ.χ. με πληκτρολόγηση του “επικοινωνήσουμε στους” εντός εισαγωγικών, μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι το επικοινωνώ κάτι σε κάποιον χρησιμοποιείται λ.χ. και από πολιτικούς, πάντως όχι μόνο από διαφημιστές. Το google βέβαια δεν μας δίνει ακριβή εικόνα για τη συχνότητα χρήσης του επικοινωνώ ως μεταβατικού ούτε για την τάση που διαγράφεται στο σύστημα της Νέας Ελληνικής. Μόνο ένα έγκυρο corpus θα μας έδινε τις σχετικές πληροφορίες. Πάντως, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του αρθρογράφου της Ελευθεροτυπίας, δεν χρησιμοποιούν μόνο οι διαφημιστές το επικοινωνώ ως μεταβατικό.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Θεοφανοπούλου-Κοντού Δ. 2001: «Λάθη στη χρήση της γλώσσας:Αλήθεια και μύθος». Στον Χάρη [επιμέλεια] 2001:53-61.

Χάρης Γ. [επιμέλεια] 2001: Δέκα μύθοι για την ελληνική γλώσσα (Αθήνα:Πατάκης).

Επόμενη σελίδα: »

Theme: Rubric. Blog στο WordPress.com.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.