ΠΕΡΙΓΛΩΣΣΙΟ

30/06/2011

γλωσσικά

Filed under: ετυμολογία,λεξικογραφία,ορθογραφία — periglwssio @ 6:06 μμ

Ένας φίλος μου με ρώτησε τα εξής δύο:

«Είχα την εντύπωση ότι το σε στο αφορώ ξεκίνησε να χρησιμοποιείται γύρω στο ’80. Φίλος μου νομικός όμως μου είπε ότι στον δικανικό λόγο χρησιμοποιούνταν εξ από ανέκαθεν. Ή τουλάχιστον το έχει βρει σε πολύ παλαιότερες αποφάσεις. Του ζήτησα να το επιβεβαιώσει, αλλά ήθελα να ρωτήσω και τη γνώμη σου.

»Επίσης, πώς ξεχωρίζουμε τον λόγο που αναφέρεται στις δίκες από εκείνον που αναφέρεται στα δίκανα; Και οι δύο δικανικοί δεν είναι;»

Για το πρώτο θέμα, δεν ξέρω, μόνο υποθέσεις μπορώ να κάνω. Νομίζω ότι στη νομική επιστήμη χρησιμοποιούνται αρκετά λόγια στοιχεία. Τα πρώτα χρόνια μετά την καθιέρωση της Νέας Ελληνικής ως επίσημης γλώσσας του κράτους, μάλλον αυτά τα στοιχεία ήταν ακόμα περισσότερα από όσα είναι σήμερα σε νομικά κείμενα. Χρειάζεται να ρωτήσω ή να γίνει έρευνα από ειδικό.

Για το δεύτερο, η απάντηση είναι ότι η λέξη κάννη, επομένως και το δίκαννο, γράφεται με δύο ν. Μεταξύ του λεξικού Μπαμπινιώτη και του λεξικού του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη υπάρχουν ορισμένες διαφορές ως προς τις ετυμολογικές πληροφορίες του λήμματος κάννη. Πάντως, και τα δύο αυτά λεξικά, καθώς και το νεοελληνικό λεξικό Κριαρά γράφουν με δύο ν το κάννη, που ανάγεται στο αρχαίο ή ελληνιστικό κάννη, κάννα «καλάμι», δάνειο με σημιτική προέλευση. Όπως αναμενόταν, τα τρία προαναφερθέντα λεξικά γράφουν με δύο ν και το δίκαννο. Όσο για το δικανικός, από το δίκη, πρόκειται για αρχαία λέξη, «όπου ο μορφολ. σχηματισμός (σε -ανικός) παραμένει ασαφής», σύμφωνα με το λεξικό Μπαμπινιώτη. Για το δικαννικός με δύο ν, από το δίκαννο, θα γράψω άλλη φορά…

29/06/2011

«Αυτοί που πίνουνε νερό»

Filed under: ετυμολογία,λεξικογραφία — periglwssio @ 12:00 πμ

Ένα από τα πιο εμπεριστατωμένα γλωσσολογικά άρθρα που διάβασα τελευταία είναι το εξής: «Αυτοί που πίνουνε νερόν ύδωρ». Σε αυτό, ο Νίκος Σαραντάκος αντικρούει διεξοδικά και πειστικά τα επιχειρήματα του Δημήτρη Λιθοξόου σχετικά με την ετυμολογία της λέξης νερό, τα οποία είχε διατυπώσει ο τελευταίος στο άρθρο του «Αυτοί που πίνουνε νερό». Ο Δ. Λ. κατηγορεί διαφόρους ετυμολόγους ότι προσπάθησαν να αποδείξουν ελληνική τη λέξη νερό, με αρχαιοελληνική ετυμολογική προέλευση, πράγμα που θα αποτελούσε «εθνικώς χρήσιμο» συμπέρασμα. Παραθέτω περιληπτικά τα βασικά σημεία του κειμένου του Ν. Σ.: Το νερό προέρχεται ετυμολογικά από τη φράση νεαρόν ύδωρ ή νηρόν ύδωρ («φρέσκο νερό»), όπου το ουσιαστικό έπαψε να λέγεται και το επίθετο ουσιαστικοποιήθηκε. Παρόμοιες είναι οι ακόλουθες περιπτώσεις: (άλλοτε) ποντικός μυς > ποντικός, συκωτόν ήπαρ > συκωτόν, συκώτιον, συκώτι, (σήμερα) κινητό τηλέφωνο > κινητό, χωριάτικη σαλάτα > χωριάτικη. Η φράση νηρόν ύδωρ ήταν συχνή σε χρήση την εποχή του Φρυνίχου, αλλιώς δεν θα συμπεριλαμβανόταν στο λαθολόγιό του. Επίσης, είναι αμφίβολες οι εξής τρεις θέσεις του Δ. Λ.: πρώτον, ότι το βασικό λεξιλόγιο αντέχει περισσότερο στον χρόνο (και όμως, δεν λέμε σήμερα άρτος, αλλά ψωμί)· δεύτερον, ότι το υδρ- περιορίζεται σε λέξεις που είναι «νεότερες λόγιες, πλασμένες από τους κρατικούς διανοούμενους, με εθνικά κριτήρια» (και όμως, το υδρ-, από το ύδωρ, απαντά σε μεσαιωνικές, λαϊκές λέξεις, όπως υδροπέπερι)· τρίτον, ότι «η λέξη νερό(ν) [...] απουσιάζει κραυγαλέα, από τον Όμηρο μέχρι τον 3ο-4ο αιώνα μ. Χ.» (και όμως, υπάρχουν πάμπολλες αναφορές της λέξης αυτής ή συναφών τύπων σε βυζαντινά κείμενα). Στο κείμενο του Ν. Σ. μπορεί να βρει κανείς πολύ αναλυτικές και κατατοπιστικές ετυμολογικές πληροφορίες.

Ας προσθέσω εδώ μερικά δικά μου σχόλια, λεξικογραφικού περιεχομένου. Στην πρώτη μορφή του άρθρου του έγραφε ο Δ. Λ.:

«Ο Κριαράς “βρίσκει” πως το επίθετο “νηρός” έδωσε το ουσιαστικό “νηρόν” τον 6ο αιώνα, χωρίς να αναφέρει βέβαια τις (μη υπάρχουσες) πηγές (Εμμ. Κριαράς, Νέο Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα 1995, σελ. 937)».

Σε μεταγενέστερη μορφή, το παραπάνω χωρίο διαμορφώθηκε ως εξής:

«Ο Κριαράς “βρίσκει” πως το επίθετο “νηρός” έδωσε το ουσιαστικό “νηρόν” τον 6ο αιώνα (Εμμ. Κριαράς, Νέο Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα 1995, σελ. 937)».

Δηλ. από το παραπάνω απόσπασμα λείπει πλέον το «χωρίς να αναφέρει βέβαια τις (μη υπάρχουσες) πηγές». Για να το πω κομψά, θεωρώ ότι θα ήταν δεοντολογικό να είχε επισημανθεί η αφαίρεση του κομματιού αυτού. Όπως και να έχει, στη συζήτηση που έγινε στο ιστολόγιο του Ν. Σ., διάβασα ένα πολύ εύστοχο σχετικό σχόλιο:

«Όχι και “λάθος”! Καραμπινάτη κακοπιστία είναι! Από πότε τα ετυμολογικά σημειώματα σε ερμηνευτικά λεξικά δίνουν πηγές; Σημειωτέον ότι ο λόγος γίνεται για το ερμηνευτικό λεξικό του Κριαρά, όπου τα ετυμολογικά σημειώματα, όπως είναι η πλέον συνηθισμένη πρακτική, είναι πολύ σύντομα. Ακόμα όμως και σε ένα ειδικευμένο ετυμολογικό λεξικό, ακόμα και στο ετυμολογικό του Σαντραίν, που είναι το πιο χορταστικό σε πληροφορίες, σπάνια (ή και καθόλου;) δίνονται παραθέματα από αρχαία κείμενα. Είναι δυνατόν να μην τα ήξερε αυτά ο Λιθοξόου;»

Να προσθέσω ότι στα προλεγόμενα του νεοελληνικού λεξικού Κριαρά και ειδικότερα στη σελίδα ιβ’ ο Κριαράς εξηγεί γιατί δεν παραθέτει αναλυτικές ετυμολογικές πληροφορίες. Αναφέρει ότι το συγκεκριμένο λεξικό παρέχει την ετυμολογία μερικών μόνο λέξεων. Και μάλιστα, όταν το λήμμα συνοδεύεται από ετυμολογικές πληροφορίες, (δικά μου τα έντονα γράμματα) «δίνεται τότε η ετυμολογική νύξη χωρίς περαιτέρω ετυμολογικά στοιχεία».

Αυτά γράφει ο Κριαράς. Ε, λοιπόν, ο Λιθοξόου επικαλέστηκε ως επιχείρημα ότι ένα τέτοιο λεξικό δεν αναφέρει πηγές που να τεκμηριώνουν τη χρήση του νηρόν ως ουσιαστικού τον 6ο αιώνα!

Για το λεξικό Μπαμπινιώτη, ο Λιθοξόου γράφει σχετικά με την ετυμολογία του νερό:

«Ο Μπαμπινιώτης αντιγράφει απλώς τους προηγούμενους [Γεωργίου Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, 2η έκδοση, Κέντρο Λεξικολογίας ΕΠΕ, Αθήνα 2002, σελ. 1175]».

Για τον Λιθοξόου δηλ. δεν υπάρχει περίπτωση να ερεύνησαν το θέμα οι συντάκτες του συγκεκριμένου λεξικού και να κατέληξαν σε αυτό το συμπέρασμα, ότι δηλ. η στέκει η ετυμολογία του νερό από το νεαρόν / νηρόν ύδωρ. Πρόκειται οπωσδήποτε για απλή αντιγραφή από τους προηγούμενους!

Και μια απορία, που έχω εκφράσει και πιο παλιά, με άλλες αφορμές, διαβάζοντας ή ακούγοντας άλλες ανακρίβειες: Γιατί ο υποστηρικτής μιας διαφορετικής άποψης από την κρατούσα θέση για κάποιο γλωσσικό θέμα, ετυμολογικό ή άλλο, δεν κάνει ανακοίνωση σε ένα γλωσσολογικό συνέδριο, ώστε να δεχτεί κριτική από ειδικούς, αλλά αρκείται σε «ανεπίσημα» κείμενα, όπως είναι λ.χ. μια δημοσίευση σε ιστολόγιο; Εκτός αν δεν μας ενδιαφέρει η επιστημονική κριτική και, σε τελευταία ανάλυση, η επιστημονική αλήθεια, αλλά ο μόνος σκοπός μας είναι να τα βάλουμε με τους εθνικιστές. Αλλά τότε σε τι θα διαφέρουμε από τον Άδωνη Γεωργιάδη; Και εμείς, όπως αυτός, θα υποτάσσουμε την επιστήμη στην ιδεολογία. Όπως έχω ξαναπεί βέβαια, οι περισσότεροι και οι βασικότεροι γλωσσικοί μύθοι στην Ελλάδα προέρχονται από τους λεγόμενους ελληνοκεντρικούς, εθνικιστικούς κτλ. κύκλους. Άλλωστε, διάφοροι άλλοι όχι απλώς δεν θα υποστήριζαν γλωσσικούς μύθους, αλλά δεν θα ενδιαφέρονταν καν για θέματα γλώσσας. Αυτό πάντως δεν σημαίνει ότι κάποιος επικριτής ελληνοκεντρικών κτλ. απόψεων για θέματα γλώσσας δεν μπορεί να έχει και αυτός ιδεολογικά κίνητρα. Επομένως, χρειάζεται να δείχνει προσοχή όποιος πράγματι ενδιαφέρεται για την επιστημονική αλήθεια.

Και κάτι τελευταίο, εκτός θέματος: Στο κείμενο του Δ. Λ. παρατηρούνται λόγια στοιχεία, π.χ. λεξιλογικά και συντακτικά, που έρχονται σε αντίθεση με τις θέσεις του σχετικά με τη λόγια παράδοση. Για παράδειγμα, το

«[...] η λέξη που χρησιμοποιεί η εθνική κοινότητα για το “νερό” είναι διάφορη εκείνης που χρησιμοποιούσαν [...]» (δικά μου τα έντονα γράμματα)

δεν θα το έγραφα ούτε εγώ!

Βλ. και το εξής:

«[...], που θεωρούσε εαυτόν απόγονο των αρχαίων Ελλήνων».

Ο σχετικός κατάλογος θα μπορούσε να μεγαλώσει. Ξέφυγα από το βασικό θέμα, αλλά θεώρησα αξιοσημείωτο και αυτό το τελευταίο.

28/06/2011

«άδωνις ινδοφοινικοφάγος –στον πάγκο, ιωαννίδης…» (2)

Filed under: αρχαιολατρία — periglwssio @ 12:00 πμ

Συμπληρωματικά σχόλια για το βίντεο «άδωνις ινδοφοινικοφάγος –στον πάγκο, ιωαννίδης…»:

Ο Άδωνης Γεωργιάδης διαστρεβλώνει την πραγματικότητα σχετικά με τις θεωρίες για την καταγωγή της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού αλφαβήτου. Αυτό φαίνεται από τη διατύπωση που χρησιμοποιεί: Αρχικά, υποθέτει ότι υποψήφιος σχολικός σύμβουλος «πιστεύει με τις δικές του θέσεις επιχειρήματα τα εντελώς αντίθετα» από αυτά που έχει γράψει στα άρθρα του ο συνομιλητής του, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά. Πιο μετά, σε ένα σημείο αναφέρει το εξής: «Το να έχει ο καθένας μας απόψεις επιστημονικές, καμία αντίρρηση». Ο Άδωνης Γεωργιάδης σκόπιμα αποσιωπά ότι οι δύο συζητούμενες θεωρίες (για την καταγωγή της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού αλφαβήτου) είναι οι κρατούσες, οι καθολικά αποδεκτές από όλους τους γλωσσολόγους σε όλα τα πανεπιστήμια του κόσμου. Επομένως, δεν πρόκειται για απλές, υποκειμενικές γνώμες ή θέσεις, που υποστηρίζονται με κάποια επιχειρήματα. Όσο για τη ρήση «το να έχει ο καθένας μας απόψεις επιστημονικές, [...]», παραποιεί την πραγματικότητα και αυτή, γιατί υποβάλλει έμμεσα την ιδέα ότι ο Άδωνης Γεωργιάδης υποστηρίζει επιστημονικές απόψεις για θέματα γλώσσας. Στην πραγματικότητα, ούτε επιστημονικά σκέφτεται ούτε επιστημονικές γνώσεις έχει (και μάλλον δεν ενδιαφέρεται να αποκτήσει).

Και δυο λόγια σχετικά με την απάντηση που του δόθηκε. Άκουσα το εξής: «Αποσιωπούν όμως πολλοί ότι οι Έλληνες ανακάλυψαν τα φωνήεντα». Ποιοι είναι άραγε αυτοί οι «πολλοί» που το «αποσιωπούν» και τι λόγο έχουν; Ας μη στρογγυλεύουμε τα πράγματα και ας λέμε την αλήθεια ξεκάθαρα, χωρίς φόβο για τυχόν αντιδράσεις. Σύμφωνα με τα δεδομένα, η καταγωγή του ελληνικού αλφαβήτου είναι πράγματι φοινικική, ενώ οι Έλληνες δημιούργησαν το αλφαβητικό σύστημα γραφής με βάση αυτά τα φοινικικά σύμβολα. Κανείς δεν «αποσιωπά» την αλήθεια αυτή. Επίσης, όσοι αρνούνται την ινδοευρωπαϊκή καταγωγή της Ελληνικής και τη φοινικική προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου το κάνουν για ιδεολογικούς λόγους (και δευτερευόντως από άγνοια). Τι θα πει «άνθρωποι οι οποίοι ξεκινούν με καλές προθέσεις»; Ποιες είναι οι καλές προθέσεις τους; Ας μην κολακεύουμε τους «ινδοφοινικοφάγους» αναγνωρίζοντάς τους καλές προθέσεις και ας λέμε άφοβα την αλήθεια, χωρίς να το φέρνουμε απέξω και χωρίς να μιλάμε στρογγυλεμένα.

27/06/2011

«Μακεδόνες πνιγμένοι στο κέτσαπ!»

Filed under: Uncategorized — periglwssio @ 12:00 πμ

«[...] Και οι Μακεδόνες αυτοί, κατά Ανδριανόπουλο, μιλούσαν “γλώσσα που περίπου είχε ταυτιστεί με τα Ελληνικά”, αλλά δεν ήταν Ελληνικά λοιπόν; Συνειδητοποιεί τι γράφει; Έχει αντιληφθεί τη διαφορά μεταξύ διαλέκτου και γλώσσας; Έχει πληροφορηθεί ότι η Μακεδονική είναι αποδεδειγμένο, από τον καιρό του Γ. Χατζιδάκι, ότι ήταν διάλεκτος της Ελληνικής, όπως τα τσακώνικα ή τα κυπριακά, και είναι αδιανόητο να λέγεται για έναν βρακοφόρο της Κρήτης, π.χ., πως “η γλώσσα του «ταυτίζεται περίπου με τα… Ελληνικά”; Και πως αν τόλμαγε να το ψελλίσει ενώπιόν του, θα ‘τρωγε μάλλον κουμπουριά; Τόσο ανυποψίαστος λόγος πάνω σε τόσο κρίσιμα θέματα; [...]».

(Στάντης Αποστολίδης, «Μακεδόνες πνιγμένοι στο κέτσαπ!», Βιβλιοθήκη, 18/6/2011)

Για την Αρχαία Μακεδονική, η κρατούσα θέση της γλωσσολογίας είναι ότι πρόκειται είτε για ξεχωριστή αλλά συγγενική γλώσσα με την Ελληνική είτε για ελληνική διάλεκτο, που πιθανώς συγκαταλέγεται στη δωρική. Δεν ξέρω αν συνειδητοποιεί τι γράφει ούτε αν έχει αντιληφθεί τη διαφορά μεταξύ διαλέκτου και γλώσσας ούτε πόσο ενημερωμένος είναι σχετικά ο Α. Α. Πάντως, δεν είναι βέβαιο ότι πρόκειται για διαφορά μεταξύ διαλέκτου και γλώσσας ούτε είναι αποδεδειγμένο ότι η Μακεδονική ήταν διάλεκτος της Ελληνικής. Το επιγραφικό υλικό που έχουμε στη διάθεσή μας δεν είναι αρκετό, ώστε να οδηγηθούμε σε βέβαια συμπεράσματα για τη σχέση μεταξύ της Αρχαίας Μακεδονικής και της Ελληνικής. Για αναλυτικά στοιχεία και βιβλιογραφικές αναφορές, μπορεί κανείς να ανατρέξει στον ακόλουθο σχετικό σύνδεσμο: «Η “Μακεδονική”: γλωσσολογία και πολιτική». Χάρη σε επικοινωνία μου με ειδικό (γλωσσολόγο) μάλιστα, έχω υπόψη μου περαιτέρω βιβλιογραφικές πηγές για το θέμα, τις οποίες μπορώ να γνωστοποιήσω σε κάθε ενδιαφερόμενο. Δεν είναι του παρόντος να μας απασχολήσουν λεπτομέρειες. Θα ήθελα να προσθέσω κάτι, που είναι ίσως το πιο σημαντικό: Δεν έχει σημασία πώς θα αντιδρούσε ένας βρακοφόρος της Κρήτης, αν του έλεγαν κάτι, οτιδήποτε. Δεν είναι δυνατόν ο συγγραφέας ενός γλωσσολογικού, λογοτεχνικού ή οποιουδήποτε άλλου κειμένου να ρυθμίζει τα γραφόμενά του με βάση πιθανές αντιδράσεις. Στους γλωσσολόγους είναι γνωστό ότι τα κριτήρια για τη διάκριση γλώσσας και διαλέκτου είναι ασαφή· βλ. λ.χ. τον εξής σχετικό σύνδεσμο: «Γλώσσα και διάλεκτος». Το θέμα δηλ. είναι επιστημονικό. Κατά τη γνώμη μου, η αναφορά του Σ. Α. σε βρακοφόρους της Κρήτης και κουμπουριές αντιπροσωπεύει ένα είδος δημαγωγικού πατριωτισμού και είναι περιττή. Σύμφωνα με τα όσα προανέφερα, τέτοια θέματα θα πρέπει να τοποθετούνται στη σωστή τους βάση, που είναι η επιστημονική. Στην προκειμένη περίπτωση, χρειάζεται γλωσσολογική ενημέρωση.

Επόμενη σελίδα: »

Theme: Rubric. Blog στο WordPress.com.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.