Ένα από τα πιο εμπεριστατωμένα γλωσσολογικά άρθρα που διάβασα τελευταία είναι το εξής: «Αυτοί που πίνουνε νερόν ύδωρ». Σε αυτό, ο Νίκος Σαραντάκος αντικρούει διεξοδικά και πειστικά τα επιχειρήματα του Δημήτρη Λιθοξόου σχετικά με την ετυμολογία της λέξης νερό, τα οποία είχε διατυπώσει ο τελευταίος στο άρθρο του «Αυτοί που πίνουνε νερό». Ο Δ. Λ. κατηγορεί διαφόρους ετυμολόγους ότι προσπάθησαν να αποδείξουν ελληνική τη λέξη νερό, με αρχαιοελληνική ετυμολογική προέλευση, πράγμα που θα αποτελούσε «εθνικώς χρήσιμο» συμπέρασμα. Παραθέτω περιληπτικά τα βασικά σημεία του κειμένου του Ν. Σ.: Το νερό προέρχεται ετυμολογικά από τη φράση νεαρόν ύδωρ ή νηρόν ύδωρ («φρέσκο νερό»), όπου το ουσιαστικό έπαψε να λέγεται και το επίθετο ουσιαστικοποιήθηκε. Παρόμοιες είναι οι ακόλουθες περιπτώσεις: (άλλοτε) ποντικός μυς > ποντικός, συκωτόν ήπαρ > συκωτόν, συκώτιον, συκώτι, (σήμερα) κινητό τηλέφωνο > κινητό, χωριάτικη σαλάτα > χωριάτικη. Η φράση νηρόν ύδωρ ήταν συχνή σε χρήση την εποχή του Φρυνίχου, αλλιώς δεν θα συμπεριλαμβανόταν στο λαθολόγιό του. Επίσης, είναι αμφίβολες οι εξής τρεις θέσεις του Δ. Λ.: πρώτον, ότι το βασικό λεξιλόγιο αντέχει περισσότερο στον χρόνο (και όμως, δεν λέμε σήμερα άρτος, αλλά ψωμί)· δεύτερον, ότι το υδρ- περιορίζεται σε λέξεις που είναι «νεότερες λόγιες, πλασμένες από τους κρατικούς διανοούμενους, με εθνικά κριτήρια» (και όμως, το υδρ-, από το ύδωρ, απαντά σε μεσαιωνικές, λαϊκές λέξεις, όπως υδροπέπερι)· τρίτον, ότι «η λέξη νερό(ν) [...] απουσιάζει κραυγαλέα, από τον Όμηρο μέχρι τον 3ο-4ο αιώνα μ. Χ.» (και όμως, υπάρχουν πάμπολλες αναφορές της λέξης αυτής ή συναφών τύπων σε βυζαντινά κείμενα). Στο κείμενο του Ν. Σ. μπορεί να βρει κανείς πολύ αναλυτικές και κατατοπιστικές ετυμολογικές πληροφορίες.
Ας προσθέσω εδώ μερικά δικά μου σχόλια, λεξικογραφικού περιεχομένου. Στην πρώτη μορφή του άρθρου του έγραφε ο Δ. Λ.:
«Ο Κριαράς “βρίσκει” πως το επίθετο “νηρός” έδωσε το ουσιαστικό “νηρόν” τον 6ο αιώνα, χωρίς να αναφέρει βέβαια τις (μη υπάρχουσες) πηγές (Εμμ. Κριαράς, Νέο Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα 1995, σελ. 937)».
Σε μεταγενέστερη μορφή, το παραπάνω χωρίο διαμορφώθηκε ως εξής:
«Ο Κριαράς “βρίσκει” πως το επίθετο “νηρός” έδωσε το ουσιαστικό “νηρόν” τον 6ο αιώνα (Εμμ. Κριαράς, Νέο Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα 1995, σελ. 937)».
Δηλ. από το παραπάνω απόσπασμα λείπει πλέον το «χωρίς να αναφέρει βέβαια τις (μη υπάρχουσες) πηγές». Για να το πω κομψά, θεωρώ ότι θα ήταν δεοντολογικό να είχε επισημανθεί η αφαίρεση του κομματιού αυτού. Όπως και να έχει, στη συζήτηση που έγινε στο ιστολόγιο του Ν. Σ., διάβασα ένα πολύ εύστοχο σχετικό σχόλιο:
«Όχι και “λάθος”! Καραμπινάτη κακοπιστία είναι! Από πότε τα ετυμολογικά σημειώματα σε ερμηνευτικά λεξικά δίνουν πηγές; Σημειωτέον ότι ο λόγος γίνεται για το ερμηνευτικό λεξικό του Κριαρά, όπου τα ετυμολογικά σημειώματα, όπως είναι η πλέον συνηθισμένη πρακτική, είναι πολύ σύντομα. Ακόμα όμως και σε ένα ειδικευμένο ετυμολογικό λεξικό, ακόμα και στο ετυμολογικό του Σαντραίν, που είναι το πιο χορταστικό σε πληροφορίες, σπάνια (ή και καθόλου;) δίνονται παραθέματα από αρχαία κείμενα. Είναι δυνατόν να μην τα ήξερε αυτά ο Λιθοξόου;»
Να προσθέσω ότι στα προλεγόμενα του νεοελληνικού λεξικού Κριαρά και ειδικότερα στη σελίδα ιβ’ ο Κριαράς εξηγεί γιατί δεν παραθέτει αναλυτικές ετυμολογικές πληροφορίες. Αναφέρει ότι το συγκεκριμένο λεξικό παρέχει την ετυμολογία μερικών μόνο λέξεων. Και μάλιστα, όταν το λήμμα συνοδεύεται από ετυμολογικές πληροφορίες, (δικά μου τα έντονα γράμματα) «δίνεται τότε η ετυμολογική νύξη χωρίς περαιτέρω ετυμολογικά στοιχεία».
Αυτά γράφει ο Κριαράς. Ε, λοιπόν, ο Λιθοξόου επικαλέστηκε ως επιχείρημα ότι ένα τέτοιο λεξικό δεν αναφέρει πηγές που να τεκμηριώνουν τη χρήση του νηρόν ως ουσιαστικού τον 6ο αιώνα!
Για το λεξικό Μπαμπινιώτη, ο Λιθοξόου γράφει σχετικά με την ετυμολογία του νερό:
«Ο Μπαμπινιώτης αντιγράφει απλώς τους προηγούμενους [Γεωργίου Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, 2η έκδοση, Κέντρο Λεξικολογίας ΕΠΕ, Αθήνα 2002, σελ. 1175]».
Για τον Λιθοξόου δηλ. δεν υπάρχει περίπτωση να ερεύνησαν το θέμα οι συντάκτες του συγκεκριμένου λεξικού και να κατέληξαν σε αυτό το συμπέρασμα, ότι δηλ. η στέκει η ετυμολογία του νερό από το νεαρόν / νηρόν ύδωρ. Πρόκειται οπωσδήποτε για απλή αντιγραφή από τους προηγούμενους!
Και μια απορία, που έχω εκφράσει και πιο παλιά, με άλλες αφορμές, διαβάζοντας ή ακούγοντας άλλες ανακρίβειες: Γιατί ο υποστηρικτής μιας διαφορετικής άποψης από την κρατούσα θέση για κάποιο γλωσσικό θέμα, ετυμολογικό ή άλλο, δεν κάνει ανακοίνωση σε ένα γλωσσολογικό συνέδριο, ώστε να δεχτεί κριτική από ειδικούς, αλλά αρκείται σε «ανεπίσημα» κείμενα, όπως είναι λ.χ. μια δημοσίευση σε ιστολόγιο; Εκτός αν δεν μας ενδιαφέρει η επιστημονική κριτική και, σε τελευταία ανάλυση, η επιστημονική αλήθεια, αλλά ο μόνος σκοπός μας είναι να τα βάλουμε με τους εθνικιστές. Αλλά τότε σε τι θα διαφέρουμε από τον Άδωνη Γεωργιάδη; Και εμείς, όπως αυτός, θα υποτάσσουμε την επιστήμη στην ιδεολογία. Όπως έχω ξαναπεί βέβαια, οι περισσότεροι και οι βασικότεροι γλωσσικοί μύθοι στην Ελλάδα προέρχονται από τους λεγόμενους ελληνοκεντρικούς, εθνικιστικούς κτλ. κύκλους. Άλλωστε, διάφοροι άλλοι όχι απλώς δεν θα υποστήριζαν γλωσσικούς μύθους, αλλά δεν θα ενδιαφέρονταν καν για θέματα γλώσσας. Αυτό πάντως δεν σημαίνει ότι κάποιος επικριτής ελληνοκεντρικών κτλ. απόψεων για θέματα γλώσσας δεν μπορεί να έχει και αυτός ιδεολογικά κίνητρα. Επομένως, χρειάζεται να δείχνει προσοχή όποιος πράγματι ενδιαφέρεται για την επιστημονική αλήθεια.
Και κάτι τελευταίο, εκτός θέματος: Στο κείμενο του Δ. Λ. παρατηρούνται λόγια στοιχεία, π.χ. λεξιλογικά και συντακτικά, που έρχονται σε αντίθεση με τις θέσεις του σχετικά με τη λόγια παράδοση. Για παράδειγμα, το
«[...] η λέξη που χρησιμοποιεί η εθνική κοινότητα για το “νερό” είναι διάφορη εκείνης που χρησιμοποιούσαν [...]» (δικά μου τα έντονα γράμματα)
δεν θα το έγραφα ούτε εγώ!
Βλ. και το εξής:
«[...], που θεωρούσε εαυτόν απόγονο των αρχαίων Ελλήνων».
Ο σχετικός κατάλογος θα μπορούσε να μεγαλώσει. Ξέφυγα από το βασικό θέμα, αλλά θεώρησα αξιοσημείωτο και αυτό το τελευταίο.