Σκέψεις με αφορμή την ανάγνωση του βιβλίου του Βασίλη Αργυρόπουλου: Αρχαιολατρία και γλώσσα: Θέματα ετυμολογίας και ορθογραφίας (Αθήνα: Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, 2009)

Αρχαιολατρία και γλώσσα: Θέματα ετυμολογίας και ορθογραφίας (Αθήνα: Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, 2009)

Η ανάγνωση αυτού του πέρα για πέρα συναρπαστικού πονήματος, που καταδεικνύει το γνήσιο θάρρος της επιστημονικής γνώμης χωρίς υπεκφυγές και βάζει τα πράγματα στην θέση τους σχετικά με ιστορικές πτυχές της ελληνικής γλώσσας και την ετυμολόγηση και ορθογραφία ορισμένων προβληματικών λέξεων, μέ ώθησε σε μερικές σκέψεις.

Στις ανθρωπιστικές επιστήμες – ιδιαίτερα σε κείνες που έχουν ως γνωστικά αντικείμενα την ανθρώπινη κοινωνία, την γλώσσα, την ιστορία και τον πολιτισμό – φαίνεται σύνηθες στην χώρα μας να δημιουργείται η πόλωση που περιγράφεται στο σύγγραμμα αυτό. Από την μία είμαστε «εμείς», οι λειτουργοί της επιστήμης και από την άλλη είναι «εκείνοι», οι ερασιτέχνες, όπως αποκαλούνται. Η πόλωση ανάμεσα σε εμάς και σε κείνους εκλαμβάνει ενίοτε τιτάνιες διαστάσεις, οπότε και καλείται η επίσημη κρατική παρέμβαση για να ηρεμήσουν τα πνεύματα – π.χ. σε σχέση με το απίστευτο ζήτημα του βιβλίου Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού πριν από μερικά χρόνια, τότε που η Ακαδημία Αθηνών είχε δημοσιοποιήσει ένα κείμενο καταπέλτη κατά του βιβλίου αυτού και η παρέμβαση του τότε Υπουργού Παιδείας ουσιαστικά ακύρωσε κάθε έννοια ύπαρξης του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

Εκείνο που μέ προβληματίζει είναι γιατί άραγε να συμβαίνει τέτοια πόλωση, γιατί άραγε να μην είναι εφικτό για ένα ζήτημα που περιβάλλεται από την αίγλη της επιστημονικότητας να γίνει δεκτό από την κοινωνία. Σε τελευταία ανάλυση η επιστήμη αποτελεί κοινωνικό θεσμό παραγωγής και αναπαραγωγής έγκυρης γνώσης και λειτουργεί ενταγμένη μέσα σε ένα κοινωνικό σύστημα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Όταν αποδεχόμαστε την κοινωνική αναγκαιότητα εν γένει της επιστήμης, οφείλουμε να αποδεχόμαστε και τα πορίσματά της. Όταν σε μία κοινωνία – όπως π.χ. η δική μας η ελληνική – υψώνεται διαρκώς ένα τείχος απόλυτης αμφισβήτησης ενάντια στα επιστημονικά πορίσματα, σε σημείο μάλιστα να έχουν διαμορφωθεί και οι ανάλογες ετικέττες του εθνικισμού από την μία και του εθνομηδενισμού από την άλλη, τότε είναι καιρός να προβληματισθούμε όλοι μας για τον τρόπο που διαχέουμε προς τα έξω τα αποτελέσματα των επιστημονικών μας ερευνών.

Αναλογίζομαι μία πικρή πείρα που έχω από την συνεργασία μου με πανεπιστήμια του εσωτερικού και του εξωτερικού ως προς την ετοιμότητα αρκετών λειτουργών της επιστήμης να αναδεικνύουν το θάρρος της αποδοχής μίας άποψης συναδέλφων τους, η οποία φαίνεται να διαταράσσει την αίγλη της δικής τους θεωρητικής ενατένισης. Με λίγα λόγια, ακόμα και μέσα στα πανεπιστήμια διαδραματίζονται απίστευτες, πολλές φορές, αντιπαραθέσεις – οι οποίες, ωστόσο, δεν συνάδουν με τις αρχές της επιστημονικής λειτουργίας. Σε ορισμένες, μάλιστα, περιπτώσεις, στις οποίες μία κυρίαρχη θεωρία είναι επενδεδυμένη με ισχυρά συμφέροντα, οι υπέρμαχοί της παρεκτρέπονται σε ιδεολογικά πυροτεχνήματα… Όταν, λοιπόν, οι «ερασιτέχνες» βλέπουν τέτοιες καταστάσεις, τότε αιτιολογείται απόλυτα η δική τους αντιεπιστημονική αμφισβήτηση.

Δεν θα αμφισβητήσω ότι κι εμείς οι λειτουργοί της επιστήμης ως άνθρωποι έχουμε τις αδυναμίες μας, τα συμφέροντά μας, τίς ζήλιες μας, τις φιλοδοξίες μας. Εκείνο, όμως, που θεωρώ ως ελάχιστη απαίτηση από ένα λειτουργό της επιστήμης είναι η ανάπτυξη δεξιοτήτων εκ μέρους του να μπορεί να υπερβαίνει όλες αυτές τις ταπεινές αδυναμίες και να στέκεται στο ηθικό ύψος του λειτουργήματός του. Ας μην ξεχνάμε ότι μία «αλήθεια» που ισχύει τώρα μπορεί να μην ισχύει στο μέλλον, εάν τα δεδομένα που προκύψουν στο μεταξύ καταστήσουν αναγκαία μία αναθεώρηση των αντιλήψεών μας. Δεν μπορούμε να είμαστε σωστοί επιστήμονες, εάν προηγουμένως δεν έχουμε γίνει σωστοί φιλόσοφοι.

Μέ απασχολεί ιδιαίτερα το εννοιολογικό τετράπτυχο: ορθότητα (των συλλογισμών), εγκυρότητα (των επιχειρημάτων), αλήθεια (μίας επιστημονικής θεωρίας) και πραγματικότητα (ως εννοιολογική κατασκευή). Αυτό το τετράπτυχο ανακυκλώνεται και ανελίσσεται διαρκώς, ώστε να διαμορφώνει ανά πάσα στιγμή τον βαθμό επιστημονικής προόδου που επιτυγχάνουμε. Εδώ παρεμβαίνει και το τεράστιας σημασίας ζήτημα της επιστημονικής μεθόδου σε σχέση με την ορθολογικότητα της επιστήμης λόγω ακριβώς της προόδου της. Είναι, νομίζω, παραπάνω από προφανές, ότι η ανέλιξη αυτή στηρίζεται σε επικοινωνιακή βάση – και κατά κύριο λόγο στην γλώσσα. Αυτό, πιστεύω, ότι είχε στο μυαλό του ο Wittgenstein, όταν διατύπωσε στην Λογικοφιλοσοφική Πραγματεία του την διάσημη ρήση του: «Die Grenzen meiner Sprache bedeuten die Grenzen meiner Welt» («Τα όρια της γλώσσας μου δηλώνουν τα όρια του κόσμου μου», Tractatus Logicophilosophicus, στο: Ostwalds Annalen der Naturphilosophie, γερμανοαγγλική έκδοση, Λονδίνο, 1922).

Θα συμφωνούσα μεν με μία ερμηνεία ως προς τα διαφορετικά κίνητρα, τα οποία επιφέρουν με σύμπραξη αρκετών άλλων παραγόντων (κοινωνικοπολιτικών, οικονομικών, προσωπικών κλπ) μία ανάλογη διαφοροποίηση της εκάστοτε προοπτικής, μέσα από την οποία οι επιστημονικά δρώντες από την μία και οι «ερασιτέχνες» από την άλλη προβάλλουν τις δικές τους αλήθειες. Ωστόσο, ας μην ξεχνάμε ότι τα κίνητρα από μόνα τους δεν είναι αρκετά για να ερμηνεύσουν τον υπερβολικό – θα έλεγα – βαθμό αυτής της πόλωσης, στην οποία αναφέρθηκα προηγουμένως. Ιδεολογικές διαφοροποιήσεις εντοπίζουμε άλλωστε και μεταξύ επιστημονικά δρώντων ανθρώπων – διότι, είτε μάς αρέσει είτε όχι, η επιστημονική δραστηριότητα στηρίζεται σε μία βαθιά πίστη: στην πίστη ότι όντως είμαστε σε θέση να επιστάμεθα, ότι μπορούμε να γνωρίζουμε (μέσω της επιστημονικής μεθόδου). Η πίστη αυτή στις δυνατότητες της επιστήμης αναπόφευκτα βάζει την ιδεολογία μέσα στο παιχνίδι, διότι η ίδια η επιστήμη καθ’ εαυτή, ως θεσμοθετημένο σύστημα παραγωγής έγκυρης γνώσης, δεν διαθέτει τα μέσα για να τεκμηριώσει τις αρχές της. Εκ τούτου, είτε μάς πονάει είτε όχι, οφείλουμε να λάβουμε μία θέση ηθικής αξιοπρέπειας, αποδεχόμενοι ότι η οντολογία της πραγματικότητας είναι ανέφικτη μέσα από την επιστήμη. Η επιστήμη παράγει έγκυρη γνώση, διαμορφώνει την δική της αλήθεια, οικοδομεί την δική της πραγματικότητα, η οποία διαρκώς εξελίσσεται. Δεν έχουμε κανένα λόγο να αμφιβάλλουμε για το ότι, όσο περισσότερο εκλεπτύνουμε και τελειοποιούμε τα θεωρητικά και τα εμπειρικά εργαλεία της επιστημονικής μας δραστηριότητας, τόσο περισσότερο η οικοδομούμενη από μάς πραγματικότητα πλησιάζει ασυμπτωτικά προς την «οντολογική» πραγματικότητα του Είναι/Γίγνεσθαι.

Αν, λοιπόν, η διαφοροποίηση των κινήτρων ερμηνεύει ως ένα βαθμό την πόλωση αυτή, ωστόσο η ως άνω ερμηνεία δεν φαίνεται εξαντλητική, οπότε η απορία παραμένει. Ίσως να πηγαίναμε πιο βαθιά – σε «δύσκολα χωράφια» της ψυχολογίας – και να εξετάσουμε κριτικά την έννοια του πατριωτισμού. Η έννοια αυτή προφανώς βρίσκεται σε στενή συνάφεια προς την ενσυνείδητη επίγνωση της ιστορικής πορείας μίας εκάστοτε εθνότητας και συμπροσδιορίζει – μαζί με άλλες κοινωνιολογικές παραμέτρους – αυτό που αποκαλούμε αυταναφορικότητα. Όμως, η έννοια του πατριωτισμού, για να είναι γνήσια και να μην παρεκτρέπεται σε μισαλλοδοξία, εμπεριέχει μέσα της την αντιπαραθετική σύγκριση με τον πατριωτισμό των «άλλων». Η υγιής ιστορική εξέλιξη προϋποθέτει την αμοιβαία αναγνώριση και τον σεβασμό των «άλλων» ως ιστορικών υποκειμένων, ως φορέων πολιτισμού. Μόνο τότε είναι σε θέση όλες οι εθνότητες να πετύχουν την υπέρβαση, ξεπερνώντας τα δικά τους στεγανά και μεταπλασσόμενες σε δημιουργικά δρώσες ιστορικές οντότητες.

Τί διαπιστώνουμε, όμως, στην πράξη; Κάτι πολύ θλιβερό, ειδικά για την δική μας χώρα, την Ελλάδα. Εξετάζοντας πρωτότυπες ιστορικές πηγές και επανακαθορίζοντας το βάρος των ιστορικών συσχετισμών, μάς εντυπωσιάζει η έκταση και η ένταση της σκόπιμα κατασκευαζόμενης ιστορίας «για ευρεία κατανάλωση», προκειμένου αυτή να γαλουχήσει τους μελλοντικούς πολίτες μίας χώρας, για να εξυπηρετήσει ωστόσο συγκαλυμμένα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα. Κι επιστρέφουμε, έτσι, στις αδυναμίες και στις φιλοδοξίες των μεμονωμένων προσώπων. Ο πατριωτισμός παρεκτρέπεται σε μισαλλοδοξία, η φιλοπατρία φανατίζεται σε εθνικισμό, η αυταναφορικότητα εκφυλίζεται σε εθνομηδενισμό. Κι αυτό το κλίμα φαίνεται να συντηρείται από τους κάθε λογής «ερασιτέχνες» – για τον απλούστατο λόγο ότι μέσα στην συγκεχυμένη αυτή κατάσταση αυτοί είτε προβάλλουν την ανομολόγητη ανάγκη τους για δημόσια αναγνώριση, για αυθεντία, είτε βγάζουν απλά το ψωμί τους. Δυστυχώς, όμως, ακόμα και μεταξύ επιστημόνων παρατηρούμε τέτοιες αδυναμίες. Κι αυτό είναι ακόμα πιο θλιβερό. Ενώ από «ερασιτέχνες» τέλος πάντων θα ήταν αναμενόμενο κάτι τέτοιο, από επιστήμονες κρίνεται οπωσδήποτε απαράδεκτο. Εμείς οι επιστήμονες οφείλουμε να είμαστε πρότυπα ηθικού παραστήματος – με την έννοια ότι αντιλαμβανόμεθα το βάρος της κοινωνικής μας ευθύνης. Γι’ αυτό δεν μάς συγχωρείται απολύτως καμμία παρεκτροπή ως προς αυτό το θέμα. Η λειτουργική συνυποδήλωση της ηθικής είναι ακριβώς η επίγνωση της ευθύνης απέναντι στους συνανθρώπους μας. Κι αυτή η ευθύνη εκπηγάζει ακριβώς από την έγκυρη γνώση, την οποία εμείς θεσμικά παράγουμε. Αυτά προς το παρόν για τα «παραμάγαζα» της επιστήμης.

Αναλογιζόμενος την προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου από τους Φοίνικες, θυμήθηκα το σύγγραμμα του καθηγητή Harald Haarmann: «Universalgeschichte der Schrift» («Παγκόσμια Ιστορία της Γραφής»), Φρανκφούρτη: Campus. Η πρώτη έκδοση έγινε το 1990, ενώ τώρα έχει κιόλας βγει η τέταρτη, το 2007. Στο μνημειώδες αυτό σύγγραμμα ο Haarmann ανακεφαλαιώνει και σχολιάζει εξαντλητικά – με βάση τα μέχρι σήμερα γνωστά ευρήματα – την ιστορική πορεία όλων των συστημάτων γραφής που έχουν ανακύψει σε παγκόσμιο επίπεδο και επιχειρεί – με ιδιαίτερα προσεκτική διατύπωση – μία επανερμηνεία των απαρχών της γραφής (γύρω στα μέσα της έκτης χιλιετίας π.Χ. στην Νοτιοανατολική Ευρώπη, πολύ πιο πίσω στον χρόνο από τα συστήματα γραφής των μεσοποτάμιων πολιτισμών στα μέσα της τετάρτης χιλιετίας π.Χ.), καθώς επίσης και γόνιμους συσχετισμούς ως προς την αλληλοπροέλευση συστημάτων γραφής μεταξύ λαών που αποδεδειγμένα υπήρξαν σε διαδραστική επαφή για μακρά χρονικά διαστήματα. Ως προς το ζήτημα της προέλευσης του ελληνικού αλφαβήτου, ο Haarmann καταλήγει σε συγκερασμό δύο εξελικτικών γραφολογικών ρευμάτων, από την μία της γραμμικής Α της Κρήτης και από την άλλη της αρχέγονης ιερατικής γραφής της Αιγύπτου, τα οποία συναντήθηκαν και μεταπλάσθηκαν στο κυπριακό συλλαβάριο, το οποίο με την σειρά του μετουσιώθηκε στο σύστημα γραφής των Φοινίκων, από το οποίο με δημιουργική «επιστροφή» στις ρίζες του προέκυψε το ελληνικό αλφάβητο. Συναρπαστικές – και πλήρως τεκμηριωμένες – συσχετίσεις! Κι όμως, ενώ έχουν περάσει πάνω από 20 χρόνια από την πρώτη έκδοση του βιβλίου αυτού, πουθενά δεν φαίνεται – ούτε σε πανεπιστημιακά συγγράμματα ιστορίας, ούτε σε σχολικά εγχειρίδια, ούτε και σε διαδικτυακούς χώρους γλωσσολογικού και ιστορικού προβληματισμού – ότι η θέση αυτή έχει διαδοθεί. Η εμμονή στην άποψη που θέλει τις απαρχές της γραφής στην Μεσοποταμία των μέσων της τετάρτης π.Χ. χιλιετίας αναμηρυκάζεται σθεναρά, σε σημείο μάλιστα που διερωτώμαι μήπως κρύβονται κάποια συμφέροντα πίσω από την άποψη αυτή. Πάντως θεωρώ κρίμα που τα συμπεράσματα του Haarmann δεν έχουν γίνει ακόμα ευρέως γνωστά, ενώ αναμασάμε ασταμάτητα την εκδοχή των μεσοποτάμιων απαρχών της γραφής εν γένει. Ποιός ξέρει, ίσως βρεθούν με ανασκαφές κι άλλα ευρήματα, τα οποία ενδεχομένως θα μάς πιέσουν να κάνουμε δραστική αναθεώρηση των αντιλήψεών μας για την γραφή.

Η συγκυρία αυτή δεν είναι και η μοναδική. Έχουν προταθεί κάμποσες φορές τολμηρές εναλλακτικές θέσεις – στηριζόμενες σε ευρήματα απτά και καταγεγραμμένα – προκειμένου να δοθεί μία σφαιρικότερη και εκτενέστερη ερμηνεία σε βασανιστικά επιστημονικά ερωτήματα. Σταχυολογώ μερικές:

1. Η θέση του βρετανού αρχαιολόγου Graham Hancock ότι οι Μεγάλες Πυραμίδες στην Νεκρόπολη της Γκίζας στην Αίγυπτο ανάγονται στα μέσα της ενδέκατης π.Χ. χιλιετίας, στηριζόμενη αφ’ ενός σε ραδιοχρονολόγηση πετρωμάτων και αφ’ ετέρου στο αστρονομικό φαινόμενο της μετάπτωσης των ισημεριών κάθε 25.776 χρόνια (Fingerprints of the Gods, Λονδίνο, 1995).

2. Η θέση του βρετανού κβαντοφυσικού David Bohm για την μη εντοπικότητα των κβαντικών φαινομένων και την άδηλη τάξη του Σύμπαντος (Wholeness and the Implicate Order, Λονδίνο: Routledge and Kegan Paul, 1980).

3. Η θέση του έλληνα ανθρωπολόγου Άρη Πουλιανού για την ένταξη του Αρχανθρώπου των Πετραλώνων σε μία μεταβατική φάση της ανθρωπογένεσης πριν από 700 χιλιετίες περίπου στον γεωγραφικό χώρο των Βαλκανίων, όπου η φωτιά ήταν ήδη κατακτημένη γνώση (πριν από χίλιες χιλιετίες περίπου) και ο Homo erectus έδινε βαθμιαία την θέση του εξελικτικά στον Homo sapiens (Το Σπήλαιο του Αρχανθρώπου των Πετραλώνων, Αθήνα & Πετράλωνα: Ανθρωπολογική Εταιρεία Ελλάδος, 1982).

4. Η θέση του γερμανού ανθρωπολόγου Nors Sigurd Josephson για την ύπαρξη αρχαιοελληνικού πολιτισμού στο Νησί του Πάσχα, στηριζόμενη αφ’ ενός σε ανθρωπομετρικά και αφ’ ετέρου σε γλωσσικά και ιστορικά ευρήματα (Eine archaisch-griechische Kultur auf der Osterinsel, Χαϊδελβέργη: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Carl Winter [Ελληνική μετάφραση: Ένας αρχαϊκός ελληνικός πολιτισμός στην Νήσο του Πάσχα, Αθήνα: Νέα Θέσις (2003)].

5. Η θέση του βρετανού βιολόγου Rupert Sheldrake για τα μορφογενετικά πεδία που ρυθμίζουν την μορφογένεση και την συμπεριφορά των εμβίων όντων κατ’ αναλογία με τα βαρυτικά, τα κβαντικά και τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία της φυσικής (A new Science of Life, Λονδίνο: Blond & Briggs, 1981, The Presence of the Past, Λονδίνο, 1988).

Επισημαίνω ότι οι υποστηρικτές αυτών των θέσεων δεν προέρχονται από «παραμάγαζα» αλλά εκκινούν μέσα από μία θεσμοθετημένη ακαδημαϊκή δραστηριότητα. Κι όμως, η επιστημονική κοινότητα – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων – έχει απορρίψει ασυζητητί όλες αυτές τις θέσεις γυρίζοντας την πλάτη στους υποστηρικτές των θέσεων αυτών, ορισμένοι από τους οποίους – π.χ. ο Hancock και ο Sheldrake – εξ ανάγκης πλέον προσεταιρίσθηκαν «παραμαγαζατόρικες» τακτικές για να υπερασπιστούν τις θέσεις τους. Τα «παραμάγαζα», λοιπόν, της επιστήμης δεν περιλαμβάνουν μόνο κάθε λογής «ερασιτέχνες», αλλά και κάποιους όλα καθ’ όλα αξιοσέβαστους ακαδημαϊκούς, οι οποίοι εξαναγκάζονται να λάβουν μία τέτοια τοποθέτηση εξ αιτίας της απαξιωτικής και – κατά την γνώμη μου άστοχης και αδικαιολόγητης – στάσης της επιστημονικής κοινότητας προς εκείνους.

Θα ήταν συνετό για μάς τους επιστήμονες να μην απορρίπτουμε κάτι καινούργιο μόνο και μόνο επειδή δεν μπορούμε να τό εξηγήσουμε ή δεν ταιριάζει με την ήδη δομημένη μας κοσμοεικόνα. Αν έχουμε τις επιφυλάξεις μας, ας προσπαθούμε κι εμείς να πάρουμε μία ώση από τις απόψεις που προς στιγμήν φαίνονται να μάς διαταράσσουν την αυταρέσκεια και να αναλογιστούμε τις βαθυστόχαστες επισημάνσεις του Thomas Kuhn για τις επιστημονικές επαναστάσεις.

Κι εδώ τελειώνω με μία επιστροφή στην γλωσσολογία. Στο ως άνω σύγγραμμα γίνεται πάρα πολλές φορές αναφορά στο ισχύον σήμερα σημειολογικό Παράδειγμα του Ferdinand de Saussure για να στηριχθούν επιχειρήματα του συγγραφέα. Αυτή την στιγμή δεν έχουμε στην διάθεσή μας κάτι καλύτερο, οπότε η τακτική αυτή καταδεικνύεται πέρα για πέρα ορθή. Όμως, το σημειολογικό Παράδειγμα φαίνεται ότι δεν επαρκεί πλέον για να στηρίξει την ερμηνεία γλωσσολογικών ευρημάτων που υπερβαίνουν την σημειολογική λειτουργία της ανθρώπινης γλώσσας. Η γενετική-μετασχηματιστική θεωρία ως κορυφαίο επιστέγασμα του σημειολογικού Παραδείγματος έχει προ πολλού εξαντλήσει όλες τις δυνατότητές της. Προφανώς έχει ωριμάσει ο καιρός για την ανάδυση ενός νέου Παραδείγματος στην γλωσσολογία.

Δρ. Χρυσόστομος Παπασπύρου,
Χημικός Πανεπιστημίου Αθηνών,
Διδάκτωρ Γλωσσολογίας Πανεπιστημίου Αμβούργου


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.