Γράφει ο Γ. Μπαμπινιώτης σε σημείωμα που έχει αναρτήσει στην ιστοσελίδα του:
Τονίστε πάντα το οριστικó άρθρο στη γενική: τού –τής –τού
Είναι γνωστή η αμφισημία στην ανάγνωση κειμένων γραμμένων μονοτονικά, όταν μέσα στη ροή τού λόγου δεν είναι αμέσως κατανοητή από τον αναγνώστη η σημασία τής φράσης τού κειμένου που διαβάζει, λόγω τής πιθανής σύγχυσης ανάμεσα στα ομόηχα και ομόγραφα του – της – του (οριστικού άρθρου και αντωνυμίας).
Προτείνω –και το εφαρμόζω ο ίδιος σε όλα τα κείμενά μου και στο Μεγάλο μου Λεξικό– να τονίζουμε πάντοτε τους τύπους τής γενικής τού οριστικού άρθρου :
….η πτώση τής τιμής τού δολαρίου προκαλεί αναταραχή στις αγορές τής Ευρώπης. Ήδη η τιμή τού πετρελαίου απειλεί με άνοδο τού πληθωρισμού…
Είναι απλό, εύκολο και γενικό και βοηθάει στην άμεση κατανόηση τού κειμένου χωρίς συγχύσεις και αμφισημίες.
Το συζητούμενο θέμα όμως δεν είναι τόσο απλό. Καταρχήν, να διευκρινίσω ότι εδώ ο Γ. Μπαμπινιώτης διατυπώνει μια πολύ εύστοχη πρόταση για την επίλυση ενός υπαρκτού προβλήματος. Ωστόσο, για να εφαρμοστεί αυτή η πρόταση, χρειάζεται να επισημοποιηθεί -ας πούμε- ο νέος τρόπος γραφής. Δεν ανήκω σε αυτούς που έχουν σαν ευαγγέλιο τη σχολική γραμματική. Όταν λ.χ. μια λέξη έχει διπλή γραφή, ο λεξικογράφος οφείλει να αποτυπώσει τη γλωσσική πραγματικότητα και να μη δεσμευτεί από τη σχολική γραμματική. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν γίνεται να μη λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς η επίσημη, σχολική ή κρατική γραμματική. Σκεφτείτε λ.χ. έναν μαθητή που ετοιμάζεται να δώσει εξετάσεις. Εφόσον δεν προβλέπεται να τονίζουμε το οριστικó άρθρο στη γενική, ο μαθητής αυτός δεν μπορεί να εφαρμόσει το προτεινόμενο σύστημα, γιατί τα τονισμένα του, της, του θα θεωρηθούν εσφαλμένα και θα μειωθεί ο βαθμός του. Σκεφτείτε και μια γραμματέα, στην οποία υπαγορεύει κείμενα ο προϊστάμενός της. Δεν γίνεται να γράφει με τον προτεινόμενο τρόπο, γιατί μπορεί να της γίνει παρατήρηση, αφού τα τονισμένα του, της, του θα θεωρηθούν επίσης εσφαλμένα. Σκεφτείτε, ακόμα, τον στρατιώτη-γραφέα, στον οποίο υπαγορεύονται κείμενα από αξιωματικό. Κατά τη διάρκεια της θητείας μου, θυμάμαι ότι κάποτε μου είχε πει ένας αντισυνταγματάρχης να τονίσω μια λέξη φαινομενικά δισύλλαβη, αλλά στην πραγματικότητα μονοσύλλαβη (νομίζω τη λέξη πιο). Του απάντησα ότι δεν πρόκειται για δύο συλλαβές, άρα σωστά δεν είχα βάλει τόνο, και εκείνος αμέσως δέχτηκε αυτό που του εξήγησα. Αν επέμενε όμως, θα μπορούσα να επικαλεστώ τη σχολική γραμματική, θα μπορούσα να υποστηρίξω ότι αυτό που λέω είναι το επίσημο, το καθιερωμένο. Δεν θα έμπαινα ποτέ στη διαδικασία να αποκλίνω από την επίσημη ορθογραφία και να εξηγήσω λ.χ. ότι αυτή η απόκλιση από μια καθιερωμένη γραφή βασίζεται σε ετυμολογικά δεδομένα. Δεν απευθυνόμουν σε ετυμολόγο ούτε ενδιέφερε η ετυμολογία εκείνη την ώρα. Καλώς ή κακώς, η ορθογραφία έχει και αυτή τη διάσταση, την εντελώς πρακτική. Δεν είναι δυνατόν να γίνεται μάθημα γλωσσολογίας εν ώρα εργασίας λ.χ. σε κάποια δημόσια υπηρεσία ή ιδιωτική εταιρεία. Μακάρι αυτό που προτείνει ο Γ. Μπ. να καθιερωθεί επισήμως και να διαδοθεί ευρέως. Αλλά ως τότε, δεν γίνεται να γράφει ο καθένας όπως θέλει. Ο τονισμός των τύπων της γενικής του οριστικού άρθρου (του, της, του) πράγματι προλαμβάνει συγχύσεις και αμφισημίες. Το να ακολουθεί όμως ο καθένας το δικό του ορθογραφικό σύστημα -και μάλιστα για ένα τέτοιο θέμα και όχι ως προς σχετικά λίγες γραφές λέξεων που αποκλίνουν από τη σχολική ορθογραφία- θα προκαλέσει άλλου είδους σύγχυση. Είναι προτιμότερο να αποφασιστούν ορισμένες αλλαγές στην ορθογραφία και τον τονισμό από επιτροπή ειδικών και εν συνεχεία να καθιερωθούν στο πλαίσιο μιας ορθογραφικής μεταρρύθμισης. Στο ίδιο πλαίσιο, θα ήταν ήταν ευχής έργο να υποβληθεί και να γίνει δεκτή η συγκεκριμένη πρόταση του Γ. Μπ., η οποία πράγματι συμβάλλει στη βελτίωση του ισχύοντος μονοτονικού συστήματος.