Σχετικά με τη σημασία του προπηλακίζω

01/12/2010

Στο μάθημα της έκφρασης–έκθεσης, σε μια άσκηση με συνώνυμα, οι μαθητές καλούνταν να βρουν το συνώνυμο του προπηλακίζω και ένα βοήθημα έδινε μεταξύ άλλων ως απάντηση το χλευάζω. Το τελευταίο αυτό ρήμα δεν με ικανοποίησε, γιατί ξέρω ότι το προπηλακίζω έχει μια ειδική σημασία: μπορεί να σημαίνει «χλευάζω, βρίζω» κτλ., αλλά υπό την προϋπόθεση ότι αυτό γίνεται εκ του σύνεγγυς και όχι εξ αποστάσεως. Από μακριά μπορεί κανείς να χλευάζει, να βρίζει κτλ., αλλά όχι να προπηλακίζει. Παραδείγματα χρήσης του προπηλακίζω και του προπηλακισμός που βρήκα μέσω google και που δείχνουν την εγγύτητα για την οποία κάνω λόγο είναι τα εξής (το δεύτερο παρατίθεται ελαφρώς διασκευασμένο): Προπηλακίστηκε ο βοηθός που ακύρωσε το γκολ. Προπηλακισμό από οπαδούς της γηπεδούχου ομάδας καταγγέλλουν οι άνθρωποι της φιλοξενούμενης.

Στα αντίστοιχα λήμματα ενός λεξικού θα πρέπει να δοθεί ακριβής ορισμός του προπηλακίζω και του προπηλακισμός. Καλό θα είναι να συμπληρωθούν οι ορισμοί και με κατάλληλα παραδείγματα χρήσης, που να διαφωτίζουν για τη σημασία της λέξης–λήμματος. Ανέτρεξα στα τρία καλύτερα νεοελληνικά λεξικά και κατέγραψα τα εξής: Το ΛΚΝ στα λήμματα προπηλακίζω και προπηλακισμός δίνει τους εξής ορισμούς αντίστοιχα: «περιλούζω κπ. με βρισιές, με κοροϊδίες, τον χλευάζω, τον διασύρω» και «η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προπηλακίζω, ο χλευασμός, ο διασυρμός, ο εξευτελισμός». Μόνο με έμμεσο τρόπο, μέσω των παραδειγμάτων που ακολουθούν, μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι η ενέργεια του προπηλακίζω γίνεται από κοντά: Προπηλακίστηκε άγρια από το συγκεντρωμένο πλήθος. Eπιτέθηκαν εναντίον τους με βρισιές και προπηλακισμούς. Δέχθηκε τον προπηλακισμό των αντιφρονούντων. Το ΝΕΛ παραθέτει τους ακόλουθους ορισμούς για τα προπηλακίζω και προπηλακισμός, χωρίς παραδείγματα: «εκτοξεύω εναντίον κάποιου βρισιές, εξυβρίζω» και «το να προπηλακίζει (βλ.λ.) ή να προπηλακίζεται κανείς, εξύβριση». Τέλος, το ΛΝΕΓ παραθέτει (χωρίς παραδείγματα) ορισμό μόνο για το προπηλακίζω, αφού το προπηλακισμός απλώς αναφέρεται εντός του προπηλακίζω, χωρίς να αναπτύσσεται ως χωριστό λήμμα: «εκστομίζω ύβρεις εναντίον κάποιου σε δημόσια εμφάνισή του (προϋποθέτει την ταυτόχρονη παρουσία στον ίδιο χώρο αυτού που προπηλακίζει και αυτού που προπηλακίζεται)». Αυτή ακριβώς η πληροφορία που δίνεται παρενθετικά δεν πρέπει να απουσιάζει από τον ορισμό της σημασίας της αντίστοιχης λέξης-λήμματος σε ένα νεοελληνικό λεξικό.

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ ΛΕΞΙΚΩΝ
ΛΚΝ
Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών / Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη 1998: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης).

ΛΝΕΓ
Μπαμπινιώτης Γ. 2002 (2η έκδοση): Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας).

ΝΕΛ
Kριαράς Ε. 1995: Νέο ελληνικό λεξικό. Λεξικό της σύγχρονης ελληνικής δημοτικής γλώσσας (Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών).

Advertisements