«Ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει;»

18/12/2010

O Χ. Γιανναράς στο άρθρο του «Ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει;» (Η Καθημερινή, 12/12/2010) σχολιάζει με ατυχή τρόπο τη χρήση της ελληνικής γλώσσας εκ μέρους του πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου, παίρνοντας αφορμή από το πολύ καλό άρθρο του γλωσσολόγου Ε.-Φ. Παναγιωτίδη με τίτλο «Ξέρει ο πρωθυπουργός ελληνικά;» (Η Καθημερινή, 5/12/2010). Το άρθρο του Χ. Γιανναρά ανήκει σε ένα πολυπληθές σύνολο κειμένων (άρθρων, σημειωμάτων, επιστολών κ.λπ.) για τη γλώσσα γραμμένων από μη γλωσσολόγους και, ειδικότερα, χαρακτηρίζεται από ανορθολογισμό. Αν ένας μαθητής μου στο μάθημα της έκφρασης-έκθεσης μου είχε παραδώσει τέτοιο γραπτό, είναι βέβαιο ότι θα είχα γεμίσει τα περιθώρια με διάφορες σημειώσεις. Η μόνη αξία του κειμένου του Χ.Γ. έγκειται στο εξής: δείχνει τη διαφορά που έχει στον τρόπο σκέψης ένας γλωσσολόγος από έναν μη γλωσσολόγο, όταν αρθρογραφούν και οι δύο για το ίδιο γλωσσικό θέμα. Καλό είναι να δίνεται το άρθρο αυτό σε πρωτοετείς φοιτητές γλωσσολογίας από διδάσκοντες, προκειμένου να χρησιμεύει ως παράδειγμα αντιεπιστημονικού, ιδεολογικά φορτισμένου λόγου για τη γλώσσα. Με εκφράζει απόλυτα το σχόλιο που δημοσίευσε στην ηλεκτρονική σελίδα της Καθημερινής ένας αναγνώστης με το ψευδώνυμο ΖΑΜ (14/12/2010, 22:05:05): «Νέες καθηγητικές περιττές κουβέντες, κενές ουσίας!». Προσυπογράφω και ένα άλλο σχόλιο (mixpan, 12/12/2010, 21:02:24): «Είναι λυπηρό ο Χ. Γιανναράς να πέφτει στο επίπεδο του λιβελογράφου!». Και αυτό επίσης (sanatorios, 12/12/2010, 21:12:10): «Το όλο άρθρο σας είναι λαϊκιστικό και επιπόλαιο, επιπέδου μεσημεριανάδικου».

Θα προχωρήσω σε σύντομο σχολιασμό των γραφομένων από τον Χ.Γ., γι’ αυτό καλό θα είναι ο αναγνώστης του δικού μου κειμένου να έχει διαβάσει προηγουμένως το άρθρο που θα σχολιάσω. Ο γλωσσολόγος του Πανεπιστημίου Κύπρου (ο Ε.-Φ.Π.) πολύ καλά κάνει και δεν καταλήγει σε συμπέρασμα για την αιτία της δυσκολίας που αντιμετωπίζει στην έκφραση ο Γ. Παπανδρέου, γιατί δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να είναι βέβαιος. Ο Ε.-Φ.Π. πολύ εύστοχα έκανε τη γνωστή διάκριση ανάμεσα στη «γλωσσική ικανότητα» και στη «γλωσσική πραγμάτωση», γιατί έτσι έθεσε τα πράγματα στη σωστή τους βάση. Με τη διάκριση αυτήν ο Ε.-Φ.Π. θέλει να πει ότι τα γλωσσικά λάθη του Γ.Π. δεν μαρτυρούν κατ’ ανάγκην νοητική υστέρηση, πράγμα που ευτυχώς δείχνει να έχει καταλάβει ο Χ.Γ. στην αρχή της πέμπτης παραγράφου του άρθρου του. Δυστυχώς όμως, πιο μετά ο Χ.Γ. παρερμηνεύει τον Ε.-Φ.Π. ισχυριζόμενος ότι «με αυτή τη διάκριση ο κ. Ε.-Φ.Π. κατορθώνει να θέσει ευπρεπέστατα το οξύτατο και δραματικό σήμερα για τον Ελληνισμό πρόβλημα επάρκειας του τιμονιέρη, […]». Ειδικά από την αρχή της 7ης παραγράφου («Η περίπτωση του πρωθυπουργού είναι κάτι άλλο») έως το τέλος, το κείμενο του Χ.Γ. υστερεί σε λογικό ειρμό. Ο Χ.Γ. κάνει λόγο για «άνθρωπο χωρίς γλώσσα». Ποιος είπε ότι ο πρωθυπουργός είναι τέτοιος; Είναι προφανές εδώ ότι τελικά ο Χ.Γ. δεν έχει καταλάβει τι γράφει ο Ε.-Φ.Π. σχετικά με τη διάκριση γλωσσικής ικανότητας και γλωσσικής πραγμάτωσης. Υστερώ στη γλωσσική πραγμάτωση δεν σημαίνει ότι είμαι άνθρωπος χωρίς γλώσσα! Άλλωστε, ο Ε.-Φ.Π. ανέφερε -και σωστά- παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά τη γλωσσική πραγμάτωση, όπως το άγχος, το τρακ, η κόπωση κτλ. Το ότι ο πρωθυπουργός διαβάζει από το χαρτί (αν πράγματι διαβάζει έτσι) το «είμαι πολύ συγκινημένος» πού κολλάει; Είναι επιχείρημα αυτό; Και ποιος είπε ότι ο πρωθυπουργός δεν ελέγχει τη σημασία του μηδέν εις το πηλίκον; Επειδή έκανε ένα σαρδάμ, βγαίνει το συμπέρασμα ότι δεν ξέρει τη σημασία της συγκεκριμένης έκφρασης; Ο λόγος του Χ. Γιανναρά είναι ανορθολογικός. Τα σχετικά με το βλέμμα του Γ.Π. («το βλέμμα, η φυσιογνωμική έκφραση. Το άγλωσσο βλέμμα, σχεδόν βλέμμα πτηνού») κανονικά είναι ανάξια σχολιασμού, θα τα χαρακτήριζα όμως καφενειακού επιπέδου. Τι θα πει «άγλωσσο βλέμμα»; Δηλ. από το βλέμμα του Γ.Π. συμπεραίνει ο Χ.Γ. τι; Τη γλωσσική ανεπάρκεια ή τη νοητική υστέρηση του Γ.Π.; Όσο για το «σχεδόν βλέμμα πτηνού», θεωρώ πολύ χαμηλού επιπέδου αυτήν εδώ τη φράση. Επίσης, κακώς ο Χ.Γ. πιστεύει ότι υπάρχει κίνδυνος να «σκοτωθεί» η γλώσσα. Μια ζωντανή, ομιλούμενη γλώσσα δεν «σκοτώνεται». Δεν είναι τυχαίο ότι αυτοί οι ανυπόστατοι ισχυρισμοί προβάλλονται μόνο από μη γλωσσολόγους. Δεν διατρέχει τέτοιον κίνδυνο η Ελληνική. Τα σχετικά με την …«ασέλγεια του αλητοτουρισμού και της άντλησης πετρελαίων» και μερικά άλλα που παρατίθενται προς το τέλος του άρθρου είναι άσχετα με το θέμα και μου δίνουν την εντύπωση ότι …δεν γινόταν να λείπουν από το άρθρο του Χ.Γ.

Είναι καιρός οι μεγάλες σε κυκλοφορία και ευρύτερα γνωστές εφημερίδες να βελτιωθούν και ως προς αυτό ακόμη το θέμα, δηλ. τον δημόσιο λόγο για τη γλώσσα. Έχω χάσει πολλές ώρες από τη ζωή μου διαβάζοντας σε διάφορες στήλες κείμενα μη γλωσσολόγων για τη γλώσσα τα οποία δείχνουν έλλειψη επιστημονικής μεθόδου ή και κοινής λογικής στην προσέγγιση γλωσσικών θεμάτων. Ως παράδειγμα αναφέρω τα διαφορά σημειώματα για τη γλώσσα που δημοσιεύει στην Ελευθεροτυπία ο Στάθης Σταυρόπουλος. Από καθηγητές πανεπιστημίου όμως έχει κανείς άλλες απαιτήσεις, έστω και αν προσεγγίζουν τη γλώσσα ιδεολογικά και χωρίς να έχουν γνώση των αρχών και των μεθόδων της γλωσσολογίας, γιατί αυτοί τουλάχιστον μπορούν να αρθρώσουν -υποτίθεται- επιστημονικό λόγο. Είναι απαράδεκτος λοιπόν αυτός εδώ ο ανορθολογισμός, η άστατη σκέψη και τα άσχετα επιχειρήματα που βλέπει κανείς στα άρθρα του Χ.Γ. για θέματα γλώσσας. Είναι ανάγκη να δημοσιεύονται σε μεγάλες εφημερίδες άρθρα γλωσσολόγων όσο το δυνατόν περισσότερο. Έχουμε ανάγκη από κείμενα που να παρέχουν έγκυρη ενημέρωση και να καλλιεργούν προβληματισμό για τα γλωσσικά. Το αναγνωστικό κοινό, όσο πιο συχνά γίνεται, θα πρέπει να έρχεται σε επαφή με κείμενα για τη γλώσσα που να βασίζονται σε γλωσσολογικές αρχές και να χαρακτηρίζονται από λογική επιχειρηματολογία. Ευτυχώς, η Καθημερινή φιλοξενεί άρθρα των Σ. Μοσχονά και Ε.-Φ. Παναγιωτίδη. Δεν εννοώ όμως ότι θα ήθελα να διαβάζω κείμενα γραμμένα μόνο από πανεπιστημιακούς. Ευπρόσδεκτα είναι γενικά τα κείμενα για τη γλώσσα που οι δημιουργοί τους έχουν την απαιτούμενη γλωσσολογική ενημέρωση, και ας μη διδάσκουν σε πανεπιστήμια. Έχω φίλους και γνωστούς που είναι πολύ αξιόλογοι γλωσσολόγοι-ερευνητές, αλλά δυστυχώς κανείς μη γλωσσολόγος δεν έχει διαβάσει κείμενά τους. Και απεναντίας, χιλιάδες αναγνώστες εφημερίδων τρέφονται με κείμενα που παραπληροφορούν, π.χ. κάνουν λόγο για τον φανταστικό κίνδυνο να χαθεί η ελληνική γλώσσα. Οι υπεύθυνοι των εφημερίδων με κατάλληλες επιλογές συνεργατών θα πρέπει να αντιτάξουν τη φωνή της γλωσσολογίας στον ανερμάτιστο δημόσιο λόγο για τη γλώσσα.

Advertisements