«Πλατιά πλατεία»

23/06/2011

Στο σημερινό άρθρο θα σχολιάσω μια επιστολή που διάβασα χθες:

«Πλατιά πλατεία»

«[…] Μα, τι μίσος σάς έχει κυριεύσει με τα δίψηφα, και δη με αυτό το δύσμοιρο ει, όλους εσάς τους απλοποιητές της νέας ελληνικής; Τι νεοβάρβαρη ορθογραφία είναι αυτή; […] Το «πλατιά» ως επίθετο προέρχεται από το επίθετο της αρχαίας πλατεία και πρέπει να γράφεται με ει. Ως επίρρημα, προέρχεται από το επίρρημα πλατέως, και εκεί είναι σωστό (και) το ι [*]. Αναλόγως τα βαθειάβαθιά, βαρειά βαριά κ.ο.κ. Δυστυχώς τυγχάνει να ονομάζομαι και Ι.Δ. Πλατής, αλλά με κάτι τέτοια που διαβάζω στο τέλος θα το κάνω Πλατίς. Ουφ!».

Δρ. Ι.Δ. Πλατής

Επίκουρος καθηγητής Τμήμα Μαθηματικών Πανεπιστήμιο Κρήτης

(Ελευθεροτυπία, 22/6/2011)

Ο επιστολογράφος δεν έχει δίκιο. Καταρχήν, οι γραφές πλατιά, βαριά κ.λπ. δεν απορρέουν από «μίσος» και δεν είναι καν απλοποιημένες (ούτε βέβαια «νεοβάρβαρες»). Σύμφωνα με τη σχολική γραμματική και όλα τα έγκυρα νεοελληνικά λεξικά (λ.χ. το ΛΚΝ, το ΛΝΕΓ και το ΝΕΛ), οι σωστές γραφές των επιθέτων πλατιά, βαριά κ.λπ. είναι με ι. Μήπως η γραφή αυτή δεν είναι προϊόν μίσους κάποιων απλοποιητών της ορθογραφίας, αλλά έχει γλωσσολογική βάση; Το πλατιά ως επίθετο δεν προέρχεται απευθείας από το επίθετο της αρχαίας πλατεία, ώστε να γραφεί με ει. Έχει μεσολαβήσει ο τύπος σε –έα. Τέτοια θηλυκά επίθετα σχηματίστηκαν ιδίως στους βυζαντινούς χρόνους. Το αρχαίο πλατεία λοιπόν δεν έδωσε κατευθείαν το σημερινό πλατιά, αλλά προηγουμένως το πλατέα, που με συνίζηση (συμπροφορά) έγινε πλατιά. Το –ιά εδώ δεν αποτελεί προϊόν ορθογραφικής απλοποίησης του δήθεν σωστού –ειά. Το ι του πλατιά αποτελεί τον καταλληλότερο τρόπο με τον οποίο μπορεί να γραφεί σήμερα ο συγκεκριμένος τύπος. Θα εξηγήσω στη συνέχεια τι σημαίνει εδώ καταλληλότερος. Δεν είναι η πρώτη φορά που συζητείται το θέμα αυτό. Γράφει ο Καλιόρης (1998:1070-1071) για «το θηλυκό των αρσενικών σε –ύς (βαρύς, βαθύς), που το λεξικό [ΛΝΕΓ] θέλει με ι (βαριά) διότι, μεταγενέστερα, τα θηλυκά σε –εία σχηματίστηκαν αναλογικά σε –έα και κατόπιν συνιζήσεως «συμπροφέρθηκε το ε μαζί με το α σε μία συλλαβή, παίρνοντας την προφορά ι» :

«Σήμερα όμως ι και ει ομοηχούν, και το δεύτερο, αφ’ ενός παραπέμπει στο αρχικό ετυμολογικό ίνδαλμα, πολλώ μάλλον που ορισμένα δεν έχουν υποστεί συνίζηση (οξεία, ταχεία, ευρεία, ευθεία, καθώς και τα ουσιαστικά βαρεία, πλατεία, ταχεία)· αφ’ ετέρου αποσοβεί την ασάφεια από την ομοηχία με το επίρρημα (βαριά έπεσε η γροθιά του πάνω στο τραπέζι, βαθιά απλώθηκε η σιωπή στο δωμάτιο κ.λπ.) – ασάφεια η οποία περιορίζεται μόνο στο ουδέτερο: βαριά έπεσαν τα χέρια του πάνω της».

Στις γραμμές που ακολουθούν, θα σχολιαστούν οι θέσεις αυτές του Καλιόρη. Η παρατήρηση ότι σήμερα τα ι και ει έχουν συμπέσει μεταξύ τους στην προφορά δεν σχετίζεται με το συζητούμενο θέμα, εφόσον ο φθόγγος [ι] στους συγκεκριμένους τύπους προφερόταν σε άλλες ιστορικές φάσεις της Ελληνικής, αλλά δεν προφέρεται σήμερα (Πετρούνιας 1984:265). Οι σύγχρονες λέξεις βαθιά και βαριά δεν περιλαμβάνουν κανένα [ι] στην προφορά· απεναντίας, το ι στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί συμβατικό τρόπο με τον οποίο δηλώνεται η ουρανική ποικιλία των φωνημάτων /χ/ και /γ/: [βαθχ’ά], [βαργ’ά]. Το ει στα επίθετα αυτά πράγματι παραπέμπει στο αρχικό ετυμολογικό ίνδαλμα και, από αυτή την άποψη, θα έπρεπε να σημειώνεται. Ωστόσο, αν διατηρηθεί το ει στη γραφή των τύπων βαθιά, βαριά, τότε για λόγους συνέπειας θα πρέπει να βρεθεί τρόπος με τον οποίο να αποδοθεί, π.χ., και το αι στο παλιός (< παλαιός). Με βάση ιστορικά στοιχεία για την ορθογράφηση των λέξεων αυτών, η διατήρηση του ει στα βαθιά, βαριά συνεπάγεται για λόγους συνέπειας τις γραφές παλαιός, ελαιά, δίκαιο, Ρωμαιός κ.λπ. με υφέν [**] (αντί παλιός, ελιά, δίκιο, Ρωμιός), που όμως σήμερα κανείς δεν αποδέχεται και δεν προτείνει. Ακόμη, η παράθεση από τον Καλιόρη ασυνίζητων τύπων όπως βαρεία, πλατεία υποδηλώνει ότι τα θηλυκά βαρειά, πλατειά θα πρέπει να ομαδοποιηθούν με αυτούς· ωστόσο, τα θηλυκά αυτά ονόματα θα μπορούσαν κάλλιστα να γραφούν με ι (βαριά, πλατιά) και να αποτελέσουν σύνολο με τα αντίστοιχα ουδέτερα, δηλ. να ομαδοποιηθούν και να γραφούν με ι όλοι οι συνιζημένοι τύποι. Τέλος, το θέμα της ασάφειας που προκύπτει από την ομοηχία των θηλυκών βαριά και βαθιά με τα αντίστοιχα επιρρήματα είναι προφανώς εντελώς δευτερεύον και δεν μπορεί να παίξει αποφασιστικό ρόλο στην ορθογραφική ρύθμιση των επιθέτων. Επομένως, με βάση όλα τα παραπάνω, κρίνεται προτιμότερη η γραφή των θηλυκών αυτών με ι αντί ει, δηλ. βαριά, βαθιά, γλυκιά, πλατιά κ.λπ. αντί βαρειά, βαθειά, γλυκειά, πλατειά.

Το θέμα εδώ δεν είναι απλώς η ορθογραφία μιας λέξης ή μιας σειράς λέξεων, αλλά κάτι γενικότερο. Πρόκειται για την τάση που έχουν πολλοί μη φιλόλογοι ή γλωσσολόγοι (αρθρογράφοι, επιστολογράφοι κ.λπ., αν πρόκειται για γραπτό λόγο, ή συνομιλητές μας σε διάφορες συζητήσεις που γίνονται από κοντά) να διατυπώνουν απόψεις για διάφορα γλωσσικά θέματα, ορθογραφικά κ.ά., χωρίς όμως να προϋπάρχει η απαιτούμενη ενημέρωση. Η εξήγηση του φαινομένου είναι προφανής και χιλιοειπωμένη. Η γλώσσα είναι σε όλους μας κάτι οικείο, εφόσον όλοι μας μιλάμε και γράφουμε, επομένως έχουμε την εντύπωση ότι μπορούμε να εκφέρουμε γνώμη για τα γλωσσικά χωρίς να ξέρουμε γλωσσολογία. Αντίθετα, ποιος θα μπει στη διαδικασία λ.χ. να λύσει μια άσκηση γεωμετρίας με τρόπο διαφορετικό από του τάδε σχολικού βιβλίου; Ποιος μπορεί να ξέρει μια δεύτερη λύση της άσκησης, αλλά και ποιον μπορεί να ενδιαφέρει ένα τέτοιο θέμα, αν δεν είναι μαθηματικός; Ωστόσο, θα άξιζε ίσως να προβληματιστούμε για κάτι διαφορετικό. Πώς είναι δυνατόν επιστήμονες άλλων ειδικοτήτων, π.χ. μαθηματικοί, οικονομολόγοι κ.ά., και μάλιστα καθηγητές πανεπιστημίου, να αρθρογραφούν για θέματα γλώσσας και να μην υποψιάζονται ότι υπάρχει κάποιο επιστημονικό υπόβαθρο, ένα σύνολο γνώσεων που δεν κατέχουν, και ότι μπορεί τελικά για τον λόγο αυτόν να πέφτουν σε λάθη; Δεν είναι τυχαίο ότι μερικοί από αυτούς δεν παραπέμπουν καν σε έγκυρες πηγές, όπως λεξικά, ενώ άλλοι γνωρίζουν τις κατάλληλες βιβλιογραφικές πηγές, αλλά δεν ξέρουν πώς να τις χρησιμοποιήσουν. Επομένως, είναι ζητούμενο η διάδοση της γλωσσολογικής γνώσης και η ενημέρωση για αξιόλογα έργα αναφοράς, πράγμα που μπορεί να επιτευχθεί μέσω του σχολείου. Ο φιλόλογος που διδάσκει το μάθημα της νεοελληνικής γλώσσας πρέπει να επιμένει στη χρήση λεξικών της Νέας Ελληνικής. Να ανατρέχει και να παραπέμπει συνεχώς σε τέτοια λεξικά. Πόσοι γνωρίζουν λ.χ. ότι ένα από τα δύο πιο αξιόλογα νεοελληνικά λεξικά είναι διαθέσιμο δωρεάν μέσω διαδικτύου; Πιστεύω ότι στο σχολείο πρέπει να γίνεται χρήση λεξικών και έτσι σιγά-σιγά να αποκτήσει ο πολύς κόσμος στην Ελλάδα γλωσσική παιδεία. Όπως δεν έχουμε οικονομική παιδεία ως λαός (γι’ αυτό ο καθένας λέει και γράφει ό,τι θέλει σήμερα σχετικά με τα οικονομικά της χώρας), έτσι δεν έχουμε και γλωσσική παιδεία. Αψευδής μάρτυρας γι’ αυτό το τελευταίο είναι οι επιστολές για γλωσσικά θέματα που δημοσιεύονται κατά καιρούς σε εφημερίδες. Τα κείμενα αυτά είναι η χαρά του γλωσσολόγου, αν σκεφτεί κανείς το ερευνητικό τους ενδιαφέρον, αφού αντανακλούν γλωσσικές στάσεις και προκαταλήψεις, καθώς και έλλειψη βασικών γνώσεων.

[*] Τι σημαίνει «ως επίρρημα, προέρχεται από το επίρρημα πλατέως, και εκεί είναι σωστό (και) το ι»; Γιατί εκεί είναι σωστό το ι; Επίσης, γιατί η λέξη και στο παραπάνω απόσπασμα έχει μπει σε παρένθεση; Δηλ. το επίρρημα πλατιά μπορεί να γράφεται και με ι και με ει; Είναι και τα δύο σωστά; Αυτό ουσιαστικά ισχυρίζεται ο κ. Ι.Δ. Πλατής. Και πώς από τον τύπο πλατέως προέκυψε επιρρηματικός τύπος πλατιά; Στο θέμα των επιρρημάτων αυτών πάντως θα αφιερώσουμε ξεχωριστό σημείωμα.

[**] «(γραμμ.) σημείο που χρησιμοποιείται στο γραπτό λόγο, όταν χρειάζεται να δηλωθεί η συνεκφώνηση φωνηέντων» (ΛΚΝ, λήμμα υφέν).

Α. ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ ΛΕΞΙΚΩΝ
ΛΚΝ
Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών / Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη 1998: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Θεσσαλονίκη:Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης).

ΛΝΕΓ
Μπαμπινιώτης Γ. 2002 (2η έκδοση): Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας. (Αθήνα:Κέντρο Λεξικολογίας).

ΝΕΛ
Kριαράς Ε. 1995: Νέο ελληνικό λεξικό. Λεξικό της σύγχρονης ελληνικής δημοτικής γλώσσας (Αθήνα:Εκδοτική Αθηνών).

Β. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
Καλιόρης Γ. 1998: «Το λεξικό Μπαμπινιώτη». Νέα Εστία 1706, 1056-1082.

Πετρούνιας Ε. 1984: Νεοελληνική γραμματική και συγκριτική ανάλυση, μέρος Α’:θεωρία (Θεσσαλονίκη:University Studio Press).

Advertisements