H αθλητική γλώσσα και ορολογία στα λεξικά της νέας ελληνικής

01/12/2011

εμπλουτισμένη ή και αναθεωρημένη μορφή ανακοίνωσης που έγινε στο 7ο Διεθνές Συνέδριο Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία (Αθήνα, 2009)

(σημείωση: η ανάρτηση ανανεώνεται διαρκώς)

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η αθλητική ορολογία της νέας ελληνικής περιλαμβάνει αρκετά δάνεια, κυρίως αγγλικά και γαλλικά, των οποίων η ένταξη στη γλώσσα υποδοχής δεν έχει γίνει με συστηματικό τρόπο, πράγμα που φαίνεται και στον τρόπο με τον οποίο καταγράφονται όροι και στοιχεία του αθλητισμού σε γενικά λεξικά της νεοελληνικής γλώσσας. Στην ανακοίνωση αυτή θα ασχοληθούμε κυρίως με όρους και στοιχεία από τον χώρο του ποδοσφαίρου και του μπάσκετ και θα εξετάσουμε τα εξής ζητήματα: α) τα κριτήρια με βάση τα οποία καταχωρίζονται διάφοροι αθλητικοί όροι στον κατάλογο των λημμάτων κάθε λεξικού· β) τον τρόπο μεταγραφής τους (και επομένως ορθογραφικής παράστασής τους)· γ) την επεξεργασία γραμματικών πληροφοριών – καθώς και σημασιολογικών και υφολογικών πληροφοριών, κυρίως ως προς τους ορισμούς που δίνονται και τους χαρακτηρισμούς που χρησιμοποιούνται για τους αθλητικούς όρους-λήμματα· δ) την επιλογή παραδειγμάτων χρήσης που προέρχονται από τον χώρο του αθλητισμού. Στόχος της εργασίας είναι να γίνει λόγος για τα πιο σημαντικά θέματα που θα πρέπει να απασχολήσουν τον λεξικογράφο, καθώς συντάσσει λήμματα που αφορούν τον χώρο του αθλητισμού και ανήκουν σε νεοελληνικό λεξικό.

Εισαγωγή

Στην εργασία αυτή θα ασχοληθούμε με την αθλητική γλώσσα και ορολογία από λεξικογραφική σκοπιά. Πρόκειται για «μια ειδική διάλεκτο ουσιαστικά, που φαντάζει μυστηριώδης και δυσπρόσιτη για τον αδαή, απλή και ευνόητη ίσως για τον γνώστη, απαιτητική και ενδιαφέρουσα, πάντως, για τον εξωτερικό παρατηρητή και μελετητή». [1] Πιο συγκεκριμένα, θα εστιάσουμε το ενδιαφέρον μας σε ορισμένα ζητήματα που καλείται να αντιμετωπίσει ο συντάκτης λημμάτων ενός νεοελληνικού λεξικού, όταν επεξεργάζεται όρους και στοιχεία από τον χώρο του αθλητισμού, και θα σχολιάσουμε την αντιμετώπισή τους από τρία λεξικά της νεοελληνικής, συγκεκριμένα τα λεξικά Κριαρά [2] (εφεξής ΝΕΛ), Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη [3] (εφεξής ΛΚΝ) και Μπαμπινιώτη [4] (εφεξής ΛΝΕΓ). Σε ορισμένες περιπτώσεις θα χρησιμοποιήσουμε ως πηγή το διαδίκτυο, πιο συγκεκριμένα τα αποτελέσματα που προκύπτουν από χρήση της μηχανής αναζητήσεων google. Μολονότι δεν πρόκειται για πραγματικό corpus, συνταγμένο με επιστημονικές προδιαγραφές, είναι πολύ πλούσιο σε κείμενα. Με δεδομένη μάλιστα την έλλειψη επαρκούς σώματος νεοελληνικών κειμένων, είναι αναγκαίο να χρησιμοποιεί ο λεξικογράφος το διαδίκτυο για τη σύνταξη λημμάτων.

1) Κριτήρια λημματογράφησης αθλητικών όρων

Το πρώτο θέμα που θα πρέπει να προβληματίσει τον λεξικογράφο είναι με ποια κριτήρια θα καταχωρίσει διάφορους αθλητικούς όρους στο λημματολόγιο ενός γενικού λεξικού ή θα τους αποκλείσει από αυτό. Σε γενικές γραμμές, οι πηγές για τη συγκρότηση του λημματολογίου και γενικότερα για την άντληση λεξικογραφικού υλικού είναι οι εξής: γραπτές πηγές (κείμενα σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή), προφορικές πηγές (π.χ. μαγνητοφωνημένα ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά προγράμματα), ειδικοί σε ποικίλους γνωστικούς τομείς, καθώς και διάφορα είδη σωμάτων γλωσσικού υλικού. Ο Τράπαλης επισημαίνει ότι προϋπόθεση για την αναζήτηση και την εύρεση των περισσότερων λέξεων που πράγματι ανήκουν στο εν χρήσει λεξιλόγιο της νέας ελληνικής αποτελεί η συγκρότηση πλούσιας τράπεζας γλωσσικού υλικού, π.χ. κατά το πρότυπο της Bank of English για την αγγλική. [5] Ειδικότερα, για την ένταξη όρων προερχόμενων από διάφορους επιστημονικούς και τεχνικούς κλάδους σε ένα λεξικό γενικής γλώσσας, η Ιορδανίδου υποστηρίζει ότι «πρέπει να ληφθεί υπόψη τόσο η συχνότητα χρήσης των όρων σε μη ειδικά κείμενα (μελέτη σωμάτων κειμένων) όσο και η σπουδαιότητα των όρων για τη συγκρότηση της εννοιολογικής δομής του θεματικού πεδίου όπου ανήκουν (μελέτη ορολογικών λεξικών, οπωσδήποτε και εισαγωγικών, απευθυνόμενων σε διδασκόμενους)». [6] Αυτοί οι δύο παράγοντες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και όταν πρόκειται για την καταχώριση αθλητικών όρων στο λημματολόγιο ενός λεξικού γενικής γλώσσας. Παρά την έλλειψη πλούσιου και έγκυρου σώματος γλωσσικού υλικού για τη νεοελληνική, ο λεξικογράφος μπορεί τουλάχιστον να φροντίζει ώστε να περιλαμβάνονται στο λημματολόγιο του λεξικού λέξεις που συγκροτούν κλειστές ομάδες, σύνολα όρων με βάση τα οποία δομούνται τα συστήματα εννοιών ενός γνωστικού τομέα.

Ένα παράδειγμα τέτοιας ομάδας αποτελούν οι αθλητικοί όροι που δηλώνουν τις θέσεις των παικτών σε μια ομάδα. Θα αναφέρουμε ενδεικτικά μερικούς όρους από το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ, οι οποίοι αποτελούν δάνεια μη προσαρμοσμένα στην ελληνική από μορφολογική άποψη, αλλά σαφώς καθιερωμένα στην αθλητική υπογλώσσα. Στο ποδόσφαιρο χρησιμοποιούνται μεταξύ άλλων οι όροι μπακ (< αγγλ. back), στόπερ (< αγγλ. stopper), λίμπερο (< ιταλ. libero), χαφ (< αγγλ. half), εξτρέμ (< γαλλ. extremes (;)), φορ (< αγγλ. fore) ή σέντερ φορ (< αγγλ. centre for(ward)), ενώ στο μπάσκετ οι πλέι-μέικερ / πλεϊμέικερ (< αγγλ. play maker), σούτινγκ γκαρντ (< αγγλ. shooting guard), σμολ φόργουορντ (< αγγλ. small forward), πάουερ φόργουορντ (< αγγλ. power forward), σέντερ (< αγγλ. centre). Εφόσον σε ένα λεξικό της νέας ελληνικής καταγράφεται λ.χ. το λήμμα λίμπερο, δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη η μη καταγραφή του λήμματος στόπερ· ομοίως, αν περιλαμβάνεται στο λημματολόγιο το πλέι μέικερ, θα πρέπει να λημματογραφηθεί και το σούτινγκ γκαρντ.

Από την έρευνα στα λεξικά προκύπτουν τα στοιχεία που θα παραθέσουμε ακολούθως:

Στο ΝΕΛ δεν λημματογραφείται κανένας από τους όρους που προαναφέρθηκαν.

Στο ΛΚΝ καταγράφονται ως λήμματα τα μπακ, λίμπερο, χαφ, εξτρέμ, σέντερ φορ, πλέι-μέικερ, αλλά όχι τα υπόλοιπα.

Στο λημματολόγιο του ΛΝΕΓ περιλαμβάνονται τα μπακ, στόπερ, λίμπερο, χαφ, εξτρέμ, φορ, σέντερ-φορ, πλεϊμέικερ / πλέι-μέικερ, σέντερ, όχι όμως τα άλλα.

Στην περίπτωση του ΝΕΛ, ίσως ο μικρότερος όγκος του σε σύγκριση με του ΛΚΝ και του ΛΝΕΓ εξηγεί την απουσία των παραπάνω όρων από το λημματολόγιό του. Πάντως, η ίδια η ξενική ετυμολογική προέλευση των παραπάνω λέξεων και η μη προσαρμογή τους στο κλιτικό σύστημα της νέας ελληνικής δεν φαίνεται να αποτελεί αιτία για τη μη καταγραφή τους, αφού ο ίδιος ο Κριαράς στην εισαγωγή του ΝΕΛ (σελίδα ι) σημειώνει ότι δεν πρέπει να απορήσει ο αναγνώστης του λεξικού του μπροστά σε τέτοιες λέξεις. Το ίδιο, βέβαια, ισχύει και για άλλους μη καταγεγραμμένους στο ΝΕΛ αθλητικούς όρους, ξενικούς και ασυμμόρφωτους μορφολογικά στη νέα ελληνική, όπως μερικοί που θα αναφερθούν παρακάτω.

Στις δύο τελευταίες περιπτώσεις, του ΛΚΝ και του ΛΝΕΓ, φαίνεται ότι οι συντάκτες των λεξικών έχουν καταγράψει όρους του μπάσκετ (στην περίπτωση του ΛΚΝ και του ποδοσφαίρου) που θεωρήθηκαν συχνότεροι ή «κεντρικότεροι» σε σχέση με τους υπολοίπους. Επίσης, οι όροι που έχουν συμπεριληφθεί είναι καλύτερα προσαρμοσμένοι στην ελληνική γλώσσα από φωνολογική και μορφολογική άποψη, με την έννοια ότι είναι μονολεκτικές μονάδες και ότι δεν περιλαμβάνουν απαγορευμένα στα Ελληνικά συμφωνικά συμπλέγματα, όπως το ργ των πάουερ φόργουορντ, σμολ φόργουορντ ή το ρντ των πάουερ φόργουορντ, σμολ φόργουορντ, σούτινγκ γκαρντ.

Ένα ακόμη παράδειγμα κλειστής ομάδας λέξεων από τον χώρο του αθλητισμού αποτελούν οι όροι που δηλώνουν ολυμπιακά αθλήματα. Τέτοιοι όροι μπορεί να είναι λέξεις με ελληνική ή ξενική ετυμολογική προέλευση, όπως μεταξύ άλλων οι ακόλουθες: ιππασία, ξιφασκία, πάλη, ποδηλασία και μπάντμιντον (badminton, αγγλική λέξη), τάε κβον ντο (taekwondo, κορεατική λέξη), τζούντο (judo, λέξη που προέρχεται από τα Αγγλικά και ανάγεται στα Ιαπωνικά) και χόκεϊ (hockey, αγγλική λέξη). Ο λεξικογράφος στην προκειμένη περίπτωση –ειδικά μάλιστα αν εργάζεται σε ένα ερμηνευτικό λεξικό που, όταν εκδοθεί, θα είναι αρκετά μεγάλο σε όγκο και πλούσιο σε πληροφορίες– θα πρέπει να συμβουλευθεί τις κατάλληλες βιβλιογραφικές πηγές, να ενημερωθεί σχετικά και να καταγράψει στο λεξικό όλες τις λέξεις που δηλώνουν ολυμπιακά αγωνίσματα, τουλάχιστον σήμερα (γιατί μερικά υπήρξαν τέτοια μόνο στο παρελθόν). Εξυπακούεται ότι, όταν πρόκειται για φράση, λ.χ. άρση βαρών ή συγχρονική / συγχρονισμένη κολύμβηση, και αυτοί οι όροι χρειάζεται να παρατεθούν, ως εσωτερικά λήμματα βεβαίως.

Από τις παραπάνω λέξεις στα τρία νεοελληνικά λεξικά (ΝΕΛ, ΛΚΝ και ΛΝΕΓ) δεν λημματογραφούνται τα τάε κβον ντο και μπάντμιντον – τα αντίστοιχα αθλήματα έχουν ενταχθεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες από το 2000 και το 1992 αντίστοιχα. Ο λόγος για την παράλειψη των λημμάτων αυτών μπορεί να είναι ότι δεν πρόκειται για πολύ γνωστά και δημοφιλή αθλήματα στην Ελλάδα. Ειδικά το ΝΕΛ, λόγω μικρότερου όγκου, δεν αναμενόταν να περιλαμβάνει τέτοια λήμματα. Επίσης, ακόμη και αν στα δύο άλλα λεξικά είχαν καταγραφεί όλα τα ολυμπιακά αγωνίσματα, και πάλι το τάε κβον ντο θα μπορούσε να απουσιάζει από το ΛΚΝ, αφού το λεξικό αυτό εκδόθηκε το 1998, πριν γίνει ολυμπιακό το συγκεκριμένο άθλημα. Πάντως, στο ΛΚΝ και το ΛΝΕΓ δεν φαίνεται να έχει τεθεί τέτοιος σκοπός, δηλ. η καταγραφή όλων των ολυμπιακών αθλημάτων είτε ως βασικών είτε ως εσωτερικών λημμάτων. Γιατί τότε το ΛΚΝ θα είχε συμπεριλάβει λ.χ. το μπιτς βόλεϊ, ολυμπιακό άθλημα από το 1996, ενώ το ΛΝΕΓ λ.χ. το τάε κβον ντο, που προαναφέρθηκε.

Περαιτέρω, η στήριξη σε πλούσια και αντιπροσωπευτικά σώματα κειμένων της νέας ελληνικής θα οδηγούσε τον λεξικογράφο στον εντοπισμό και άλλων αθλητικών όρων που είτε μπορούν να συγκροτήσουν μικρές ή μεγάλες ομάδες λέξεων είτε γενικά χρησιμοποιούνται στον αθλητισμό. Για παράδειγμα, αν περιληφθεί σε ένα λεξικό το βολέ (< γαλλ. volé), μπορεί να δοθεί και το πλασέ (< γαλλ. placé). Επίσης, αν λημματογραφηθεί το τζαμπ σουτ (< αγγλ. jump shot), μπορεί να ενταχθεί ως λήμμα και το τζαμπ μπολ (< αγγλ. jump ball). Πάντως, το λημματολόγιο του ΛΝΕΓ είναι πλουσιότερο από του ΛΚΝ σε αθλητικούς όρους. Για παράδειγμα, σε αντίθεση με το ΛΚΝ, στο ΛΝΕΓ έχουν καταχωριστεί τα λήμματα ραβέρσα και ραβερσέ, σκριν, τακουνάκι και χατ-τρικ. Ωστόσο, και από τα δύο αυτά λεξικά απουσιάζουν τα τζαμπ σουτ και τζαμπ μπολ.

Τέλος, η έρευνα σε corpora οδηγεί και εδώ, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, σε κοινή αντιμετώπιση παρόμοιων περιπτώσεων. Κατά συνέπεια, συμβάλλει στη συνέπεια που θα πρέπει να χαρακτηρίζει ένα λεξικό, όσο δύσκολο εγχείρημα και αν είναι αυτό, αν ληφθεί υπόψη ο όγκος ενός ερμηνευτικού λεξικού της νέας ελληνικής, όπως του ΛΚΝ και του ΛΝΕΓ. Λ.χ., αν υπάρχει σε ένα λεξικό λήμμα ξανατρέχω (όπως στο ΛΝΕΓ), με σημασία αφιερωμένη σε δρομέα που ξανατρέχει, δηλ. λαμβάνει μέρος πάλι σε αγώνες (με τα εξής δύο παραδείγματα: μετά τον τραυματισμό του φοβήθηκε ότι δεν θα ξανατρέξει και στα 35 του χρόνια αποφάσισε να ξανατρέξει), θα μπορούσε να προστεθεί λήμμα ξαναπαίζω, με σημασία σχετική με αθλητή που ξαναπαίζει (ποδόσφαιρο, μπάσκετ κτλ.) μετά από διακοπή εξαιτίας τραυματισμού ή για άλλον λόγο.

2) Τρόπος μεταγραφής – ορθογραφικής παράστασης

Οι αθλητικοί όροι που χρησιμοποιούνται στη νεοελληνική και προέρχονται ετυμολογικά από ξένες γλώσσες ανήκουν στα νεότερα δάνεια της ελληνικής, τα οποία σύμφωνα με την τρέχουσα άποψη (αλλά και με τη σχολική γραμματική) απλοποιούνται ορθογραφικά. Για παράδειγμα, το αγγλ. penalty (όρος του ποδοσφαίρου) αποδίδεται στα ελληνικά ως <πέναλτι> αντί <πέναλτυ>, ενώ το γαλλ. tableau (όρος του μπάσκετ) μεταγράφεται ως <ταμπλό> αντί <ταμπλώ>. Επίσης: <βόλεϊ> (< αγγλ. volleyball) και <χόκεϊ> (< αγγλ. hockey) αντί <βόλλεϋ> και <χόκεϋ> αντίστοιχα. Η απλοποίηση γίνεται με το σκεπτικό ότι η γνώση ξένων γλωσσών δεν μπορεί να αποτελεί προϋπόθεση για τη σωστή γραφή λέξεων που έχουν πλέον ενσωματωθεί στην ελληνική. Ειδικά μάλιστα σε παραδείγματα όπως το ταμπλό, η γραφή με <ο> δεν είναι απλοποιημένη με την αυστηρή σημασία της λέξης, γιατί η αντίστοιχη με <ω>, δηλ. <ταμπλώ>, ως προς την απόδοση του [ο] δεν είναι καν ετυμολογική. Το <ω> του <ταμπλώ> απλώς συμβατικά αντιστοιχεί στο γαλλικό , χωρίς να έχει ετυμολογική βάση (1). Ο Κριαράς (1992:474), μάλιστα, πολύ εύστοχα χαρακτηρίζει το <ω> συμβατικώς ή αυθαιρέτως αντίστοιχο του γαλλικού eau ή au. [7] Ως προς το θέμα αυτό, και τα τρία λεξικά που εξετάζουμε υιοθετούν τις απλούστερες γραφές <πέναλτι>, <ταμπλό>, <βόλεϊ> και <χόκεϊ> (2), μολονότι η διαδικτυακή αναζήτηση αποκαλύπτει ότι μερικές παλαιότερες γραφές (λ.χ. <πέναλτυ> και <ταμπλώ>) επιλέγονται αρκετές φορές (3).

Παρόμοια με του ταμπλό / ταμπλώ είναι η περίπτωση του γκολκίπερ / γκολκήπερ (< αγγλ. goalkeeper) ως προς τη γραφή. Όπως το <ω> του <ταμπλό> είναι ετυμολογικά αβάσιμο, έτσι και το <η> του <γκολκίπερ> δεν δικαιολογείται από ετυμολογική άποψη. Το <η> αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποδίδει τα δύο συνεχόμενα <e> του αγγλικού τύπου μόνο συμβατικά. Με βάση, όμως, την αρχή της απλογράφησης των νεότερων δανείων, την οποία ακολουθεί και η σχολική γραμματική, μόνο η γραφή <γκολκίπερ> είναι δικαιολογημένη. Σημειωτέον ότι το ΝΕΛ δεν λημματογραφεί τη λέξη, το ΛΝΕΓ την αποδίδει ως <γκολκίπερ>, ενώ το ΛΚΝ αποκλίνει από την αρχή της απλοποιημένης γραφής, αφού ακολουθεί τη γραφή γκολκήπερ. Πρόκειται, όμως, μάλλον για αβλεψία. Άλλωστε, το ίδιο λεξικό αποδίδει σωστά το αγγλικό speaker όχι ως (ο) <σπήκερ>, αλλά ως (ο) <σπίκερ>, όπως και τα άλλα δύο λεξικά, το ΝΕΛ και το ΛΝΕΓ.

Ειδικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η λέξη λάι(ν)σμαν (< αγγλ. linesman), για την οποία τίθεται το ερώτημα αν πρέπει να αποδοθεί στα ελληνικά ως λάινσμαν ή λάισμαν. Από ετυμολογική άποψη δικαιολογείται η παρουσία έναντι της απουσίας του <ν> κατά τη μεταγραφή της λέξης στα ελληνικά· παράλληλα όμως, υπάρχουν πολλοί ομιλητές που προφέρουν τη λέξη ως [΄laisman], πράγμα που οδηγεί στη μεταγραφή <λάισμαν>. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν τι ποσοστό αντιπροσωπεύει καθεμία από αυτές τις προφορές στα ελληνικά. Ο Καλιόρης (1998: 1079) γράφει ότι «ο προφερόμενος από όλους λάισμαν, στο Λεξικό [εννοεί την πρώτη έκδοση του ΛΝΕΓ, του 1998] διατηρεί το αγγλικό συμφωνικό σύμπλεγμα νσμ (λάινσμαν) που κανείς δεν προφέρει έτσι στα Ελληνικά ούτε και το γράφει». [8] Αυτό ισχύει για όλες τις μέχρι τώρα εκδόσεις του ΛΝΕΓ, ενώ τα άλλα δύο λεξικά δεν περιλαμβάνουν στο λημματολόγιό τους αυτό το λήμμα. Στο διαδίκτυο διαπιστώνουμε ότι η γραφή <λάινσμαν> (με <ν>) στα Ελληνικά είναι μάλλον η συχνότερη. Με αυτούς τους όρους, ο λεξικογράφος πρέπει καταρχήν να καταγράψει και τους δύο τύπους, πρώτα το <λάινσμαν> και έπειτα το <λάισμαν>. Ο συντάκτης του λήμματος μπορεί να σημειώσει πρώτα είτε το λάινσμαν με κριτήριο την αντιστοιχία του με το linesman και επομένως την «ορθότητά του» είτε το λάισμαν με κριτήριο την καλύτερη προσαρμογή του στη συλλαβική δομή της νέας ελληνικής, δηλαδή στον προφορικό λόγο. Στον πρόλογο του λεξικού θα πρέπει να εξηγείται τι αντιπροσωπεύει η σειρά καταγραφής διαφόρων παράλληλων τύπων, συγκεκριμένα αν βασίζεται στη συχνότητα χρήσης, σε άλλο κριτήριο ή είναι συμβατική.

Θέμα μεταγραφής–ορθογραφικής παράστασης εγείρει και η λέξη ντρίμπλα, που προέρχεται από το αγγλ. dribble. Ο όρος αποδίδεται στα ελληνικά με διαφόρους τύπους, όπως ντρίμπλα, ντρίπλα και τρίπλα. Το τρίπλα μάλλον είναι συνηθέστερο στον προφορικό λόγο, ενώ το ντρίμπλα στον γραπτό λόγο, ως αντίστοιχο του αγγλικού dribble, μπορεί να θεωρηθεί «σωστό». Η έρευνα σε corpora θα μας έδειχνε ποιοι τύποι εμφανίζουν ικανή χρήση, άρα έχουν θέση σε ένα λεξικό, καθώς και σε ποιον βαθμό χρησιμοποιούνται, πράγμα που μπορεί να ρυθμίσει τη σειρά καταγραφής τους. Ελλείψει συγκεκριμένων στατιστικών στοιχείων που να πιστοποιούν τη συχνότερη χρήση αυτού ή εκείνου του τύπου, μπορεί να σημειωθεί πρώτο το ντρίμπλα. Οι σχετικές έρευνες θα μας έδειχναν κατά πόσον χρησιμοποιείται το ντρίπλα και σε ποια θέση μπορεί να παρατεθεί. Και εδώ, όπως και σε παρεμφερείς περιπτώσεις, χρειάζεται να εφαρμοστούν από τον λεξικογράφο συγκεκριμένα κριτήρια ως προς τη σειρά καταγραφής των παράλληλων τύπων, αλλά και να δηλωθούν με σαφήνεια τα κριτήρια αυτά στα προλεγόμενα του λεξικού. Το ΛΚΝ στην κεφαλή του λήμματος δίνει κατά σειρά τα τρίπλα και ντρίπλα, ενώ το ΛΝΕΓ τα ντρίμπλα, ντρίπλα και τρίπλα. Το ΛΚΝ στην εισαγωγή του (σελίδα ιβ) κάνει λόγο για δεύτερους τύπους, διαφοροποιημένους ως προς το συμφωνικό σύμπλεγμα που περιέχουν, και δηλώνει ότι θεωρεί βασικό τον συχνότερο τύπο. Το ΛΝΕΓ (σελίδα 25 στην τέταρτη έκδοση του λεξικού) από την πλευρά του κάνει διάκριση μεταξύ κύριων και δευτερευόντων, φωνητικά διαφοροποιημένων, τύπων, ενώ γράφει ότι ως κύριο καταχωρίζει τον συνήθη τύπο της λέξης-λήμματος. Στην περίπτωση που μας απασχολεί, είναι απορίας άξιον αφενός με ποια κριτήρια έχει καταγραφεί δεύτερο το ντρίπλα και τρίτο το τρίπλα στο ΛΝΕΓ, δηλ. αν ακολουθήθηκε και εδώ το κριτήριο της συχνότητας, αλλά και πώς κρίθηκε συχνότερος ή συνήθης ο τύπος που έχει παρατεθεί πρώτος στο ΛΚΝ και το ΛΝΕΓ, αν πράγματι κρίθηκε τέτοιος. Επίσης, γεννάται το ερώτημα γιατί το ΛΚΝ δεν καταγράφει τον τύπο ντρίμπλα.

3) Γραμματικές, σημασιολογικές και υφολογικές πληροφορίες

3.1. Γραμματικές πληροφορίες

Από τις γραμματικές πληροφορίες που μπορούν να δοθούν στο πλαίσιο ενός λήμματος θα μας απασχολήσει ειδικά η δήλωση του γένους σε ορισμένα ουσιαστικά-αθλητικούς όρους τα οποία φαίνεται ότι χρησιμοποιούνται άλλοτε ως αρσενικά και άλλοτε ως ουδέτερα. Παραδείγματα:

ο αριστερός μπακ της Ρόμα

το αριστερό μπακ της Μίλαν

Η διαδικτυακή έρευνα πιστοποιεί ότι το ίδιο ισχύει για τα ουσιαστικά ο / το στόπερ, ο / το λίμπερο, ο / το χαφ, ο / το εξτρέμ, ο / το σέντερ φορ. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η χρήση του αρσενικού οφείλεται στο γένος του ουσιαστικού παίκτης, ενώ αυτή του ουδετέρου μπορεί να ερμηνευθεί με δύο τρόπους: αφενός σημασιολογικά, ως έμφαση που δίνεται όχι στον ίδιο τον παίκτη αλλά στη θέση του, στον ρόλο του ή στα καθήκοντά του κατά τη διάρκεια του αγώνα, και αφετέρου μορφολογικά, ως ενσωμάτωση των άκλιτων δανείων στην κατηγορία των ουδετέρων, εφόσον δεν υπάρχει κατάληξη που να παραπέμπει σε κάποιο από τα γνωστά κλιτικά παραδείγματα της γλώσσας.

Η συχνότητα χρήσης της κάθε λέξης στο αρσενικό ή το ουδέτερο γένος δεν είναι εύκολο να εξακριβωθεί χωρίς κατάλληλο σώμα κειμένων. Επομένως, αμφίβολη είναι και η σειρά καταγραφής. Μπορεί να ακολουθηθεί η συμβατική σειρά αρσενικό–ουδέτερο, αρκεί στην εισαγωγή του λεξικού να εξηγείται ότι η πρόταξη του αρσενικού δεν υποδηλώνει κατ’ ανάγκην προβάδισμα στη συχνότητα χρήσης. Πάντως, όλα τα προαναφερθέντα ουσιαστικά-λήμματα θα πρέπει να χαρακτηριστούν και αρσενικά και ουδέτερα σε ένα λεξικό της Nέας Eλληνικής.

Το ΛΚΝ και το ΛΝΕΓ δεν ακολουθούν κοινή τακτική ως προς αυτό το θέμα. Το ΛΚΝ καταγράφει τα εξής: το μπακ, ο / το λίμπερο, το χαφ, το εξτρέμ, ο / το σέντερ φορ. Το ΛΝΕΓ σημειώνει τα ακόλουθα: το / ο μπακ, ο στόπερ (υπάρχει στο λεξικό και το αντίστοιχο ουδέτερο, αλλά είναι άσχετο με τον αθλητισμό), ο λίμπερο, ο χαφ, ο εξτρέμ, ο σέντερ φορ.

Ακόμη, στο πλαίσιο του γυναικείου αθλητισμού είναι εύλογο να γίνεται χρήση και του θηλυκού γένους, εκτός από το ουδέτερο, προκειμένου για ουσιαστικά-αθλητικούς όρους, όπως αυτά που προαναφέρθηκαν. Στην περίπτωση αυτή λέμε λ.χ. η σέντερ φορ εννοώντας την παίκτρια που αγωνίζεται στη θέση αυτή. Ο λεξικογράφος θα πρέπει να αποφασίσει αν λάβει υπόψη και τον γυναικείο αθλητισμό ως προς το συζητούμενο θέμα ή αν τον παραβλέψει με το σκεπτικό ότι οι σχετικές χρήσεις είναι λιγότερο συχνές. Πάντως, όποια απόφαση πάρει, θα πρέπει να την εφαρμόσει με συνέπεια και να μεριμνήσει για ενιαία αντιμετώπιση των ομοειδών περιπτώσεων.

3.2. Σημασιολογικές πληροφορίες

Ο ορισμός της σημασίας μιας λέξης αποτελεί την πιο βασική πληροφορία για τα λήμματα κάθε ερμηνευτικού λεξικού. Το λήμμα μπορεί να περιλαμβάνει και άλλες σημασιολογικές πληροφορίες, π.χ. τα συνώνυμα και τα αντώνυμα της λημματογραφούμενης λέξης, ωστόσο ο ορισμός, η ανάλυση της σημασίας, παραμένει η κύρια λειτουργία των λεξικών, με βάση την οποία κρίνονται. Ένα από τα βασικότερα είδη ορισμών προϋποθέτει την ένταξη της έννοιας σε μια υπερώνυμη έννοια (ή γένος, genus) και ακολούθως την εξειδίκευσή της με την παράθεση ενός ή και περισσότερων διακριτικών χαρακτηριστικών (differentiae). Ο λεξικογράφος εδώ καλείται να διατυπώσει έναν ορισμό που να περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία και τίποτα που να είναι περιττό για την κατανόηση της έννοιας που επεξεργάζεται.

Το λίμπερο αποτελεί το πρώτο από τα λήμματα που θα αναφερθούν και θα αναλυθούν ακολούθως. Στον ορισμό της σημασίας ο λίμπερο θα πρέπει να ενταχθεί στην υπερώνυμη έννοια «παίκτης», ενώ παράλληλα χρειάζεται να δοθούν επιπρόσθετες πληροφορίες που να διαφοροποιούν τον λίμπερο από τους άλλους παίκτες της ομάδας. Επομένως, πρέπει  αφενός να αναφέρεται στον ορισμό ότι ο λίμπερο είναι αμυντικός παίκτης (έτσι διακρίνεται λ.χ. από τον σέντερ φορ), που αγωνίζεται μάλιστα κυρίως στο κέντρο της άμυνας (έτσι διακρίνεται λ.χ. από τους μπακ), και αφετέρου να σημειώνεται το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του, ότι δηλαδή κινείται ελεύθερα σε διάφορες θέσεις του γηπέδου. Το ΛΚΝ και το ΛΝΕΓ παραθέτουν, αντίστοιχα, τους εξής ορισμούς:

(ποδ.) (4) παίκτης, χωρίς συγκεκριμένη θέση στη διάταξη της ομάδας, που αναλαμβάνει να καλύπτει διάφορες θέσεις κατά την κρίση του και σύμφωνα με τις ανάγκες του αγώνα

ΑΘΛ. παίκτης που κινείται ελεύθερα σε όλο το γήπεδο

Και από τους δύο ορισμούς απουσιάζει το προαναφερθέν στοιχείο, ότι πρόκειται για αμυντικό παίκτη, από τον δεύτερο ορισμό μάλιστα δεν πληροφορούμαστε ούτε ποιο ή ποια είναι τα αθλήματα στα οποία αγωνίζεται.

Το λήμμα γκολτζής είναι το δεύτερο στη σειρά. Όπως ο λίμπερο, έτσι και ο γκολτζής πρέπει να ενταχθεί στην υπερώνυμη έννοια «παίκτης». Η ιδιαιτερότητα του γκολτζή, που τον διακρίνει από τους άλλους παίκτες, είναι ότι τον χαρακτηρίζει η ικανότητα να σημειώνει πολλά γκολ. Μαζί με τον ορισμό της σημασίας του γκολτζής σε ένα λεξικό, μπορεί να δηλωθεί ότι η λέξη χρησιμοποιείται «κυρίως στο ποδόσφαιρο» ή «στο ποδόσφαιρο και σε άλλα αθλήματα» – εφόσον, θεωρητικά τουλάχιστον, η σημασία του γκολτζής απαντά όχι μόνο στο ποδόσφαιρο, αλλά σε κάθε άθλημα όπου σημειώνονται γκολ, π.χ. και στο πόλο και το χάντμπολ. Για το λήμμα αυτό, το ΛΚΝ και το ΛΝΕΓ δίνουν τους εξής ορισμούς:

στο ποδόσφαιρο, παίχτης ικανός να εκτελεί δυνατά και αποτελεσματικά σουτ· σουτέρ (ΛΚΝ).

ο ποδοσφαιριστής που σημειώνει πολλά γκολ (ΛΝΕΓ).

Όπως βλέπουμε, και τα δύο λεξικά περιορίζονται στον χώρο του ποδοσφαίρου. Ειδικά ως προς τον ορισμό του ΛΚΝ, ας αναφερθεί ότι η λέξη γκολτζής στο ποδόσφαιρο δεν δηλώνει τη σημασία του σουτέρ, αλλά του παίκτη που πετυχαίνει συχνά γκολ, όχι κατ’ ανάγκην με σουτ: αν ένας παίκτης σε μια αγωνιστική περίοδο πετύχει είκοσι γκολ με κεφαλιές και κανένα με σουτ, θα χαρακτηριστεί γκολτζής· εξάλλου, ένας γκολτζής δεν εκτελεί κατ’ ανάγκην «δυνατά» σουτ, αλλά απλώς αποτελεσματικά, δηλαδή εύστοχα.

Μετά τα λήμματα λίμπερο και γκολτζής, τρίτο είναι το λήμμα σέντρα. Θα πρέπει εδώ να σημειωθούν τρία βασικά στοιχεία: πρώτον, ότι η σέντρα είναι είδος μπαλιάς· δεύτερον, ότι μπορεί να είναι μπαλιά ακριβείας· τρίτον, ότι ενδέχεται να είναι συρτή και όχι «ψηλοκρεμαστή». Πιο συγκεκριμένα, τα τρία λεξικά γράφουν για τη σέντρα τα εξής:

(στο ποδόσφαιρο) το να σουτάρει κανείς από πλάγιο σημείο του γηπέδου προς το κέντρο της αντίπαλης άμυνας: κάνω ~ (ΝΕΛ).

(ποδ.) μπαλιά που γίνεται από πλάγιο σημείο του γηπέδου προς το κέντρο της αντίπαλης άμυνας και όχι προς συγκεκριμένο παίκτη: Mακρινή ~. Ψιλοκρεμαστή [sic, αντί ψηλοκρεμαστή] ~ (ΛΚΝ).

(στο ποδόσφαιρο) το χτύπημα τής μπάλας με τέτοιον τρόπο, ώστε να πάρει ύψος και να κατευθυνθεί προς το κέντρο τής αντίπαλης άμυνας (μπροστά από το τέρμα) (ΛΝΕΓ).

Το ΝΕΛ παραθέτει τον ορισμό «το να σουτάρει κανείς από πλάγιο σημείο του γηπέδου προς το κέντρο της αντίπαλης άμυνας». Ωστόσο, η σέντρα δεν σημαίνει «το να σουτάρει» ένας παίκτης με κάποιον τρόπο. Η σέντρα δεν είναι είδος σουτ, δηλ. λακτίσματος της μπάλας προς την εστία των αντιπάλων, αλλά είδος μπαλιάς, δηλ. λακτίσματος της μπάλας προς συμπαίκτη ή συμπαίκτες. Η γενική-ευρύτερη τάξη όπου ανήκει η σέντρα είναι η «μπαλιά» (ή η «πάσα») και όχι το «σουτ». Και είναι αναγκαίο να φανεί αυτή η λεπτή αλλά βασική διάκριση ανάμεσα στα δύο χτυπήματα της μπάλας. Μια ενδιάμεση βαθμίδα, μεταξύ σέντρας και σουτ, αντιπροσωπεύει η σέντρα-σουτ, που μπορεί να καταγραφεί σε ένα λεξικό μέσω παραδείγματος, όπως σέντρα-σουτ από αριστερά / δεξιά, επικίνδυνη σέντρα-σουτ, Η σέντρα σουτ βρήκε το οριζόντιο δοκάρι / πέρασε λίγο έξω.

Σύμφωνα με το ΛΚΝ, σέντρα σημαίνει «μπαλιά που γίνεται από πλάγιο σημείο του γηπέδου προς το κέντρο της αντίπαλης άμυνας και όχι προς συγκεκριμένο παίκτη». Ωστόσο, μπορεί κάλλιστα ένας ποδοσφαιριστής να επιχειρήσει σέντρα προς συγκεκριμένο συμπαίκτη του, πράγμα που είναι σε θέση να επιβεβαιώσουν όσοι γνωρίζουν από ποδοσφαιρικά. Μπορεί ένας ποδοσφαιριστής, προτού τροφοδοτήσει τον συμπαίκτη του με σέντρα, να τον δει και να θέσει ως στόχο να πάει η μπάλα ακριβώς σε αυτόν. Και πάλι σέντρα θα λέγεται η μπαλιά που θα πραγματοποιήσει. Είναι γνωστή, άλλωστε, και η λεγόμενη σέντρα ακριβείας, που εμφανίζεται σε αποτελέσματα διαδικτυακής αναζήτησης της λέξης σέντρα.

Για το ΛΝΕΓ σέντρα είναι «το χτύπημα τής μπάλας με τέτοιον τρόπο, ώστε να πάρει ύψος και να κατευθυνθεί προς το κέντρο τής αντίπαλης άμυνας (μπροστά από το τέρμα)». Δεν είναι, όμως, απαραίτητο να πάρει ύψος η μπάλα. Αυτός ίσως είναι ο πιο συνηθισμένος τρόπος σέντρας, αλλά υπάρχει και η συρτή σέντρα, όπως επιβεβαιώνει η σχετική αναζήτηση στο διαδίκτυο. Η φράση συρτή σέντρα, που πρέπει οπωσδήποτε να καταγραφεί στα παραδείγματα, θα επηρεάσει αναλόγως και τη διατύπωση του ορισμού: εφόσον υπάρχουν και συρτές σέντρες, η σημασία της λέξης σέντρα πλέον δεν θα πρέπει να περιοριστεί στην ψηλοκρεμαστή σέντρα· είτε δεν θα γίνει καθόλου λόγος για το ύψος της μπάλας είτε θα αναφερθεί ότι π.χ. η σέντρα είναι συνήθως ψηλοκρεμαστή. Πάντως, στο λήμμα χρειάζεται να φανεί ότι γίνονται και συρτές σέντρες.

Το οφσάιντ είναι το τέταρτο λήμμα που θα μας απασχολήσει. Σε γενικές γραμμές, σύμφωνα και με τους κανονισμούς της FIFA, ένας ποδοσφαιριστής είναι σε θέση οφσάιντ, η οποία δεν αποτελεί παράβαση καθ’ εαυτήν, όταν βρίσκεται στο αντίπαλο μισό γήπεδο, πιο κοντά στη γραμμή του τέρματος των αντιπάλων από την μπάλα και τον προτελευταίο αντίπαλο. Κατά κανόνα, ο αντίπαλος αυτός είναι ο τελευταίος αμυνόμενος πλην του τερματοφύλακα, εκτός αν ο τερματοφύλακας έχει απομακρυνθεί από την εστία του, με αποτέλεσμα δύο συμπαίκτες του να είναι οι δύο τελευταίοι αμυνόμενοι. Γενικά, για να μην είναι οφσάιντ ένας επιτιθέμενος παίκτης, πρέπει είτε να βρίσκεται πάνω από τη σέντρα, όπως λένε, είτε να καλύπτεται από τον προτελευταίο ή τους δύο τελευταίους αμυνομένους. Μέσω διαδικτυακής αναζήτησης μπορεί να ανακαλύψει ο λεξικογράφος χρήσιμα θεωρητικά στοιχεία για το οφσάιντ. Επιπροσθέτως, μπορεί να πληκτρολογήσει τον αντίστοιχο αγγλικό τύπο offside στη μηχανή αναζήτησης λεξικών onelook και να διαβάσει τους ορισμούς σε ξένα λεξικά. Οι εγκυκλοπαιδικές πληροφορίες που μπορεί να συλλέξει κανείς από διάφορες ιστοσελίδες επιβεβαιώνουν αυτό που έχει γραφτεί για το οφσάιντ, ότι θεωρείται ένας από τους πιο περίπλοκους κανονισμούς του ποδοσφαίρου. Φυσικά, ο συντάκτης του αντίστοιχου λήμματος έχει στη διάθεσή του περιορισμένο χώρο και πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο λακωνικός. Επίσης, η έλλειψη απεριόριστου χώρου έχει ως αποτέλεσμα και η δική μας ανάλυση να μην επεκταθεί σε πολλές λεπτομέρειες, που εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να έχουν λεξικογραφικό ενδιαφέρον, αφού δεν είναι δυνατόν να περιληφθούν στο σχετικό λήμμα. Αξίζει, όμως, να προσεχθούν δύο κρίσιμες λεπτομέρειες, τουλάχιστον για να αποφευχθούν τυχόν λάθη στον ορισμό της σημασίας: Αφενός, η θέση οφσάιντ τιμωρείται, όταν επιτιθέμενος παίκτης (παίκτης β) που «δεν καλύπτεται» από τον προτελευταίο αμυνόμενο παίκτη δέχεται την μπάλα από συμπαίκτη του που βρίσκεται πιο πίσω (παίκτη α)· αφετέρου, ο διαιτητής κρίνει αν πρόκειται για τιμωρητέα θέση οφσάιντ ανάλογα με το πού βρίσκεται ο παίκτης β τη στιγμή ακριβώς που φεύγει η μπάλα από τον παίκτη α και όχι τη στιγμή που ο β δέχεται την μπάλα.

Το ΛΚΝ και το ΛΝΕΓ πριν από την τέταρτη έκδοσή του γράφουν για το οφσάιντ μεταξύ άλλων τα εξής:

(ποδ.) αντικανονική θέση ενός παίχτη, ο οποίος δέχεται την μπάλα, ενώ κανένας αντίπαλος παίχτης εκτός από τον τερματοφύλακα δεν υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτόν και στην εστία της αντίπαλης ομάδας (ΛΚΝ).

ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) η αντικανονική θέση παίκτη (που δεχόμενος την μπάλα δεν καλύπτεται από αντίπαλο αμυντικό), από την οποία οποιαδήποτε ενέργειά του θεωρείται άκυρη (ΛΝΕΓ).

Καταρχήν, όπως προαναφέραμε με άλλη διατύπωση, δεν πρόκειται για αντικανονική θέση. Πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της θέσης οφσάιντ και της τιμωρητέας θέσης οφσάιντ. Αντικανονική θέση οφσάιντ είναι, βεβαίως, η δεύτερη, και μόνο τότε οποιαδήποτε ενέργεια του εκτεθειμένου σε θέση οφσάιντ παίκτη θεωρείται άκυρη. Επιπλέον, τα «δέχεται την μπάλα» και «δεχόμενος την μπάλα», που γράφουν το ΛΚΝ και το ΛΝΕΓ αντίστοιχα, δεν είναι ακριβή – χρειάζεται να ληφθεί υπόψη η δεύτερη κρίσιμη λεπτομέρεια για την οποία έγινε λόγος προηγουμένως.  Άλλωστε, το  «δέχεται την μπάλα» και το «δεχόμενος την μπάλα», που γράφουν τα δύο λεξικά, δεν είναι αρκετά. Θα έπρεπε να προστεθεί η πληροφορία ότι ο παίκτης δέχεται την μπάλα από συμπαίκτη του που βρίσκεται πιο πίσω. Ακόμη, τα σημεία των ορισμών όπου αναφέρονται αμυνόμενοι παίκτες («κανένας αντίπαλος παίχτης εκτός από τον τερματοφύλακα» στο ΛΚΝ και «από αντίπαλο αμυντικό» στις τρεις πρώτες εκδόσεις του ΛΝΕΓ) δεν είναι τα ακριβέστερα και σαφέστερα – εδώ είναι ανάγκη να γίνει λόγος για τον προτελευταίο αμυνόμενο παίκτη, όπως σημειώσαμε πιο πάνω. Στην προκειμένη περίπτωση, χρειάζεται ο λεξικογράφος να διαβάσει θεωρητικά κείμενα σχετικά με το συζητούμενο θέμα και να παρακολουθήσει αγώνες, όπου τα θεωρητικά στοιχεία εφαρμόζονται στην πράξη.

Το ΛΝΕΓ στην τέταρτη έκδοσή του, του 2012, παραθέτει για την ίδια λέξη-λήμμα έναν βελτιωμένο και ακριβέστερο ορισμό:

ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) η αντικανονική θέση επιτιθέμενου παίκτη, ο οποίος βρίσκεται κοντύτερα στη γραμμή τού τέρματος τής αντίπαλης ομάδας σε σχέση με το σημείο όπου βρίσκεται ο τελευταίος αμυντικός παίκτης (πλην τού τερματοφύλακα) και η μπάλα.

Ο ορισμός του 2012 εύστοχα κάνει λόγο για επιτιθέμενο παίκτη – αυτός ο χαρακτηρισμός του παίκτη έλειπε από τον προηγούμενο ορισμό. Ίσως με αυτόν τον τρόπο δηλώνεται έμμεσα ότι ο παίκτης βρίσκεται κάτω από τη σέντρα, αφού μόνο εκεί μπορεί να είναι σε θέση οφσάιντ. Επίσης, από τον πιο πρόσφατο αυτόν ορισμό σωστά έχει αφαιρεθεί το «δεχόμενος την μπάλα», που σχολιάστηκε παραπάνω. Ακόμη, εύστοχη είναι και η αναφορά στην απόσταση του επιτιθέμενου παίκτη, αλλά και της μπάλας, από τη γραμμή του τέρματος της αντίπαλης ομάδας. Ωστόσο, για λόγους που εξηγήσαμε, κακώς χαρακτηρίζεται αντικανονική η θέση οφσάιντ. Τέλος, σύμφωνα με τα παραπάνω, αυτό που γράφει το ΛΝΕΓ στον ορισμό του 2012, «ο τελευταίος αμυντικός παίκτης (πλην τού τερματοφύλακα)», δεν είναι ακριβές και πρέπει να διορθωθεί με αναφορά στον προτελευταίο αμυνόμενο παίκτη γενικά.

Ο ορισμός της σημασίας ενός τόσο περίπλοκου κανονισμού στο πλαίσιο του λήμματος ενός λεξικού, όσο αναλυτικός και αν είναι, δύσκολα θα κάλυπτε όλες τις πιθανές περιπτώσεις που αφορούν το οφσάιντ. Αν γινόταν αυτό, τότε ο ορισμός θα διατυπωνόταν με μακροσκελέστατο κείμενο, που θα ταίριαζε σε εγκυκλοπαίδεια και όχι σε λεξικό. Ούτε εμείς στις γραμμές που προηγήθηκαν αναφέραμε όλα όσα ισχύουν στο ποδόσφαιρο σχετικά με το οφσάιντ. Για παράδειγμα, δεν σφυρίζεται οφσάιντ από τον διαιτητή, όταν ο εκτεθειμένος σε θέση οφσάιντ παίκτης δεχτεί την μπάλα από πλάγιο άουτ. Με βάση τα παραπάνω και με δεδομένο ότι τελικά όσοι δεν ασχολούνται με το ποδόσφαιρο δύσκολα θα καταλάβαιναν τι είναι το οφσάιντ διαβάζοντας τα αντίστοιχα λήμματα των νεοελληνικών λεξικών, ο λεξικογράφος μπορεί να αρκεστεί σε έναν γενικόλογο ορισμό που να δηλώνει απλώς ότι πρόκειται για θέση επιτιθέμενου παίκτη, αντικανονική υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Μια εναλλακτική λύση είναι να γίνει λίγο εκτενέστερος και πιο συγκεκριμένος ο ορισμός, αλλά με τη χρήση λέξεων ή φράσεων όπως συνήθως, κατά κανόνα κ.ά. να δηλωθεί έμμεσα ότι υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις, που δεν αναφέρονται στον ορισμό. Ειδικά σε ένα εγκυκλοπαιδικό λεξικό, όπως είναι το ΛΝΕΓ, μια ιδέα θα ήταν να καταγραφεί εντός λήμματος ένας πολύ γενικός, ακόμη και ασαφής, ορισμός, ή έστω ένας κάπως πιο εκτενής και σαφής, ενώ εκτός λήμματος, σε ειδικό πλαίσιο, να δοθούν όσο το δυνατόν πιο αναλυτικές και ακριβείς πληροφορίες για το οφσάιντ.

Το νταμπλ αποτελεί το επόμενο λήμμα που θα αναλυθεί. Νταμπλ σημαίνει την κατάκτηση του πρωταθλήματος και του κυπέλλου σε εγχώριο επίπεδο από την ίδια ομάδα την ίδια αγωνιστική περίοδο.

Το ΛΚΝ και το ΛΝΕΓ δίνουν τους εξής ορισμούς:

(αθλ.) η κατάκτηση του τίτλου του νικητή από την ίδια ομάδα, σε δύο διαφορετικές διοργανώσεις κατά την ίδια αγωνιστική περίοδο (ΛΚΝ).

ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο, το μπάσκετ κ.α.) η κατάκτηση τού τίτλου τού πρωταθλήματος και τού κυπέλλου την ίδια αγωνιστική περίοδο από την ίδια ομάδα (ΛΝΕΓ).

Για να κάνει το νταμπλ μια ομάδα, δεν αρκεί να κατακτήσει απλώς δύο τίτλους σε δύο διαφορετικές διοργανώσεις την ίδια αγωνιστική περίοδο, αλλά συγκεκριμένα το πρωτάθλημα και το κύπελλο. Επίσης, ο λεξικογράφος, αν θέλει να είναι πιο ακριβής, θα πρέπει να σημειώσει ότι πρόκειται για το πρωτάθλημα και το κύπελλο μιας ορισμένης χώρας. Αν υποτεθεί δηλ. ότι την ίδια σεζόν μια ποδοσφαιρική ομάδα κατακτά και το πρωτάθλημα Ελλάδος και το τσάμπιονς λιγκ (ευρωπαϊκή διοργάνωση) ή ότι μια ομάδα μπάσκετ κατακτά και το κύπελλο Ελλάδος και την Ευρωλίγκα (επίσης ευρωπαϊκή διοργάνωση), δεν θα πούμε ότι «έκανε το νταμπλ». Νταμπλούχος, όπως λέγεται χαρακτηριστικά, θεωρείται λ.χ. μια ελληνική ομάδα, όταν αναδειχθεί πρωταθλήτρια και κυπελλούχος Ελλάδος. Και αυτό πρέπει να δηλωθεί με σαφήνεια στον ορισμό της σημασίας του νταμπλ.

Θα ακολουθήσει ανάλυση μερικών ακόμη όρων και σχολιασμός των αντίστοιχων ορισμών:

Στο ποδόσφαιρο και σε άλλα αθλήματα, ρεβάνς λέγεται ο επαναληπτικός αγώνας, που διεξάγεται στην έδρα της ομάδας η οποία ήταν φιλοξενούμενη στον πρώτο αγώνα. Σημειωτέον ότι οι δύο αυτές ομάδες διεκδικούν την πρόκριση στον επόμενο γύρο διοργάνωσης. Το ΛΚΝ ορίζει τη ρεβάνς ως εξής: «η επανάληψη ενός αγώνα, παιχνιδιού ή παρτίδας παιχνιδιού, που γίνεται για να δοθεί στον ηττημένο η δυνατότητα να κερδίσει ή να ισοφαρίσει την ήττα του». Η ρεβάνς, όμως, δεν γίνεται «για να δοθεί στον ηττημένο η δυνατότητα να κερδίσει ή να ισοφαρίσει την ήττα του». Αν ο πρώτος αγώνας λήξει ισόπαλος, αν δηλ. δεν υπάρχει ηττημένος, δεν θα διεξαχθεί ο δεύτερος αγώνας;

Σε διάφορα αθλήματα γίνεται λόγος για τον λεγόμενο γύρο του θριάμβου (κυρίως στο ποδόσφαιρο, αλλά όχι μόνο σε αυτό). Μετά την κατάκτηση ενός τροπαίου οι παίκτες της νικήτριας ομάδας κάνουν τον γύρο του γηπέδου τρέχοντας πολύ κοντά στις εξέδρες και επιδεικνύουν το κύπελλο στους οπαδούς της ομάδας τους, που τους επευφημούν. Το ΛΚΝ γράφει σχετικά ότι ο γύρος του θριάμβου είναι «τα επινίκια σε ποδοσφαιρική συνήθ. συνάντηση». Ο ορισμός αυτός είναι άστοχος. Το ίδιο λεξικό στο οικείο λήμμα ορίζει τα επινίκια ως εορτασμό της νίκης. Επομένως, κατά το ΛΚΝ, ο γύρος του θριάμβου είναι ο εορτασμός της νίκης σε ποδοσφαιρική συνήθως συνάντηση. Δεν πρόκειται, όμως, για οποιαδήποτε νίκη και συνάντηση, αλλά για νίκη είτε σε τελικό κυπέλλου είτε σε αγώνα όπου γιορτάζεται η κατάκτηση του πρωταθλήματος. Και ο γύρος του θριάμβου δεν είναι απλώς τα επινίκια ή ο εορτασμός μιας τέτοιας νίκης. Γίνεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο (που εξηγεί τη λέξη γύρος), γνωστό στους ποδοσφαιρόφιλους, που καλό είναι να περιγραφεί, έστω και υποτυπωδώς.

Η προβολή στο ποδόσφαιρο είναι κανονική ενέργεια παίκτη και σημαίνει το τέντωμα του ποδιού του προς την μπάλα για διαφόρους σκοπούς. ΛΚΝ, προβολή: «(αθλ.) αντικανονική ενέργεια ποδοσφαιριστή προς αντίπαλο παίκτη». Πρόκειται και πάλι για άστοχο ορισμό. Καταρχήν, πρέπει να γίνει σαφές ότι εδώ ο παίκτης «προβάλλει» το πόδι του (αυτό σημαίνει προβολή), για να έλθει σε επαφή με την μπάλα και λ.χ. να την απομακρύνει από αντίπαλο που είναι κάτοχός της ή να την εμποδίσει να φτάσει σε αντίπαλο παίκτη. Ακόμη και γκολ μπορεί να πετύχει ένας ποδοσφαιριστής με προβολή. Δεν είναι, λοιπόν, κατ’ ανάγκην αντικανονική ενέργεια – σε αυτή την περίπτωση, μιλάμε για αντικανονική προβολή, φράση που μπορεί να δηλωθεί μέσω παραδείγματος χρήσης. Δεν είναι σωστό, όμως, να χαρακτηρίζεται αντικανονική η προβολή στον ορισμό της σημασίας.

Δοκιμάζω το χέρι / το πόδι μου  –σε αθλήματα που παίζονται με τα χέρια (δηλ. όχι μόνο στο μπάσκετ) και στο ποδόσφαιρο αντίστοιχα– σημαίνει σε γενικές γραμμές «επιχειρώ σουτ από μακρινή απόσταση». ΛΝΕΓ, δοκιμάζω το χέρι / το πόδι μου: «(στο μπάσκετ ή το ποδόσφαιρο) κάνω βολές / σουτ πριν αρχίσει το παιχνίδι για ζέσταμα ή για να ελέγξω την ευστοχία μου». Ένας παίκτης, όμως, «δοκιμάζει το χέρι του / το πόδι του» και κατά τη διάρκεια του αγώνα, με την έννοια ότι επιχειρεί σουτ από μακρινή απόσταση, όπως είπαμε. Σε τέτοιες περιπτώσεις, πολύ διαφωτιστική θα φανεί η διαδικτυακή αναζήτηση, που μπορεί να αποκαλύψει μία ή περισσότερες επιπλέον σημασίες. Επίσης, το δοκιμάζω το χέρι μου δεν λέγεται μόνο για μπασκετμπολίστα.

Ευ αγωνίζεσθαι σημαίνει το να αγωνίζεται ένας αθλητής τηρώντας τους κανονισμούς του αθλήματος. ΛΝΕΓ, ευ αγωνίζεσθαι: «το να αγωνίζεται κανείς σύμφωνα με τους κανόνες του αγωνίσματος, χωρίς να εξαπατά τον αντίπαλο. Ας προστεθεί: «ή τον διαιτητή».

Στο μπάσκετ, ευρωλίγκα λέγεται το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα μπάσκετ μεταξύ των κορυφαίων ομάδων κάθε χώρας, όχι μόνο των πρωταθλητριών. Ομοίως, στο τσάμπιονς λιγκ στο ποδόσφαιρο: Και εκεί δεν συμμετέχουν μόνο οι πρωταθλήτριες ομάδες. ΛΝΕΓ, ευρωλίγκα: «το πρωτάθλημα που διεξάγεται ανάμεσα στις πρωταθλήτριες ομάδες των ευρωπαϊκών χωρών (κυρ. στο μπάσκετ)». Ωστόσο, στην ευρωλίγκα δεν συμμετέχουν μόνο οι πρωταθλήτριες, αλλά και οι δευτεραθλήτριες ή και τριταθλήτριες ομάδες από όσες ευρωπαϊκές χώρες είναι αναπτυγμένες στο μπάσκετ. Παλαιότερα, όταν η ευρωλίγκα ονομαζόταν κύπελλο πρωταθλητριών, συμμετείχαν στην εν λόγω διοργάνωση πράγματι μόνο οι πρωταθλήτριες κάθε χώρας.

Στο ποδόσφαιρο, χρυσή αλλαγή χαρακτηρίζεται συνήθως ένας αναπληρωματικός παίκτης που, αφού πέρασε στον αγωνιστικό χώρο, πέτυχε το νικητήριο γκολ της ομάδας του. Κατ’ εξαίρεση, μπορεί να ονομαστεί έτσι και ένας αναπληρωματικός που έπιασε πολύ καλή απόδοση και συνέβαλε σε μια επιτυχία, έστω και αν δεν σημείωσε γκολ. Η επιτυχία αυτή κατά κανόνα είναι η νίκη της ομάδας του, μπορεί όμως να πρόκειται λ.χ. και για ισοπαλία που θεωρείται επιτυχία ή που οδηγεί σε μια πρόκριση. ΛΝΕΓ, χρυσή αλλαγή: «(στο ποδόσφαιρο) ο αναπληρωματικός παίκτης που αντικαθιστά κατά κανόνα έναν βασικό και συμβάλλει καθοριστικά στην επιτυχή έκβαση του αγώνα» (παράδειγμα χρήσης: Ο Φέρκλαφ ήταν η χρυσή αλλαγή στη Λίβερπουλ· μόλις έμπαινε, έβαζε γκολ). Το κατά κανόνα (όπου αντιστοιχεί το μόλις έμπαινε, έβαζε γκολ του παραδείγματος) δεν ισχύει κατ’ ανάγκην. Ακόμη και αν συμβεί μόνο μία φορά αυτό που αναφέρεται, και πάλι για τη λεγόμενη χρυσή αλλαγή θα πρόκειται.

Σε διάφορα λήμματα ενός νεοελληνικού λεξικού είναι σωστό να γίνεται σωστή διάκριση μεταξύ όρων όπως σουτ, βολή κ.ά. Η βολή είναι είδος σουτ, και μάλιστα απαντά στο μπάσκετ και όχι λ.χ. στο ποδόσφαιρο. Στο ΛΝΕΓ, στο λήμμα σουτ, το παράδειγμα έχει καλό σουτ εξηγείται επιτόπου ως «ικανότητα στην εκτέλεση βολών». Ωστόσο, έχει καλό σουτ κανονικά σημαίνει την ικανότητα κάποιου στην εκτέλεση γενικά σουτ και όχι ειδικά βολών. Κάλλιστα μπορεί να «έχει καλό σουτ» και ένας ποδοσφαιριστής. Αλλά και για μπασκετμπολίστα να πρόκειται, το έχει καλό σουτ δεν μπορεί να περιορίζεται στην ικανότητα για εκτέλεση βολών.

Στο λήμμα καρφί, η σημασία που έχει η λέξη στο βόλεϊ μπορεί να οριστεί με τέτοιον τρόπο, ώστε να φανεί ότι πρόκειται για δυνατό χτύπημα της μπάλας με το ένα χέρι και ότι αυτή διαγράφει καθοδική πορεία, προς τον χώρο της αντίπαλης ομάδας. Το ΛΚΝ (λήμμα καρφί, σημασία 3) γράφει: «στο βόλεϊ, απότομη και σχεδόν κατακόρυφη βολή της μπάλας στον αντίπαλο χώρο». Εδώ, αντί για το απότομη, θα μπορούσε να γραφεί δυνατή. Το σχεδόν κατακόρυφη δεν είναι ό,τι ακριβέστερο, αλλά δεν είναι και άστοχο. Το ΛΝΕΓ (λήμμα καρφί, σημασία 6) γράφει από την πλευρά του: «(στο βόλεϊ) δυνατή και κατακόρυφη βολή της μπάλας στον χώρο της αντίπαλης ομάδας». Εδώ το σχεδόν κατακόρυφη αντί για το κατακόρυφη θα ήταν ακριβέστερο. Άλλωστε, για σχεδόν κάθετο χτύπημα της μπάλας κάνει λόγο το ίδιο λεξικό στο λήμμα κάρφωμα, στην υποσημασία που σχετίζεται με το βόλεϊ, όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω.

Στο λήμμα κάρφωμα και στη σημασία που αφορά τον αθλητισμό, στον ορισμό της σημασίας πρέπει να γίνει λόγος για το μπάσκετ και για το βόλεϊ. Στο μπάσκετ, κάρφωμα λέγεται η ενέργεια σύμφωνα με την οποία ένας παίκτης ρίχνει με δύναμη την μπάλα στο καλάθι με το ένα ή με τα δύο του χέρια από απόσταση αναπνοής. Στο βόλεϊ, κάρφωμα είναι ό,τι και το συνηθέστερο σε χρήση καρφί, που προαναφέρθηκε. Οι ορισμοί που δίνει το ΛΝΕΓ είναι σε γενικές γραμμές καλοί: ΛΝΕΓ, λήμμα κάρφωμα, σημασία 4α: «(στο βόλεϊ) το δυνατό κτύπημα της μπάλας, ώστε να κατέβει σχεδόν κάθετα στο αντίπαλο τερέν», σημασία 4β: «(στο μπάσκετ) κίνηση με την οποία ένας παίκτης βάζει με δύναμη την μπάλα στο καλάθι κρατώντας τη είτε με το ένα είτε και με τα δύο του χέρια». Μόνο που, όπως είπαμε, ο συνηθέστερος όρος στο βόλεϊ είναι το καρφί, προς το οποίο πρέπει να γίνει παραπομπή. Επίσης, για το σχεδόν κάθετα ισχύει ό,τι και για το σχεδόν κατακόρυφη (βολή) – δες παραπάνω, στον σχολιασμό του λήμματος καρφί. Το ΛΚΝ (λήμμα κάρφωμα, σημασία 3) σημειώνει: «στο βόλεϊ, στο ποδόσφαιρο και στο μπάσκετ, το κατακόρυφο πέταγμα της μπάλας στον αντίπαλο χώρο, στα δίχτυα ή στο καλάθι». Ωστόσο, δεν πρόκειται για όρο του ποδοσφαίρου, δεν υπάρχει κάρφωμα στο ποδόσφαιρο, και μάλιστα ως «το κατακόρυφο πέταγμα της μπάλας στα δίχτυα»! Πώς είναι δυνατόν ένας ποδοσφαιριστής να στείλει την μπάλα στα δίχτυα με κατακόρυφο σουτ; Στην προκειμένη περίπτωση, βέβαια, κατακόρυφο δεν είναι το πέταγμα της μπάλας ούτε στο βόλεϊ, προς τον αντίπαλο χώρο. Στο μπάσκετ, στο κάρφωμα, μπορεί ένας παίκτης να πετάξει την μπάλα κατακόρυφα στο καλάθι, αλλά αυτό δεν συμβαίνει οπωσδήποτε – μπορεί και εδώ η τροχιά της μπάλας να είναι σχεδόν κατακόρυφη ή κάθετη.

Σε ένα νεοελληνικό λεξικό, με βάση το κάρφωμα ως όρο στον αθλητισμό θα πρέπει να διαμορφωθούν και οι αντίστοιχες σημασίες του λήμματος καρφώνω. Ας παρατεθούν οι εν λόγω σημασίες στο ΛΚΝ και το ΛΝΕΓ: ΛΚΝ, λήμμα καρφώνω, σημασία 3: «(αθλ.) πετώ με δύναμη την μπάλα, ώστε να πέσει σχεδόν κατακόρυφα στον αντίπαλο χώρο ή να μπει στην εστία ή στο καλάθι». Εδώ το καρφώνω θα έπρεπε να περιοριστεί στο μπάσκετ και στο βόλεϊ και δεν χρειαζόταν να γίνει λόγος για εστία. Τουλάχιστον στο καρφώνω του ΛΚΝ η εν λόγω ρίψη της μπάλας περιγράφεται ως σχεδόν κατακόρυφη και όχι απλώς κατακόρυφη, όπως στο λήμμα κάρφωμα του ίδιου λεξικού. ΛΝΕΓ, λήμμα καρφώνω, σημασία 5α: «(στο βόλεϊ) χτυπώ δυνατά την μπάλα, ώστε να πέσει με ορμή και κατακόρυφα στον χώρο της αντίπαλης ομάδας», σημασία 5β: «(στο μπάσκετ) βάζω με δύναμη την μπάλα στο αντίπαλο καλάθι κρατώντας τη είτε με το ένα είτε με τα δύο μου χέρια». Στη σημασία 5α του λήμματος καρφώνω του ΛΝΕΓ, θα μπορούσε να γραφεί σχεδόν κατακόρυφα αντί κατακόρυφα, εφόσον μάλιστα στον αντίστοιχο ορισμό του λήμματος κάρφωμα στο ίδιο λεξικό αναφέρεται το σχεδόν κάθετα αντί κάθετα.

Τα προαναφερθέντα δείχνουν πόσο δύσκολη μπορεί να είναι η διατύπωση ορισμού που χαρακτηρίζεται από ακρίβεια και πληρότητα.

Επιπροσθέτως, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, έτσι και στη διατύπωση ορισμών, παρόμοιες περιπτώσεις θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με συνεπή τρόπο. Αν λ.χ. ένα αγώνισμα χαρακτηρίζεται ολυμπιακό, τότε η σχετική πληροφορία είναι αναγκαίο να δίνεται για όλα τα ολυμπιακά αθλήματα. Το ΛΝΕΓ χαρακτηρίζει ολυμπιακά αγωνίσματα τη δισκοβολία και τη χιονοδρομία, όχι όμως την άρση βαρών, την ποδηλασία κτλ.

Ακόμη, σε μερικά λήμματα των ΝΕΛ, ΛΚΝ και ΛΝΕΓ χρειάζεται να προστεθούν σημασίες που απαντούν στη γλώσσα του αθλητισμού. Για παράδειγμα, η λέξη άκαπνος χρησιμοποιείται για ομάδα ή παίκτη που δεν καταφέρνει να πετύχει τον στόχο της (ή του) για κάποιο διάστημα του αγώνα ή της αγωνιστικής περιόδου. Επίσης, κοντράρω  –για παίκτη ή ομάδα– σημαίνει και «προβάλλω αντίσταση σε ισχυρότερο αντίπαλο», ενώ η κόντρα δηλώνει και την αντεπίθεση ομάδας. Στα κοντράρω και κόντρα είναι απαραίτητη η προσθήκη κάποιου υφολογικού χαρακτηρισμού, αφού χρησιμοποιούνται σε ύφος καθημερινό, ανεπίσημο ή κάτι παρόμοιο. Ακόμη, ειδικά το ΛΝΕΓ στο διπλό καταγράφει τη σημασία «(στο ΠΡΟ-ΠΟ) το σημείο 2, που δηλώνει νίκη τής ομάδας που αναφέρεται δεύτερη (επειδή παίζει εκτός έδρας) στο δελτίο με τους αγώνες των προγνωστικών ποδοσφαίρου». Όμως, διπλό δεν σημαίνει μόνο το σύμβολο 2 σε προγνωστικά, αλλά κατ’ επέκταση και την ίδια την εκτός έδρας νίκη μιας ομάδας. Και μάλιστα, διπλό μπορεί να πετύχει λ.χ. και μια ομάδα μπάσκετ, ενώ το σύμβολο 2 δεν χρησιμοποιείται μόνο στο ΠΡΟ-ΠΟ, αλλά και στο Στοίχημα – και το μπάσκετ έχει Στοίχημα, όπου επίσης χρησιμοποιείται το σημείο 2 για την εκτός έδρας νίκη ομάδας. Η προηγούμενη υφολογική παρατήρηση για τα κοντράρω και κόντρα ισχύει και για το διπλό. Τέλος, η φράση μαγική εικόνα χρησιμοποιείται μεταφορικά, τουλάχιστον στον αθλητισμό, για ένα αποτέλεσμα αγώνα το οποίο έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση με την πραγματικότητα και απατά.

Περαιτέρω, σε μερικά λήμματα σχετικά με τον αθλητισμό χρειάζεται να δίνονται και ορισμένες άλλες σημασιολογικές πληροφορίες, όπως για συνώνυμα-αντώνυμα. Λ.χ., τα γηπεδούχος και φιλοξενούμενος είναι αντώνυμα μεταξύ τους, όπως και τα πρόκριση / προκρίνομαι, αποκλεισμός / αποκλείομαι. Μόνο στο ΛΝΕΓ, στο λήμμα γηπεδούχος, έχει προστεθεί ως αντώνυμο το φιλοξενούμενος. Επίσης, σε ένα λεξικό της νέας ελληνικής είναι αναγκαίο να φανεί η σημασιολογική σχέση μεταξύ των λέξεων αποτέλεσμα και σκορ, τουλάχιστον στο ποδόσφαιρο. Όταν παραμένει το 0-0 σε ένα ματς, λέμε ότι δεν υπάρχει σκορ. Κανένα από τα ήδη εκδεδομένα νεοελληνικά λεξικά δεν δίνει τη σχετική πληροφορία. Οι φράσεις ανοίγω το σκορ και το σκορ ανοίγει του ΛΝΕΓ μόνο με έμμεσο τρόπο πληροφορούν για τη σημασιολογική διαφορά μεταξύ των αποτέλεσμα και σκορ. Χρήσιμη στο λήμμα σκορ ενός νεοελληνικού λεξικού θα ήταν η καταγραφή ενός παραδείγματος που να περιλαμβάνει την πρόταση δεν υπάρχει σκορ, η οποία να ερμηνεύεται ως «παραμένει το 0-0», σύμφωνα με τα προαναφερθέντα.

3.3. Υφολογικοί και άλλοι χαρακτηρισμοί

Ένα ενδιαφέρον θέμα σε σχέση με τους αθλητικούς όρους-λήμματα των νεοελληνικών λεξικών είναι ο υφολογικός τους χαρακτηρισμός. Δεδομένου ότι τα περισσότερα από τα λήμματα αυτά είναι δάνεια, και μάλιστα νεότερα, παρατηρούμε ότι η χρήση τους γίνεται κυρίως στον ανεπίσημο, καθημερινό λόγο. Απεναντίας, οι αντίστοιχοι ελληνογενείς όροι χρησιμοποιούνται λιγότερο συχνά και απαντούν κυρίως στον γραπτό λόγο. Συγκεκριμένα παραδείγματα αποτελούν τα ζεύγη μπάσκετ / καλαθοσφαίριση, βόλεϊ /πετοσφαίριση, χάντμπολ / χειροσφαίριση, τένις / αντισφαίριση, πόλο / υδατοσφαίριση, καθώς και το μπακαμυντικός) / οπισθοφύλακας. Ο πολύς κόσμος στον προφορικό λόγο καθημερινά λέει συνήθως μπάσκετ, βόλεϊ, χάντμπολ, τένις, πόλο, καθώς και μπακαμυντικός), πράγμα που πρέπει να φανεί σε ένα λεξικό με τον σαφέστερο δυνατό τρόπο. Για παράδειγμα, ακόμη και αν ορισμένοι πιστεύουν ότι δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιείται ο ξένος όρος πόλο αλλά ο ελληνικός υδατοσφαίριση, ο λεξικογράφος καλείται να περιγράψει πώς χρησιμοποιούνται οι δύο αυτοί όροι από τους ομιλητές της ελληνικής σήμερα και όχι πώς θα ήθελε ή θα πρότεινε κάποιος να χρησιμοποιούνται. Με άλλα λόγια, το καθένα από τα καλαθοσφαίριση, πετοσφαίριση, χειροσφαίριση, αντισφαίριση, υδατοσφαίριση, αλλά και οπισθοφύλακας, πρέπει να φέρει κάποιον υφολογικό χαρακτηρισμό, για παράδειγμα να χαρακτηρίζεται λόγιο και επίσημο. Τέτοιοι χαρακτηρισμοί απουσιάζουν από τα αντίστοιχα λήμματα του ΛΚΝ και θα έπρεπε να παρατεθούν με βάση τα προαναφερθέντα, ενώ στο ΛΝΕΓ το καλαθοσφαίριση χαρακτηρίζεται επίσημο, το πετοσφαίριση λόγιο και τα υπόλοιπα δεν φέρουν χαρακτηρισμό(5). Στην προκειμένη περίπτωση επιβάλλεται να αντιμετωπιστούν από τον λεξικογράφο οι παρεμφερείς αυτές περιπτώσεις λημμάτων με ενιαίο, συνεπή τρόπο.

Και γενικότερα όμως, μέλημα του λεξικογράφου θα πρέπει να αποτελεί η προσθήκη υφολογικών χαρακτηρισμών σε λέξεις, φράσεις και σημασίες από τον χώρο του αθλητισμού, όπου αυτή είναι αναγκαία. Λ.χ. στο λήμμα τάπα και ειδικότερα στη σημασία της λέξης στο μπάσκετ χρειάζεται να φανεί ότι η εν λόγω λέξη χρησιμοποιείται ανεπίσημα, στον προφορικό λόγο, ή να σημειωθεί κάτι παρόμοιο. Το ΝΕΛ δεν αναφέρει εδώ κάτι σχετικό με το μπάσκετ, ενώ μόνο το ΛΚΝ προσθέτει ότι το τάπα στην προκειμένη περίπτωση είναι προφορικό. Παρόμοιος χαρακτηρισμός ταιριάζει και στο αράουτ, που υφολογικά δεν βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με το πλάγιο άουτ. Η διαφορά αυτή πρέπει να φανεί σε ένα λεξικό. Μόνο το ΛΝΕΓ λημματογραφεί το αράουτ, χωρίς όμως υφολογικό χαρακτηρισμό.

Εκτός από τους υφολογικούς, χρειάζονται και άλλοι χαρακτηρισμοί λημμάτων, εσωτερικών λημμάτων ή σημασιών σχετικών με τον αθλητισμό. Για παράδειγμα, στο επόπτης (γραμμών) θα πρέπει να δοθεί η πληροφορία ότι ο όρος είναι παλαιότερος και ότι σήμερα λέγεται βοηθός διαιτητή. Το ΝΕΛ, το ΛΚΝ και το ΛΝΕΓ κάνουν λόγο για βοηθούς διαιτητή στο πλαίσιο του ορισμού του επόπτης (γραμμών). Θα πρέπει, όμως, να σημειωθεί σε ένα σύγχρονο λεξικό ότι βοηθός διαιτητή είναι πλέον ο νεότερος όρος, που αντικατέστησε το επόπτης (γραμμών). Ομοίως, αν πρέπει να υπάρχει λήμμα φρι-κίκ (< αγγλ. free kick), όπως στο ΛΝΕΓ, είναι αναγκαίο να προστεθεί σε αυτό η ένδειξη του παλαιότερου.

4) Επιλογή παραδειγμάτων

Η επιλογή των παραδειγμάτων, των οποίων ο ρόλος είναι να διασαφηνίζουν τη σημασία και τη χρήση των λημματογραφούμενων λέξεων / φράσεων σε ευρύτερα συμφραζόμενα, μπορεί να είναι καίρια για την κατανόηση των λημμάτων ενός λεξικού. Τα λεξικογραφικά παραδείγματα αντιπροσωπεύουν τον πιο άμεσο και προσιτό τρόπο με τον οποίο μπορούν να δοθούν γλωσσικές πληροφορίες για τις λέξεις / φράσεις-λήμματα. Ως προς την επιλογή τους, μία από τις απαιτήσεις της σύγχρονης λεξικογραφίας είναι η αυθεντικότητα: τα παραδείγματα πρέπει να αντλούνται από κείμενα-πηγές του λεξικού ή έστω να είναι διασκευασμένα (και πάντως να μην είναι επινοημένα από τον λεξικογράφο), έτσι ώστε να αναδεικνύεται η χρήση των λέξεων-λημμάτων σε αυθεντικά περιβάλλοντα (6).

Η αρχή αυτή, όμως, δεν πρέπει να οδηγεί σε καταγραφή πολλών παραδειγμάτων που συνδέονται με συγκεκριμένες καταστάσεις, γιατί έτσι πλήττεται η ουδετερότητα που κανονικά χαρακτηρίζει ένα λεξικό ως επιστημονικό έργο. Στην περίπτωση των παραδειγμάτων από τον χώρο του αθλητισμού, μπορεί να προκύψουν προβλήματα από την αναφορά σε κύρια ονόματα παικτών (ή ομάδων). Στην εισαγωγή του ΛΚΝ σημειώνεται ότι για λόγους οικονομίας εφαρμόζεται στα παραδείγματα χρήσης η λεγόμενη τεχνική της ουδετέρωσης, σύμφωνα με την οποία «χρησιμοποιούνται οι αόριστες αντωνυμίες κάποιος ή κτ. [= κάτι] για να αποφευχθεί η αναφορά σε ποικίλα συγκεκριμένα πρόσωπα ή πράγματα». [9] Το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί και με τροποποίηση της διατύπωσης, π.χ. το αυθεντικό παράδειγμα Ο Νικοπολίδης απέκρουσε το πέναλτι μπορεί να παρατεθεί ως Ο τερματοφύλακας απέκρουσε το πέναλτι, ώστε το παράδειγμα να μην περιέχει ονομαστική αναφορά και να μη θεωρηθεί παρωχημένο, αφού ο συγκεκριμένος αθλητής έχει εγκαταλείψει την ενεργό δράση.

Ωστόσο, το ΛΚΝ χρησιμοποιεί το παράδειγμα O Aσάνοβιτς, μια από τις πιο καλές μεταγραφές του Παναθηναϊκού. Το εν λόγω παράδειγμα είναι εύστοχο από την άποψη ότι καλύπτει πραγματική χρήση του λήμματος. Όντως, η λέξη μεταγραφή χρησιμοποιείται για να δηλώσει και τον ίδιο τον παίκτη που μεταπηδά σε άλλον σύλλογο. Δεν χρειαζόταν, όμως, να γίνει αναφορά σε συγκεκριμένο όνομα αθλητή. Ας σημειωθεί εδώ ότι μάλλον δεν είναι τυχαίο το όνομα παίκτη που επελέγη. Ο Κροάτης Αλιόσα Ασάνοβιτς, πρώην ποδοσφαιριστής, γεννημένος το 1965, αγωνίστηκε στον Παναθηναϊκό από το 1998 έως το 2000. Με δεδομένο ότι το ΛΚΝ εκδόθηκε το 1998, μπορεί κανείς να υποθέσει ότι κάποιος συντάκτης του λεξικού σκέφτηκε να εμπλουτίσει το λήμμα μεταγραφή με παράδειγμα από την τότε επικαιρότητα. Ωστόσο, ήδη το παράδειγμα αυτό μπορεί να θεωρηθεί παρωχημένο σήμερα, εν έτει 2012. Από τη μεταγραφή του Ασάνοβιτς στον Παναθηναϊκό έχουν περάσει ήδη πάνω από δέκα χρόνια και μάλιστα ο ίδιος έχει ολοκληρώσει την καριέρα του.

Αντίστοιχες παρατηρήσεις μπορούν να γίνουν και για το ΛΝΕΓ, για την πρώτη έκδοση του οποίου ο Mackridge [10] επισημαίνει ότι το λεξικό «includes some lively illustrative modern examples, such as the following referring to basketball: Ο Αλβέρτης απάντησε στο τρίποντο του Σιγάλα […]» – το παράδειγμα αυτό σωστά αφαιρέθηκε από το λήμμα απαντώ των επόμενων εκδόσεων του ΛΝΕΓ.

Παρόμοιο παράδειγμα με του Ασάνοβιτς εντοπίζεται στο λήμμα σετ του ΛΝΕΓ: η Στέφι Γκραφ κέρδισε εύκολα τα δύο πρώτα σετ. Ανεξάρτητα από τη χρήση του ονόματος της συγκεκριμένης αθλήτριας, και αυτό εδώ το παράδειγμα είναι επιτυχές από την άποψη ότι φωτίζει μια υπαρκτή σημασία της λέξης-λήμματος, η οποία αφορά το σετ ως τμήμα αγώνα τένις κ.ά. αθλημάτων. Στο παράδειγμα αυτό αναφέρεται το ονοματεπώνυμο της παλαίμαχης Γερμανίδας τενίστριας Στέφι Γκραφ, που γεννήθηκε το 1969 και αποσύρθηκε από την ενεργό δράση το 1999. Όπως και το παράδειγμα με τον Ασάνοβιτς στο ΛΚΝ, έτσι και το παράδειγμα με την Γκραφ στο ΛΝΕΓ (που παραμένει μάλιστα ακόμη και στην τρίτη έκδοση του λεξικού, του 2008, αλλά και στην τέταρτη, του 2012) μπορεί να θεωρηθεί παρωχημένο σήμερα πλέον, τόσα χρόνια μετά το 1999.

Παράδειγμα χρήσης που περιλαμβάνει κύριο όνομα αθλητή και που θα μπορούσε να λείπει δίνεται από το ΛΝΕΓ και στο χρυσή αλλαγή: Ο Φέρκλαφ ήταν η χρυσή αλλαγή στη Λίβερπουλ· μόλις έμπαινε, έβαζε γκολ. Εδώ βέβαια το ήταν δηλώνει παρελθόν  – πράγματι, πρόκειται για παλαίμαχο παίκτη, τον Ντέιβιντ Φέρκλαφ. Πόσο γνωστός είναι, όμως, ο Φέρκλαφ στο αναγνωστικό κοινό ενός νεοελληνικού λεξικού και αξίζει η ονομαστική αναφορά σε αυτόν; Προτιμότερο θα ήταν εδώ να παρατεθεί ένα παράδειγμα με τροποποιημένη διατύπωση και είτε να γίνει λόγος για κάποιον γνωστότερο παίκτη είτε να μην αναφερθεί καν συγκεκριμένο όνομα.

Ένας άλλος λόγος για τον οποίο θα πρέπει να αποφεύγεται η παράθεση ονομάτων παικτών και ομάδων είναι η εντύπωση που μπορεί να δοθεί ότι ο λεξικογράφος, μέσω των παραδειγμάτων χρήσης, προβάλλει ή και υποστηρίζει ορισμένη ομάδα – κάτι που αντιστρατεύεται τον χαρακτήρα του λεξικού ως αντικειμενικού επιστημονικού έργου. Στο λήμμα νικάω λ.χ. μπορεί να δοθεί το παράδειγμα Νίκησαν οι γηπεδούχοι / οι φιλοξενούμενοι και όχι Ο Ολυμπιακός νίκησε ή ο Παναθηναϊκός νίκησε.

Τέτοια παραδείγματα μπορούμε να εντοπίσουμε κυρίως στο ΛΚΝ. Εκεί εμφανίζεται συχνά το όνομα του ΠΑΟΚ (ομάδας της Θεσσαλονίκης, όπου έχει συνταχθεί και εκδοθεί το ΛΚΝ):

O ΠAOK αποδέσμευσε τρεις ποδοσφαιριστές (λήμμα αποδεσμεύω, με επιτόπου ερμηνεία «με τη λήξη του συμβολαίου τους μπορούν να μεταγραφούν σε όποια ομάδα θέλουν»).

Φιλικό ντέρμπι μεταξύ των ομάδων ΠΑΟΚ-ΑΡΗ (λήμμα μεταξύ  – παρεμπιπτόντως, το όνομα του Άρη δεν χρειαζόταν να γραφεί με όλα τα γράμματα κεφαλαία, αλλά μόνο το πρώτο).

O σπίκερ του ποδοσφαιρικού αγώνα ΠAOK-Oλυμπιακού (λήμμα σπίκερ).

Αγωνίζεται με τη φανέλα του Ολυμπιακού / του ΠAOK (λήμμα φανέλα).

Επίσης:

Ο ΠAOK στο γήπεδό του είναι πολύ επικίνδυνος (λήμμα επικίνδυνος).

Ο ΠΑΟΚ είναι κάτοχος του τίτλου (λήμμα κάτοχος).

Κεραυνός ο ΠΑΟΚ (λήμμα κεραυνός).

Ο ΠAOK βρέθηκε στην κορυφή της βαθμολογίας (λήμμα κορυφή).

Στο σημερινό αγώνα πρωταθλήματος ο ΠAOK κέρδισε τον Ολυμπιακό, παρόλο που λίγες μέρες πριν είχε χάσει στο κύπελλο (λήμμα πρωτάθλημα).

Ο αγώνας έληξε 2-0 υπέρ του ΠAOK (λήμμα υπέρ, με επιτόπου ερμηνεία «νίκησε ο ΠAOK»).

Η συχνή αναφορά στον ΠΑΟΚ από μόνη της μπορεί να υποδηλώνει συμπάθεια, η οποία πάντως φαίνεται κυρίως στα παραδείγματα που ανήκουν στο δεύτερο σύνολο (λήμματα επικίνδυνος, κάτοχος, κεραυνός, κορυφή, πρωτάθλημα, υπέρ). Στα περισσότερα από τα προαναφερθέντα παραδείγματα μάλιστα αναφέρεται μόνο ο ΠΑΟΚ και όχι ζεύγος ομάδων, πράγμα που θα μετρίαζε την εντύπωση της συστηματικής προβολής και υποστήριξης συγκεκριμένης ομάδας από το ΛΚΝ. Στις περιπτώσεις αυτές, η αποφυγή της αναφοράς σε συγκεκριμένα ονόματα θα μπορούσε να έχει εξασφαλιστεί με χρήση λέξεων όπως οι γηπεδούχοι, οι φιλοξενούμενοι, οι πρωταθλητές κ.ά. Και οπωσδήποτε είναι υπερβολικό να εμφανίζεται τόσες φορές στα παραδείγματα χρήσης ενός λεξικού το όνομα της ίδιας ομάδας.

Ας σημειωθεί ακόμη ότι στα λήμματα γήπεδο του ΛΚΝ και περίπατος του ΛΝΕΓ υπάρχουν παραδείγματα που μιλάνε υπέρ του Ολυμπιακού, πράγμα που επίσης θα μπορούσε να αποφευχθεί:

Όταν ο Oλυμπιακός παίζει στο γήπεδό του είναι ανίκητος (ΛΚΝ, λήμμα γήπεδο).

Το ντέρμπι εξελίχθηκε σε περίπατο τού Ολυμπιακού (ΛΝΕΓ, λήμμα περίπατος).

Επιπροσθέτως, στο λήμμα όμιλος του ΛΚΝ αναφέρεται μόνο ο Παναθηναϊκός ως παράδειγμα (αθλητικού) ομίλου, ενώ στο λήμμα θύρα του ΛΝΕΓ μόνο η θύρα 13 και η θύρα 4, με τη σημασία των οργανωμένων οπαδών του Παναθηναϊκού και του ΠΑΟΚ:

Παναθηναϊκός Aθλητικός Όμιλος (ΛΚΝ, λήμμα όμιλος).

θύρα 13 (οι οπαδοί του Παναθηναϊκού), θύρα 4 (οι οπαδοί του ΠΑΟΚ) κ.λπ. (ΛΝΕΓ, λήμμα θύρα).

Και στην περίπτωση του ομίλου και στην περίπτωση της θύρας, καλό θα ήταν να καταγράφονταν ένα-δυο ακόμη παραδείγματα ομάδων. Με βάση τα αρχικά του, όμιλος λ.χ. είναι και ο ΠΑΟΚ, που θα μπορούσε να αναφερθεί πλάι στον Παναθηναϊκό. Επίσης, εκτός από τις θύρες 13 και 4, θα μπορούσαν να καταγραφούν ως παραδείγματα η θύρα 7 (του Ολυμπιακού) και η 21 (της ΑΕΚ). Γενικά, συνιστάται να αποφεύγεται μέσω ενός λεξικογραφικού παραδείγματος η αναφορά σε μία μόνο ομάδα ή η  –χωρίς σαφή κριτήρια επιλογής– αναφορά σε δυο-τρεις ομάδες. Είναι προτιμότερο να διευρύνεται  –όσο το δυνατόν– το φάσμα των παραδειγμάτων, γιατί η επιλεκτική αναφορά σε μία ομάδα (ή σε ορισμένες ομάδες) μπορεί να δώσει την εντύπωση ότι ο λεξικογράφος τρέφει συμπάθεια γι’ αυτήν (ή γι’ αυτές), πράγμα που υπονομεύει την αντικειμενικότητα του λεξικού. Ας σημειωθεί ότι στην πρώτη έκδοση του ΛΝΕΓ δεν καταγράφονταν τα παραδείγματα χρήσης της θύρας (ως οργανωμένων οπαδών) τα οποία έχουν περιληφθεί στη δεύτερη έκδοση του λεξικού. Στη πρώτη έκδοση, του 1998, καταγραφόταν μόνο το η θύρα 7 του Ολυμπιακού. Στη δεύτερη, όπως είδαμε, παρατίθενται τα σχετικά με τις θύρες 13 και 4  –  ομοίως και στην τρίτη έκδοση του λεξικού, του 2008, αλλά και στην τέταρτη, του 2012. Δεν θα έπρεπε να καταγραφεί ως παράδειγμα μόνο η θύρα 7, αλλά δεν χρειαζόταν να αφαιρεθεί και να αντικατασταθεί με τις θύρες 13 και 4. Με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν, προτιμότερο θα ήταν να συμπληρωθεί το παράδειγμα της 7 με δυο-τρία ακόμη, όπως της 13, της 21 και της 4.

Από την άλλη, η καταγραφή λεξικογραφικών παραδειγμάτων με αναφορά σε συγκεκριμένα ονόματα ομάδων ή παικτών σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να γίνει δεκτή. Τέτοια παραδείγματα είναι δυνατόν να γίνουν πιο φυσικά και πιο ζωντανά. Όπως μάλιστα έχει γράψει πολύ εύστοχα αναγνώστης γλωσσικού ιστολογίου σε σχετική συζήτηση, στη σημασία «αντιδρώ σε προηγούμενη ενέργεια αντιπάλου, κυρίως ανταποδίδοντάς την» του απαντώ θα μπορούσε να παρατεθεί παράδειγμα όπου αναφέρονται ομάδες, ώστε να αντέχει στον χρόνο και πάντως να διαρκεί περισσότερο από την καριέρα του Φραγκίσκου Αλβέρτη και του Γιώργου Σιγάλα: Η Λίβερπουλ απάντησε στο γκολ της Μάντσεστερ και κατάφερε να ισοφαρίσει. Εδώ πρόκειται για συλλόγους και όχι για παίκτες, επομένως το παράδειγμα δεν είναι εφήμερο. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να γίνει δεκτή και η αναφορά σε συγκεκριμένα ονόματα αθλητών, όχι μόνο ομάδων. Στο λήμμα μπασκετμπολίστας λ.χ. δεν θα ήταν άστοχο το παράδειγμα Ο Νίκος Γκάλης ήταν ο μεγαλύτερος Έλληνας μπασκετμπολίστας όλων των εποχών, το οποίο βέβαια μεταφέρει εγκυκλοπαιδική πληροφορία. Ένα τέτοιο παράδειγμα πάντως είναι προτιμότερο από το Ο Αλβέρτης απάντησε στο τρίποντο του Σιγάλα, το οποίο αναφέρεται σε συγκεκριμένη φάση αγώνα μπάσκετ και έτσι δεν έχει διαχρονικό χαρακτήρα, καθώς και από το O Aσάνοβιτς, μια από τις πιο καλές μεταγραφές του Παναθηναϊκού, το οποίο δεν αναφέρεται σε τόσο σπουδαίο και γνωστό αθλητή, όσο ο Νίκος Γκάλης. Επίσης, για να είναι φυσικό και ζωντανό ένα παράδειγμα χρήσης από τον χώρο του αθλητισμού, μπορεί να επιλεγεί ένα πολύ συχνό επώνυμο στη νεοελληνική γλώσσα, όπως είναι λ.χ. το Παπαδόπουλος. Είναι αξιοσημείωτο μάλιστα, αν και άσχετο με τα αθλητικά, ότι το ΛΝΕΓ στην πρώτη σημασία του λήμματος ζεύγος («τα δύο άτομα που αποτελούν ζευγάρι») καταγράφει και το παράδειγμα το ζεύγος Παπαδοπούλου, ενώ παρόμοιο παράδειγμα εντοπίζεται και στο λήμμα όψη, ειδικότερα σε υποσημασία του εσωτερικού λήμματος υπ’ όψιν / υπόψη («ως σημείωση σε φάκελο, φαξ, επιστολή, που δηλώνει ποιος θα ασχοληθεί με αυτό»): «Τα δικαιολογητικά πρέπει να κατατεθούν σε φάκελο στη Γραμματεία τής Σχολής (υπ’ όψιν κυρίας Παπαδοπούλου)» (εφημ.[ερίδα]).

Ένα ακόμη θέμα που θα αναφέρουμε είναι η καταγραφή συμφράσεων (ή συνάψεων), που συχνά παρουσιάζονται στα λεξικά μαζί με τα προτασιακά παραδείγματα. Θα μπορούσαν σε λήμματα όπως μπακ και χαφ να παρατεθούν οι συμφράσεις αριστερό / δεξί μπακ, κεντρικό/πλάγιο μπακ, μπακ-χαφ (για το λήμμα μπακ) και αριστερό / δεξί χαφ, κεντρικό / πλάγιο χαφ, μπακ-χαφ (για το λήμμα χαφ). Πρόκειται για αυθεντικά παραδείγματα, που μπορούν να αντληθούν από corpus σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, καθώς και από το διαδίκτυο. Από αυτά, το ΛΚΝ παραθέτει στο λήμμα μπακ τα αριστερό / δεξιό μπακ, σημειώνει όμως και το μεσαίο μπακ, που δεν λέγεται συνήθως –η συνηθέστερη σύμφραση είναι κεντρικό μπακ. Το ίδιο λεξικό στο λήμμα χαφ καταγράφει εύστοχα τα δεξιό / αριστερό χαφ. Το ΛΝΕΓ στο λήμμα μπακ δίνει το μόνο πλάγιος μπακ, ενώ στο λήμμα χαφ δεν καταγράφει παράδειγμα χρήσης.

Τέλος, είναι λεξικογραφικά σωστό να υπάρχουν ως λήμματα σε ένα λεξικό όλες οι λέξεις που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο ενός παραδείγματος χρήσης μιας λέξης ή φράσης (και ενός ορισμού σημασίας, βέβαια). Είναι λάθος να περιλαμβάνεται σε ένα λεξικογραφικό παράδειγμα μια λέξη που παραμένει ανερμήνευτη στο ίδιο λεξικό, εφόσον το παράδειγμα αυτό αποσκοπεί στο να φωτίσει τη σημασία μιας λέξης ή φράσης. Ένα τέτοιο παράδειγμα εντοπίζεται στο λήμμα νοκ-άουτ του ΛΝΕΓ, ειδικότερα στην πρώτη σημασία, που αφορά την πυγμαχία: τον έβγαλε νοκ άουτ μ’ ένα δεξί ντιρέκτ. Δεν περιλαμβάνεται στο λημματολόγιο του συγκεκριμένου λεξικού το ντιρέκτ.

5) Συμπεράσματα

Από την έρευνα της αθλητικής ορολογίας στα νεοελληνικά λεξικά διαπιστώνουμε ότι τα σχετικά λήμματα εμφανίζουν ορισμένες αδυναμίες, κυρίως με την έννοια ότι ομοειδή ζητήματα έχουν αντιμετωπιστεί με διαφορετικούς τρόπους. Με τους όρους αυτούς, ο λεξικογράφος θα πρέπει να επιμείνει στην περιγραφή της γλωσσικής πραγματικότητας, όποια και αν είναι αυτή, κάνοντας χρήση σύγχρονων λεξικογραφικών εργαλείων, όπως είναι τα ηλεκτρονικά σώματα κειμένων ή, όταν αυτά δεν είναι διαθέσιμα, οι διαδικτυακές μηχανές αναζήτησης. Όπως και σε άλλα θέματα, έτσι και στην αθλητική ορολογία το λεξικό θα πρέπει να αποτυπώνει όσο το δυνατόν πιο πιστά τη γλωσσική πραγματικότητα. Παράλληλα, ο συντονιστής του λεξικού είναι αναγκαίο να συνεργάζεται με ειδικούς στον χώρο του αθλητισμού ή έστω με λεξικογράφους που διαθέτουν ικανοποιητικές γνώσεις στον τομέα αυτό, ώστε να εξασφαλίζεται η απαραίτητη συνοχή στην επιλογή των όρων που θα συμπεριληφθούν στο λημματολόγιο του λεξικού, αλλά και η ορθότητα των πληροφοριών που παρέχονται.

(1) Η μη απόδοση των φθόγγων [i] και [o] με τα απλούστερα δυνατά <ι> και <ο> δεν περιορίζεται στους αθλητικούς όρους. Για παράδειγμα η μπίρα, που προέρχεται από το βενετικό bira ή το ιταλικό birra και ανάγεται στο γερμανικό Bier, πολύ συχνά γράφεται στα ελληνικά <μπύρα>.

(2) Το ΝΕΛ στο λήμμα ταμπλό δεν καταγράφει σημασία ή υποσημασία που να αφορά το μπάσκετ.

(3) Αξιοσημείωτη είναι και μία ακόμη περίπτωση μη απλοποιημένης γραφής αθλητικού όρου. Το <λίμπερο> εμφανίζεται στο διαδίκτυο, αν και λιγότερο συχνά, και ως <λύμπερο>. Είναι πιθανόν εδώ να έχει ασκήσει κάποια επίδραση η συνηθέστερη γραφή ιταλογενών επωνύμων όπως <Λυμπέρης>, <Λυμπερόπουλος> κ.ά. (έναντι της λιγότερο συχνής <Λιμπέρης>, <Λιμπερόπουλος> κ.ά.), τα οποία συνδέονται ετυμολογικά με το λίμπερο.

(4) Για την ακρίβεια, λίμπερο υπάρχει και στο βόλεϊ, καθώς και στο χόκεϊ επί πάγου, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, αλλά είναι αμφίβολο αν σε ένα γενικό λεξικό πρέπει να δίνονται τόσο εξειδικευμένες πληροφορίες.

Ομοίως, το δοκάρι, η εστία και το κόρνερ δεν αφορούν μόνο το ποδόσφαιρο, αλλά λ.χ. και το πόλο.

Και το ΛΚΝ και το ΛΝΕΓ στα αντίστοιχα λήμματα περιορίζουν το δοκάρι, την εστία και το κόρνερ στο ποδόσφαιρο. Το ίδιο έχει γίνει στο ΛΚΝ, στα λήμματα γκολ και τέρμα, καθώς και στο ΛΝΕΓ, στο λήμμα γκολπόστ.

Διάφορα αθλήματα αφορούν και οι παρακάτω αθλητικοί όροι: τάιμ άουτ και κλέψιμο.

Από έρευνα στα λεξικά διαπιστώθηκαν γι’ αυτούς τα εξής:

Το ΛΚΝ κακώς περιορίζει το τάιμ άουτ στο μπάσκετ και το βόλεϊ (υπάρχει τάιμ άουτ π.χ. και στο πόλο), ενώ το ΛΝΕΓ στο ίδιο λήμμα σωστά προσθέτει το λ.χ.  – γράφει μεταξύ άλλων: «λ.χ. μπάσκετ, βόλεϊ».

Το ΛΝΕΓ στο λήμμα κλέψιμο κάνει λόγο για ποδόσφαιρο και μπάσκετ, ενώ προσθέτει εύστοχα το κ.λπ.  – γράφει μεταξύ άλλων: «στο ποδόσφαιρο, στο μπάσκετ κ.λπ.». Υπάρχει κλέψιμο π.χ. και στο χάντμπολ.

Αλλά και τα βαζέλας / βάζελος και γαύρος, που απαντούν στην αργκό των οπαδών και δηλώνουν τον οπαδό του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού αντίστοιχα, δεν αφορούν μόνο το ποδόσφαιρο. Το ΛΝΕΓ, το μόνο λεξικό που τα καταγράφει, τα εντάσσει στην ποδοσφαιρική αργκό. Ας σημειωθεί επ’ ευκαιρία ότι το βάζελος λέγεται πλέον συνηθέστερα από το βαζέλας, γι’ αυτό είναι σωστό να σημειωθεί πρώτο. Στο ΛΝΕΓ πρωτεύουσα θέση έχει το βαζέλας και δευτερεύουσα το βάζελος.

Τέλος, η φράση η εσχάτη των ποινών με τη σημασία του πέναλτι δεν χρησιμοποιείται μόνο στο ποδόσφαιρο, αλλά σε κάθε άθλημα όπου υπάρχει πέναλτι, π.χ. και στο χάντμπολ. Το ΛΚΝ στο λήμμα ποινή και το ΛΝΕΓ στο λήμμα έσχατος, όμως, αντιμετωπίζουν τη συγκεκριμένη φράση σαν να είναι αποκλειστικά ποδοσφαιρικός όρος.

(5) Ως προς τους ελληνογενείς αθλητικούς όρους, το ΝΕΛ καταγράφει τα καλαθόσφαιρα/καλαθοσφαίριση, πετόσφαιρα, αντισφαίριση, υδατόσφαιρα, καθώς και το οπισθοφύλακας, χωρίς υφολογικούς χαρακτηρισμούς.

(6) Αφύσικο –και γι’ αυτό μάλλον επινοημένο– παράδειγμα είναι λ.χ. το εξής: Tα φοβερά καρφώματα του επιθετικού παίχτη […] εντυπωσίασαν (ΛΚΝ, λήμμα κάρφωμα). Το παράδειγμα αυτό προφανώς αφορά το ποδόσφαιρο, όπου υπάρχει σαφής διάκριση επιθετικών και αμυντικών παικτών – και όχι απλώς επιτιθεμένων και αμυνομένων. Προκειμένου για το άθλημα αυτό, όμως, δεν είναι δυνατόν να ειπωθεί αυθόρμητα τα καρφώματα του επιθετικού παίχτη.

Παρόμοια σχόλια μπορούν να γίνουν και για το παράδειγμα Άρχισε το νέο ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα· οι ομάδες εξορμούν για την κατάκτηση του τίτλου (ΛΚΝ, λήμμα εξορμώ). Δεν λέγεται αυτό στο ποδόσφαιρο. Και μάλιστα μπορεί κανείς να βεβαιωθεί ότι πρόκειται για αφύσικο παράδειγμα, αν σκεφτεί ότι ελάχιστες ομάδες είναι τόσο ισχυρές, ώστε να έχουν πιθανότητες να κατακτήσουν ένα πρωτάθλημα. Άρα, δεν είναι δυνατόν να ειπωθεί μετά την έναρξη του πρωταθλήματος ότι οι ομάδες (έτσι γενικά και αόριστα, σαν να πρόκειται για το σύνολο των ομάδων) εξορμούν για την κατάκτηση του τίτλου.

Άλλα παραδείγματα που φαίνονται αφύσικα–μη αυθεντικά είναι τα εξής:

Ο αγώνας μπάσκετ πάει στην παράτα (= παράταση, σε λαϊκό ύφος) (ΛΝΕΓ, λήμμα παράτα2).

Ξενίζει εδώ η συνύπαρξη των υφολογικά αταίριαστων μεταξύ τους αγώνας μπάσκετ και παράτα.

Επίσης:

Έστειλε την μπάλα στο κέντρο του γηπέδου με ψηλοκρεμαστό σουτ (ΛΚΝ, λήμμα ψηλοκρεμαστός).

Ένας παίκτης στέλνει την μπάλα στο κέντρο του γηπέδου με μπαλιά, όχι με σουτ.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

[1] Ανδρουλάκης Γ., «Αθλητική ορολογία και ελληνική γλώσσα: δανεισμός, συγκρίσεις με άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες, προβλήματα, προτάσεις», στο Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία – Ανακοινώσεις 1ου Συνεδρίου, Αθήνα, ΕΛΕΤΟ, 1997, 337-347.

[2] Kριαράς Ε. 1995: Νέο ελληνικό λεξικό. Λεξικό της σύγχρονης ελληνικής δημοτικής γλώσσας (Αθήνα:Εκδοτική Αθηνών).

[3] Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών / Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη 1998: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης).

[4] Μπαμπινιώτης Γ. 2008: Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας. Με σχόλια για τη σωστή χρήση των λέξεων (Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας – α΄ έκδοση: 1998, β΄ έκδοση: 2002,  γ΄έκδοση: 2008, δ΄ έκδοση: 2012).

[5] Τράπαλης Γ. 2003: «Πρακτικά προβλήματα νεοελληνικής λεξικογραφίας», Παλίμψηστον 173, 173-198.

[6] Ιορδανίδου Ά. 2004: «Η ορολογία στα λεξικά γενικής γλώσσας», στο Κατσογιάννου, Μ. &amp; Ευθυμίου Ε. (επιμ.): Ελληνική ορολογία: έρευνα και εφαρμογές (Αθήνα: Καστανιώτης), 232, 221-242.

[7] Κριαράς Ε. 1992: Η γλώσσα μας. Παρελθόν και παρόν (Θεσσαλονίκη).

[8] Καλιόρης Γ. 1998: «Το λεξικό Μπαμπινιώτη», Νέα Εστία 1706, 1056-1082.

[9] ΛΚΝ, Εισαγωγή, ιθ΄.

[10] Mackridge P. 2001: «Review of Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας [ΛΝΕΓ] &amp; Λεξικό της Kοινής Νεοελληνικής [ΛΚΝ]», Journal of Greek Linguistics 258, 254-259.

[11] Bergenholts, H. &amp; Tarp, S. 1995: Manual of Specialized Lexicography (John Benjamins).

[12] Jackson H. 2002: Lexicography. An introduction (London:Routledge).

[13] Landau S. 1989 [2001(2)]: Dictionaries. The art and craft of lexicography (Cambridge:Cambridge University Press).

[14] Οικονομίδης Α., Λεξικό αγγλοελληνικό ποδοσφαιρικών όρων, υπό έκδοση.

Advertisements