ΘΕΜΑΤΑ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΚΑΙ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑΣ

08/12/2011

Χαρακτηριστικά παραδείγματα ερασιτεχνισμού στον χώρο της θεωρίας της γλώσσας και, ειδικότερα, της ετυμολογίας που θα μας απασχολήσουν εδώ είναι: η ιδεολογική στάση έναντι του Κρατύλου· επίσης, η προβολή διαφόρων επιχειρημάτων με τα οποία υποστηρίζονται οι ετυμολογίες του συγκεκριμένου έργου και αμφισβητείται η συμβατικότητα του γλωσσικού σημείου, δηλ. η μία από τις δύο αρχές που διακρίνουν την επιστημονική από τη μη επιστημονική φάση στην ετυμολόγηση των λέξεων.

Ο αβάσιμος ισχυρισμός ότι η Ελληνική είναι «η μόνη μη συμβατική γλώσσα του κόσμου, η μόνη γλώσσα δηλαδή που παρουσιάζει αιτιώδη σχέση μεταξύ του σημαίνοντός της (λέξεως) και του σημαινομένου της (του πράγματος που ονομάζει η λέξη)» έχει προβληθεί για την αναίρεση της ινδοευρωπαϊκής θεωρίας, ενώ για την Ελληνική έχει υποστηριχθεί από τον ίδιο ατυχώς και ότι «είναι η πρώτη και η μόνη δημιουργηθείσα γλώσσα του ανθρωπίνου είδους, από την παραφθορά της οποίας απέρρευσαν οι συμβατικές γλώσσες (δηλαδή αυτές όπου υπάρχει αναιτιώδης σχέση μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου), όπως είναι όλες ανεξαιρέτως οι λοιπές γλώσσες του πλανήτη». Στο πρώτο μέρος της εργασίας μας, φαίνεται ότι αυτοί οι ισχυρισμοί δεν έχουν κανένα επιστημονικό-γλωσσολογικό υπόβαθρο. Αναλυτικά:

Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΤΑΣΗ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΩΝ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΥΛΟΥ
Με αφορμή την αναθεώρηση από τη σύγχρονη γλωσσολογία των ετυμολογιών του πλατωνικού Κρατύλου, ο φιλόλογος Απόστολος Τζαφερόπουλος (εφημ. Ελληνική Αγωγή, φύλλο Νοεμβρίου 1999) έχει διατυπώσει δύο ιδεολογικές απόψεις. Σύμφωνα με την πρώτη, ο Κρατύλος του Πλάτωνα, εφόσον είναι ένα τόσο αξιόλογο αρχαιοελληνικό κείμενο, δεν μπορεί να δίνει αντιεπιστημονικές ετυμολογικές πληροφορίες, όπως διδάσκει η σύγχρονη γλωσσολογία. Πράγματι, ο Κρατύλος αποτελεί πολύτιμο κείμενο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, γιατί αποκαλύπτει έντονο προβληματισμό και περιλαμβάνει ενδιαφέρουσες φιλοσοφικές θέσεις για τη γλώσσα. Το συγκεκριμένο έργο είναι αξιόλογο φιλοσοφικό κείμενο, που πραγματεύεται ένα σημαντικό θέμα, το είδος της σχέσης που συνδέει τα ονόματα και τα πράγματα, δηλ. τον φυσικό ή συμβατικό χαρακτήρα της σχέσης αυτής. Ο πλατωνικός αυτός διάλογος, όμως, δεν έχει την αξία ειδικού γλωσσολογικού εγχειριδίου, που μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστη πηγή ετυμολογικών πληροφοριών· η αξία του είναι γενικότερη, αφού ένα αρχαίο κείμενο δεν αξιολογείται μόνο με βάση την επιστημονική του εγκυρότητα ή την απόκλισή του από γλωσσολογικά διδάγματα, που εμφανίστηκαν τον 19ο και τον 20ό μόλις αιώνα. Για τις εσφαλμένες ετυμολογίες που απαντούν σε μερικά αρχαία κείμενα, ο Χατζιδάκις (1977: 127) επισημαίνει μάλιστα:

«ἄν τις θελήσῃ να λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ταῦτα συνέβαινον ὅτε οὔτε τὰ μέρη τοῦ
λόγου εἶχον διακριθῆ οὔτε αἱ καταλήξεις, πτωτικαί, προσωπικαί, παραγωγικαὶ κ.λπ. οὔτε ῥίζαι ἢ θέματα, οὔτε χρόνοι ἢ συζυγίαι ἢ ἐγκλίσεις κ.λπ. κ.λπ. εἶχον
διευκρινηθῆ, τ.ἔ. ὅτε ἡ γραμματική ἦτο ἔτι ἐν τοῖς σπαργάνοις, τότε μᾶλλον θὰ
θαυμάσῃ διὰ τὸ γλωσσικὸν διαφέρον ἐκείνων […]. Μομφῆς ἄξιοι θὰ φανῶσιν εἴς τινα μᾶλλον οἱ μετέπειτα Γραμματικοί, οἵτινες εἰ καὶ ἡ γραμματικὴ ἐπ’αυτῶν εἶχε καλλιεργηθῆ καὶ ἀναπτυχθῆ, οὐχ ἧττον ἐπὶ αἰῶνας ἐξηκολούθουν διαστρέφοντες καθ’ ὅμοιον πάντοτε τρόπον τὰ τῆς γλώσσης».

Συν τοις άλλοις, όπως επισημαίνει ο Robins (1989: 42), θα ήταν άδικο να μην ειπωθεί ότι ο Πλάτων πολλές φορές αστειεύεται, όταν δίνει μερικές από τις ετυμολογίες του Κρατύλου. Το να λεχθεί πάντως η επιστημονική αλήθεια, ότι δηλ. αυτό το αξιόλογο, κατά τα άλλα, φιλοσοφικό κείμενο δεν δίνει σωστές ετυμολογίες, δεν υποτιμά σε καμιά περίπτωση τη σημασία του ούτε το μέγεθος του δημιουργού του. Εδώ ταιριάζει να παρατεθούν όσα έγραψε ο Χατζιδάκις (1924: 132) με άλλη αφορμή, τις επιθέσεις που είχε δεχθεί «διὰ κακῶς νοουμένην φιλοπατρίαν», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, όταν δίδαξε την επιστημονική αλήθεια ότι η προφορά της Αρχαίας ήταν πολύ διαφορετική από τη σημερινή προφορά της Ελληνικής:

«[…] καιρὸς εἶναι πλέον νὰ λήξῃ ἡ τῶν ἀτόπων ὑπεράσπισις, νὰ πεισθῶμεν δὲ πάντες ὅτι καὶ περὶ τούτων ὡς καὶ περὶ παντὸς ἄλλου ἡ αλήθεια πρέπει νὰ λέγηται καὶ ὅτι αὕτη οὐ μόνον δὲν βλάπτει ἀλλὰ κατ’ ἀλήθειαν καὶ τιμᾷ καὶ
σῴζει».

Για τον πλατωνικό Κρατύλο διαφωτιστικά είναι και τα έργα (εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια) του Γιώργου Κεντρωτή, καθηγητή Θεωρίας της Μετάφρασης στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου, και του αείμνηστου ποιητή Ηλία Λάγιου (από τις εκδόσεις Πόλις και Ζαχαρόπουλου αντίστοιχα).

Σύμφωνα με μια δεύτερη ιδεολογική άποψη του Aπόστολου Tζαφερόπουλου, ο Πλάτων, οι Στωικοί κ.ά. ερμήνευσαν σωστά την προέλευση διαφόρων λέξεων της Ελληνικής, γιατί «βίωναν τή γλῶσσα πιό ἄμεσα καί κοντύτερα στίς ρίζες της». Κάτι παρόμοιο έχει γράψει και ο Άδωνις Γεωργιάδης (εφημ. Ελληνική Αγωγή, φύλλο Νοεμβρίου 1999), ότι δηλ. οι αρχαίοι μας πρόγονοι έχουν εκφράσει αξιόπιστες απόψεις για τη γλώσσα, γιατί «καί πιό κοντά στήν Γένεσι τῆς γλώσσης μας βρίσκονταν καί πολύ καλύτερη αἴσθησι τοῦ Ἑλληνικοῦ Λόγου εἶχαν». Ωστόσο, για κάθε γλωσσολόγο και ενημερωμένο γλωσσολογικά φιλόλογο, η άποψη ότι οι Αρχαίοι ετυμολογούσαν σωστά τις λέξεις της Ελληνικής, γιατί βρίσκονταν πιο κοντά από εμάς στις ρίζες της, δεν έχει, βεβαίως, καμία επιστημονική βάση. Ο Χατζιδάκις και πάλι (1905: 96- 98), αντικρούοντας αυτό που δίδασκαν άλλοτε μερικοί ετυμολόγοι, ότι δηλ. ο λαός κάποτε είχε «συνείδησιν τῶν ἀρχαίων ῥιζῶν», γράφει μεταξύ άλλων τα εξής:

«[…] τούτοις θὰ ἐπίστευον προθύμως, ἄν τις ἠδύνατο νά με πείσῃ, τίς ἦτο ἡ
Ἑλληνική γενεά, ἥτις ὑπὸ τῶν μητέρων αὐτῆς ἀντὶ λέξεων ὅλων ἑτοίμων καὶ κλιτῶν ἐδιδάχθη ῥίζας· πότε ἔζη ἡ γενεὰ ἐκείνη ἥτις εἶχεν ἀκόμη συνείδησιν τῶν ἀρχαίων ῥιζῶν; […] Πᾶς ἐπί μικρόν ἐπιστήσας τούτοις τὸν νοῦν νοεῖ ὅτι ἡμεῖς οὐδέν γινώσκομεν περὶ ῥιζῶν καὶ τελῶν καὶ καταλήξεων, ἂν μὴ διδαχθῶμεν τὴν Γραμματικήν. […] Οὐδέποτε ὁ ἄνθρωπος ἐλάλησε διὰ ῥιζῶν. […] Ἡ περίοδος τῶν ῥιζῶν εἶναι καθαρὰ φαντασιοπληξία. […] Ὅσα ἡμεῖς σήμερον κατ’ ἀφαίρεσιν σχηματίζομεν καὶ ὀνομάζομεν ῥίζας, εἶναι οὐδέν ἄλλο ἢ ἁπλᾶ Γραμματικῶν παρασκευάσματα νοούμενα κατὰ συνθήκην».

Επομένως, είναι αντιεπιστημονική η άποψη ότι οι αρχαίοι Έλληνες, και ειδικότερα ο Πλάτων, ετυμολογούσαν σωστά τις λέξεις της Ελληνικής, επειδή δήθεν ήταν κοντύτερα στις ρίζες της. Η γνώση των ριζών προκύπτει από την επιστημονική διδασκαλία της Ιστορικής Γραμματικής μιας γλώσσας. Τα γραφόμενα από τον Χατζιδάκι στο προαναφερθέν χωρίο και αλλού (1905: 3, 1915α: 499) πείθουν ότι το επιχείρημα αυτό περί ριζών, που προέβαλε o Απόστολος Τζαφερόπουλος, για να υποστηρίξει τις ετυμολογίες του Κρατύλου, είναι αβάσιμο, όπως αβάσιμα είναι και τα γραφόμενα από τον εκδότη της Ελληνικής Αγωγής Άδ. Γεωργιάδη περί γενέσεως της γλώσσας, που προαναφέρθηκαν.* Tι θα πει ότι οι αρχαίοι Έλληνες ήταν πιο κοντά στη δημιουργία της γλώσσας και διέθεταν πολύ καλύτερη αίσθηση του ελληνικού λόγου; Η ερασιτεχνική προσέγγιση της γλώσσας φαίνεται και από την αοριστολογία που χαρακτηρίζει μερικούς ισχυρισμούς.

* Ένας βασικός λόγος για τον οποίον οι Αρχαίοι παρετυμολογούσαν τις λέξεις της Ελληνικής και δεν ανάγονταν στις πραγματικές τους ρίζες ήταν η έλλειψη επαφής με διάφορες ξένες γλώσσες. Ο αρχαίος ελληνικός κόσμος είχε μιαν αυτάρκεια, που δεν καθιστούσε αναγκαία τη γνώση ξένων γλωσσών, όπως συμβαίνει σήμερα. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα αναφέρει ο Φαναριώτης λόγιος Σκαρλάτος Βυζάντιος (1852(2): ε), του οποίου, βεβαίως, τη φιλοπατρία δύσκολα θα αμφισβητούσε κανείς: «ἀναγινώσκοντες τὸν Κρατύλον, ἐνεθυμήθημεν πολλάκις τίνες ἄν ἤθελον καταστῇ οἱ πρωτότυποι ἐκείνοι ἄνδρες, οἱ Πλάτωνες, οἱ Αριστοτέλεις, οἱ Ἱπποκράτεις, ἐὰν ἐγνώριζον καὶ ἐσπούδαζον τὰς διαλέκτους [ενν. τις γλώσσες] τῶν συγχρόνων αὐτοῖς βαρβάρων, καθώς ’τοὺς ἔλεγον, καὶ μέχρι τίνος ἤθελον προαγάγῃ τὴν περί θεωρίας τῶν γλωσσῶν ἐπιστήμην, ἐὰν ἐξῆγον τὰ συμπεράσματά των ἐκ τῆς ἀντιπαραθέσεως αὐτῶν πρὸς ἀλλήλας, κατὰ τὸ σημερινὸν σύστημα τῆς Linguistique [γλωσσολογίας]. Ἀλλ’ εἰς τοὺς χρόνους ἐκείνους ὁ δίγλωσσος ἄνθρωπος ἦτον εὕρημα σπανιώτατον».

 

ΟΙ ΗΧΟΜΙΜΗΤΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
Προκειμένου να αποδείξει ότι η σχέση σημασίας και μορφής των λέξεων είναι φυσική, ο Απόστολος Τζαφερόπουλος στο ίδιο άρθρο του επικαλείται τις ηχομιμητικές λέξεις.

Προηγουμένως, όμως, προέβαλε το δημαγωγικό επιχείρημα ότι «ἡ γλῶσσα δέν πλάσθηκε μέσα σέ ἐργαστήρια γλωσσολόγων, ἀλλά μέσα στή φύσι»! Η γλώσσα, βεβαίως, δεν δημιουργήθηκε από γλωσσολόγους σε εργαστήρια, αλλά συνήθως οι γλωσσολόγοι κατέχουν τα γνωστικά εφόδια, ώστε να ετυμολογούν με έγκυρο τρόπο. Και αυτό μας ενδιαφέρει εδώ, ποια είναι η σωστή ετυμολογική μέθοδος. Το ότι πλάστηκε στη φύση η γλώσσα δεν αποδεικνύει ότι σημασίες και μορφές συνδέονται μεταξύ τους με φυσικό τρόπο. Αλλά για τον αβάσιμο ισχυρισμό ότι η σχέση σημασίας και μορφής των λέξεων σε μια γλώσσα –και μάλιστα ειδικά στην Ελληνική– είναι φυσική θα γίνει λόγος και στη συνέχεια της εργασίας.

Τα παραδείγματα ηχομιμητικών λέξεων που παραθέτει ο Απόστολος Τζαφερόπουλος είναι αυτά των λέξεων βροντή, μυκῶμαι και μηκῶμαι, κρατήρ, δοῦπος. Κατ’ αρχάς, η λ. κρατήρ δεν συγκαταλέγεται καν στις ηχομιμητικές, όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια. Γενικά, όμως, η συμβατικότητα του γλωσσικού σημείου δεν αναιρείται από την ύπαρξη ηχομιμητικών και επιφωνηματικών στοιχείων, όπως είναι, π.χ., τα γαβγίζω, βρεκεκεκέξ κοάξ κοάξ, ε ;, εε…, μπα κ.λπ. Μερικά από αυτά, μολονότι λειτουργούν ως σύμβολα, ως στοιχεία δηλ. που εμφανίζουν φυσική και όχι αιτιακή σχέση σημαινομένου- σημαίνοντος, δεν αντικρούουν τον εν γένει συμβατικό χαρακτήρα του σημείου για τους ακόλουθους λόγους (Saussure 1979: 103- 104):

α) τα εν λόγω στοιχεία αντιπροσωπεύουν πολύ μικρό αριθμό λέξεων σε σχέση με τον λεξιλογικό πλούτο που μπορεί να διαθέτει μια γλώσσα. Ο αριθμός τους μάλιστα γίνεται ακόμη μικρότερος, εφόσον η επιστημονική ετυμολογία αποκαλύπτει ότι ορισμένες λέξεις δεν είναι στην πραγματικότητα ηχομιμητικές, όπως θα μπορούσε να φανταστεί κανείς: το αρχ. κρατήρ, π.χ., συνδέεται με το ρ. κεράννυμι «αναμειγνύω», ενώ το γαλλ. glas προέρχεται από το λατ. classicum «σάλπιγγα»·

β) οι λέξεις αυτές δεν έχουν χάσει πλήρως τον συμβατικό τους χαρακτήρα, πράγμα που αποδεικνύεται από την ποικιλία που εμφανίζουν σε διάφορες γλώσσες: π.χ. το ελλην. γαβγίζω αντιστοιχεί στο γαλλ. aboyer. Η απόδοση της φωνής των ζώων, άλλωστε, είναι κατ’ανάγκην εν μέρει συμβατική: το αριστοφανικό βρεκεκεκέξ κοάξ κοάξ, για παράδειγμα, αποδίδει μόνο αδρομερώς τη φωνή του βατράχου (Χατζιδάκις 1924(2): 92- 93), αφού άλλωστε δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Επίσης, το επιφώνημα ε ; της Ελληνικής, με το οποίο κάποιος ρωτάει τον συνομιλητή του, όταν δεν άκουσε κάτι, είναι αντίστοιχο με το αγγλ. huh?, ενώ το ελλην. εε…, που δηλώνει δισταγμό, στην Αγγλική είναι hm…Τέλος, το μπα, που εκφράζει εμφατική άρνηση στην Ελληνική, αντιστοιχεί στο αγγλ. nah·

γ) οι ηχομιμητικές λέξεις και τα επιφωνήματα αποτελούν δευτερεύοντα στοιχεία, που δεν παίζουν σπουδαίο ρόλο στα πλαίσια του συστήματος μιας γλώσσας.*

Η φιλόλογος Άννα Τζιροπούλου-Ευσταθίου (Ελληνική Αγωγή, φύλλο Σεπτεμβρίου 1997) προσπαθεί μάλιστα να ετυμολογήσει τα ονόματα των γραμμάτων του αλφαβήτου από την Ελληνική ανατρέχοντας και πάλι στον Κρατύλο · στον πλατωνικό αυτόν διάλογο προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι τα γράμματα του αλφαβήτου δηλώνουν μερικές γενικές σημασίες: το ἄλφα το «μέγεθος», το ἰῶτα τη «λεπτότητα», το ταῦ τη «στάση», το λάμδα το «λείον», το «λιπαρόν» και το «κολλώδες» κ.λπ. Ωστόσο, η γλωσσική επιστήμη διδάσκει ότι ανάμεσα στις σημασίες αυτές και τους αντίστοιχους φθόγγους δεν υφίσταται αιτιακή σχέση. Απόδειξη γι’ αυτό αποτελεί το γεγονός ότι στην Αγγλική τη σημασία του «μεγάλου μεγέθους» δεν δηλώνει μόνο η λέξη large, που περιλαμβάνει το -a-, αλλά και η big, που περιέχει το -i-· επίσης, τη σημασία του «μικρού μεγέθους» εκφράζουν στην ίδια γλώσσα όχι μόνο το little (με -i-), αλλά και το small (με -a-, που αρχικά υπήρχε και στην προφορά της συγκεκριμένης λέξης). Και, φυσικά, δεν έχει την παραμικρή σημασία αυτό που αναρωτιέται ο Τζαφερόπουλος, δηλ. το …«τί μορφή εἶχε ἡ Ἀγγλική κατά τήν ἐποχή τοῦ Πλάτωνος» ή …«τί συνονθύλευμα ἀποτελεῖ ἡ σύγχρονη Ἀγγλική»: το θέμα της σύνδεσης ενός φθόγγου με μια ορισμένη σημασία δεν έχει καμία σχέση με την καλλιέργεια μιας γλώσσας ή τις πηγές του λεξιλογίου της. Η αρχαία Ελληνική ήταν πολύ καλλιεργημένη γλώσσα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι, π.χ., το –ι– δήλωνε αποκλειστικά αυτήν ή εκείνη τη σημασία. Η μέθοδος με την οποία προσεγγίζει αυτά τα θέματα ο Τζαφερόπουλος δεν είναι επιστημονική, εφόσον συγχέει πράγματα άσχετα μεταξύ τους. Αντιεπιστημονική είναι και η μέθοδος του Γεωργιάδη, ο οποίος εντελώς δογματικά ισχυρίζεται ότι μόνο στην Ελληνική συγκεκριμένοι φθόγγοι συνδέονται με συγκεκριμένες σημασίες. Λες και όλες ανεξαιρέτως οι λέξεις της Ελληνικής που περιλαμβάνουν, π.χ., το γράμμα –τ– δηλώνουν …στάση.

*Ο ισχυρισμός που έχει προβληθεί, ότι δηλ. οι πρωταρχικές ρίζες της γλώσσας είναι ηχομιμητικές, είναι αβάσιμος. Κατά τον Robins (1989: 37), «κάθε υπόθεση που θα δεχόταν πως η γλώσσα στα πρώτα της στάδια στηριζόταν στην ονοματοποιία πολύ περισσότερο απ’ όσο σε όποια άλλη γνωστή περίοδο είναι και θα παραμείνει μία υπόθεση ουσιαστικά αναπόδεικτη και δίκαια έγινε αντικείμενο σαρκαστικής κριτικής από τον Max Müller [1823-1900] τον περασμένο αιώνα».

Η «ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΙΤΙΟΤΗΤΑ»
Ο Απόστολος Τζαφερόπουλος (Ελληνική Αγωγή Νοεμβρίου 1999) γράφει επίσης:

«δέν γνωρίζω τί συμβαίνει μέ τούς Ἑλβετούς. Ἀλλά γιά τούς Ἕλληνες ἡ λέξι ἀδελφή δέν εἶναι καθόλου συμβατική, ἀλλά ἔχει αἰτιώδη σχέση μέ τό σημαινόμενο. Ἤδη χωρίς ἀμφιβολία γνωρίζουμε ὅτι εἶναι σύνθετη ἀπό τό – ἀθροιστικό (πβ. κόλουθος, λοχος κ.λπ.) καί δελφύς =μήτρα καί, ἐπομένως, ἀδελφή εἶναι αὐτή πού προέρχεται ἀπό τήν ἴδια μήτρα μέ κάποιον ἄλλο. Δέν εἶναι λοιπόν δυνατόν νά συγκρίνεται ἡ «συμβατική» ἑλβετική [sic, όχι γαλλική!] λέξι soeur μέ τή «σημαντική» λέξι ἀδελφή. Καί γενικώτερα τά ὅσα ἰσχύουν γιά την Ἑλβετική [sic, όχι τη Γαλλική!], δέν εἶναι δυνατόν νά τά ἐπεκτείνουμε σέ μία γλῶσσα ἱστορική καί ἐντελῶς πρωτότυπη, ὅπως εἶναι ἡ Ἑλληνική […]. Ὑπάρχει αἰτιώδης σχέσι μέ τά δελφίς, –ῖνος (), δέλφαξ, –ακος () = μικρός χοῖρος, Δελφοί κ.λπ.».

Μια πρώτη παρατήρηση για τα παραπάνω είναι ότι ο συγκεκριμένος φιλόλογος, ως μη ειδικός, δεν χρησιμοποιεί ακριβή ορολογία: κάνει λόγο για τη (συμβατική ή αιτιώδη) σχέση μιας λέξης με ένα σημαινόμενο (και, βέβαια, το θέμα δεν είναι τυπικό, αλλά oυσιαστικό. Όπως είχε ειπωθεί χαρακτηριστικά κάποτε, η ορολογία δεν υπάρχει για την ορολογία, αλλά γιατί αποτελεί έναν τρόπο να μιλάμε την ίδια γλώσσα, όταν αναφερόμαστε σε διάφορα επιστημονικά θέματα). Στην πραγματικότητα, λοιπόν, υπάρχουν δύο ειδών σχέσεις: πρώτον, η εξωτερική σχέση δηλώσεως, που ενώνει συνολικά το γλωσσικό σημείο με το αντίστοιχο αντικείμενο αναφοράς, και, δεύτερον, η εσωτερική σχέση σημάνσεως, που συνδέει τη σημασία με τη μορφή. Η πρώτη σχέση είναι πράγματι εν μέρει αιτιακή: για παράδειγμα, μια ονομασία μπορεί να συνδέεται αιτιωδώς με το δηλούμενο, εφόσον αποδίδει, π.χ., μία ιδιότητά του. Και στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η συμβατικότητα είναι μεγαλύτερη από την αιτιότητα, αφού το δηλούμενο έχει και άλλες ιδιότητες που δεν εκφράζονται στη συγκεκριμένη ονομασία. Επίσης, στη γλώσσα κατά κανόνα είναι αδύνατη η αναγωγή στη δημιουργία των «πρώτων ονομάτων» και η εξακρίβωση της τυχόν αιτιακής τους σχέσης με τα αντικείμενα αναφοράς× αυτή η αναγωγή συνεπάγεται πέρασμα στον χώρο της «γλωσσογονίας», στον οποίον δεν μπορεί να έχει πρόσβαση ένας επιστήμονας. Ποια η αιτιακή σχέση ονόματος- δηλουμένου σε χιλιάδες περιπτώσεις λέξεων; Τέλος, ακόμη κι αν η εξωτερική σχέση δηλώσεως γινόταν αποδεκτή ως αιτιώδης, η εσωτερική σχέση σημάνσεως, αυτή που απασχολεί τον Saussure, είναι καθαρά συμβατική. Δεν υπάρχει καμία απολύτως αιτία για την οποία η σημασία «μήτρα» στο αρχ. () δελφύς δηλώθηκε με τα συγκεκριμένα φωνήματα και όχι με κάποια άλλα. Ας έλθουμε, όμως, ξανά στη σύνθετη λέξη αδελφή.

Στην πραγματικότητα και χωρίς, βεβαίως, να το υποψιάζεται, ο Απ. Τζ. δεν ανακαλύπτει κάτι καινούργιο με τα γραφόμενά του, αλλά θίγει ένα θέμα πολύ γνωστό στους ειδικούς γλωσσολόγους, τη λεγόμενη «σχετική αιτιότητα», που αφορά στην παραγωγή (λ.χ. αδελφικός, αδελφάκι) και τη σύνθεση (λ.χ. συνάδελφος, ανάδελφος). Πιο συγκεκριμένα, υπήρχε παλαιότερα η εντύπωση ότι σε περιπτώσεις λέξεων που είναι οφθαλμοφανώς παράγωγες ή σύνθετες, η σχέση σημασίας και μορφής δεν είναι συμβατική, αλλά αιτιακή. Ωστόσο, η συμβατικότητα του γλωσσικού σημείου δεν καταρρίπτεται ούτε από τις περιπτώσεις παράγωγων και σύνθετων λέξεων ούτε από την ένταξη του σημείου σε ένα γλωσσικό σύστημα. Κατά τον Saussure (1979: 171- 173), ένα γλωσσικό σημείο μπορεί να θεωρηθεί σχετικά αιτιολογημένο, χωρίς όμως να χάσει πλήρως τον συμβατικό του χαρακτήρα. Για παράδειγμα, η αρχ. λ. ἀδελφός «ομομήτριος», σύνθετη από το αθροιστικό «τὸ ὁμοῦ» και τον τ. *δέλφος που συνδέεται με το αρχ. () δελφύς «μήτρα», εμφανίζει «σχετική αιτιότητα», εφόσον είναι γνωστά τα επιμέρους στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται ως προς τη σημασία και τη μορφή της. Αν εξεταστούν, όμως, τα δύο μέρη του σημείου αδελφός καθ’ εαυτά, θα διαπιστωθεί ότι παραμένουν συμβατικά ως προς τη σχέση σημαινομένου- σημαίνοντος: δεν υπάρχει, για παράδειγμα, καμία αιτιακή σχέση ανάμεσα στη σημασία «τὸ ὁμοῦ» του αθροιστικού α– και το συγκεκριμένο φώνημα /α/ με το οποίο δηλώνεται αυτή. Η εν λόγω σημασία θα μπορούσε να αντιπροσωπεύεται στην αρχαία Ελληνική από κάποιο άλλο φωνολογικό στοιχείο (λ.χ. το /ε/ ή το /ι/), ώστε να μιλάμε για το αθροιστικό ε– ή ι-. Ο τύπος θα μπορούσε δηλ. να μην έχει τη μορφή αδελφός, αλλά *εδελφός ή *ιδελφός. Ακόμη, ο δεσμός που ενώνει τη σημασία «μήτρα» και τα φωνήματα που την αντιπροσωπεύουν στο αρχ. δελφύς δεν είναι σε καμιά περίπτωση φυσικός. Η συγκεκριμένη σημασία θα μπορούσε να είχε δηλωθεί στην Αρχαία με άλλα φωνήματα, λ.χ. με το /μ/ αντί του αρχικού /δ/, με το /α/ αντί του /ε/ κ.λπ. Επίσης, η σύναψη παραδειγματικών, όπως λέγονται, σχέσεων του αρχ. αδελφός με ομόρριζα όπως () δελφίς «το δελφίνι», () δέλφαξ «μικρός χοίρος», Δελφοί κ.λπ., με σύνθετα όπως αδελφοποιτός, αδελφοκτόνος κ.λπ. και με παράγωγα όπως αδελφάκι, αδελφικός κ.λπ. επίσης δεν αναιρεί τη συμβατική σχέση των συστατικών του γλωσσικού σημείου για τον λόγο που προαναφέρθηκε. Για παράδειγμα, η υποκοριστική κατάληξη –άκι στο αδελφάκι δεν συνδέεται αιτιακά με τη «σμίκρυνση», αφού η σημασία αυτή θα μπορούσε κάλλιστα να αντιπροσωπεύεται από κάποια άλλη φωνολογική δήλωση.

Και κάτι ακόμη, που αποτελεί απάντηση σε μια συγκριτική θεώρηση εκ μέρους του Τζαφερόπουλου των γλωσσών με βάση το «είδος» των λέξεων, «σημαντικών» ή «συμβατικών», που χαρακτηρίζουν το λεξιλόγιό τους: η Ελληνική δεν είναι η μοναδική γλώσσα που διαθέτει «σημαντικές» λέξεις έναντι των ξένων γλωσσών που τάχα έχουν μόνο «συμβατικές», κατά την ορολογία του φιλολόγου αυτού. Για παράδειγμα, στην Αγγλική, γλώσσα γερμανικής προελεύσεως, η λ. world «κόσμος» είναι σύνθετη από τα wer «άνθρωπος» και old «ηλικία, ζωή», δηλ., σε ένα πρώιμο στάδιο, world σήμαινε «age of man» [«η ζωή του ανθρώπου»] (βλ. DSS). Άρα, και το αρχαιοελληνικό κόσμος «order», «orderly arrangement» [«τάξη», «εύτακτη διευθέτηση»] (βλ. DSS) και το πρωτογερμανικό world «η ζωή του ανθρώπου» είναι «σημαντικές» λέξεις, για να χρησιμοποιήσουμε και εμείς την ίδια ορολογία.

Και τι σημαίνει άραγε ο ισχυρισμός ότι η Ελληνική είναι «γλῶσσα ἱστορική καί ἐντελῶς πρωτότυπη»;

Όπως φάνηκε ξεκάθαρα από τα προηγούμενα, τα επιχειρήματα που προέβαλε ο φιλόλογος Απόστολος Τζαφερόπουλος, ήδη πολύ γνωστά σε όσους ασχολούνται επιστημονικά με τη γλώσσα, δεν αναιρούν τον συμβατικό χαρακτήρα του σημείου ούτε αποδεικνύουν ότι τάχα η εν λόγω αρχή του Saussure ισχύει για άλλες γλώσσες, αλλά όχι για την Ελληνική. Τα προαναφερθέντα γλωσσολογικά διδάγματα δεν συντελούν σε καμία «απομυθοποίηση της γλώσσας μας». Η ιδιαιτερότητα της Ελληνικής έγκειται σε άλλους παράγοντες (βλ. το Α’, 2.11.) και όχι στην πέρα για πέρα αντιεπιστημονική αρχή ότι είναι η μοναδική γλώσσα στον κόσμο που δεν εμφανίζει συμβατική, αλλά φυσική σχέση σημασίας- μορφής των λέξεων. Η δημαγωγία, που εδώ οφείλεται και σε ελλιπή γνώση του αντικειμένου, δεν αποτελεί δείγμα φιλοπατρίας ούτε τρόπο προβολής της ελληνικής γλώσσας. Επίσης, τα επιστημονικά διδάγματα που προαναφέρθηκαν είναι καθολικώς αποδεκτά στους κύκλους των επιστημόνων και δεν αποτελούν προσωπική υπόθεση αυτού ή εκείνου του γλωσσολόγου, ο οποίος με την αρθρογραφία του «πήρε το μέρος» δήθεν κάποιου ή έθιξε τάχα τον Πλάτωνα. Ακόμη, κανείς ποτέ δεν είπε ότι «οι σοφοί μας είναι άχρηστοι» και «για πέταμα», όπως και πάλι δημαγωγικά συμπεραίνει ο Απ. Τζ. στα πλαίσια επίδειξης δήθεν φιλοπατρίας. Αλήθεια, ο φιλόλογος αυτός γνωρίζει άραγε ότι τη συμβατική προέλευση της γλώσσας δεχόταν όχι μόνο ο Σέξτος Εμπειρικός, αλλά και ο ίδιος ο Αριστοτέλης; Κατά τον μεγάλο φιλόσοφο (Περί ερμηνείας, 2), η γλώσσα δημιουργήθηκε «κατά συνθήκην, ὅτι φύσει τῶν ὀνομάτων οὐδέν ἐστιν» [«κατά σύμβαση, αφού κανένα όνομα δεν έχει δημιουργηθεί με φυσικό τρόπο»] (βλ. και Robins 1989: 37, 65).

Τα προαναφερθέντα αποτελούν απάντηση και στον εκδότη της Ελληνικής Αγωγής Άδ. Γεωργιάδη, ο οποίος σε άρθρο του στην ομώνυμη εφημερίδα (φύλλο Νοεμβρίου 1999) εξίσου δημαγωγικά και «πατριωτικά» συμπεραίνει ότι οι προερχόμενες από την αρχαία και μεταγενέστερη Ελλάδα ετυμολογίες είναι «για πέταμα» και ανακριβώς αποδίδει σε συγκεκριμένο γλωσσολόγο θέσεις που δεν εξέφρασε αυτός πρώτος, αλλά αποτελούν κοινό τόπο για κάθε σοβαρό επιστήμονα της γλώσσας, γι’ αυτό και δεν έχουν καμία μα καμία «προσωπική διάσταση». Κανείς δεν είπε ότι όλες οι ετυμολογικές προσπάθειες των Ελλήνων μέχρι τον 19ο αι. είναι «για πέταμα». Ο αληθινός επιστήμονας, όμως, που δεν επηρεάζεται από δοξασίες όπως οι «αρχαιολάτρες» και άλλοι πιστοί διαφόρων θρησκειών, μπορεί να πει αντικειμενικά, θαρραλέα και έντιμα ότι οι περισσότερες από αυτές τις ετυμολογήσεις δεν είναι επιτυχημένες με αυστηρούς, σύγχρονους γλωσσολογικούς όρους, αλλά έχουν μόνο γενικότερη, φιλοσοφική αξία. Επίσης, κανείς δεν είπε ότι ένας συγκεκριμένος γλωσσολόγος είναι ο μόνος που έχει την αξιοπιστία, άρα και το δικαίωμα να μιλάει για ετυμολογικά θέματα στην Ελλάδα σήμερα. Τέτοια ανυπόστατα και στρεβλωτικά συμπεράσματα βγάζουν όμως οι ερασιτέχνες της γλωσσικής επιστήμης, αφού αδυνατούν να επικαλεσθούν βάσιμα επιχειρήματα, προκειμένου να αντικρούσουν τις κοινώς αποδεκτές θέσεις της γλωσσολογίας για το θέμα της ετυμολογίας.

Τα όσα σημειώσαμε για τη «σχετική αιτιότητα» δίνουν απάντηση και σε κάποιον υπάλληλο του Υπουργείου Πολιτισμού, τον Αδαμάντιο (Μάκη) Κρασανάκη, ο οποίος σε κείμενό του στο διαδίκτυο προσπαθεί να αναιρέσει τη συμβατικότητα του γλωσσικού σημείου επικαλούμενος μεταξύ άλλων το παράδειγμα της σύνθετης λέξης άλογο «άνευ λογικής».

Advertisements