ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ SAUSSURE

10/12/2011

Σε παλιά μου ιστοσελίδα είχα παραθέσει την πρώτη βασική αρχή της επιστημονικής ετυμολογίας, «αυτή που ορίζει ότι η σχέση ανάμεσα στο περιεχόμενο και τη μορφή μιας λέξης είναι συμβατική».

Ο Φειδίας Ν. Μπουρλάς, ηλεκτρολόγος–μηχανικός, έγραψε στο ιστολόγιό του (δικά του τα έντονα γράμματα):

«Ανακρίβεια: Δεν είναι η άποψη της γλωσσολογίας· είναι μία, βασική βεβαίως, γλωσσολογική προσέγγιση, σε αντιδιαστολή με άλλες, εξίσου επιστημονικές, όπως οι νατουραλιστικές και γνωσιολογικές προσεγγίσεις. Και ούτε αφορά ολόκληρο το ζήτημα της σχέσεως λόγου και φύσεως».

Απάντηση: Η θέση ότι το περιεχόμενο και η μορφή μιας λέξης έχουν μεταξύ τους συμβατική σχέση αποτελεί πράγματι την άποψη της γλωσσολογίας. Κανείς γλωσσολόγος δεν διδάσκει ότι η σχέση αυτή είναι φυσική. Άλλωστε, δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι η σχέση σημαινομένου–σημαίνοντος είναι φυσική. Οι άλλες (μάλλον διεπιστημονικές) προσεγγίσεις δεν αναιρούν το γεγονός ότι η συμβατικότητα της σχέσης σημαινομένου–σημαίνοντος αποτελεί την άποψη της γλωσσολογίας. Τέλος, είπαμε ποια είναι η γλωσσολογική προσέγγιση του θέματος (βλ. τα προαναφερθέντα για την εσωτερική σχέση σημάνσεως).

Ο συνομιλητής μας ανέτρεξε σε μια ιστοσελίδα όπου γίνεται λόγος για το γλωσσικό σημείο. Φυσικά, δεν είναι σε θέση να καταλάβει τις «νατουραλιστικές και γνωσιολογικές προσεγγίσεις» για τις οποίες κάνει λόγο. Στην ίδια την ιστοσελίδα όπου παραπέμπει, αναφέρονται τα εξής (δικά μου τα έντονα γράμματα):

«Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι μέχρι τώρα δεν έχει βρεθεί ούτε ένα παράδειγμα λέξης η οποία να έχει κάποιο φυσικό δεσμό με το αντικείμενο που συμβολίζει. Θα μπορούσε κανείς να εξαιρέσει την ονοματοποιία, παρόλο που είναι συζητήσιμο κατά πόσο οι λέξεις που υποτίθεται [ότι] αποτελούν μίμηση φυσικών ήχων τούς μιμούνται πραγματικά».

«Η κριτική αυτή [ενν. η μαρξιστική] δεν αναφερόταν […] στη σχέση ανάμεσα στο σημαίνον και το σημαινόμενο, όπως τα προσδιόριζε ο de Saussure, αλλά στη σχέση ανάμεσα στο σημείο και την αντικειμενική πραγματικότητα. Ούτε όμως η ανάλυση του Benveniste αναφέρεται στο είδος της αυθαιρεσίας που προσδιόρισε ο de Saussure».

«Τόσο ο de Saussure, όσο και ο Benveniste είχαν δίκιο, για τον απλούστατο λόγο ότι έβλεπαν το ίδιο πράγμα από διαφορετική οπτική γωνία».

Ο σχολιαστής των κειμένων μας, αφού παραπέμπει στην ανωτέρω ιστοσελίδα, συμπεραίνει: «Κριτική επιδέχεται και ο de Saussure, λοιπόν». Απάντηση: και βέβαια επιδέχεται κριτική. Είναι γνωστό ότι βασικές θέσεις του Saussure έχουν τροφοδοτήσει συζητήσεις. Στον ίδιον, όμως, τον Ελβετό ανήκει μια χαρακτηριστική ρήση: «συχνά είναι ευκολότερο να ανακαλύψεις μιαν αλήθεια από το να βρεις τη σωστή της θέση». Ο συνομιλητής μας έκανε το πιο εύκολο: Ανακάλυψε σε κάποια ιστοσελίδα μιαν αλήθεια (την κριτική που έχει ασκηθεί στον Saussure). Δεν κατάφερε, όμως, να κάνει το λιγότερο εύκολο: Να βρει τη σωστή θέση αυτής της αλήθειας. Με άλλα λόγια, οι «νατουραλιστικές και γνωσιολογικές προσεγγίσεις» δεν έχουν καμία σχέση με τη συζήτηση που γίνεται μεταξύ γλωσσολόγων και «αρχαιολατρών» για θέματα γλώσσας. Οι «νατουραλιστικές και γνωσιολογικές προσεγγίσεις» δεν μπορούν να δώσουν επιχειρήματα στους «αρχαιολάτρες». Ακόμη κι αν «κατατροπωθεί» o Saussure, οι ισχυρισμοί των «αρχαιολατρών» παραμένουν αντιεπιστημονικοί. Για παράδειγμα, ακόμη κι αν μπορούσε να αποδειχθεί η φυσική σχέση των μερών του γλωσσικού σημείου, η άποψη του Τζαφερόπουλου ότι η Ελληνική είναι η μοναδική γλώσσα στον κόσμο με φυσική σχέση σημασίας–μορφής των λέξεων εξακολουθεί να είναι πέρα για πέρα αντιεπιστημονική. Ακόμη κι αν μπορούσαν να αναιρεθούν πλήρως τα διδάγματα του Saussure, με αποδείξεις για τη φυσική σχέση σημαινομένου- σημαίνοντος, αυτός ο φυσικός δεσμός θα ίσχυε για όλες τις γλώσσες του κόσμου και όχι βεβαίως μόνο για την Ελληνική… Άρα, καλό είναι να ξέρουμε τι λέμε και γιατί το λέμε. Όχι να παπαγαλίζουμε (χωρίς φυσικά να τις καταλαβαίνουμε) τις κριτικές στον Saussure, νομίζοντας ότι κάτι πετύχαμε. Οι «νατουραλιστικές και γνωσιολογικές προσεγγίσεις» στη θεωρία του γλωσσικού σημείου δεν δικαιώνουν τους «αρχαιολάτρες»!

Advertisements

2 Σχόλια “ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ SAUSSURE”

  1. periglwssio Says:

    Ο Φ. Μπ. σχολιάζει:

    «Ο βους είναι ζώον χοντρόν, που κάνει μπουου… Ε, “βους” λέγεται, λοιπόν. Απλούστατη και προφανής η σχέσις λέξεως και πράγματος».

    Πόσες φορές θα πρέπει να πούμε ότι η σχέση σημαινομένου–σημαίνοντος δεν είναι η σχέση πράγματος–λέξης;

    Ας παρατεθούν εδώ και τα εύστοχα σχόλια του γλωσσολόγου Δημήτρη Μ., που απευθύνεται στους «αρχαιολάτρες»:

    «Καλά, τι νόημα έχει να συζητά κανείς μαζί σας; Αφού έχετε αναπτύξει δική σας θεωρία, ορολογία και μεθοδολογία για τη γλώσσα. Να σάς μεταφέρει κανείς τι λένε οι ειδικοί επιστήμονες; Προφανώς δεν σάς ενδιαφέρει… Τους έχετε υποκαταστήσει (στη φαντασία σας βεβαίως). Έτσι κι εγώ δεν θα σάς πικράνω. Μόνο μερικές ερωτήσεις: Από ποιον κατά τη γνώμη σας φτιάχτηκαν τα γλωσσικά σημεία; Από ανθρώπους ή κάτι άλλο; Αλλάζουν οι φυσικοί νόμοι; Τότε η μορφή των λέξεων γιατί μεταβάλλεται; Δεν είναι καθολικοί οι φυσικοί νόμοι; Τότε γιατί για την ίδια σημασία κάθε γλώσσα μπορεί να διαλέγει εντελώς διαφορετικούς φθόγγους; Αν η σχέση είναι φυσική, τότε, όπως φυσικά από τη σημασία προέκυψε η μορφή, δεν θα έπρεπε για τις άγνωστες λέξεις, με τρόπο φυσικό, αυθόρμητο και αβίαστο να συνάγουμε τη σημασία τους από το άκουσμά τους; Γιατί, αν σάς πω τη λέξη “μεφιτικός” θα κοιτάξετε ενδεχομένως λεξικό και, αν δεν την ξέρετε, δεν θα μπορείτε καν να μου πείτε, βάσει της γενικής εντύπωσης που δίνει ακουστικά / αρθρωτικά ή οπτικά / γραφολογικά, αν έχει θετική ή αρνητική σημασία; Τα ερωτήματα δεν έχουν τέλος. Γι’ αυτό σάς λέει και ο προηγούμενος σχολιαστής ότι πρέπει εσείς να αποδείξετε ότι η σχέση είναι φυσική και όχι ο υποστηρικτής της συμβατικότητας τη δική του εκδοχή. Δεχόμενοι τη συμβατικότητα στη σχέση μιας ακουστικής εικόνας με μια ιδέα (γιατί οι λέξεις βέβαια συνδέουν ήχους με ιδέες, όχι με συγκεκριμένα πράγματα του εξωτερικού κόσμου), απαλλασσόμαστε από όλα αυτά τα δυσάρεστα ερωτήματα».

  2. periglwssio Says:

    Ο Φ. Μπ. στον δικτυακό του χώρο τον Σεπτέμβριο του 2006 προσθέτει:

    Παρεμπιπτόντως,
    «Ἔτσι μποροῦμε νὰ καταλάβουμε καὶ τὴν ὁμολογία τοῦ μεγαλύτερου ἴσως φυσικοῦ, τοῦ W. Heisenberg: «Ἡ θητεία μου στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γλώσσα ὑπῆρξε ἡ σπουδαιότερη πνευματική μου ἄσκηση. Στὴ γλώσσα αὐτὴ ὑπάρχει ἡ πληρέστερη ἀντιστοιχία ἀνάμεσα στὴ λέξη καὶ στὸ ἐννοιολογικό της περιεχόμενο». Τὸ γλωσσικὸ σύμβολο, λοιπόν, δήλ. ἡ λέξη, στὴν Ἑλληνικὴ βρίσκεται σὲ πλήρη ἀντιστοιχία μὲ τὴν ἔννοια ποὺ δηλώνει, τὸ «ἐννοιολογικὸ περιεχόμενο», μᾶς λέει ὁ Heisenberg. Πρόκειται γιὰ ὅ,τι συχνά, μὲ ἄλλη ὁρολογία, χαρακτηρίζεται ὡς ἐτυμολογικὴ διαφάνεια τῶν λέξεων τῆς Ἑλληνικῆς.»
    Γεώργιος Μπαμπινιώτης, καθηγητὴς Γλωσσολογίας στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν, ἐφημερίδα «Τὸ Βῆμα», 17 Φεβ. 1991.
    Ἀρκεῖ!

    Ο Φ. Μπ. κατά τρόπο απαράδεκτο προβάλλει ένα εκτός συμφραζομένων παράθεμα από παλαιότερο άρθρο γνωστού καθηγητή, προκειμένου να προκύψει το παραπλανητικό συμπέρασμα ότι σύμφωνα και με γλωσσολόγο στην Ελληνική η σχέση σημαινομένου–σημαίνοντος είναι αιτιώδης. Βεβαίως, αν σκεφτόταν λογικά, θα έπρεπε να αναρωτηθεί: Πώς είναι δυνατόν ο ίδιος καθηγητής σε πανεπιστημιακά συγγράμματά του να δέχεται ότι η σχέση σημαινομένου–σημαίνοντος είναι συμβατική και σε μια επιφυλλίδα στο Βήμα να υποστηρίζει ότι είναι αιτιώδης;

    Η απάντηση είναι πολύ απλή: Η ετυμολογική διαφάνεια για την οποία γίνεται λόγος στο Βήμα δεν έχει σχέση με το συζητούμενο θέμα του δεσμού μεταξύ σημαινομένου και σημαίνοντος. Ο Heisenberg, που δεν είναι γλωσσολόγος, σε καμιά περίπτωση δεν κάνει λόγο για τη σχέση σημαινομένου–σημαίνοντος σύμφωνα με την ορολογία της θεωρητικής γλωσσολογίας. Κάνει λόγο για σχέση λέξης και έννοιας. Και η ετυμολογική διαφάνεια δεν αναιρεί τη συμβατικότητα του γλωσσικού σημείου. Άλλο θέμα η συμβατικότητα ή μη του γλωσσικού σημείου και άλλο η ετυμολογική διαφάνεια της Ελληνικής. Ας δούμε πώς εννοεί την ετυμολογική διαφάνεια ο ίδιος γλωσσολόγος σε μεταγενέστερο άρθρο του (Το Βήμα, 9.1.2005):

    «[…] H “ετυμολογική διαφάνεια” των σύνθετων λέξεων, των οποίων τα συνθετικά μέρη είναι γενικώς οικεία στον ομιλητή τής γλώσσας μας, διευρύνουν τον κύκλο τέτοιων ετυμολογικών ανιχνεύσεων και τη δυνατότητα εύκολης αναγωγής στην πρώτη έννοια. Σε τέτοιες αναγωγές κύριο ρόλο παίζουν οι “μαγικές λέξεις” τής Ελληνικής, αυτές που ξέρουμε από τη γραμματική ως προθέσεις […]».

    Στο άρθρο δηλ. αναλύονται ετυμολογικά σύνθετες λέξεις, όπως συμφωνώ κ.ά., και υποστηρίζεται ότι έχουν ετυμολογική διαφάνεια, εφόσον η αρχική τους σημασία ανακαλύπτεται εύκολα. Για απλή ετυμολογική ανάλυση πρόκειται. Δεν είπε κανείς ότι λ.χ. η σημασία του συν και τα φωνήματα που χρησιμεύουν για τη δήλωσή της συνδέονται μεταξύ τους αιτιακά! Τα γραφόμενα περί ετυμολογικής διαφάνειας δεν αναιρούν τη συμβατικότητα του γλωσσικού σημείου. Πρόκειται για δύο θέματα διαφορετικά μεταξύ τους.

    Για μία ακόμη φορά αποδεικνύεται ότι ο Φ. Μπ. δεν έχει καταλάβει τίποτε. Επομένως, δεν «αρκεί» (για να χρησιμοποιήσω και εγώ την καταληκτική λέξη στο κείμενό του) το παράθεμα από το Βήμα. Χρειάζονται και επιχειρήματα από την πλευρά του. Και προπάντων γνώση του αντικειμένου.


Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.