ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

15/12/2011

«Όταν συγκρούεται το επιστημονικό με το παραεπιστημονικό και το αντιεπιστημονικό, δεν χρειάζεται να πω ποιος βγαίνει ηττημένος και ταπεινωμένος… Είναι όμως όλη αυτή η ένταση μια καλή αφετηρία για συστηματική και αμερόληπτη ενημέρωση, γιατί πιστεύω ότι φίλη η φιλοπατρία μας, φιλτάτη δε η αλήθεια. Τα τελευταία χρόνια έχει ξεκινήσει από κάποιους ύποπτους –κατά τη γνώμη μου– κύκλους μια προσπάθεια απόδειξης του αναπόδεικτου. Μια προσπάθεια να τραβήξουμε και να μακρύνουμε προς τα πίσω την ιστορία του Ελληνισμού (λες κι αυτό σημαίνει τίποτα για την αξία του), να διακηρύξουμε ότι εμφανιστήκαμε από το πουθενά, λίγο πριν από τον homo habilis, ότι ανέκαθεν ήμασταν μοναχικοί και ανάδελφοι, μια μοναχική φυλή χωρίς συγγενείς και επιρροές, κι ότι παραδόξως αυτή η αυτοφυής γλώσσα υιοθετήθηκε αίφνης από όλους τους άλλους λαούς που περίμεναν στη γωνία, άγλωσσοι και απολίτιστοι, τα δικά μας φώτα. Κι αυτό γιατί αυτοί οι κύριοι στάθηκαν ανίκανοι να κατανοήσουν και να εκτιμήσουν την αξία και το μεγαλείο της Αρχαίας Ελλάδας στις πραγματικές του διαστάσεις, γι’αυτό και επεχείρησαν να της προσδώσουν ψεύτικη και ασύστατη αίγλη με εικοτολογίες και ανεύθυνους κομπογιαννιτισμούς. Αξία για μια γλώσσα δεν έχει τόσο η αρχή της και η προϊστορία της, όσο η εξέλιξή της, η καλλιέργειά της και η γραμματειακή παραγωγή της (και εκεί έγκειται η θαυμαστή ιδιαιτερότητα της Ελληνικής)».
Δημήτρης Μιχελιουδάκης

«Ας σταθούμε ικανοί να τη γνωρίσουμε αυτήν την έρμη την Eλληνική, που και εδώ τραυματίζεται, και ας τη δούμε όπως πραγματικά είναι: μια απ’τις αρχαιότερες γλώσσες του κόσμου, κλάδος της μεγαλύτερης γλωσσικής οικογένειας, με μεγάλη επιρροή διαχρονικώς, αλλά και με κοινή καταγωγή, όπως είναι φυσικό, με τις γλώσσες αυτές που παρουσιάζουν συστηματικές ομοιότητες στο λεξιλόγιο και τη δομή, τέτοιου βάθους ομοιότητες που δεν μπορούν να οφείλονται σε δανεισμό. Επίσης, είναι αφελές να μιλάμε για αιτιακή / φυσική σχέση σημαίνοντος και σημαινομένου στη γλώσσα και ειδικά στην Ελληνική. Η γλώσσα είναι κοινωνικό προϊόν, δεν δόθηκε απ’τους θεούς για νά’χει …μεταφυσικές ιδιότητες, η σύναψη σημασιών στις λέξεις είναι μια σύμβαση, μια συμφωνία, ένα σιωπηρό συμβόλαιο των ομιλητών μιας γλώσσας κι αυτό είναι που τους ενώνει. Ποια (μετα)φυσική σχέση υπάρχει ανάμεσα στον ήχο [΄tria] και στα τρία παιδιά βολιώτικα; Και τι το “φυσικό” έχει το ελληνικό τρία, που δεν το’χει το κινέζικο san; Αλίμονο, η γλώσσα δεν είναι πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης, ας εμπιστευόμαστε τους ειδικούς και όχι τις περιθωριακές και ύποπτες φωνές, γιατί είναι γελοίο και μας υποβιβάζει. Όποιος έχει επιφυλάξεις, ας ανατρέχει στα σοβαρά εγχειρίδια, στα Πανεπιστήμια και τις βιβλιοθήκες και όχι στα πανέρια όπου συνωστίζονται φυλλάδες φανατισμένες, οι οποίες παραδοξολογούν για να προσηλυτίσουν και να κολακέψουν αυτούς που ζητάνε την πρόχειρη αυτεπιβεβαίωση. Η -αληθινή- γνώση δεν έχει ιδεολογία και δεν απειλεί, μόνο παρεξηγήσεις διαλύει και μπορεί (αν όχι πρέπει) να είναι προσιτή στον καθένα που έχει μάτια ανοιχτά. Εκεί είναι η ομορφιά του Ελληνισμού, στις σχέσεις του, στις αμφίδρομες επιρροές του, στην ελεύθερη επικοινωνία του και όχι στον αμυντικό απομονωτισμό που μας προτείνουν οι υπερεθνικόφρονες, αυτοί που γίναν υπερπατριώτες γιατί δεν στάθηκαν ικανοί να δουν την αντικειμενική αξία των ελληνικών γραμμάτων, με αποτέλεσμα να ισοπεδώνουν, να απλουστεύουν και να φτωχαίνουν την αξία του Ελληνισμού, με μόνο μέλημα μια υποτιθέμενη αυτοχθονία και αυτάρκεια, που καταλήγει σε αυτισμό. Ποιος από τους εθνικιστές μπορεί να χαρεί αληθινά τον Όμηρο, τον Καβάφη, τον Ρωμανό, τον Πλάτωνα, τον Ευριπίδη, τον Καζαντζάκη, τον Παπαδιαμάντη (για να μην πω να τους καταλάβει); Από αυτούς ζητάνε το αίμα τους και όχι το φως ή τη δροσιά τους».
Δημήτρης Μιχελιουδάκης

«Γράφει ο συγγραφέας Πέτρος Τατσόπουλος: “Δίπλα σε κάθε μαγαζί της Επιστήμης, χτισμένο με τον ιδρώτα αιώνων, η “Νέα Εποχή”, αυτό το γραφικό κίνημα ηλιθίων, έχει χτίσει και το δικό της …παραμαγαζάκι: δίπλα στην αστρονομία η αστρολογία, δίπλα στη φιλοσοφία ο διαλογισμός, δίπλα στην κλασική ιατρική οι ολιστικές θεραπείες και παραδίπλα ο αποκρυφισμός, η ψυχοκίνηση και πάσης άλλης μορφής τσαρλατανισμός” (Η μεγάλη σύγχυση, εφημ. Εξουσία 11.6.1999 και στο Πιπέρι στη γλώσσα, σελ. 106, Καστανιώτης, 2000). Αν θέλαμε να κάνουμε λίγο πιο …πλήρη την παραπάνω παράγραφο, θα έπρεπε να προσθέσουμε μία ακόμη σειρά: “δίπλα στους αρχαιολόγους, τους ιστορικούς, τους φιλολόγους και τους γλωσσολόγους οι “αρχαιολάτρες”, οι ερασιτέχνες της ιστορίας και της γλώσσας”.

»Όλοι αυτοί που απορρίπτουν τα επιστημονικά πορίσματα περί γλώσσας, επειδή δεν ταιριάζουν στις μεγαλοϊδεατικές τους αντιλήψεις, ουσιαστικά εφαρμόζουν τον εθνικισμό στη γλώσσα. Όταν δεν μπορείς να αγαπάς την πατρίδα σου χωρίς να μισείς τις πατρίδες των άλλων, τότε δεν μπορείς και να αγαπάς τη γλώσσα σου χωρίς να απαξιώνεις τις γλώσσες των άλλων.

»Η Ελληνική είναι μία πανάρχαια, πλουσιότατη, αδιάκοπα ομιλούμενη γλώσσα στην οποία γράφτηκαν αξεπέραστα έργα του παγκόσμιου πολιτισμού και η οποία τροφοδότησε πολλές άλλες γλώσσες. Αυτά τα αναμφισβήτητα γεγονότα δεν είναι αρκετά για τον εθνικιστή της γλώσσας. Η Ελληνική, λένε, είναι η μήτρα που γέννησε όλες τις άλλες γλώσσες (και τα Κινέζικα; και τα Αραβικά;). Ό,τι μιλάνε όλοι οι άλλοι λαοί δεν είναι παρά ελληνικές διάλεκτοι! Η Ελληνική έδωσε σε όλες τις γλώσσες αλλά δεν πήρε από τις άλλες ούτε μία λέξη!

»Όταν αυτά είναι τα συμπεράσματα στα οποία πρέπει οπωσδήποτε να καταλήξουμε, κάθε καλοπροαίρετος καταλαβαίνει πόσο επιστημονική θα είναι και η μέθοδος που θα χρησιμοποιηθεί προς απόδειξη (;): Πιάνουμε μία λέξη ομηρική που μοιάζει με κάποια ξένη (δυο-τρεις κοινοί φθόγγοι αρκούν) και αμέσως έτοιμο το συμπέρασμα: ελληνικότατη η λέξη! Αν τώρα, η λέξη αυτή λείπει τελείως από την αττική διάλεκτο, αν λείπει από την Ελληνιστική Κοινή, αν λείπει από τη Μεσαιωνική, την Καθαρεύουσα, τη Δημοτική δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Τόσους αιώνες τελούσε εν υπνώσει για να ξεπηδήσει ως εκ θαύματος στα χείλη ενός άλλου λαού χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και να δικαιώσει τις δοξασίες των ελληνοφρόνων ερασιτεχνών της γλώσσας και της ιστορίας».
Χρήστος Μουλώτσιος

«Με θλίβει ότι η διάδοση της ημιμάθειας (δυστυχώς ακόμη και μεταξύ φιλολόγων) είναι τόσο ευρεία, ώστε προσφέρει λαβές στους ελληνολάτρες, ακόμη και σε αυτούς που ξεκίνησαν με αγαθές προθέσεις. Χωρίς γλωσσολογικά εφόδια, με απλή παράθεση τύπων που μοιάζουν και σημασιών που ταιριάζουν, ο ατυχής “Εσκιμώος” ανάγεται αβίαστα στο επίθ. “άσχημος” και το αγγλ. “sin” στο ομηρικό “σίνομαι” «βλάπτω»! Η τεκμηρίωση των ενδιαμέσων σταδίων δεν θεωρείται απαραίτητη, η δε ερμηνεία τής μεσολάβησης αιώνων μεταξύ των συγκρινομένων αντιμετωπίζεται σαν περιττή πολυτέλεια. Με ανησυχεί ότι, ως φαίνεται, δεν κατορθώσαμε να διδάξουμε στους μαθητές και τους φοιτητές μας τη μέθοδο ελέγχου τέτοιων έωλων σοφισμάτων».
Θεόδωρος Μωυσιάδης

Advertisements