«Τα παξιμάδια της οργής»

12/03/2012

1)

«Εντυπωσιάζομαι. Δεν είχατε τον Μπαμπινιώτη πρόχειρο;»

Στο ιστολόγιο «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία» είχα παραπέμψει για κάποιο θέμα στο λεξικό της Θεσσαλονίκης και έγινε το παραπάνω σχόλιο. Και αυτό γιατί από τις προηγούμενες παρεμβάσεις μου θεωρήθηκα οπαδός του Μπαμπινιώτη! Δουλεύω σε διάφορα λεξικά από το 2004, όχι στο λεξικό Μπ. πάντως, έχω ασχοληθεί πολύ με τη λεξικογραφία και έχω ασκήσει κατά καιρούς και κατ’ επανάληψη και αρνητική κριτική στο συγκεκριμένο λεξικό. Τα άρθρα μου είναι εδώ, στο Περιγλώσσιο, και μπορεί κανείς να τα δει. Απλώς συμβαίνει να θεωρώ ότι η κριτική που είναι μόνο αρνητική σε βάρος των λεξικών του Κέντρου Λεξικολογίας έχει ιδεολογικά αίτια και δεν είναι δίκαιη. Αυτή είναι η άποψή μου. Δεν είμαι «οπαδός» του συγκεκριμένου λεξικού, αλλά και κανενός άλλου.

Μερικοί δεν μπορούν να σκεφτούν έξω από τη λογική των γλωσσικών στρατοπέδων. Ή θα είσαι οπαδός του Μπ. ή θα επισημαίνεις μόνο τα αρνητικά του. Ο φίλος Δημήτρης Φύσσας δημοσίευσε στην Athens Voice τo ψύχραιμο και ισορροπημένο άρθρο «Ο κ. Γιώργος Μπαμπινιώτης στην κυβέρνηση» και ένας σχολιαστής αποκάτω γράφει απευθυνόμενος στον αρθρογράφο: «[…] Υπέρ ή κατά του Μπαμπινιώτη είσαι; Άσε τις περικοκλάδες και μίλα σταράτα». Κατά τη γνώμη μου, αυτό το σχόλιο αντανακλά τον τρόπο σκέψης ορισμένων. Ή θα είσαι υπέρ ή θα είσαι κατά του Μπ.! Δεν είναι τυχαίο ότι σε μερικά γλωσσικά ιστολόγια δεν αναφέρεται ποτέ ούτε ένα θετικό του στοιχείο. Σε αυτόν τον τρόπο σκέψης συνηθίζουν και μερικοί αναγνώστες.

2)

«Θα ήθελα μόνο να σας θυμίσω πως η γλώσσα δεν ανήκει στους μελετητές της, ούτε διαμορφώνεται από αυτούς. Ανήκει σε αυτούς που τη μιλάνε και καλύτερα θα ήταν ο μελετητής με τη “γλωσσολογική λογική” να σεβόταν λίγο περισσότερο τους φυσικούς ομιλητές και ένα παραπάνω όταν, μολονότι δεν έχουν τις γνώσεις του και τα εφόδιά του, ασχολούνται με αυτή και προβληματίζονται».

Πουθενά δεν είπα ή υπονόησα ότι η γλώσσα ανήκει στους μελετητές της και διαμορφώνεται από αυτούς. Φυσικά και διαμορφώνεται από τους ομιλητές της, στους οποίους και ανήκει. Εδώ όμως δεν μιλάμε γι’ αυτό το θέμα. Ο υποστηρικτής λ.χ. μιας παρετυμολογίας (λ.χ. παξιμάδι < καψιμάδι) θα κριθεί για τα όσα υποστηρίζει. Αυτό κάνουμε και στην περίπτωση άλλων παρετυμολόγων, των λεγόμενων ελληνοκεντρικών. Μήπως το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι τα έβαλα με κάποιον επικριτή του Μπαμπινιώτη; Σέβομαι τους φυσικούς ομιλητές και με προβληματίζει από ερευνητική άποψη το τι λέγεται. Αυτό κάνουν οι γλωσσολόγοι, π.χ. δεν στιγματίζουν μια χρήση, δεν ενοχοποιούν τον χρήστη αυτού ή εκείνου του γλωσσικού στοιχείου. Αυτή τη μέθοδο ακολουθώ και εγώ. Όταν ήμουν π.χ. στον στρατό, με απασχόλησε πολύ το ιδίωμα των στρατιωτών και το βρήκα πολύ ενδιαφέρον. Επαναλαμβάνω όμως, εδώ δεν μιλάμε γι’ αυτό το θέμα.

Ναι, ασχολούνται με τη γλώσσα και προβληματίζονται, αλλά και εγώ έχω δικαίωμα να κρίνω. Δεν κατακρίνω το γεγονός ότι ασχολούνται με τη γλώσσα και προβληματίζονται, καλά κάνουν και είναι αξιέπαινοι γι’ αυτό. Αλλά θα κρίνω τις απόψεις τους. Κρίνω όχι το πώς μιλάνε, αλλά τις απόψεις τους. Και δεν είμαι ο πρώτος ούτε ο μόνος που το έχει κάνει αυτό. Γλωσσολόγοι λ.χ. έχουν ερευνήσει τις απόψεις μη γλωσσολόγων για τη γλώσσα με βάση επιστολές δημοσιευμένες σε εφημερίδες.

3)

«Γλωσσολογικά σκέφτονται οι γλωσσολόγοι, μαθηματικά οι μαθηματικοί, νομικά οι νομικοί και ούτω καθεξής. Στο Πανεπιστήμιο αυτό μας μαθαίνουν. Πώς να σκεφτόμαστε. Το να κρίνετε με κριτήρια επιστημονικά μια μη επιστημονική θέση δείχνει μια άλφα αρτηριοσκλήρυνση».

Η διαφορά είναι πολύ μεγάλη: Η γλώσσα είναι κατεξοχήν πεδίο αντεγκλήσεων, με ιδεολογικές κ.ά. αιτίες, άρα αποτελεί διαφορετική περίπτωση. Σπάνια λ.χ. ένας φιλόλογος θα σου πει πώς λύνεται μια εξίσωση. Ενώ ένας μαθηματικός έχει πιο συχνά άποψη για τα γλωσσικά. Ξαναλέω, οι γλωσσικές απόψεις του αναγνωστικού κοινού μιας εφημερίδας λ.χ. είναι ενδιαφέρον θέμα από ερευνητική άποψη. Καμία αρτηριοσκλήρυνση, και επίσης το θέμα δεν απασχολεί μόνο εμένα.

Επίσης, σύμφωνα με το λεξικό της Θεσσαλονίκης, αρτηριοσκλήρυνση μεταφορικά σημαίνει: «η προσκόλληση σε παλιές, οπισθοδρομικές αντιλήψεις, η αντίδραση σε καθετί το νεωτεριστικό». Και ρωτάω: Σε ποια παλιά, οπισθοδρομική αντίληψη είμαι προσκολλημένος, σε τι το νεωτεριστικό αντέδρασα; Η αναφορά της αρτηριοσκλήρυνσης είναι άτοπη εδώ.

Ακόμη, δεν «κρίνω με κριτήρια επιστημονικά μια μη επιστημονική θέση», πράγμα που δήθεν δηλώνει αρτηριοσκλήρυνση. Για την ακρίβεια, κρίνω με κριτήρια επιστημονικά μια θέση και τη βρίσκω επιστημονική ή μη. Πού είναι το παράλογο;

Τέλος, υπάρχουν και μη γλωσσολόγοι που σκέφτονται γλωσσολογικά. Ως παράδειγμα, αναφέρω τον γνωστό συγγραφέα Νίκο Δήμου. Παραπέμπω στο πολύ ενδιαφέρον άρθρο του «Γραμματική και γλώσσα. Ποιος έχει δίκιο – ο κανόνας ή η πλειονότητα;»

Όπως αξιολογούμε θετικά το γεγονός ότι ένας μη γλωσσολόγος έχει γλωσσολογικό τρόπο σκέψης, έτσι αξιολογούμε αρνητικά το γεγονός ότι κάποιος άλλος μη γλωσσολόγος δεν διαθέτει τέτοιον τρόπο σκέψης. Εφόσον δεν είναι γλωσσολόγος, ο μη γλωσσολογικός τρόπος σκέψης του δεν είναι βέβαια κάτι που ξενίζει. Ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις μπορούμε να κρίνουμε.

4)

Έγραψα παραπάνω:

«Αδιάσειστη απόδειξη για τον ιδεολογικό χαρακτήρα που έχει η ενασχόληση με τη γλώσσα σε μερικά γλωσσικά ιστολόγια είναι ότι ορισμένοι δεν θα αναφέρουν ποτέ έστω και ένα θετικό του Μπαμπινιώτη ή κάποιου λεξικού του. Ο ιδεολογικός αυτός προσανατολισμός αποδεικνύεται περίτρανα και από κάτι άλλο: Στους ίδιους διαδικτυακούς χώρους μερικοί δεν έχουν ασκήσει ποτέ κριτική στο λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, σαν να μην έχει αδυναμίες, λάθη και παραλείψεις».

Και βέβαια, συνεχίζεται η δημοσίευση άρθρων που απλώς επιβεβαιώνουν τα γραφόμενά μου για τον ιδεολογικό χαρακτήρα του αντιμπαμπινιωτισμού. Μερικές φορές στα δημοσιεύματα αυτά αναφέρονται ορισμένα θετικά κάποιου λεξικού Μπαμπινιώτη, αλλά και πάλι η κριτική είναι μονομερής, γιατί έχει ιδεολογικές αφετηρίες. Για παράδειγμα, στο ιστολόγιο «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία» διαβάζουμε μια κριτική για το λεξικό Συνωνύμων – Αντωνύμων του Γ. Μπαμπινιώτη (28 Μαρτίου 2012). Ο συντάκτης προσπερνάει βιαστικά και με σύντομους θετικούς χαρακτηρισμούς τα όποια θετικά στοιχεία και φυσικά στέκεται στα αρνητικά. Τα καλογραμμένα, αναλυτικά σχόλια εντός πλαισίου στο συγκεκριμένο λεξικό, όμως, δεν είναι απλώς κάτι «πολύ θετικό». Επίσης, διαβάζουμε στην κριτική ότι ο Μπαμπινιώτης δεν αναφέρει καμιά οδηγία ύφους στην τάδε περίπτωση. Εργάζομαι σε διάφορα λεξικά από το 2004 και γνωρίζω τα πράγματα σε βάθος και από μέσα. Ξέρετε σε πόσες περιπτώσεις στο λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη απουσιάζει η απαιτούμενη ένδειξη ύφους; Έχετε δει να γίνεται κριτική γι’ αυτό πολλές φορές στο διαδίκτυο; Σας διαβεβαιώνω ότι ως συντάκτες λημμάτων έχουμε κάνει επί σειρά ετών και σε καθημερινή βάση το ίδιο ξεψείρισμα σε όλα τα λεξικά με αυτό που γίνεται τελευταία στο διαδίκτυο μόνο στα λεξικά Μπαμπινιώτη. Ξέρετε πόσες αδυναμίες άλλων λεξικών θα αναδεικνύαμε, αν γράφαμε μια σειρά από εντυπωσιοθηρικά αρθράκια με μονομερή κριτική σε βάρος του λεξικού της Θεσσαλονίκης ή του Κριαρά; Γι’ αυτό έγραψα τις προάλλες ότι ο αντιμπαμπινιωτισμός είναι και αυτός ένα είδος γλωσσικού λαϊκισμού. Υπάρχει ένα αντιμπαμπινιωτικό κοινό, που αντιδρά στα πολλά αρνητικά του Μπαμπινιώτη, που σχετίζονται κυρίως με την εξωπανεπιστημιακή του δραστηριότητα (γιατί εντός της σχολής ήταν πολύ διαφορετικός). Και μερικοί αρθρογραφούν με τέτοιον τρόπο, ώστε να γράψουν πράγματα αρεστά σε αυτούς τους αντιμπαμπινιωτικούς. Είναι λαϊκισμός αυτό! Στην παραπάνω κριτική σημειώνεται: «Για όλους αυτούς τους λόγους, ενώ είχα αγοράσει το ΛΣΑ [= Λεξικό Συνωνύμων – Αντωνύμων του Γ. Μπαμπινιώτη] για τα παιδιά μου, τους το πήρα και έβαλα τον Βοσταντζόγλου στη θέση του». Και μια αναγνώστρια σχολιάζει πολύ εύστοχα: «Υπερβολικά πράγματα, εμφανής εμπάθεια». Το συμπέρασμα ότι το λεξικό Βοσταντζόγλου είναι καταλληλότερο για έναν μαθητή από το Λεξικό Συνωνύμων – Αντωνύμων του Γ. Μπαμπινιώτη δεν είναι απλώς υπερβολικό, αλλά εκτός πραγματικότητας.

 

5)

Κατανοώ, βέβαια, ότι μερικοί σχολιαστές σαν την ανώνυμη που με ρώτησε ειρωνικά αν έχω πρόχειρο το λεξικό Μπαμπινιώτη, θεωρώντας με οπαδό του συγκεκριμένου καθηγητή, αδυνατούν να συλλάβουν πώς κάποιος αφενός χρεώνει αρνητικά στοιχεία στον Μπ. και αφετέρου αναφέρει θετικά του στοιχεία. Γι’ αυτούς υπάρχει ή άσπρο ή μαύρο. Έτσι σκέφτονται. Αυτός είναι ο κόσμος τους. Τόσο καταλαβαίνουν.

 

 

 

 

Advertisements

4 Σχόλια “«Τα παξιμάδια της οργής»”

  1. Αλέξανδρος Φατσής Says:

    Διάβασα το πολύ καλό άρθρο του Δημήτρη Φύσσα για την υπουργοποίηση του κ. Μπαμπινιώτη. Όσο μπορώ να κρίνω, το βρήκα αντικειμενικό (όσο αντικειμενικό μπορεί να είναι ένα κείμενο με προσωπικές απόψεις) και ακριβοδίκαιο. Δείχνει να μη θέλει ούτε να αδικήσει ούτε να κολακέψει.

    Ο άνθρωπος άλλωστε δεν διεκδικεί το αλάθητο ούτε παρουσιάζει το κείμενο του ως «την υπέρτατη αλήθεια» για τον εθνικό μας γλωσσολόγο. Τα πράγματα όπως τα καταλαβαίνει εκείνος παραθέτει, κι εμείς ως αναγνώστες οφείλουμε να τον κρίνουμε γι’ αυτό και μόνο. Μπορεί κάπου να διαφωνούμε, αλλά από την άλλη θα ήταν περίεργο να γραφτεί ένα άρθρο στο οποίο θα συμφωνούσαν όλοι.

    Πολύ πιο ενδιαφέροντα βρήκα όμως τα σχόλια που ακολούθησαν. Διαβάζει κανείς βέβαια το μακρύ και το κοντό του καθενός, αλλά αυτό που μου χτύπησε περισσότερο ήταν ένα σύντομο σχόλιο αναγνώστη που φαίνεται ότι ενοχλήθηκε από την προσπάθεια για ακριβοδικία του κ. Φύσσα.

    Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά στο σχόλιο του: «Υπέρ ή κατά του Μπαμπινιώτη είσαι; Άσε τις περικοκλάδες και μίλα σταράτα».

    Για τον άνθρωπο αυτόν, δεν μπορεί κανείς να διατυπώνει σκέψεις χωρίς να πάρει θέση υπέρ ή εναντίον κάποιου ανθρώπου ή πράγματος. Πρέπει είτε να υποστηρίζεις είτε να βάλλεις εναντίον.

    Να υποθέσουμε δηλαδή ότι ο κ. Φύσσας έχει προηγούμενα με τον κ. Μπαμπινιώτη; Του έχει φάει τα χωράφια άραγε και έτρεχαν στα δικαστήρια; Μήπως του έκλεψε καμιά κότα; Ή μήπως του γρατζούνισε κρυφά το αυτοκίνητο; Οπότε εύλογα είναι εναντίον του.

    Ή αντιθέτως. Μήπως είχαν κάνει μαζί στρατό; Μήπως είναι δευτεροξάδελφος του μπατζανάκη του γείτονά του; Οπότε, εξίσου εύλογα, οφείλει να τον υποστηρίζει.

    Αγαπητέ σχολιαστή που μπορείς να τα βλέπεις όλα μόνο μαύρα ή άσπρα: Ένα άρθρο έγραψε ο άνθρωπος για να γεμίσει μια σελίδα, να πει μια γνώμη και κυρίως να πάρει τον μισθό του. Είναι μάλλον απίθανο να ξυπνάει και να κοιμάται με την έννοια του Μπαμπινιώτη.

    Σε τελική ανάλυση, το ότι δεν κατάλαβες αν είναι υπέρ ή κατά δεν μπορεί να οφείλεται μόνο στη χαμηλή σου νοημοσύνη. Οφείλεται εξίσου στο γεγονός ότι δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο.

  2. periglwssio Says:

    «Θα ήθελα μόνο να σας θυμίσω πως η γλώσσα δεν ανήκει στους μελετητές της, ούτε διαμορφώνεται από αυτούς. Ανήκει σε αυτούς που τη μιλάνε […]».

    Μόνο που το θέμα συζήτησης δεν ήταν αν η γλώσσα ανήκει στους μελετητές της ούτε αν διαμορφώνεται από αυτούς!

    Και όσο για το εξυπνακίστικο ύφος της συγκεκριμένης σχολιάστριας και των άλλων, είναι προφανές ότι συνδέεται άρρηκτα με την ανωνυμία τους στο διαδίκτυο. Αν αποκαλύπτονταν τα πραγματικά στοιχεία τους, τότε θα άλλαζε εντελώς και το ύφος τους.

  3. periglwssio Says:

    Έγραψε ο Ν. Σ. στο facebook (2/7/2014):

    «Δεν πρόλαβε να λαλήσει το παροιμιακό κοκοράκι μετά την τραμπούκικη επίθεση που δέχτηκε ο καθηγητής Μαραντζίδης, και ήρθε έντυπη και ενυπόγραφη μια άθλια προσπάθεια να ενοχοποιηθεί όχι απλώς γενικά η Αριστερά, αλλά και ειδικά το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, με το παρακάτω κατάπτυστο άρθρο του Πάσχου Μανδραβέλη, ο οποίος στα μάτια μου κατατάσσεται πλέον στους λεκτικούς τραμπούκους – εκτός αν ζητήσει συγνώμη από την ίδια στήλη.

    »Και φυσικά, για να μην διαταραχθεί η ισορροπία του κειμένου, το άθλιο περιεχόμενο ήταν, φαίνεται, ανάγκη να διατυπωθεί σε τρισάθλια ελληνικά, του τύπου: “ουδείς καθηγητής ΔΕΝ μπορεί να νιώθει ασφαλής”. Αλλά, αν η νεοελληνική κοινή θέλει την διπλή άρνηση, η καθαρεύουσα την αποστρέφεται – οπότε, ή θα γράψεις “κανείς δεν μπορεί” ή “ουδείς μπορεί”.

    »Το επισημαίνω αυτό, επειδή υπάρχει φόβος να επιλεγεί το κείμενο του κ. Μ. για τις πανελλήνιες εξετάσεις, να το διορθώσουν τουλάχιστον».

    http://www.kathimerini.gr/774424/opinion/epikairothta/politikh/ths-gro8ias-kai-ths-proodoy

    Μ’ αρέσει που ο Ν. Σ. αφιερώνει το μισό του σημείωμα σε ένα γλωσσικό λάθος του Πάσχου Μανδραβέλη («ουδείς ΔΕΝ» αντί για «κανείς δεν» ή σκέτο «ουδείς»). Και μάλιστα, κάνει λόγο για «τρισάθλια ελληνικά». Μπράβο λοιπόν, του βρήκαμε λάθος. Και σιγά τα «τρισάθλια ελληνικά», για ένα απλό γλωσσικό λάθος πρόκειται. Και βέβαια, σε καμιά περίπτωση το όλο κείμενο του Π. Μανδραβέλη δεν χαρακτηρίζεται από «τρισάθλια ελληνικά». (Γιατί αυτό αφήνει να εννοηθεί τεχνηέντως ο Ν. Σ., ότι πρόκειται απλώς για ένα παράδειγμα τρισάθλιων ελληνικών.) Αναρωτιέμαι πόσο αυστηρός θα ήταν ο εν λόγω αρθρογράφος αν το «ουδείς ΔΕΝ» προερχόταν από αριστερό δημοσιογράφο…

    Ένας από τους φίλους μου στο facebook έκανε το ακόλουθο εύστοχο σχόλιο για τα παραπάνω:

    «Ε αυτό μπορούσε να χρησιμοποιήσει. Το θέμα δεν είναι ο Σαραντάκος, και ο κάθε Σαραντάκος, αλλά η δύναμη που αποκτά ο λόγος του από τις μετριότητες που τον “αποθεώνουν”».

    Και βέβαια, δεν μου κάνει εντύπωση ότι μερικοί δεν ασχολήθηκαν καθόλου όχι μόνο με την ουσία του άρθρου, αλλά και με συγκεκριμένα θέματα που θίγονται σε αυτό, όπως για «τα μέλη ΔΕΠ που —εν μια νυκτί και ελέω Αλλαγής— έγιναν καθηγητές», τα «ΔΕΠ της Αλλαγής» κ.ά. (Ώστε υπάρχουν και τέτοια ΔΕΠ; )

    • periglwssio Says:

      Το άρθρο του Πάσχου Μανδραβέλη «Υπό το βάρος των κραυγών» (29/7/2014) αρχίζει ως εξής:

      «Α​​ν οι κραυγές παρήγαγαν πλούτο, τότε η Ελλάδα δεν θα είχε χρεοκοπήσει».

      Και βέβαια, στην προκειμένη περίπτωση, το σωστό είναι «παρήγαν» (παρατατικός) και όχι «παρήγαγαν» (αόριστος). «Αν γινόταν παραγωγή πλούτου», όχι «αν έγινε παραγωγή πλούτου». Να λοιπόν που μπορώ κι εγώ να βρω λάθη σε κείμενα του συγκεκριμένου αρθρογράφου. Με λίγο ψάξιμο, ενδεχομένως θα βρω κι άλλα. Το θέμα όμως δεν είναι αν ο Π. Μανδραβέλης κάνει γλωσσικά λάθη. Δεν είναι φιλόλογος ή γλωσσολόγος, άρα είναι πιο πιθανό να γράψει «ουδείς δεν» ή να χρησιμοποιήσει το «παρήγαγαν» αντί για το «παρήγαν». Το να εστιάζουμε την προσοχή μας σε ένα γλωσσικό λάθος και να αφιερώνουμε το μισό σημείωμά μας σε αυτό δεν έχει νόημα. Θα είχε νόημα κάτι τέτοιο, μόνο αν ο Μανδραβέλης ή οποιοσδήποτε άλλος αρθρογράφος διόρθωνε γλωσσικά λάθη. Τότε, ναι, θα μπορούσαμε να του πούμε ότι διορθώνει λάθη, ενώ και ο ίδιος κάνει λάθη. Ο Π. Μ. όμως δεν ασχολείται καθόλου με τα γλωσσικά. Ασχολείται με άλλα θέματα. Καλό είναι, όταν σχολιάζουμε τα κείμενά του, να ασχολούμαστε με την ουσία των δημοσιευμάτων του. Δεν μπορώ βέβαια να κρίνω όλα όσα γράφει και δεν αποκλείω να έχει γράψει και πράγματα που δεν στέκουν. Αλλά ας μην αποπροσανατολίζουμε τη συζήτηση με το να στεκόμαστε λ.χ. σε γραμματικά ή συντακτικά λάθη.


Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.