«Η σύνταξη των συνδικαλιστών»

23/03/2012

«Η σύνταξη των συνδικαλιστών», επιστολή στην εφημερίδα Η Καθημερινή, 22-03-12.

Εντύπωση προκαλεί η ευκολία με την οποία ο συγκεκριμένος επιστολογράφος (ο Μ.Μ.) αποφαίνεται ότι μια λέξη δεν υπάρχει στην ελληνική γλώσσα. Παραδείγματα δήθεν ανύπαρκτων λέξεων είναι το ετσιθελικά και το αθέλητη. Για το πρώτο παράδειγμα, ο Μ.Μ. προβάλλει το επιχείρημα ότι «η χρησιμοποίησις δύο λέξεων διαδοχικώς, του έτσι και του θέλω, δεν οδηγεί στο παράγωγο «ετσιθέλω» ». Και τι μ’ αυτό; Γιατί να ισχύει ένα τέτοιο κριτήριο; Ποιος αποφασίζει ότι το ετσιθελικά δεν υπάρχει, γιατί δεν προϋπάρχει το «ετσιθέλω» ; Απλούστατα, το ετσιθελικά προέρχεται από τη φράση έτσι θέλω. Σύμφωνα με τον Μ.Μ., η καλύτερη διατύπωση είναι το όλως αυθαιρέτως, αλλά ούτε έτσι αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχει το –διαφορετικό, έστω, υφολογικά– ετσιθελικά. Οι λέξεις ετσιθελικά, ετσιθελικός και ετσιθελισμός υπάρχουν, είτε αρέσουν είτε όχι, και δικαιολογημένα καταγράφονται στα πιο καλά νεοελληνικά λεξικά, όπως του Γ. Μπαμπινιώτη, του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη και του Εμμ. Κριαρά. Επίσης, με αφορμή τη φράση αθέλητη συμμετοχή, που χρησιμοποιείται από τους συνδικαλιστές στο κείμενό τους, ο συντάκτης της επιστολής ισχυρίζεται ότι στην Ελληνική δεν υπάρχει το επίθετο αθέλητη, αλλά το ακούσια. Και όμως, λήμμα αθέλητος με τη σημασία του ακούσιου καταγράφεται και στα τρία πιο έγκυρα νεοελληνικά λεξικά που προαναφέρθηκαν, του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, του Γ. Μπαμπινιώτη και του Εμμ. Κριαρά. Και το λεξικό Δημητράκου, που είναι όλης της Ελληνικής, περιλαμβάνει το λήμμα αυτό και σημειώνει ως τρίτη τη σημασία του ακούσιου. Βέβαια, ακόμη και αν δεν καταγραφόταν μια λέξη στα λεξικά, αυτό δεν θα σήμαινε ότι πρόκειται για ανύπαρκτη λέξη. Πάντως, μια λέξη που έχει περιληφθεί σε τόσα λεξικά, που εντοπίζεται σε κάμποσα παραδείγματα χρήσης στο διαδίκτυο και, προπάντων, που είναι γνωστή από την κοινή πείρα, μια λέξη που βεβαιωμένα χρησιμοποιείται, λέγεται και γράφεται, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ανύπαρκτη. Τα ίδια ισχύουν και για το ετσιθελικά. Οι εν λόγω ισχυρισμοί του επιστολογράφου δείχνουν τον τρόπο σκέψης πολλών σχετικά με θέματα γλώσσας. Ο δημόσιος λόγος για τη γλώσσα χαρακτηρίζεται συνήθως από έλλειψη σωστής μεθόδου για την προσέγγιση των γλωσσικών θεμάτων. Οι παρετυμολογίες αποτελούν μια περίπτωση, οι υποτιθέμενες ανύπαρκτες λέξεις της Ελληνικής μια άλλη, ενώ βέβαια υπάρχουν πολλές ακόμη περιπτώσεις. Κοινός παρονομαστής είναι η έλλειψη της ενδεδειγμένης (γλωσσολογικής ή ορθολογικής, ας πούμε) μεθόδου σκέψης.

Από την άλλη, ο επιστολογράφος επικρίνει μάλλον δικαιολογημένα τη χρήση του κατά το ίσο και ίδιο αντί του εξίσου και ομοίως. Ομολογώ ότι δεν είχα προσέξει το πρώτο και ότι δεν μου φαίνεται φυσικό. Και αν ακόμα δεν αποδοθεί το κατά το ίσο και ίδιο ως εξίσου και ομοίως, καλό θα ήταν να βρεθεί μια πιο φυσική διατύπωση. Σε τέτοιες περιπτώσεις πάντως, χρειάζεται να ανατρέξει κανείς στο αρχικό κείμενο και να λάβει υπόψη τα συμφραζόμενα, προκειμένου να αξιολογήσει την έκφραση σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Σημειωτέον ότι βρήκα το επίμαχο κείμενο εδώ.

Advertisements