«Η Νέα Γραμματική»

07/11/2012

Ο ακαδημαϊκός Α. Ν. Κουνάδης επανήλθε στο θέμα της γραμματικής με νέα επιστολή («H Καθημερινή», 3/10/2012), που αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα διάτρητου κειμένου. Θα σχολιάσω αναλυτικά την επιστολή του Α. Ν. Κ. στις γραμμές που ακολουθούν.

Να το πρώτο απόσπασμα:

«Κύριε διεθυντά

»Σε απάντηση της από 22/8/12 επιστολής μου προς την “Καθημερινή” σχετικά με την καταλληλότητα ή μη από παιδαγωγικής απόψεως της Νέας Γραμματικής (Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού) οι συγγραφείς της επιχειρούν με μια –μερικές φορές– ανάρμοστου για ακαδημαϊκή συζήτηση ύφους επιστολή τους (“Καθημερινή”, 11/9/12) να αντιμετωπίσουν –σε ορισμένα μόνο σημεία και μάλιστα με ανακρίβειες– τη σφοδρή κριτική που αυτή δέχθηκε. Κριτική, που μέχρι και σήμερα συνεχίζεται, από διακεκριμένους επιστήμονες και πανεπιστημιακούς καθηγητές Φιλοσοφικών Σχολών –με υψηλό δείγμα γραφής– αλλά και από κοινωνικές ομάδες και συμπολίτες μας, οι οποίοι με χιλιάδες υπογραφές τους ζητούν την απόσυρση του βιβλίου».

Πρώτον, η δημοσιευμένη στην «Καθημερινή» (22/8/2012) επιστολή του Α. Ν. Κ. δεν αφορούσε μόνο «την καταλληλότητα ή μη από παιδαγωγικής απόψεως της Νέας Γραμματικής (Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού)». Αυτό ήταν μόνο ένα από τα θέματα που απασχόλησαν τον Α. Ν. Κ. στην επιστολή του – άλλωστε, ο επιστολογράφος αφιερώνει μόλις μία από τις επτά παραγράφους του κειμένου στο συγκεκριμένο θέμα.

Δεύτερον, ο Α. Ν. Κ., χαρακτηρίζοντας ανάρμοστο το ύφος της επιστολής που σχολιάζει, δείχνει ότι έχει επιλεκτική ευαισθησία. Και αυτό γιατί δεν έχει κάνει το παραμικρό αρνητικό σχόλιο για το ύφος των περισσότερων από τους διαμαρτυρομένους κατά της γραμματικής. Ποια είναι άραγε η άποψη του Α. Ν. Κ. για το ύφος της δασκάλας που άνοιξε τη συζήτηση σχετικά με το ανύπαρκτο θέμα της νέας γραμματικής, δηλαδή για τη δήθεν κατάργηση γραμμάτων και την υποτιθέμενη εφαρμογή της φωνητικής γραφής στο εν λόγω σχολικό βιβλίο; Ήταν ευπρεπές το ύφος της και άρμοζε σε ακαδημαϊκή συζήτηση σύμφωνα με τον Α. Ν. Κ.; Και τι γνώμη έχει για το ύφος των «υπερασπιστών» της γλώσσας μας, που δημοσιεύουν στο διαδίκτυο ό,τι υβριστικό και συκοφαντικό μπορεί να φανταστεί κανείς κατά των συγγραφέων της γραμματικής ή των γλωσσολόγων γενικά; Μήπως το ανάρμοστο ύφος δεν ενοχλεί τον Α. Ν. Κ. όταν πρόκειται για ομοϊδεάτες του; Και με τα παραπάνω δεν εννοώ σε καμία περίπτωση ότι το ύφος των συγγραφέων της γραμματικής στην επιστολή τους είναι απρεπές ή έχει έστω και την παραμικρή σχέση με το ύφος των όσων επιτίθενται στη γραμματική και τους συντάκτες της.

Τρίτον, οι συγγραφείς της γραμματικής στην επιστολή τους απάντησαν στον Α. Ν. Κ. σε όλα τα βασικά σημεία, και μάλιστα χωρίς καμία ανακρίβεια. Ας μας έλεγε ο Α. Ν. Κ. τι άφησαν αναπάντητο και τι δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν.

Τέταρτον, η κριτική που άσκησαν οι διαμαρτυρόμενοι και συνεχίζεται δεν ήταν απλώς σφοδρή, αλλά και υβριστική, καθώς και συκοφαντική. Και το κυριότερο, δεν ήταν κριτική.

Πέμπτον, ποιοι είναι οι «διακεκριμένοι επιστήμονες και πανεπιστημιακοί καθηγητές Φιλοσοφικών Σχολών με υψηλό δείγμα γραφής» που άσκησαν κριτική στη νέα γραμματική; Όπως και στην πρώτη επιστολή του στην «Καθημερινή» (22/8/2012), έτσι και στη δεύτερη ο Α. Ν. Κ. καταφεύγει στη λεγόμενη μη κατονομαζόμενη αυθεντία, όπως εύστοχα του επισημάνθηκε από τους συγγραφείς της γραμματικής, και αυτό με σκοπό να κερδίσει εντυπώσεις και να καλύψει την ένδεια επιχειρημάτων που χαρακτηρίζει τα κείμενά του. Και ποιοι «διακεκριμένοι επιστήμονες και πανεπιστημιακοί καθηγητές Φιλοσοφικών Σχολών με υψηλό δείγμα γραφής» στην κριτική που (υποτίθεται ότι) άσκησαν υποστήριξαν ότι στη νέα γραμματική καταργούνται γράμματα; Και αν ο Α. Ν. Κ. δίνει τόση σημασία στους τίτλους, γιατί δεν λαμβάνει υπόψη ότι 140 γλωσσολόγοι, μεταξύ των οποίων και πανεπιστημιακοί καθηγητές, υποστήριξαν το νέο βιβλίο και επέκριναν τις αντιδράσεις εναντίον του; Και αν δεν του αρέσουν οι γλωσσολόγοι, μπορώ να αναφέρω δύο μη γλωσσολόγους πανεπιστημιακούς καθηγητές, τον Γ. Γιατρομανωλάκη, καθηγητή κλασικής φιλολογίας, και τη Στ. Πριόβολου, καθηγήτρια ιταλικής φιλολογίας. Ο πρώτος σε άρθρο του στο «Βήμα» («Παραφωνίας έπαινος», 22/7/2012) γράφει, μεταξύ άλλων, τα εξής εύστοχα:

«Το πράγμα θα ήταν γελοίο, αν δεν ήταν βλακώδες. Επειδή ούτε οι θεοί μπορούν να τα βάλουν με ανθρώπους που συγχέουν τον ήχο, τη “φωνή” ενός φωνήεντος, με την έγγραφη αποτύπωσή του. Το οπτικό του ίνδαλμα».

Η δεύτερη σε δημοσίευμά της στον ιστότοπο «aixmi.gr» («Κάτω τα χέρια από τα… ελληνικά φωνήεντα», 10/8/2012) σημειώνει σωστά τα ακόλουθα:

«Ας σταματήσει, επιτέλους, το θέμα εδώ, και ας συμβουλευόμαστε για παρόμοιες επιστημονικές κρίσεις τους “επαΐοντες”, γιατί η ημιμάθεια είναι πιο επικίνδυνη από την αμάθεια».

Έκτον, στη νέα γραμματική του δημοτικού δεν ασκήθηκε ακριβώς κριτική «από κοινωνικές ομάδες και συμπολίτες μας, οι οποίοι με χιλιάδες υπογραφές τους ζητούν την απόσυρση του βιβλίου». Για την ακρίβεια, αυτές οι κοινωνικές ομάδες και οι εν λόγω συμπολίτες μας συνυπογράφουν κείμενα για την απόσυρση του βιβλίου, γιατί έχουν πιστέψει κάτι ψευδές και αφελές, ότι δηλαδή στη νέα γραμματική έχουν αφαιρεθεί γράμματα και ότι εγκαταλείπεται η παραδοσιακή ορθογραφία, και δεν ασκούν απλώς «σφοδρή κριτική». Ο Α. Ν. Κ. δηλαδή, αναφερόμενος σε «κοινωνικές ομάδες και συμπολίτες μας, οι οποίοι με χιλιάδες υπογραφές τους ζητούν την απόσυρση του βιβλίου», όλως τυχαίως παραλείπει να αναφέρει τον λόγο για τον οποίο όλοι αυτοί διαμαρτύρονται εναντίον της γραμματικής. Δεν επιτίθενται στη γραμματική γιατί σε αυτό ή εκείνο το σημείο εντοπίστηκαν λάθη ή παραλείψεις, αλλά γιατί δήθεν στο σχολικό αυτό βιβλίο καταργήθηκαν γράμματα και εφαρμόζεται φωνητική γραφή! Ο ακαδημαϊκός μας ξεχνάει αυτή την κρίσιμη λεπτομέρεια. Δεν ξέρω αν είναι χιλιάδες οι υπογραφές τους, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία και μάλλον γράφεται από τον Α. Ν. Κ. για λόγους εντυπώσεων. Τι σημασία έχει αν οι υπογραφές είναι χιλιάδες; Πρόκειται στην καλύτερη περίπτωση για παραπληροφορημένους συμπολίτες μας, ενώ στη χειρότερη για υβριστές – και αυτό το τελευταίο περιέργως δεν επισημαίνεται από τον Α. Ν. Κ. στην επιστολή του.

Ο Α. Ν. Κ. συνεχίζει:

«Και έρχομαι τώρα στα υπέρ του βιβλίου επιχειρήματα των συντακτών του:

»1. Το κατά κόρον προβαλλόμενο επιχείρημα ότι μόνον οι γλωσσολόγοι μπορεί να έχουν λόγο για τη γλώσσα μας είναι έωλο και άστοχο, διότι, όπως διευκρίνισα στην επιστολή μου, η γλώσσα είναι υπόθεση όλων μας, με βαθμό ευθύνης του κάθε χρήστη αυτής ανάλογο της ειδικότητός του, συνεπώς και εμού ως ακαδημαϊκού διδασκάλου (ομ. καθηγητού ΕΜΠ) και συγγραφέως και όχι απλώς, κατά τους συγγραφείς, πολιτικού μηχανικού. Υπάρχουν περιπτώσεις επιστημόνων με σημαίνουσα συμβολή σε εκτός ειδικότητός των θέματα, ως π.χ. σε γλωσσικά του Βρετανού δικαστή William Jones, πρωτεργάτη της “συγκριτικής γλωσσολογίας” το 1776, του Βρετανού αρχιτέκτονα Michael Ventris, που επέτυχε την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β΄ κ.ά.».

Οι συγγραφείς της γραμματικής στην επιστολή τους δεν υποστήριξαν, έτσι γενικά και αόριστα, ότι «μόνον οι γλωσσολόγοι μπορεί να έχουν λόγο για τη γλώσσα μας» ούτε μια τέτοια θέση αποτελεί επιχείρημα υπέρ του βιβλίου. Οι συντάκτες της γραμματικής στην επιστολή τους σημείωσαν –και πολύ σωστά– τα εξής:

«Ο κ. Κουνάδης δείχνει να ενστερνίζεται αστήρικτους γλωσσικούς μύθους, όπως τον μύθο περί “μαθηματική[ς] […] δομή[ς]” της Ελληνικής. Ο συντάκτης της επιστολής, πολιτικός μηχανικός και όχι γλωσσολόγος, έχει και στο παρελθόν επιχειρήσει ερασιτεχνικές βουτιές στα ρηχά νερά της γλωσσοδιφικής παραφιλολογίας, με αποτελέσματα που επικρίθηκαν σφοδρότατα από τους ειδικούς».

Πράγματι, είναι μύθος ότι η Ελληνική χαρακτηρίζεται από «μαθηματική δομή». (Και τι σημαίνει αυτό, άλλωστε;) Όντως, ο Α. Ν. Κ. είναι πολιτικός μηχανικός και όχι γλωσσολόγος. (Μπορεί να είναι ομότιμος καθηγητής και συγγραφέας, δηλαδή όχι απλώς πολιτικός μηχανικός, αλλά δεν έχει γνώσεις γλωσσολογίας). Ναι, ο Α. Ν. Κ. έχει υιοθετήσει γλωσσικούς μύθους που διαδίδονται από παραφιλολογικούς και παραγλωσσολογικούς κύκλους, υιοθετούνται μόνο από ερασιτέχνες και επικρίνονται από ειδικούς. Όλα τα παραπάνω ισχύουν. Και δεν είναι τυχαίο ότι κανένας γλωσσολόγος δεν προβάλλει τους γλωσσικούς μύθους που ενστερνίζεται ο Α. Ν. Κ., όπως ότι η Ελληνική χαρακτηρίζεται από απαράμιλλους γραμματικοσυντακτικούς κανόνες και μαθηματική δομή. Δεν αξιολογούνται οι κανόνες των γλωσσών ούτε θετικά ούτε αρνητικά. Επομένως, οι κανόνες μιας γλώσσας δεν μπορεί να είναι ούτε απαράμιλλοι ούτε λιγότερο καλοί. Επίσης, στην επιστήμη της γλώσσας δεν υπάρχει ο όρος «μαθηματική δομή». Όταν, λοιπόν, κάποιος αποτελεί αναξιόπιστη πηγή πληροφόρησης, όταν δείχνει ότι δεν κατέχει το αντικείμενο με το οποίο ασχολείται, αυτό δεν πρέπει να δηλωθεί και να κατακριθεί; Ο Α. Ν. Κ. δεν έχει ειδικές γνώσεις γλωσσολογίας, με αποτέλεσμα να γράφει ανακρίβειες – είναι απλό και σαφές αυτό. Δεν υποστήριξαν οι συγγραφείς της γραμματικής γενικά ότι μόνο οι γλωσσολόγοι έχουν λόγο για τη γλώσσα.

«Το επιχείρημα αυτό των γλωσσολόγων φαίνεται ότι οι ίδιοι δεν έχουν καταλάβει πως στρέφεται εναντίον τους, εφ’ όσον γλωσσολόγοι ήσαν εκείνοι οι οποίοι ως εισηγητές των περιβόητων εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων οδήγησαν τη νεολαία μας στην πανθομολογούμενη σημερινή γλωσσική ένδεια και αγραμματοσύνη (για την οποία θα έπρεπε να τηρούν αιδήμονα σιωπή)».

Ο παραπάνω συλλογισμός του Α. Ν. Κ. είναι αυθαίρετος και έχει ιδεολογικό χαρακτήρα. Είναι αναπόδεικτος ο ισχυρισμός ότι μερικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις (μάλλον εννοεί την καθιέρωση της δημοτικής και του μονοτονικού) οδήγησαν σε γλωσσική ένδεια και αγραμματοσύνη. Είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι πρόκειται για σημερινά μόνο φαινόμενα. Για παράδειγμα, ανέκαθεν οι μαθητές αγνοούσαν λέξεις που ανήκουν στο λεγόμενο απαιτητικό λεξιλόγιο. Η σημερινή εποχή διαφέρει στο ότι σπουδάζουν περισσότεροι, με αποτέλεσμα τα όποια γλωσσικά κενά να φαίνονται πιο πολύ. Όπως και να έχει, είναι δύσκολο να γίνει σύγκριση μεταξύ διαφορετικών εποχών, ενώ οι όποιες διαφορές οφείλονται σε ποικίλους παράγοντες. Αν δεν ληφθεί υπόψη η σύνθετη πραγματικότητα της κάθε εποχής, είναι πολύ πιθανόν να οδηγηθεί κανείς σε άτοπες συγκρίσεις. Θεωρώ απλοϊκό τον ισχυρισμό ότι η άγνοια μερικών λέξεων ή εκφραστικών μέσων οφείλεται σε κάποια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, που μάλιστα εισηγήθηκαν γλωσσολόγοι. Άλλωστε, αν δεν είχε καθιερωθεί η Νέα Ελληνική και το μονοτονικό, θα ήταν καλύτερα τα πράγματα σήμερα; Πώς το ξέρουμε; Νομίζω ότι ο Α. Ν. Κ. προσπάθησε να επινοήσει έναν βολικό συλλογισμό, προκειμένου να αποπροσανατολίσει τη συζήτηση από τις επικρίσεις που έχει δεχτεί για απόκλιση από τις αρχές και τα διδάγματα της γλωσσολογίας και υιοθέτηση γλωσσικών μύθων. Νομίζει ότι με τα γραφόμενά του εξαλείφεται ως δια μαγείας η διαφορά ειδικού και μη ειδικού. Μόνο που δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα.

«2. Η Διακήρυξη των 40 ακαδημαϊκών κατά του εκλατινισμού της γραφής της Ελληνικής στις αρχές του 2001, σε μία κρίσιμη τότε για τη γλώσσα μας περίοδο (εν όψει και της παρατηρούμενης διάδοσης των greeklish) που έγινε με δική μου πρωτοβουλία (και απασχόλησε με πολύ εγκωμιαστικά σχόλια για πολλούς μήνες τα ΜΜΕ), αποτελεί για μένα τίτλο τιμής. Τα αποτελέσματα των πρωτοβουλιών μου προς ανάσχεση της φθίνουσας πορείας της γλώσσας μας οι επιστολογράφοι αναφέρουν ότι “επικρίθηκαν σφοδρότατα από ειδικούς”, παραβλέποντας ή αγνοώντας τις αποστομωτικές απαντήσεις που δόθηκαν στις όποιες επικρίσεις. Οι πρωτοβουλίες μου αυτές έτυχαν υψηλών διακρίσεων εντός κι εκτός της χώρας, όπως δεν είναι δύσκολο να διαπιστωθεί».

Η εν λόγω διακήρυξη των 40 ακαδημαϊκών ήταν ένα κινδυνολογικό κείμενο. Τα greeklish ποτέ δεν διαδόθηκαν ευρέως εκτός ηλεκτρονικών υπολογιστών, και πάντως δεν στοιχειοθετούν κίνδυνο αντικατάστασης του ελληνικού αλφαβήτου από το λατινικό. Δεν αμφιβάλλω (αν και δεν το γνωρίζω) ότι η πρωτοβουλία του Α. Ν. Κ. απέσπασε εγκωμιαστικά σχόλια, σημασία έχει πάντως ότι κανείς ειδικός δεν την επαίνεσε. Επίσης, δημοσιεύθηκαν και άρθρα με αρνητικά σχόλια, πράγμα που φυσικά παραλείπει να αναφέρει ο Α. Ν. Κ. στην επιστολή του. Παραπέμπω ενδεικτικά στα εξής δύο δημοσιεύματα του «Βήματος» (28/1/2001): «Αδικαιολόγητες ανησυχίες. Πόσο κινδυνεύει το αλφάβητό μας;» του Αντ. Λιάκου και «Ένας ανύπαρκτος εχθρός. Πόσο κινδυνεύει το αλφάβητό μας;» του Γ. Μπαμπινιώτη. Στην πραγματικότητα, μόνο μειδίαμα μπορούν να προκαλέσουν κείμενα όπως των «40» ή του ίδιου του Α. Ν. Κ. σε κάποιον που έχει στοιχειώδεις γνώσεις γλωσσολογίας και είναι ικανός να βλέπει τα γλωσσικά προβλήματα στις σωστές τους διαστάσεις. Είναι πρόβλημα τα greeklish, γιατί συγκαλύπτουν αδυναμίες στην ορθογραφία, τις οποίες θα βρουν μπροστά τους κάποιοι είτε ως μαθητές είτε αργότερα ως πολίτες, αλλά ποτέ δεν υπήρξε κίνδυνος να αντικατασταθεί γενικά το ελληνικό αλφάβητο από το λατινικό εξαιτίας των greeklish. Είναι υπερβολικός, ανυπόστατος και αστείος ένας τέτοιος ισχυρισμός.

Ας σημειωθεί παρενθετικά ότι αγνοώ ποιες είναι οι «αποστομωτικές απαντήσεις που δόθηκαν στις όποιες επικρίσεις», ενώ δεν ξέρω σε τι αναφέρεται ο Α. Ν. Κ. όταν γράφει: «Οι πρωτοβουλίες μου αυτές έτυχαν υψηλών διακρίσεων εντός κι εκτός της χώρας, όπως δεν είναι δύσκολο να διαπιστωθεί». Εικάζω ότι και εδώ αυτά τα γενικόλογα γράφονται για λόγους εντυπωσιασμού.

Οι συγγραφείς της γραμματικής στην επιστολή τους όμως δεν είχαν κάνει λόγο για τη διακήρυξη των 40 ακαδημαϊκών. Ο Α. Ν. Κ. οδήγησε εκεί τη συζήτηση, σε ένα κείμενο του 2001, χωρίς να του δοθεί σχετική αφορμή. Ποια greeklish και ποια διακήρυξη 40 ακαδημαϊκών; Και πού ήξεραν οι συγγραφείς της γραμματικής ότι η πρωτοβουλία για τη δημοσίευση του κειμένου 40 ακαδημαϊκών ανήκε στον Α. Ν. Κ.; Οι επιστολογράφοι έγραψαν πολύ εύστοχα ότι ο ακαδημαϊκός Α. Ν. Κουνάδης «έχει και στο παρελθόν επιχειρήσει ερασιτεχνικές βουτιές στα ρηχά νερά της γλωσσοδιφικής παραφιλολογίας, με αποτελέσματα που επικρίθηκαν σφοδρότατα από τους ειδικούς». Δεν αναφέρθηκαν στην παλιά εκείνη πρωτοβουλία του. Δεν είναι όμως δύσκολο να μάθει κανείς τι εννοούσαν οι επιστολογράφοι, όταν έκαναν λόγο για γλωσσοδιφική παραφιλολογία και τα υπόλοιπα. Αρκεί να ανατρέξει στην ανάρτηση «Περί του πλούτου της ελληνικής γλώσσας» (12/5/2009), στο ιστολόγιο «Περιγλώσσιο», «periglwssio.blogspot.gr». Σε αυτό το θέμα αναφέρονται, λοιπόν, οι επιστολογράφοι. Τη συζήτηση του 2009 για τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας εννοούν, όχι τη διακήρυξη των ακαδημαϊκών του 2001 για τα greeklish. Τον Α. Ν. Κ. όμως βολεύει –έτσι νομίζει, τουλάχιστον– να οδηγήσει τη συζήτηση στα greeklish.

«3. Κι ενώ εγώ παραθέτω στην επιστολή μου συνοπτικώς τα επιχειρήματα των υπερασπιστών και των πολεμίων του βιβλίου, αποδίδεται σε εμένα ότι το όλο επιχείρημά μου κατ’ αυτού βασίζεται στο ότι η φράση “Μιλώ και γράφω” στην κορυφή της σελ. 36 μπορεί να εκληφθεί “ως δήθεν προτροπή για την επιβολή της φωνητικής ορθογραφίας”. Αλλά οι συγγραφείς τούτου φαίνεται να αγνοούν και άλλα δημοσιεύματα με δυσμενή σχόλια διακεκριμένων καθηγητών Φιλοσοφικών Σχολών ΑΕΙ, οι οποίοι κατέληγαν στο συμπέρασμα (όπως και εγώ εν κατακλείδι της επιστολής μου) ότι το βιβλίο αυτό δεν είναι κατάλληλο από παιδαγωγικής απόψεως για μαθητές Δημοτικού. Βέβαια, οι επιστολογράφοι προβάλλουν ως δικαιολογία τους ότι το “Μιλώ και γράφω” είναι επικεφαλίδα και άλλων σελίδων (όπως συμβαίνει και με αντίστοιχες επικεφαλίδες άλλων κεφαλαίων του βιβλίου). Αλλά τα παιδιά του Δημοτικού, που για πρώτη φορά παίρνουν στα χέρια τους Γραμματική, δεν έχουν διαβάσει το όλο βιβλίο ώστε να κάνουν στη σελ. 36 τη λεπτή διάκριση μεταξύ επικεφαλίδος και σώματος της σελίδος, αφού μάλιστα στη δήθεν αυτή επικεφαλίδα εκτός του “Μιλώ και γράφω” προστίθενται και “φθόγγοι, γράμματα και συλλαβές” με τον ίδιο τύπο γραμμάτων, όπως και το κείμενο στο κάτω μέρος της σελ. 36. Πώς είναι δυνατόν ένας μαθητής να μην “μπερδευτεί” (όπως διατείνονται οι επιστολογράφοι) και να μην οδηγηθεί στη φωνητική ορθογραφία, όταν ακόμη και μεγάλοι και μάλιστα ειδικοί (όπως φαίνεται από πλήθος δημοσιευμάτων) κατάλαβαν ότι η δήθεν επικεφαλίδα είναι τμήμα του κειμένου της σελ. 36 και ανοίγει την οδό στη φωνητική ορθογραφία».

Πράγματι, ο Α. Ν. Κ. παρουσιάζει περιληπτικά τα επιχειρήματα των υπερασπιστών και των πολεμίων του βιβλίου, αλλά το κάνει με δήθεν αντικειμενικό τρόπο. Για τους μεν το σχολικό βιβλίο είναι γλωσσολογικά ορθό, ενώ για τους δε καταργεί γράμματα. Τελικά, καταργούνται γράμματα ή οι πολέμιοι του βιβλίου έχουν άδικο; Αυτό δεν μας το λέει ο ακαδημαϊκός.

Όντως, το «Μιλώ και γράφω» αποτελεί τη βάση των όσων ισχυρίζεται ο Α. Ν. Κ., εφόσον στην προηγούμενη επιστολή του, στην αρχή της δεύτερης παραγράφου, χαρακτηρίζει τον τίτλο «Μιλώ και γράφω» ως τη «βασική αιτία που προκάλεσε τη διάσταση αυτών των απόψεων». Επομένως, δεν του αποδίδεται αδικαιολόγητα ότι το επιχείρημά του βασίζεται στο «Μιλώ και γράφω».

Αναφερόμενος σε «διακεκριμένους καθηγητές Φιλοσοφικών Σχολών ΑΕΙ», ο Α. Ν. Κ. καταφεύγει και πάλι, για λόγους εντυπώσεων, στη λεγόμενη μη κατονομαζόμενη αυθεντία. Ποιοι «διακεκριμένοι καθηγητές Φιλοσοφικών Σχολών ΑΕΙ» συμπεραίνουν ότι το βιβλίο αυτό δεν είναι παιδαγωγικά κατάλληλο για μαθητές δημοτικού; Εγώ τουλάχιστον ξέρω μόνο μία καθηγήτρια που έχει υποστηρίξει κάτι τέτοιο, ενώ άλλοι πιστεύουν το αντίθετο. Και γιατί η αναφορά στην καταλληλότητα ή μη του βιβλίου από παιδαγωγική άποψη παρεισφρέει σε μια παράγραφο όπου ο Α. Ν. Κ. κάνει λόγο για ένα άλλο θέμα, το αν ανοίγει ο δρόμος για τη φωνητική γραφή στο σχολικό εγχειρίδιο; Γιατί μπλέκονται τα δύο αυτά θέματα μεταξύ τους;

Ας σταματήσει επιτέλους να παραπληροφορεί ο ακαδημαϊκός Α. Ν. Κουνάδης για το θέμα της νέας γραμματικής του δημοτικού. Ο Α. Ν. Κ. ισχυρίζεται ότι η επικεφαλίδα «Μιλώ και γράφω» στη σελ. 36 του σχολικού βιβλίου, στην οποία παρουσιάζονται οι φωνηεντικοί και συμφωνικοί φθόγγοι της Νέας Ελληνικής, θα μπερδέψει τον μαθητή και θα τον οδηγήσει στη φωνητική γραφή. Πρόκειται για αβάσιμο και αστείο ισχυρισμό. Σημειωτέον ότι το επιχείρημα της «επικεφαλίδας» το προβάλλει ο Α. Ν. Κουνάδης, ο σάλος που ξέσπασε το καλοκαίρι δεν οφειλόταν σε παρερμηνεία της εν λόγω επικεφαλίδας. Ο μαθητής, λοιπόν, θα πάρει στα χέρια του όλο το βιβλίο και δεν θα περιοριστεί στη σελ. 36, που αναδημοσιεύεται στο διαδίκτυο και σε εφημερίδες αποκομμένη από το όλο βιβλίο, παρερμηνεύεται και σχολιάζεται με απαράδεκτο ύφος από ομοϊδεάτες του Α. Ν. Κουνάδη. Ο μαθητής θα διαβάσει όλο το βιβλίο και θα διαπιστώσει ότι στη νέα γραμματική γίνεται σαφέστατη διάκριση φθόγγων-γραμμάτων, προφοράς-γραφής. Θα δει λ.χ. ότι άλλο κεφάλαιο αφιερώνεται στους φθόγγους και άλλο στα γράμματα. Σε όλη τη σελ. 41 μάλιστα υπάρχει και άσκηση με την οποία η διάκριση φθόγγων-γραμμάτων γίνεται απόλυτα κατανοητή. Το κακό ξεκίνησε από την αποδεδειγμένη αδυναμία μιας δασκάλας να ξεχωρίσει τους φθόγγους και τα γράμματα μεταξύ τους, όχι από παρερμηνεία κάποιας επικεφαλίδας. Ο ισχυρισμός ότι η νέα γραμματική ωθεί σε εγκατάλειψη της παραδοσιακής ορθογραφίας και σε υιοθέτηση της φωνητικής γραφής είναι αβάσιμος και αφελής.

Η διάκριση επικεφαλίδας και σώματος της σελίδας 36 δεν είναι «λεπτή», όπως τη χαρακτηρίζει ο Α. Ν. Κ., ο οποίος επινόησε το πρόβλημα της «επικεφαλίδας», για να δικαιολογήσει τις αντιδράσεις των ομοϊδεατών του στο σχολικό βιβλίο. Η διάκριση αυτή γίνεται πολύ εύκολα – και δεν χρειάζεται να έχουν διαβάσει οι μαθητές όλο το βιβλίο, για να καταλάβουν ότι πρόκειται για επικεφαλίδα. Επίσης, με ένα απλό ξεφύλλισμα του βιβλίου βλέπουν ότι πρόκειται για επαναλαμβανόμενη επικεφαλίδα ολόκληρου του δεύτερου μέρους του βιβλίου, η οποία φυσικά δεν αφορά μόνο τη σελ. 36. Ο τύπος γραμμάτων και το χρώμα της επικεφαλίδας δηλώνουν σαφέστατα περί τίνος πρόκειται. Κανείς μαθητής δεν θα μπερδευτεί, κανένα παιδί δεν θα οδηγηθεί στη φωνητική ορθογραφία, γιατί έχει στα χέρια του ολόκληρη τη γραμματική και όχι μόνο τη σελ. 36, όπως προφανέστατα συμβαίνει με τον ακαδημαϊκό Κουνάδη. Ποιοι «μεγάλοι και μάλιστα ειδικοί (όπως φαίνεται από πλήθος δημοσιευμάτων) κατάλαβαν ότι η δήθεν επικεφαλίδα είναι τμήμα του κειμένου της σελ. 36 και ανοίγει την οδό στη φωνητική ορθογραφία»; Πάλι ο Α. Ν. Κ. επιστρατεύει την επίκληση στη μη κατονομαζόμενη αυθεντία και προσπαθεί με την κατάλληλη διατύπωση («πλήθος δημοσιευμάτων») να εντυπωσιάσει. Είναι αξιοσημείωτο μάλιστα ότι κάνει αναφορά και σε ειδικούς! Ειδικοί όμως στην προκειμένη περίπτωση είναι οι γλωσσολόγοι. Ποιοι γλωσσολόγοι κατάλαβαν ότι η νέα γραμματική προωθεί τη φωνητική γραφή;

«4. Το ότι δήθεν παρερμήνευσα την απάντηση της πρώτης των συγγραφέων σε ερώτημα δημοσιογράφου (“Βήμα” της 22/7/2012), αν οι συντάκτες του βιβλίου συμβουλεύτηκαν δασκάλους κατά τη συγγραφή του, δεν ευσταθεί (με εκ των υστέρων δικαιολογίες) διότι οι δηλώσεις της δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης εν όψει της απαντήσεώς της, που έχει ως εξής: «Το μέλος της επιτροπής κ. Μαργαρίτα Λουκά έχει μακρά εμπειρία διδάσκοντας μικρά παιδιά στο εξωτερικό, στην Κύπρο και αλλού. Ήταν η ασφαλιστική μας δικλίδα για να μην κάνουμε λάθος στην παρουσίαση γλωσσολογικών απόψεων σε παιδιά αυτής της ηλικίας». Περί άλλων δασκάλων που να συνέβαλαν θετικά στη σύνταξη του βιβλίου (όπως τώρα ισχυρίζονται οι επιστολογράφοι), ουδείς λόγος γίνεται. Ο αναγνώστης μπορεί να κρίνει σε ποιον ανήκει η ντροπή».

Μόνο που η Ειρ. Φιλιππάκη στην ίδια συνέντευξη, αμέσως πριν, είχε δηλώσει:

«Κοιτάξτε, δεν μπορεί άλλα να λέει ο γλωσσολόγος και άλλα ο δάσκαλος. Υπήρξαν συζητήσεις και παρατηρήσεις επί της ουσίας τις οποίες δεχτήκαμε καλοπροαίρετα. Κάποιος δάσκαλος μας είπε ότι «εμείς δεν κάνουμε επιστήμη, αλλά παράδοση μαθήματος». Του απαντήσαμε ότι «υπάρχουν επιστημονικά κριτήρια που δεν γίνεται να τα αλλάξουμε»».

Από αυτήν εδώ τη δήλωση συμπεραίνεται αβίαστα ότι οι συντάκτες της εν λόγω σχολικής γραμματικής συζήτησαν με δασκάλους κατά τη συγγραφή του βιβλίου. Και έτσι, καταρρίπτεται πανηγυρικά άλλος ένας ισχυρισμός του ακαδημαϊκού Κουνάδη.

«5. Το ότι “οι συντάκτες του βιβλίου έχουν υιοθετήσει εγχειρίδια για την αγγλική γλώσσα χωρίς πολλή σκέψη” δεν είναι μόνο γνώμη διεθνούς εμβέλειας καθηγήτριας Κλασικής Φιλολογίας γνωστού ξένου πανεπιστημίου (το όνομα της οποίας πρέπει να γνωρίζουν οι επιστολογράφοι, διότι είναι τόσο γνωστό στη χώρα μας ώστε και ένας μη ειδικός μπορεί να το μαντέψει), αλλά και άλλων. Η πρώτη, άλλωστε, των επιστολογράφων συνέταξε από κοινού με τους κ. Holton D. και Mackridge P. ένα τέτοιο ξενόγλωσσο βιβλίο γραμματικής: “Greek grammar: A comprehensive grammar of the modern language”. Εύχομαι η επιστολή των 4 συγγραφέων του απαράδεκτου αυτού βιβλίου να είναι η τελευταία απέλπιδα προσπάθεια υποστήριξής του και το εφιαλτικό ενδεχόμενο πλήρους καταστροφής της γλώσσας μας (μετά τα αλλεπάλληλα πλήγματα που δέχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες) να αποτραπεί. Φρονώ ότι το πρόβλημα αυτό δεν θα υπήρχε αν ο νέος υπουργός Παιδείας ζητούσε τη γνώμη της Ακαδημίας Αθηνών (κατά τον Οργανισμό της), όπως συνέβη και σχετικά πρόσφατα για αναλόγου σοβαρότητος θέματα».

Αφού και πάλι επικαλείται μια αυθεντία που δεν κατονομάζει, ο Α. Ν. Κουνάδης σημειώνει ότι και άλλοι έχουν την ίδια γνώμη με τη διαπρεπή αυτή καθηγήτρια. Αυτό υποτίθεται ότι είναι επιχείρημα. Ως συμπληρωματικό στοιχείο αναφέρει ότι η Ειρ. Φιλιππάκη ήταν μέλος της συγγραφικής ομάδας ενός ξενόγλωσσου βιβλίου γραμματικής. Και αυτό τι αποδεικνύει; Επίσης, η καταγραφή των φθόγγων της Νέας Ελληνικής σε ένα σχολικό βιβλίο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι συγγραφείς του έχουν άκριτα υιοθετήσει εγχειρίδια για την αγγλική γλώσσα; Ποια στοιχεία οδηγούν σε ένα τέτοιο συμπέρασμα;

Τελικά, ο Α. Ν. Κουνάδης κάθε άλλο παρά απέδειξε ότι το επίμαχο βιβλίο είναι απαράδεκτο, όπως το χαρακτηρίζει. Το «εφιαλτικό ενδεχόμενο πλήρους καταστροφής της γλώσσας μας» ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας και δεν έχει την παραμικρή σχέση με τη σχολιαζόμενη γραμματική. Να ποιες είναι οι συνέπειες του να ασχολείται με τη γλώσσα κάποιος που δεν κατέχει τα γλωσσικά. Έχει συλλάβει άραγε τι γράφει; Πώς συνδέεται ένα σχολικό βιβλίο όπου απλώς γίνεται καταγραφή των φθόγγων της Νέας Ελληνικής με το ενδεχόμενο να καταστραφεί η ελληνική γλώσσα; Εύχομαι να μην υπάρξει υπουργός που να ζητήσει τη γνώμη του Α. Ν. Κ. για το περιεχόμενο σχολικών βιβλίων γλώσσας. Ελπίζω ότι η διδασκαλία της γλώσσας στη χώρα μας δεν θα επηρεάζεται από τα γλωσσικά του πιστεύω. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι πράγματι εφιαλτικό.

Advertisements