«Νέο Βιβλίο Γραμματικής»

10/11/2012

Ο Ιωάννης Γ. Κουλούρης, που υπογράφει ως Δρ Μηχανολόγος – Ηλεκτρολόγος ΕΜΠ, σε επιστολή του στην «Καθημερινή» (12/10/2012) γράφει:

«Κύριε διευθυντά

»Σε απάντηση επιστολής των συγγραφέων του νέου βιβλίου της Ε΄ και Στ΄ Δημοτικού, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα σας της 11-9-2012, θα ήθελα να εκφράσω τα εξής:

»Οι ανωτέρω συγγραφείς κακώς καταφέρονται κατά του ακαδημαϊκού κ. Κουνάδη, ο οποίος πολύ σωστά χαρακτήρισε το κεφάλαιο του βιβλίου τους με τίτλο “μιλώ και γράφω” ως προσπάθεια εισαγωγής και προώθησης της φωνητικής ορθογραφίας. Πράγματι με τίποτα δεν δικαιολογείται ο τίτλος του κεφαλαίου αυτού. Κατ’ αρχήν κανείς δεν μιλά και γράφει ταυτόχρονα. Είτε θα μιλά, είτε θα γράφει, είτε θα διαβάζει (σιωπηλά ή φωναχτά). Επομένως ο ανωτέρω τίτλος το μόνο νόημα που μπορεί να έχει (και προφανώς αποτελεί και τον απώτερο στόχο των συγγραφέων), είναι να προτρέψει τα παιδιά να μιλούν και στη συνέχεια να γράφουν όπως μιλούν».

Πώς να επιχειρηματολογήσεις εναντίον ανθρώπων που έχουν τέτοιες γλωσσικές ιδεοληψίες και προκαταλήψεις, όπως ο ακαδημαϊκός Κουνάδης και οι υποστηρικτές του; Θαυμάστε επιχείρημα που διατυπώνεται στο ανωτέρω παράθεμα! Δηλαδή «μιλώ και γράφω» δεν σημαίνει τίποτε άλλο από το «μιλώ και στη συνέχεια γράφω όπως μιλώ»… Μα είναι δυνατόν να υποστηρίζονται τέτοια πράγματα και μια σοβαρή εφημερίδα να μη φροντίζει να φιλοξενεί παράλληλα, στο ίδιο φύλλο ει δυνατόν, ένα σοβαρό απαντητικό σχόλιο; Η «άποψη» (είναι τόσο αστεία, που ούτε καν άποψη μπορεί να χαρακτηριστεί) ότι η επικεφαλίδα «μιλώ και γράφω» του δεύτερου μέρους του βιβλίου συμβάλλει στην εισαγωγή και προώθηση της φωνητικής γραφής και προτρέπει τα παιδιά να γράφουν όπως μιλούν αποτελεί αστειότητα. Το «μιλώ και γράφω – φθόγγοι, γράμματα και συλλαβές», δηλαδή η επαναλαμβανόμενη επικεφαλίδα ολόκληρου του δεύτερου μέρους του βιβλίου, δικαιολογείται για τον απλούστατο λόγο ότι αυτό το δεύτερο μέρος αφορά και την προφορά και τη γραφή, και φθόγγους και γράμματα, σε ξεχωριστά κεφάλαια.

Στη σελίδα 39 της σχολικής γραμματικής υπάρχει ένα χαρακτηριστικό παράθεμα. Ένας από τους χαρακτήρες του βιβλίου λέει (τα έντονα γράμματα είναι των συντακτών της γραμματικής):

«Εντάξει, καταλαβαίνω ότι τα [α], [θ], [ντ], [ου] κτλ. συμβολίζουν τους ήχους που χρησιμοποιώ όταν μιλάω. Όταν γράφω, όμως, χρησιμοποιώ το ελληνικό αλφάβητο (α, β, γ, δ, ε, ζ…), που αποτελείται από 24 γράμματα

Και μόνο αυτά τα λόγια είναι ικανά να αναιρέσουν τους ισχυρισμούς διαφόρων επιστολογράφων της «Καθημερινής», αλλά και να δείξουν πόσο αστείοι είναι, εκτός από άστοχοι, άτοποι, εσφαλμένοι.

«Είναι επίσης προφανές ότι το βιβλίο αυτό έχει γραφεί με πρότυπα γραμματικής άλλων γλωσσών. Ενώ παραθέτουν πλήθος φιλολογικών ακροβασιών και ασυναρτησιών με στόχο τις απόψεις του ανωτέρω ακαδημαϊκού, αλλά και της τεράστιας πλειοψηφίας του ελληνικού λαού που έχει μείνει άναυδος από το περιεχόμενο του βιβλίου τους, δεν αναφέρονται καθόλου στην ουσία των αιτιάσεων εναντίον του».

Ποια είναι τα «πρότυπα γραμματικής άλλων γλωσσών»; Η καταγραφή των φθόγγων της Νέας Ελληνικής συνιστά συμμόρφωση με γραμματική περιγραφή άλλων γλωσσών; Δεν έχει φθόγγους η Νεοελληνική, και μάλιστα αυτούς που καταγράφονται στη γραμματική του δημοτικού;

Καμία φιλολογική ή άλλη ακροβασία ή ασυναρτησία δεν παραθέτουν οι συντάκτες της γραμματικής. Είδαμε ποιοι γράφουν ασυναρτησίες – τα όσα αφορούν την επικεφαλίδα «μιλώ και γράφω» είναι ενδεικτικά.

Πώς γνωρίζει ο επιστολογράφος ποιες είναι οι απόψεις «της τεράστιας πλειοψηφίας του ελληνικού λαού»; Έχει κάνει καμιά δημοσκόπηση; Και πώς ξέρει ότι ο λαός «έχει μείνει άναυδος από το περιεχόμενο του βιβλίου»; Μήπως εκπροσωπεί τον ελληνικό λαό; Αλλά ακόμα και αν αληθεύουν τα περί του ελληνικού λαού, δεν ξέρει ο επιστολογράφος ότι η επιστημονική αλήθεια δεν ρυθμίζεται από την «πλειοψηφία»;

Επίσης, εννοείται ότι οι συγγραφείς της γραμματικής στην επιστολή τους αναφέρονται στην ουσία των αιτιάσεων εναντίον του βιβλίου – ο Ι. Γ. Κουλούρης δηλώνει για λόγους εντυπώσεων το αντίθετο, όμως τον διαψεύδει η ίδια η επιστολή. Οι συντάκτες του σχολικού βιβλίου λ.χ. δίνουν απάντηση στον Α. Ν. Κουνάδη για την κατηγορία ότι το βιβλίο προτείνει ή διευκολύνει την επιβολή της φωνητικής γραφής, ότι κατά τη συγγραφή του δεν ζητήθηκε η γνώμη δασκάλων και ότι οι ίδιοι έχουν υιοθετήσει στοιχεία από εγχειρίδια για την αγγλική γλώσσα. Αυτά δεν αναφέρει ο Α. Ν. Κουνάδης; Σε αυτά δεν απαντούν οι συγγραφείς της γραμματικής; Τι άλλο θέλει ο Ι. Γ. Κουλούρης;

«Εδώ θέλω να τονίσω ότι τα αναφερόμενα στο βιβλίο τους είναι εντελώς λανθασμένα. Στην ομιλούμενη ελληνική γλώσσα δεν υπάρχουν μονοσήμαντοι [sic] φθόγγοι “γκ”, “μπ” και “ντ”, γιατί διαφορετικά προφέρεται π.χ. το φωνητικό σύμπλεγμα “ντ” στις λέξεις “ντάμα” και “έντομο”, διαφορετικά το “γκ” στις λέξεις “γκέτο” και “έγκλημα”, διαφορετικά το “μπ” στις λέξεις “μπόρα” και “έμπορος” κ.λπ. κ.λπ. Εάν οι συγγραφείς μεταβούν στα χωριά τους και θελήσουν να προφέρουν τα ανωτέρω συμπλέγματα με τον τρόπο που προτείνουν στο βιβλίο τους προφανώς θα τους εκλάβουν για ξένους που έμαθαν και ελληνικά. Αντίθετα οι φθόγγοι-σύμφωνα “ξ” και “ψ” προφέρονται πάντοτε εντελώς μονοσήμαντα και αποτελούν αυτόνομα γράμματα».

Αν ο Ι. Γ. Κουλούρης είχε διαβάσει, και μάλιστα προσεκτικά, το σχολικό εγχειρίδιο, θα είχε πληροφορηθεί ότι οι συγγραφείς δεν εξετάζουν λεπτομερώς τους φθόγγους της γλώσσας. Το δηλώνουν στον πρόλογο του βιβλίου, στη σελίδα 5, και εξηγούν το γιατί. Το αν προφέρεται διαφορετικά το «ντ» στα «ντάμα» και «έντομο» δεν είναι θέμα που έχει θέση στην ύλη μιας γραμματικής για τις δύο τελευταίες τάξεις του δημοτικού. Οι πολέμιοι του βιβλίου από τη μια συντάσσονται με τη Γ. Ξανθάκη, που το θεωρεί δύσκολο, και από την άλλη θεωρούν παράλειψη το γεγονός ότι δεν εξηγείται σε παιδιά 11 και 12 ετών πώς προφέρεται το «γκ» στα «γκέτο» και «έγκλημα». Και όχι, κανείς δεν θα σε περάσει για ξένο αν δεν προφέρεις [éndomo] αλλά [édomo]. Υπάρχει και αυτή η προφορά, και μάλιστα σε φυσικούς ομιλητές της Ελληνικής.

Ο ερασιτεχνισμός του Ι. Γ. Κουλούρη φαίνεται ξεκάθαρα από την εξής διατύπωση:

«Αντίθετα οι φθόγγοι-σύμφωνα [sic] “ξ” και “ψ” προφέρονται πάντοτε εντελώς μονοσήμαντα [sic] και αποτελούν αυτόνομα γράμματα».

Τα «ξ» και «ψ» δεν είναι «φθόγγοι-σύμφωνα» – το καθένα από αυτά αποτελεί γραπτό σύμβολο δύο φθόγγων. Δύο φθόγγους απεικονίζει το «ξ», δύο φθόγγους αντιπροσωπεύει και το «ψ».

«Όσο για τον περιορισμό των φωνηέντων από επτά σε πέντε, αυτό υπερβαίνει κάθε όριο ανοχής».

Δεν υπάρχει «περιορισμός των φωνηέντων από επτά σε πέντε». Οι φωνηεντικοί φθόγγοι της Νέας Ελληνικής είναι πράγματι πέντε – επτά είναι συνολικά τα γραπτά σύμβολα με τα οποία αποτυπώνονται. Μάλλον κάθε όριο ανοχής υπερβαίνει ο ερασιτεχνισμός μερικών.

«Αντί να πουν στα παιδιά ότι τα φωνήεντα είναι επτά και εμείς τώρα ορισμένα από αυτά συνήθως τα προφέρουμε με τον ίδιο τρόπο, λένε ακριβώς το αντίθετο. Ότι δηλαδή υπάρχουν πέντε φθόγγοι-φωνήεντα και εμείς, προφανώς από μαζοχισμό, μερικούς τους γράφουμε άλλοτε με τον ένα και άλλοτε με τον άλλο τρόπο».

Δεν λένε ότι τα φωνήεντα είναι επτά, γιατί ο όρος «φωνήεν» αφορά φθόγγο, όχι γράμμα. Επομένως, τα φωνήεντα, δηλαδή οι φωνηεντικοί φθόγγοι, είναι πέντε. Ναι, όντως υπάρχουν πέντε φθόγγοι-φωνήεντα. Δεν γράφουμε τον έναν έτσι και τον άλλο αλλιώς «από μαζοχισμό», αλλά γιατί το καθένα από τα «ι», «η», «υ» αντιπροσώπευε στην αρχαιότητα διαφορετική προφορά, το «η» λ.χ. αντιστοιχούσε σε μακρό [ε]. Αλλά αυτά δεν μπορούν να διδαχτούν σε παιδιά του δημοτικού. Πάντως, αυτή η ποικιλία των «ι», «η», «υ» στον γραπτό λόγο δεν υπάρχει «από μαζοχισμό».

«Εδώ έρχονται σε αντίθεση με την πάγια καθιερωμένη γνώση όλων των γενεών των Eλλήνων, η οποία εκφράζεται χαρακτηριστικά ακόμα και σε λαϊκά άσματα, όπως αυτό που λέει “εγώ δεν έχω πάει στο σχολείο, και ούτε ξέρω γράμματα πολλά, ξέρω πως ένα κι ένα κάνουν δύο και πως τα φωνήεντα είναι εφτά”».

Ο επιστολογράφος της «Καθημερινής» μάλλον δεν γνωρίζει ότι η επιστημονική αλήθεια και γνώση δεν εξαρτάται από «την πάγια καθιερωμένη γνώση όλων των γενεών» ενός λαού, αλλά μπορεί κάλλιστα να έλθει σε αντίθεση με αυτήν. Αλλιώς, δεν θα υπήρχε επιστήμη, θα μέναμε σε ό,τι αποτελεί «πάγια καθιερωμένη γνώση όλων των γενεών». Η σύγχρονη γλωσσολογία διδάσκει ότι ο όρος «φωνήεν», όπως και ο όρος «σύμφωνο», έχει νόημα μόνο όταν αποδίδεται σε φθόγγο, σε έναρθρο ήχο, σε στοιχείο προφοράς. Δεν είναι φωνήεν ή σύμφωνο ένα γράμμα, ένα γραπτό σύμβολο. Το «ύψιλον» λ.χ. είναι γράμμα που αντιστοιχεί σε φωνηεντικό φθόγγο στην περίπτωση του «πύλη» και σε συμφωνικό στην περίπτωση του «αύριο».

«Είναι εντελώς προκλητική και απευθύνεται σε διανοητικά καθυστερημένους η αναφορά τους ότι μέχρι τώρα (μάλλον από πνευματική ανωτερότητα όπως αφήνουν να εννοηθεί) δεν απάντησαν στα πολυάριθμα σχόλια και δημοσιεύματα όσων κατακρίνουν το βιβλίο τους. Η πραγματικότητα είναι ότι προφανώς δεν ήθελαν να δώσουν έκταση στο θέμα, για να περάσει ο χρόνος και το βιβλίο τους να επιβληθεί ως τετελεσμένο γεγονός στα σχολεία και να μην υπάρξει χρόνος να αποσυρθεί, όπως ασφαλώς θα γίνει κάποτε, ελπίζω το συντομότερο».

Μπράβο στον Ι. Γ. Κουλούρη, που μας διαφωτίζει για το ποια είναι η «πραγματικότητα», αφού μάλλον είναι σε θέση να ανιχνεύει τις προθέσεις των άλλων.

«Εδώ επιθυμώ να ρωτήσω τον αρμόδιο κ. υπουργό: α) Ποιος ο λόγος να γίνει συγγραφή νέου βιβλίου γραμματικής, αφού αυτό που υπήρχε εξυπηρετούσε άριστα τις ανάγκες μέχρι τώρα;»

Μα ποιος θα κρίνει ποιο εγχειρίδιο εξυπηρετεί άριστα τις ανάγκες των μαθητών; Ένας απόφοιτος του ΕΜΠ μέσω επιστολής στην «Καθημερινή» ή οι αρμόδιοι επιστήμονες;

«β) Με ποια διαδικασία έγινε η ανάθεση της συγγραφής στη συγκεκριμένη ομάδα; γ) Ποιος αξιολόγησε την καταλληλότητα του βιβλίου και την άμεση εισαγωγή του στα σχολεία, όταν μάλιστα αρμόδια όργανα, όπως η Ακαδημία Αθηνών, είχαν εκφράσει τις αντιρρήσεις τους;»

Ας διαβάσει ο Ι. Γ. Κουλούρης το σχετικό δελτίο Τύπου που έχει εκδοθεί από το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας και τον πρόεδρό του, καθηγητή Ιωάννη Καζάζη.

«δ) Είναι κατάλληλο το βιβλίο αυτό για μαθητές της Ε΄ και της Στ΄ Δημοτικού και δεν τους μπερδεύει όταν ανατρέπει καθιερωμένες γνώσεις τους;»

Καμία καθιερωμένη γνώση δεν ανατρέπει. Έπιασε ο πόνος μερικούς επιστολογράφους της «Καθημερινής» για το αν είναι παιδαγωγικά κατάλληλο ένα σχολικό βιβλίο… Αν δεν είχε ξεσπάσει ο σάλος για τη δήθεν κατάργηση γραμμάτων, θα ασχολούνταν με το συγκεκριμένο βιβλίο; Γιατί δεν αναρωτιούνται για την παιδαγωγική καταλληλότητα λ.χ. ενός σχολικού βιβλίου μαθηματικών για το δημοτικό;

«Το περιεχόμενο του βιβλίου είναι δυνατό να προκαλέσει μεγάλη εθνική βλάβη στο θέμα των Σκοπίων, αφού ως γνωστόν το κυριότερο επιχείρημά μας είναι ότι οι Σκοπιανοί δεν διαθέτουν το κυριότερο χαρακτηριστικό ενός κράτους, δηλαδή τη γλώσσα, και προσπαθούν να παρουσιάσουν ένα γλωσσικό νεόπλασμα ως δήθεν μακεδονική γλώσσα. Τώρα θα μπορούν και αυτοί να ισχυρίζονται ότι και η νέα ελληνική γλώσσα λίγη σχέση έχει με την παλαιά, αφού ακόμα και στα σχολεία τους διδάσκουν περίπου τους αγγλικούς φθόγγους».

Συγχαρητήρια στον επιστολογράφο! Το σκέφτηκε πολύ αυτό που έγραψε; Μπορεί να προκαλέσει μεγάλη εθνική βλάβη η καταγραφή των πέντε φωνηεντικών φθόγγων της Νέας Ελληνικής; Μερικοί πολέμιοι του βιβλίου δεν έχουν συλλάβει τι ισχυρίζονται και δεν έχουν αίσθηση του μέτρου.

Η αναφορά του επιστολογράφου σε διδασκαλία αγγλικών φθόγγων (!) δείχνει θλιβερό ερασιτεχνισμό, ενώ η αποκοπή της Νέας από την Αρχαία Ελληνική εξαιτίας του σχολιαζόμενου σχολικού βιβλίου ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας μερικών.

«Τέλος, θα ήθελα να τονίσω στους προφανώς νέους και άπειρους από διδασκαλία συγγραφείς του βιβλίου, ότι η γλώσσα μας αποτελεί ιδιαίτερα σοβαρό και ανεκτίμητο αγαθό για να ανεχόμαστε να την παραποιούν οι διάφοροι γλωσσολόγοι όπως αυτοί. Οι συγγραφείς του βιβλίου μπορούν να αναπτύσσουν τις γλωσσολογικές απόψεις τους στην ακαδημαϊκή τους διδασκαλία, οπότε ασφαλώς θα υφίστανται και την ανάλογη κριτική από τους φοιτητές τους, και δεν έχουν κανένα δικαίωμα ούτε αυτοί ούτε οι αρμόδιοι του υπουργείου που τους στηρίζουν, να τις επιβάλουν στα ανήλικα παιδιά μας. Ζητώ και αναμένω από τον κ. υπουργό της Παιδείας να αποσύρει αμέσως το βιβλίο αυτό και να επαναφέρει το προηγούμενο. Αρκετά ταλαιπωρηθήκαμε με την παραποίηση της Ιστορίας από το βιβλίο της κ. Ρεπούση, δεν είναι ανάγκη να ταλαιπωρηθούμε τώρα και από την παραποίηση της γλώσσας μας. Μας φθάνουν τα οικονομικά μας προβλήματα».

Ας διαβάσει ο Ιωάννης Γ. Κουλούρης το βιογραφικό τουλάχιστον της καθηγήτριας που ήταν επικεφαλής της συγγραφικής ομάδας, ας πληροφορηθεί ποια είναι η προσφορά της και μετά ας συνεχίσει να χαρακτηρίζει τους συγγραφείς «νέους και άπειρους από διδασκαλία» (!), να τους κάνει υποδείξεις και να τους κατηγορεί για «παραποίηση της γλώσσας μας».

Αρκετά πια με τη σκοταδιστική επίθεση στη νέα γραμματική.

Προσθήκη (25/4/2013):
Καιρό είχα να διαβάσω επιστολή στην «Καθημερινή» με θέμα την υποτιθέμενη κατάργηση γραμμάτων στη γραμματική του δημοτικού ή του γυμνασίου. Σήμερα η παραπάνω εφημερίδα δημοσιεύει την επιστολή του Ιωάννη Γ. Κουλούρη με τίτλο «Η διδασκαλία της γλώσσας στο γυμνάσιο»:

Δεν έχω σκοπό να σχολιάσω εξαντλητικά το περιεχόμενο του κειμένου. Αρκούμαι στα εξής: Ο πίνακας της σελίδας 19 της σχολικής γραμματικής αφορά τον προφορικό λόγο, πράγμα που δηλώνεται με σαφήνεια στο βιβλίο, γι’ αυτό δεν περιλαμβάνει τα γράμματα «η» και «υ». Διαπιστώνω ότι ο επιστολογράφος σχολιάζει μια φράση που υπάρχει στη σελίδα 21. Απορώ όμως αν πρόσεξε τι γράφεται στην αμέσως επόμενη σελίδα, την 22. Από εκεί αρχίζει το κεφάλαιο με τίτλο «Η ΓΡΑΦΗ». Στην αρχή του κεφαλαίου μάλιστα παρατίθεται πίνακας που περιλαμβάνει τα γράμματα, φυσικά και τα «η» και «υ». Στην επιστολή υποβόσκει η γνωστή σύγχυση μεταξύ προφοράς και γραφής, φθόγγων και γραμμάτων. Ωστόσο, είναι να απορεί κανείς με όσους διαμαρτύρονται ακόμη για τη δήθεν κατάργηση γραμμάτων σε σχολικές γραμματικές. Δεν διάβασαν πουθενά τον αντίλογο, ώστε να συνειδητοποιήσουν ότι έκαναν λάθος; Έχουν περάσει τόσοι μήνες από τότε που ξέσπασε αυτός ο σάλος. Επίσης, και αν ακόμη δεν έχουν ξεκαθαρίσει τη διαφορά προφορικού και γραπτού λόγου, δεν βλέπουν ότι οι σχολικές γραμματικές πράγματι καταγράφουν τα γράμματα που υποτίθεται ότι λείπουν; Απλώς τα αναφέρουν λίγο παρακάτω από τα σημεία που οι ίδιοι σχολιάζουν. Πώς μπαίνεις στη διαδικασία να συντάξεις και να στείλεις προς δημοσίευση ένα τέτοιο κείμενο; Πώς είναι δυνατόν να ισχυρίζεσαι ότι καταργήθηκαν γράμματα που είναι προφανές ότι καταγράφονται στα σχολιαζόμενα σχολικά βιβλία; Νομίζω ότι μετά από τόσους μήνες δεν στέκει ως δικαιολογία ή ως εξήγηση ούτε η σύγχυση προφοράς και γραφής ούτε τα ιδεολογικά κίνητρα. Γνωστός γλωσσολόγος υποστηρίζει κάτι που μάλλον με πείθει, ότι δηλ. τα βαθύτερα αίτια μιας τέτοιας στάσης είναι ψυχολογικά. Ωστόσο, επιβάλλεται πάντοτε να δίνονται απαντήσεις, γιατί διαβάζουν τις επιστολές αυτές και χιλιάδες ανυποψίαστοι αναγνώστες της εφημερίδας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Προτού διαβάσω προσεκτικά την επιστολή το πρωί, νόμιζα ότι το θέμα της είναι η γραμματική του δημοτικού. Λίγο μετά, κατάλαβα ότι το βάρος πέφτει στη γραμματική του γυμνασίου. Αλλά τι σημασία έχει; Αυτά τα κείμενα πλέον μοιάζουν με εκείνα τα ευχετήρια, τα τυποποιημένα, που λαμβάνουμε από διάφορες εταιρείες. Είναι σαν να έχουν βγει από μηχανή. Με λίγα λόγια: «Οι σχολικές γραμματικές καταργούν γράμματα! Μα τι κάνει η Ακαδημία Αθηνών; Η γλώσσα μας είναι ό,τι πολυτιμότερο διαθέτουμε».

Advertisements