σχετικά με την ορθογραφία του «λυμαίνομαι»

06/12/2012

Η επιστολή με τίτλο «Γλωσσικό τερατούργημα!» («Η Καθημερινή», 6/12/2012) δείχνει ποια από τις δύο «αντίπαλες» πλευρές ανεβάζει τους τόνους και ποια προκαλεί διενέξεις σχετικά με θέματα γλώσσας. Θεωρώ υπερβολικές διάφορες φράσεις του επιστολογράφου, όπως αυτές που επιλέγει στην αρχή του κειμένου του:

«Ήταν να το δω κι αυτό. Tο είδα στον ηλεκτρονικό Tύπο – σε τηλεοπτικό μέσο. Nα δω δηλαδή κάτι το εντελώς απίστευτο! Tο εντελώς ασύλληπτο! Nα δω ένα γλωσσικό τερατούργημα! Mια πρωτοφανή –σε μέγεθος– κακοποίηση, μια απίστευτη καταβαράθρωση της ελληνικής γλώσσας».

Παρόμοια σχόλια θα μπορούσαν να γίνουν και για την προχθεσινή επιστολή στην ίδια εφημερίδα («Δύο άθλοι»), κυρίως για τη φράση «η δολοφονία της νεοελληνικής μας γλώσσας».

Πιστεύω ότι οι γλωσσικές διενέξεις δεν προκαλούνται από τη δική μας πλευρά, η οποία άλλωστε απαντά και σχολιάζει, δηλαδή δεν μιλάει πρώτη.

Όπως και να έχουν τα πράγματα πάντως, οι υψηλοί τόνοι και οι γλωσσικές διαμάχες έχουν κουράσει και μένα πάρα πολύ. Ως εκ τούτου, είναι θέμα χρόνου να πάψω να ασχολούμαι με τον σχολιασμό τέτοιων απόψεων, σύμφωνα με τις οποίες λ.χ. ένα ορθογραφικό λάθος αποτελεί «απίστευτη καταβαράθρωση» ή «σπίλωση» της γλώσσας μας, η απόκλιση από κάποιον γλωσσικό κανόνα χαρακτηρίζεται «δολοφονία της νεοελληνικής μας γλώσσας» κτλ. Άλλωστε, έχω και άλλα γλωσσικά ενδιαφέροντα, άσχετα με τα θέματα αυτά.

Και δεν είναι μόνο θέμα κούρασης. Βλέπω και τη ματαιότητα της όλης προσπάθειας για ανασκευή μύθων. Τα κείμενα με ψευδείς πληροφορίες για θέματα γλώσσας είναι πλέον αμέτρητα στο διαδίκτυο, ενώ εμφανίζονται ακόμα και εκεί που δεν το περιμένεις. Ανοίγω λ.χ. τη μηνιαία εφημερίδα «Η Βούλα και ο κόσμος της» και ιδού τι γράφει σε (ανυπόγραφο) άρθρο που ξεκινάει από την πρώτη σελίδα και συνεχίζεται στις σελίδες 3 και 7.

Σχετικά με τη σημερινή επιστολή, δεν αρνούμαι φυσικά ότι το «λιμένομαι» συνιστά ορθογραφικό λάθος, απλώς δεν πιστεύω ότι το όλο θέμα έχει τις διαστάσεις που του δίνει ο επιστολογράφος.

Επίσης, πράγματι μπήκαν στα MME άτομα γλωσσικώς ακατάρτιστα. Θυμάμαι λ.χ. στις αρχές της δεκαετίας του ’90 έναν δημοσιογράφο ειδικευμένο στα αθλητικά να λέει «με τον σύνηθες τρόπο». Και μένα με ενοχλούν αυτά τα μαργαριτάρια, όπως λέγονται, αλλά δεν συνηθίζω να υψώνω τους τόνους για θέματα χρήσης της γλώσσας, γιατί θεωρώ πιο ουσιαστικό να μιλάει κανείς με γλωσσολογικούς όρους, να βλέπει τη γλώσσα ως σύστημα, να προβληματίζεται για τα βαθύτερα αίτια μιας απόκλισης από τη γλωσσική νόρμα και πάντως να μην αρκείται στην –εύκολη, σε τελευταία ανάλυση– εκδήλωση οργής και αγανάκτησης.

Θα κλείσω με δύο συμπληρωματικά σχόλια σχετικά με τη σημερινή επιστολή. Πρώτον, είναι ανέφικτο να έχει κανείς απόλυτη γνώση της γλώσσας. Το λέω αυτό, γιατί ο επιστολογράφος σημειώνει ότι «τα MME […] οφείλουν να έχουν πλήρη και απόλυτη γνώση της ελληνικής γλώσσας», «να γνωρίζουν πλήρως και απολύτως το γλωσσικό της σύστημα». Παρακάτω, βέβαια, υπογραμμίζει την ανάγκη τα ΜΜΕ «να γνωρίζουν πλήρως και απολύτως το περιεχόμενο, την έννοια και τη σημασία κάθε ελληνικής λέξεως, που χρησιμοποιούν». Άλλο αυτό, όμως. Ας γνωρίζει κάποιος πλήρως και απολύτως τη σημασία κάθε λέξης που χρησιμοποιεί, αλλά φοβάμαι ότι είναι αδύνατον να γνωρίζει κανείς πλήρως και απολύτως τη γλώσσα γενικά. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ τους. Δεύτερον, σε ένα σημείο της σχολιαζόμενης επιστολής βλέπω ότι και ο συντάκτης της έχει υιοθετήσει γνωστούς και διαδεδομένους γλωσσικούς μύθους. Γράφει συγκεκριμένα ότι είναι κατακριτέο και καταδικαστέο

«να κακοποιείται και με τον χειρότερο και τον βαναυσότερο τρόπο η ωραιότερη και η πλουσιότερη γλώσσα του κόσμου, η γλώσσα η ελληνική η «κατέχουσα» τα σκήπτρα του κάλλους και του πλούτου μεταξύ των 3.000 και πλέον εθνικών γλωσσών του πλανήτη, η γλώσσα της επιστήμης, της φιλοσοφίας, της έρευνας, της Iστορίας, της Tέχνης, του πολιτισμού και των ιερών κειμένων: Tου Θείου Eυαγγελίου και της Aγίας Γραφής!»

Δεν υπάρχουν όμως ωραίες και άσχημες γλώσσες ούτε πλούσιες και φτωχές. Η γλωσσολογία δεν αναγνωρίζει τέτοιες διακρίσεις. Επομένως, καμία γλώσσα δεν μπορεί να κατέχει τα σκήπτρα του κάλλους. Άλλωστε, με ποια κριτήρια δεχόμαστε ότι μια γλώσσα χαρακτηρίζεται από ομορφιά, ενώ μια άλλη από ασχήμια; Ούτε είναι η Ελληνική η πιο πλούσια γλώσσα του κόσμου. Πρόκειται και εδώ για βαθιά ριζωμένο γλωσσικό μύθο.

Advertisements