«Η ελληνική γλώσσα»

07/09/2013

Τα όσα αναφέρει ο ακαδημαϊκός Αντώνης Κουνάδης σε ομιλία του δημοσιευμένη στο περιοδικό «Νέα Ευθύνη» (τεύχος 18, Ιούλιος – Αύγουστος 2013) σκέφτηκα να τα χωρίσω χονδρικά σε δύο κατηγορίες. Πρόκειται για στοιχεία είτε ασαφή, μη κατανοητά πλήρως κτλ. είτε προδήλως ανακριβή με γλωσσολογικούς ή άλλους όρους. Διευκρινίζω ότι δεν θα σχολιάσω εξαντλητικά το περιεχόμενο της ομιλίας, για να μην αναλωθώ σε πάρα πολλές λεπτομέρειες, με δεδομένο ότι ο ομιλητής απλώνεται σε πολλά και διάφορα θέματα. Για ευνόητους λόγους δεν θα αναδημοσιεύσω εδώ το κείμενο της ομιλίας, εφόσον αυτή την περίοδο κυκλοφορεί το περιοδικό. Πάντως, όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να προμηθευτεί το περιοδικό σε κεντρικά βιβλιοπωλεία της Αθήνας.

Με βάση τα παραπάνω, ο ακαδημαϊκός Α. Κ. στην ομιλία του παραθέτει στοιχεία των οποίων την ορθότητα δεν μπορώ να ελέγξω εύκολα. Αναφέρει λ.χ. ότι σύμφωνα με μελέτη του γαλλικού Υπουργείου Παιδείας το 60% περίπου των λέξεων της γαλλικής γλώσσας έχει ελληνικές ρίζες. Δεν ξέρω για ποια μελέτη πρόκειται – ο ακαδημαϊκός δεν δίνει σχετικές πληροφορίες. Επίσης, δηλώνει ότι μια καθηγήτρια και δημιουργός αρχαιοελληνικού–πορτογαλικού λεξικού τού γνωστοποίησε ότι το 80% των λέξεων της πορτογαλικής γλώσσας έχει ελληνικές ρίζες. Αναρωτιέμαι αν αυτή η πληροφορία είναι βάσιμη και αν αρκεί μια τέτοια διαβεβαίωση, έστω και αν προέρχεται από την ίδια τη συντάκτρια του λεξικού. (Είναι άλλο θέμα πόσο περήφανοι μπορεί να αισθανθήκαμε ξαφνικά διαβάζοντας αυτά τα ποσοστά και τι σημασία έχουν, ακόμη και αν αληθεύουν…) Ακολούθως, ο ακαδημαϊκός καταγράφει στατιστικά στοιχεία που προέκυψαν, όπως λέει, «από διενεργηθείσα έρευνα», χωρίς να μας πληροφορεί για ποια έρευνα πρόκειται. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, «ξενόφερτες λέξεις» χρησιμοποιεί μεταξύ άλλων το 64,8% των κατοίκων της Αττικής και το 55,8% των ιδιωτικών υπαλλήλων. (Υποθέτω ότι οι υπόλοιποι, που δεν χρησιμοποιούν ξενόφερτες λέξεις, θα μας πληροφορήσουν πώς λένε λ.χ. το «μπαλκόνι» ή το «πορτοκάλι».) Δεν γνωρίζω ποιος διενήργησε τη συγκεκριμένη έρευνα, πάντως απορώ για το πώς είναι δυνατόν να μη χρησιμοποιεί κάποιος λέξεις που προέρχονται από ξένες γλώσσες. Δεν μπορώ να ελέγξω την ακρίβεια και άλλων πληροφοριών, όπως λ.χ. ότι «στη Ρωσία επιβάλλονται μεγάλα χρηματικά πρόστιμα σε περίπτωση αλλαγής, ακόμη και ενός γράμματος του Κυριλλικού αλφαβητου». Δεν ξέρω πώς νοείται εδώ η «αλλαγή» ενός γράμματος και πού έχει πραγματοποιηθεί η αλλαγή αυτή, που επισύρει πρόστιμο. (Αν ίσχυε εδώ ο νόμος αυτός, φαντάζομαι τι πρόστιμα θα επιβάλλονταν σε κάποιους που «κατήργησαν» δικά μας γράμματα σε ενα σχολικό βιβλίο…)

Σύμφωνα με τη γενική διάκριση που έκανα στην αρχή, ο ακαδημαϊκός Α. Κ. δίνει και πληροφορίες που είναι σίγουρα αναληθείς από γλωσσολογική ή γενικότερη άποψη. Ο Α. Κ. ισχυρίζεται ότι από το 1976 και μετά η γλώσσα μας ακολουθεί «φθίνουσα πορεία», που οφείλεται στην κατάργηση της διδασκαλίας των Αρχαίων από το πρωτότυπο (τα οποία όμως στο μεταξύ επανήλθαν, στη δεκαετία του ’90, πράγμα που δεν αναφέρεται στην ομιλία), στην καθιέρωση (επιβολή την ονομάζει) του μονοτονικού και στη συρρίκνωση των διδακτικών ωρών ως προς τα μαθήματα γλώσσας και έχει ως αποτέλεσμα γραμματικά, συντακτικά κ.ά. λάθη. Ωστόσο, η λεγόμενη φθίνουσα πορεία της γλώσσας δεν έχει επιβεβαιωθεί, νομίζω, από κάποια έρευνα. Συγκεκριμένες μελέτες, βέβαια, θα μας έδειχναν και αν τα αίτια της υποτιθέμενης φθίνουσας πορείας της γλώσσας είναι αυτά που αναφέρονται. Γλωσσικά λάθη γίνονταν και πριν από τη μεταρρύθμιση του 1976. Θα πρέπει επιπλέον να ληφθεί υπόψη από όσους κάνουν λόγο για μια τέτοια πορεία της γλώσσας μετά το 1976 ότι πριν από τη μεταρρύθμιση που έγινε τότε επίσημη γλώσσα του κράτους ήταν η καθαρεύουσα. Σημειωτέον ότι σε ιστοσελίδα του Σπύρου Μοσχονά μπορεί κανείς να δει παλαιότερα άρθρα σχετικά με τις απόψεις του που σχολιάζονται εδώ: «Τα αρχαία στο Γυμνάσιο», «Για όλα φταίει το µονοτονικό;» και «Οι φανατικοί του πολυτονικού».

Επίσης, δεν ισχύει και κάτι άλλο που αναφέρει ο Α. Κ., ότι δηλ. στα τέλη της δεκαετίας του ’90 είχαμε φτάσει στα πρόθυρα της καθιέρωσης της φωνητικής γραφής. Δεν ξέρω ποιοι εισηγούνταν προς το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, όπως λέει, την κατάργηση της παραδοσιακής ορθογραφίας ούτε σε ποιο πανεπιστημιακό τμήμα διδασκόταν «ο τρόπος μεταβάσεως από την φωνητική ορθογραφία στην λατινοποίηση της ελληνικής γραφής». (Δεν το πολυκαταλαβαίνω αυτό, αλλά δεν πειράζει.) Πάντως, η εγκατάλειψη της σχολικής ορθογραφίας και η καθιέρωση της φωνητικής γραφής είναι τόσο σοβαρό θέμα, που δεν νομίζω ότι θα αποφασιζόταν τόσο εύκολα, επειδή έγιναν (αν έγιναν) σχετικές εισηγήσεις προς το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο.

Ο ακαδημαϊκός Α. Κ. σε ένα σημείο της ομιλίας του επανέρχεται, δυστυχώς, στο θέμα της νέας γραμματικής του δημοτικού, την οποία εντάσσει στα «πλήγματα κατά της γλώσσας μας». Ενώ λέει ότι ξέσπασε σάλος με το βιβλίο αυτό και ότι η συγκεκριμένη γραμματική απασχόλησε για πολλούς μήνες τον Τύπο, περιέργως δεν αναφέρει για ποιον λόγο συζητήθηκε τόσο πολύ. Η αιτία γι’ αυτό, όπως θυμόμαστε, ήταν η υποτιθέμενη κατάργηση γραμμάτων στο εν λόγω σχολικό βιβλίο. Εφόσον ανακίνησε το θέμα ο Α. Κ., νομίζω ότι θα έπρεπε να πάρει σαφή θέση για την ουσία του και να πληροφορήσει το κοινό ότι κανένα γράμμα δεν έχει καταργηθεί. (Μου φαίνεται αστείο και που το συζητάω…) Ας προσθέσω εδώ ότι στην κατηγορία των ανακριβών πληροφοριών ανήκουν αυτά που λέει λίγο παρακάτω ο ακαδημαϊκός, ότι δηλ. η συγκεκριμένη γραμματική απευθύνεται σε μαθητές που δεν έχουν την ελληνική γλώσσα ως μητρική ή ότι είναι αποδεδειγμένα ακατάλληλη από παιδαγωγική άποψη. Γιατί απευθύνεται σε ξενόγλωσσους η νέα γραμματική, επειδή κάνει διάκριση φθόγγων και γραμμάτων; Και έπειτα, ποιοι «απέδειξαν» ότι είναι παιδαγωγικά ακατάλληλη; Ευτυχώς, δεν ισχύουν αυτά τα φοβερά και τρομερά και οι μαθητές είναι τυχεροί που έχουν στα χέρια τους ένα τόσο καλό σχολικό βιβλίο γραμματικής, με γλωσσολογικό προσανατολισμό, όπως πρέπει άλλωστε.

Άφησα τελευταία τη συνοπτική παρουσίαση, εκ μέρους του Α. Κ., μιας έρευνας του 2006 σύμφωνα με την οποία το 95% των 345 φιλολόγων που πήραν μέρος σε αυτήν υπογραμμίζει τη συμβολή της διδασκαλίας των Αρχαίων στην πιο σωστή χρήση της Νέας Ελληνικής. Δεν θα προχωρήσω σε αναλυτική κριτική της έρευνας αυτής. Γνωρίζω ότι υπάρχει σχετική βιβλιογραφία στο διαδίκτυο και κάποια στιγμή θα επανέλθω. Εδώ αρκούμαι σε μια μόνο παρατήρηση, ότι τέτοια αποτελέσματα ερευνών μάλλον αντανακλούν τις απόψεις ή τις εντυπώσεις των εκπαιδευτικών που συμπληρώνουν τα σχετικά ερωτηματολόγια. Δηλ. μπορεί όντως το 90% ή το 95% των φιλολόγων να πιστεύει ότι ισχύει κάτι, αλλά αυτό στην πραγματικότητα να μη στέκει. Επομένως, και εδώ ο ακαδημαϊκός Α. Κ. δεν πληροφορεί σωστά, κατά τη γνώμη μου. Τα Αρχαία ήταν από τα αγαπημένα μου μαθήματα στο λύκειο και γενικά δεν έχω λόγους να τα αποστρέφομαι. Ακόμη, πιστεύω ότι χρειάζεται ένας μαθητής να έχει επαφή με λόγια στοιχεία ενσωματωμένα στη Νέα Ελληνική, απλώς αμφιβάλλω αν αυτή η αναγκαία –κατά τη γνώμη μου– εξοικείωση με λόγια γλωσσικά στοιχεία επιτυγχάνεται με τη διδασκαλία της αρχαίας γραμματικής. Νομίζω ότι αφετηρία πρέπει να αποτελεί η Νέα Ελληνική. Και πάντως, καλό είναι οι απόψεις μας να βασίζονται σε συγκεκριμένες έρευνες. Υπάρχουν μελέτες που να αποδεικνύουν ότι η διδασκαλία των Αρχαίων συμβάλλει στην καλύτερη χρήση της Νεοελληνικής ή ότι ο καλύτερος τρόπος εκμάθησης λόγιων γλωσσικών στοιχείων της Νέας Ελληνικής είναι η διδασκαλία της γραμματικής της Αρχαίας;

Στο επόμενο άρθρο θα ασχοληθώ με τον πρόσφατο, δημοσιευμένο στο «Βήμα», διάλογο για την ελληνική γλώσσα.

Προσθήκες:

1)

«Αντιλαμβάνεστε πόσο επικίνδυνο είναι να ακούει ο μέσος άνθρωπος τέτοια κινδυνολογία από έναν ακαδημαϊκό. Τι λόγο έχει να πιστέψει ότι δεν είναι αλήθεια; Γιατί να μην πειστεί;» (Α. Φ.)

Αναρωτιέμαι γιατί να μην πειστεί κάποιος όχι μόνο από την κινδυνολογία, αλλά και από οτιδήποτε άλλο αναφέρει ένας ακαδημαϊκός. Για παράδειγμα, στη σελ. 362 του περιοδικού διαβάζουμε ότι ο Α. Ν. Κουνάδης, αναφερόμενος στην ελληνική γλώσσα, κάνει λόγο για «την τελειότητα της Γραμματικής της δομής». Πώς άραγε νοείται η τελειότητα αυτή; Τι σημαίνει τέλεια γραμματική δομή; Τουλάχιστον σε επιστολές στην «Καθημερινή» ο Α. Ν. Κουνάδης υπογράφει ως «Ομ. Καθηγητής ΕΜΠ – Ακαδημαϊκός», άρα οι αναγνώστες ας λάβουν υπόψη ότι ο συντάκτης αυτών των επιστολών, που αφορούν θέματα γλώσσας, δεν είναι γλωσσολόγος. (Ευτυχώς!)

2) Τελικά, αποφάσισα να αφιερώσω όχι ξεχωριστό άρθρο αλλά μόνο μερικά σχόλια στον διάλογο του «Βήματος» για την ελληνική γλώσσα:

Ευχάριστη έκπληξη ήταν η επιστολή του γενικού γραμματέα της Ακαδημίας, που δηλώνει σαφέστατα, μεταξύ άλλων, ότι ο Α. Ν. Κουνάδης «επιστημονικώς δεν έχει αρμοδιότητα και τις αναγκαίες γνώσεις για να ασχολείται με ζητήματα της γλώσσας…»

Επιπροσθέτως, με βάση τα όσα ανέφερα στο αρχικό κείμενο, «οι μεταρρυθμίσεις του 1976 και η σημερινή λεξιπενία» (βλ. άρθρο της Α. Τόλια) δεν έχει αποδειχθεί ότι συνδέονται μεταξύ τους, έστω και αν δεχτούμε ότι υπάρχει σήμερα λεξιπενία, ενώ δεν υπήρχε πριν από το 1976.

Και πάλι περί λεξιπενίας: Έχω διαπιστώσει ότι ακόμη και μαθητές της τρίτης λυκείου αγνοούν λέξεις και φράσεις που δεν θα περίμενα. Αυτό που γράφει ο Β. Χ. Πετράκος, ότι δηλ. «δεν υπάρχει για την Ακαδημία καμία γλωσσική πενία ή, πιο μίζερα, λεξιπενία στην Ελλάδα και στους Έλληνες», είναι τουλάχιστον υπερβολικό, εκτός αν δεν εννοούμε το ίδιο πράγμα. Όντως πλουτίζεται η ελληνική γλώσσα συνεχώς, δεκτό αυτό, αλλά υπάρχουν Έλληνες που έχουν φτωχό λεξιλόγιο. Στην προσπάθειά μας να πάρουμε αποστάσεις από την αβάσιμη κινδυνολογία για την ελληνική γλώσσα, ας μη φτάνουμε στο άλλο άκρο. Απλώς χρειάζεται πολλή προσοχή όταν ανιχνεύουμε τα αίτια του όποιου φαινομένου. Αποκλείεται να μην υπήρχε άγνοια λέξεων και εκφραστικών μέσων σε μαθητές και άλλους και πριν από το 1976. Και αν δεχτούμε ότι σήμερα είναι μεγαλύτερη, πράγμα που δεν γνωρίζω, δεν έχει αποδειχθεί ότι η κατάσταση επιδεινώθηκε εξαιτίας των μεταρρυθμίσεων του 1976. Καλό είναι να βασιζόμαστε σε στοιχεία, για να είναι οι εκτιμήσεις μας όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικές.

Ακόμη, διάβασα στις επιστολές των επικριτών του Δ. Ν. Μαρωνίτη τα εξής:

«Ποιους άραγε εξυπηρετεί το δημοσίευμα;»

«Διερωτώμαι για τους πραγματικούς λόγους της όψιμης κριτικής του κ. Μαρωνίτη […]».

«Το ερώτημα λοιπόν παραμένει: ποιο είναι το νόημα αυτού του «περίεργου» δημοσιεύματος, ποια είναι η σκοπιμότητά του;»

Δεν καταλαβαίνω τη λογική αυτών των σχολίων. Γιατί πρέπει να υπάρχει σκοπιμότητα στο δημοσίευμα του Δ. Ν. Μαρωνίτη;

3) Το «Βήμα» (8/9/2013, σελ. Α 49 – αν βρω τον σχετικό σύνδεσμο, θα τον προσθέσω) δημοσιεύει επιστολή με την οποία ο ακαδημαϊκός Α. Ν. Κουνάδης απαντάει στον γενικό γραμματέα της Ακαδημίας Β. Πετράκο.

Ο Α. Ν. Κουνάδης στην τελευταία αυτή επιστολή του κάνει λόγο για «σαφήνεια, ορθότητα και ακρίβεια, κυρίαρχα στοιχεία της ελληνικής». Δεν ξέρω αν είναι κυρίαρχα στοιχεία, αναρωτιέμαι όμως αν πρόκειται για στοιχεία ειδικά της ελληνικής γλώσσας. Η σαφήνεια, η ορθότητα και η ακρίβεια ως έννοιες συνδέονται ειδικά με την ελληνική γλώσσα;

Ο Α. Ν. Κ. στο ίδιο κείμενο γράφει:

«Ο επιστολογράφος [ενν. ο Β. Πετράκος] με θεωρεί ως αναρμόδιο και στερούμενο των αναγκαίων γνώσεων για να εκφράσω γνώμη επί γλωσσικών θεμάτων. Αλλά στην εκδήλωση αυτή εγώ απηύθυνα μόνο έναν εναρκτήριο χαιρετισμό ως επίτιμος πρόεδρος της ΕΓΚ χωρίς να εκθέσω προσωπικές απόψεις αλλά γνώμες απολύτως αρμοδίων, ξένων και ημεδαπών, για την ακριβή απόδοση των οποίων κανείς δεν μπορεί να με μεμφθεί».

Στην πραγματικότητα, ο Α. Ν. Κουνάδης στην ομιλία του, την οποία –όπως προανέφερα– έχει δημοσιεύσει το περιοδικό «Νέα Ευθύνη» (τεύχος 18, Ιούλιος – Αύγουστος 2013), δεν απηύθυνε μόνο έναν χαιρετισμό ούτε μετέφερε απλώς γνώμες «απολύτως αρμοδίων». Ποιος «απολύτως αρμόδιος» συμμερίζεται λ.χ. την άποψη του Α. Ν. Κ. ότι «το 1976 ξεκίνησε μια φθίνουσα πορεία της γλώσσας μας» ή τη γνώμη του ότι η νέα γραμματική του δημοτικού είναι ένα από «τα πλήγματα κατά της γλώσσας μας»; Και γιατί δεν λαμβάνει υπόψη απολύτως αρμοδίους που δεν συμφωνούν με τέτοιες απόψεις;

Όντως ο Α. Ν. Κ. στερείται των αναγκαίων γνώσεων, και μάλιστα όχι μόνο σε θέματα αμιγώς γλωσσικά, αλλά και σε εκπαιδευτικά. Αλλιώς, δεν θα έδινε την εσφαλμένη πληροφορία (βλ. σελ. 362 της ομιλίας του στη «Νέα Ευθύνη») ότι «ο Παπαδιαμάντης διδάσκεται πλέον από μετάφραση». Στο μάθημα της Λογοτεχνίας Κατεύθυνσης της 3ης λυκείου λ.χ. διδάσκεται το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Όνειρο στο κύμα», φυσικά στο πρωτότυπο.

Advertisements