Αρχαιολατρία και ελληνική γλώσσα

10/03/2014

Το πιο κάτω κείμενο αποτελεί περίληψη των όσων συζητήθηκαν στην εκπομπή Usus Norma Loquendi σχετικά με τη Γλωσσική Αρχαιολατρία. Πολλές ευχαριστίες στον Βασίλη Αργυρόπουλο για τη συγγραφή αυτής της περίληψης. 1962631_204049106471239_1759011547_n

Μολονότι έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες από τότε που θεμελιώθηκε η επιστήμη της γλωσσολογίας στην Ελλάδα από τον Γεώργιο Χατζιδάκι (1848–1941), στη χώρα μας ακόμη και σήμερα παρατηρούνται –και μάλιστα τα τελευταία χρόνια βρίσκονται σε έξαρση– διάφορα φαινόμενα γλωσσικού ερασιτεχνισμού, που μαρτυρούν άγνοια, αμφισβήτηση ή και απαξίωση βασικών γλωσσολογικών διδαγμάτων. Ένα από τα φαινόμενα αυτά είναι η γλωσσική αρχαιολατρία, μια περίπτωση σύγχρονης μυθολογίας. Η αρχαιολατρία ως προς την ελληνική γλώσσα δεν είναι, βέβαια, μόνο σημερινό φαινόμενο. Εδώ όμως μας ενδιαφέρει κάτι ειδικότερο, η γλωσσική «αρχαιολατρία». Τα εισαγωγικά χρησιμοποιούνται στην προκειμένη περίπτωση για να αντιμετωπιστεί κάπως η ασάφεια του όρου. Πώς νοείται λοιπόν η «αρχαιολατρία» ως προς την ελληνική γλώσσα; Θα μπορούσαμε να δώσουμε τον εξής ορισμό: Πρόκειται για μια ιδιόμορφη ελληνοκεντρική παραεπιστήμη που έχει διαμορφωθεί τις τελευταίες δεκαετίες και, συγκεκριμένα, για τη διατύπωση αβάσιμων γλωσσολογικά απόψεων σχετικά με διάφορα γλωσσικά θέματα. Πρωταγωνιστικό ρόλο στη συγκρότηση αυτής της παραεπιστήμης έχουν παίξει συγκεκριμένοι εκδότες, που εδώ και χρόνια καλλιεργούν συστηματικά την παραπληροφόρηση του κοινού όχι μόνο με βιβλία και περιοδικά που εκδίδουν, αλλά και με εκπομπές που παρουσιάζουν σε μικρούς τηλεοπτικούς σταθμούς.

Βασική έκφανση της εν Ελλάδι γλωσσικής «αρχαιολατρίας» αποτελεί η άρνηση της ινδοευρωπαϊκής καταγωγής της ελληνικής γλώσσας. Ας δούμε πρώτα τι διδάσκει σχετικά η γλωσσολογία: Με δεδομένο ότι μεταξύ διαφόρων γλωσσών παρατηρούνται πολλές ομοιότητες ως προς τη δομή και το λεξιλόγιό τους (για παράδειγμα, το αρχαιοελληνικό «δίδωμι» συνδέεται με το αρχαίο ινδικό «dadami», ομοίως το «πατήρ» της Αρχαίας Ελληνικής με το «pater» της Λατινικής, το «pitar» της αρχαίας Ινδικής, το αρχαίο γερμανικό «fater» κ.ά., το αρχαίο «δύο» με το λατινικό «duo», το γαλλικό «deux», το ρωσικό «dva» κ.ά., το αρχαίο «άλλος» με το λατινικό «alius» κ.ά.), οι γλωσσολόγοι δέχονται τη γενετική συγγένεια των γλωσσών όπου ανήκουν οι τύποι αυτοί και την προέλευσή τους από μια κοινή πρωτογλώσσα, τη λεγόμενη Ινδοευρωπαϊκή. Οι «αρχαιολάτρες» από την πλευρά τους, έχοντας μια στρεβλή αντίληψη περί γλωσσικής καθαρότητας, είτε δεν αρνούνται τη συγγένεια των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών αλλά θεωρούν τις υπόλοιπες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες θυγατρικές της Ελληνικής είτε θεωρούν ότι τα παρατηρούμενα κοινά στοιχεία μεταξύ των εν λόγω γλωσσών οφείλονται σε δανεισμό από την Ελληνική. Στην πρώτη περίπτωση όμως, η μέθοδος της επανασύνθεσης που ακολουθούν οι ειδικοί στην ιστορική και συγκριτική γλωσσολογία δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Ελληνική αποτελεί τη μητέρα γλώσσα. Αλλά και στη δεύτερη περίπτωση οι «αρχαιολάτρες» δεν έχουν δίκιο: Το είδος των κοινών στοιχείων μεταξύ των γλωσσών είναι τέτοιο, ώστε δεν στέκει γλωσσολογικά ο ισχυρισμός ότι οι άλλες γλώσσες τα έχουν δανειστεί από την Ελληνική. Λέξεις όπως αντωνυμίες και αριθμοί, αλλά και στοιχεία όπως προθήματα και επιθήματα, καθώς και κλιτικά μορφήματα κ.λπ., οδηγούν στο συμπέρασμα της γενετικής συγγένειας των γλωσσών και της προέλευσής τους από μια πρωτογλώσσα, που συμβατικά αποκαλούμε Ινδοευρωπαϊκή. Με γλωσσολογικούς όρους, κρίνεται αστήρικτος ο ισχυρισμός ότι έγινε δανεισμός των στοιχείων αυτών από την Ελληνική. Αλλά και να ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός περί δανεισμού, γιατί να θεωρείται αυτονόητο ότι οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες δέχτηκαν την επίδραση της Ελληνικής και όχι λ.χ. της Αρχαίας Ινδικής; Γιατί να είναι δεδομένο ότι η φορά της επίδρασης είναι πάντα από την Ελληνική προς τις άλλες γλώσσες;

Στο ίδιο πλαίσιο, της προβολής αντιεπιστημονικών ισχυρισμών για θέματα καταγωγής της Ελληνικής και άλλων γλωσσών, εντάσσονται πάμπολλα δημοσιεύματα προερχόμενα από τους προαναφερθέντες παραεπιστημονικούς κύκλους. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο παράδειγμα: Το 2004 κυκλοφόρησε βιβλίο μη γλωσσολόγου σύμφωνα με το οποίο τα Αγγλικά είναι ελληνική διάλεκτος. Στον πρόλογο του βιβλίου, ο συγγραφέας αφηγείται το εξής περιστατικό από την παιδική του ηλικία: Μόλις είχε επιστρέψει στο σπίτι από το πρώτο μάθημα Αγγλικών και ανέφερε στη μητέρα του τα αγγλικά «I am», «I have» και «I can». Και η μητέρα του, χωρίς να γνωρίζει Αγγλικά, κατάλαβε ότι πρόκειται για τα «είμαι», «έχω» και «κάνω». Ωστόσο, η εντύπωση που έχει ένας απλός ομιλητής για την ετυμολογική σύνδεση μεταξύ λέξεων δεν μπορεί να θεωρηθεί απόδειξη ή ένδειξη ότι οι λέξεις πράγματι αλληλοσυνδέονται ετυμολογικά. (Άλλωστε, «I can» δεν σημαίνει «κάνω».) Γιατί μπορεί απλώς να εμφανίζουν ορισμένους κοινούς φθόγγους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η μία προήλθε από την άλλη. Και αντίθετα, υπάρχουν τύποι που συνδέονται μεταξύ τους, λ.χ. το αρχαίο «εις» και το σημερινό «ένας», αλλά αν πούμε σε έναν ομιλητή χωρίς γνώσεις Αρχαίων το πρώτο, αποκλείεται να καταλάβει το δεύτερο. Με απασχολεί δηλ. το μεθοδολογικό θέμα. Μακάρι να ήταν τόσο εύκολο εγχείρημα η ετυμολόγηση μιας λέξης. Τότε θα γινόμασταν όλοι ετυμολόγοι, χωρίς γνωστικά εφόδια, χωρίς γλωσσολογική μέθοδο, με μόνο ίσως όπλο τη διαίσθηση, αν όχι τη φαντασία.

Άλλο μεγάλο γλωσσικό θέμα γύρω από το οποίο οι «αρχαιολάτρες» έχουν διατυπώσει αντιεπιστημονικούς ισχυρισμούς είναι η προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου. Σύμφωνα με τους γλωσσολόγους, οι Έλληνες γύρω στο 1450–1200 π.Χ. χρησιμοποιούσαν τη Γραμμική Β΄, ένα ατελές συλλαβογραφικό σύστημα γραφής. Σε αυτό δεν υπήρχαν σύμβολα που να αντιπροσωπεύουν τα φωνήεντα. Απεναντίας, ένα συλλαβόγραμμα, π.χ. το «πε», μπορούσε να αντιστοιχεί σε μια σειρά από συλλαβές, όπως «πε», «φε», «πη», «βη» κ.λπ., πράγμα που προκαλούσε δυσχέρειες στην ανάγνωση. Προκειμένου να δηλώσουν τους φωνηεντικούς φθόγγους της γλώσσας τους, οι Έλληνες δανείστηκαν ορισμένα σύμβολα από τη γραφή των Φοινίκων. Η στρεβλή αντίληψη που προανέφερα, για την καθαρότητα της γλώσσας, ωθεί τους «αρχαιολάτρες» στο να αρνούνται τη βορειοσημιτική/φοινικική προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου. Δεν μπορούν όμως να αναιρέσουν τα στοιχεία που την αποδεικνύουν. Το κυριότερο από αυτά είναι η (μη ελληνική) ονομασία –και η ακλισία– των γραμμάτων. Τα ονόματα «άλφα», «βήτα», «γάμμα» κ.λπ. δεν ετυμολογούνται από την Ελληνική, δεν σημαίνουν τίποτε και δεν κλίνονται στη γλώσσα μας. Άλλα στοιχεία είναι: η μορφή των γραμμάτων, η σειρά τους και η κατεύθυνση της γραφής – στις πρώτες επιγραφές επικρατεί η φορά «επί τα λαιά», δηλ. εκ δεξιών προς τα αριστερά, όπως στο φοινικικό σύστημα γραφής.

Και στο θέμα του αλφαβήτου αναρίθμητα είναι τα αντιεπιστημονικά κείμενα που έχουν δημοσιευθεί από τους λεγόμενους ελληνοκεντρικούς. Για παράδειγμα, σε βιβλίο που εκδόθηκε το 2003 μια φιλόλογος ως επιχείρημα εναντίον της φοινικικής καταγωγής του ελληνικού αλφαβήτου παραθέτει το εξώφυλλο ενός γαλλικού περιοδικού όπου οι Γάλλοι επισημαίνουν ότι το αλφάβητο που χρησιμοποιούν έχει ελληνική προέλευση. Ωστόσο, αυτά που γράφονται στο εξώφυλλο του γαλλικού περιοδικού δεν μπορούν να αναιρέσουν τη φοινικική καταγωγή του ελληνικού αλφαβήτου για τον εξής λόγο: Τα γραφόμενα από τους Γάλλους δεν αφορούν την καταγωγή του ελληνικού αλφαβήτου, φοινικική ή μη, αλλά την ελληνική καταγωγή του λατινικού αλφαβήτου. Οι Γάλλοι στο περιοδικό τους μιλάνε για την καταγωγή του δικού τους αλφαβήτου, δηλ. του λατινικού. Εφόσον, σύμφωνα με την κοινώς αποδεκτή θέση της γλωσσολογίας, το λατινικό αλφάβητο αποτελεί εξέλιξη του δυτικού ελληνικού-χαλκιδικού αλφαβήτου, δηλ. του αλφαβήτου που μετέφεραν οι Χαλκιδείς στη Ν. Ιταλία, δικαιολογημένα γράφουν ότι οφείλουν στην Ελλάδα μεταξύ άλλων και το αλφάβητο. Για το λατινικό αλφάβητο κάνουν λόγο, όχι για το ελληνικό. Τα όσα γράφουν όχι μόνο δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως επιχείρημα κατά της φοινικικής καταγωγής του ελληνικού αλφαβήτου, αλλά είναι άσχετα με το θέμα της προέλευσης του δικού μας αλφαβήτου. Είναι αξιοσημείωτη η παραπλανητική σύγχυση δύο θεμάτων διαφορετικών μεταξύ τους. Ας προστεθεί ότι οι «ελληνοκεντρικοί» συγχέουν μεταξύ τους και τα εξής δύο θέματα, την προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου από το φοινικικό και την προέλευση του ίδιου του φοινικικού αλφαβήτου. Για παράδειγμα, επικαλούνται συνεχώς ένα χωρίο του Διόδωρου Σικελιώτη (5, 74, 3–4), που όμως απλώς επιβεβαιώνει την κρατούσα επιστημονική άποψη σύμφωνα με την οποία δεν είναι οι Φοίνικες επινοητές του συστήματος γραφής που χρησιμοποιούσαν στην αρχαιότητα.

Ένα ακόμη θέμα που θα μας απασχολήσει είναι η απροθυμία των «αρχαιολατρών» να δεχτούν ότι η προφορά της Αρχαίας Ελληνικής ήταν πολύ διαφορετική από τη σύγχρονη. Από γλωσσολογική άποψη, δεν είναι δυνατόν μια γλώσσα, εν προκειμένω η Ελληνική στη μακραίωνη ιστορία της, να μεταβάλλεται σε επίπεδο σημασιολογικό, συντακτικό κτλ. και ως δια μαγείας να μη σημειώνει μεταβολές μόνο στην προφορά. Κι όμως στους λεγόμενους ελληνοκεντρικούς κύκλους υποστηρίζεται ότι η σημερινή προφορά είναι όμοια με την αρχαία. Μπορεί να αναρωτηθεί κανείς γιατί είναι σε μερικούς τόσο δύσκολο να δεχτούν ότι μια γλώσσα μεταβάλλεται και σε επίπεδο προφοράς. Νομίζω ότι βασικό ρόλο παίζει το γεγονός ότι είμαστε εξοικειωμένοι με τη σύγχρονη προφορά και έτσι είναι φυσικό να μας ξενίζει η αρχαία, όπως την πληροφορούμαστε από τους γλωσσολόγους. Μερικοί όμως αρνούνται ό,τι διδάσκει γι’ αυτό το θέμα η γλωσσολογία και γιατί προηγουμένως έχουν δεχτεί ότι η ελληνική γλώσσα είναι τέλεια, ανώτερη από τις άλλες, θεόσταλτη, ιερή κτλ. κτλ. Όποιος έχει τέτοιες αντιλήψεις μάλλον δεν αναμένεται να αναγνωρίζει ότι οι γλώσσες μεταβάλλονται. Πάντως, για την αρχαία προφορά βασιζόμαστε σε διάφορα στοιχεία. Ενδεικτικά: Η χρήση από τους αρχαίους κωμικούς ποιητές Κρατίνο και Αριστοφάνη του «βη βη» για την απόδοση του βελάσματος των προβάτων, που αντιστοιχεί στο γνωστό «μπέε», αποδεικνύει ότι το <β> στην Αρχαία Ελληνική δεν αντιπροσώπευε τον νεότερο ηχηρό τριβόμενο φθόγγο [v] αλλά τον ηχηρό κλειστό [b], ενώ συγχρόνως μαρτυρεί ότι το αρχαιοελληνικό <η> αντιστοιχούσε σε μακρό [ɛː] και δεν απέδιδε τον φθόγγο [i]. Επίσης, το αρχαίο <υ> δήλωνε φθόγγο διαφορετικό από ό,τι σήμερα, γι’ αυτό στο παλιό ιδίωμα των Μεγάρων έλεγαν μεταξύ άλλων «βούτουρο» αντί «βούτυρο», «γιουναίκα» αντί «γυναίκα» και «σούκα» αντί «σύκα». Η προφορά αυτή αποτελούσε κατάλοιπο της αρχαιοελληνικής.

Σχετικά με την αρχαία προφορά, η αρθρογραφία που προέρχεται από τους γνωστούς παραεπιστημονικούς κύκλους μάλλον δεν είναι τόσο πλούσια. Για να πάρει όμως κανείς μια γεύση, ας αναφέρω και εδώ ένα παράδειγμα: Κάποιος έχει ισχυριστεί ότι η ποικιλία των <η>, <υ> κτλ. στη γραφή υπάρχει όχι γιατί αντανακλά μια διαφορετική αρχαία προφορά, αλλά για να διακριθούν τα ομόηχα. Το συγκεκριμένο επιχείρημα όμως είναι άτοπο. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι αυτή η ποικιλία δεν απαντά μόνο στα ομόηχα, αλλά και εκεί που δεν χρειάζεται η μία λέξη να διακριθεί από την άλλη. Ας σκεφτούμε λ.χ. το <υ> στη λέξη «θόρυβος» ή το <αι> στη λέξη «αίμα».

Άλλο μεγάλο θέμα είναι η ετυμολογία. Χαρακτηριστικό της γλωσσικής «αρχαιολατρίας» είναι η ροπή προς την παρετυμολογία για ιδεολογικούς λόγους. Παραδείγματα αποτελούν η εμπειρική ετυμολόγηση από την Ελληνική λέξεων που είναι σίγουρα δάνειες (λ.χ. «κεφτές» δήθεν από το «κοπτός», ενώ είναι τουρκικό δάνειο με απώτερη περσική καταγωγή) ή η ανακάλυψη ελληνικών γλωσσικών στοιχείων σε γλώσσες άλλων ηπείρων. Ζητούμενο στην τελευταία περίπτωση είναι να φανεί ότι οι Έλληνες στην αρχαιότητα είχαν πάει παντού, γι’ αυτό και ανακαλύπτονται ελληνικές γλωσσικές επιδράσεις ακόμη και στη Χαβάη ή τη Ν. Ζηλανδία. Είναι κι αυτός ένας μύθος: μια γλώσσα που «γονιμοποιεί» τον «ευρωπαϊκό» και «παγκόσμιο λόγο», αλλά δεν περιλαμβάνει δάνεια. Τουλάχιστον δεν γίνεται λόγος γι’ αυτά. Έλλειψη επιστημονικής μεθόδου εκ μέρους των λεγόμενων αρχαιολατρών δείχνει και η ετυμολογική ερμηνεία ενός νεοελληνικού τύπου χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η Μεσαιωνική Ελληνική ή η Αλεξανδρινή Κοινή, σαν υπάρχει μόνο η Αρχαία των κλασικών χρόνων πριν από τη Νέα Ελληνική. Στην ετυμολόγηση και τη συνακόλουθη ορθογράφηση του «αλλιώς» λ.χ. δεν πρέπει να αγνοηθεί ο μεσαιωνικός τύπος «αλλέως». Το «αλλιώς» προέρχεται από το μεσαιωνικό «αλλέως» με συνίζηση, που μπορεί να αποδοθεί με τον απλούστερο δυνατό τρόπο, δηλ. με <ι> («αλλιώς»). Το <οι> είναι αβάσιμο ετυμολογικά, γιατί το σημερινό «αλλιώς» δεν προέρχεται από το αρχαίο «αλλοίως». Ως εκ τούτου, η γραφή «αλλιώς» είναι δικαιολογημένη. Οι ετυμολογίες που υποστηρίζονται σε «αρχαιολατρικά» έντυπα αντανακλούν αρκετές φορές το προεπιστημονικό στάδιο της ετυμολόγησης. Απεναντίας, σήμερα γνωρίζουμε ότι η Νέα Ελληνική προέρχεται –μέσω της Μεσαιωνικής– από την Αλεξανδρινή Κοινή, που βασίστηκε στην αττική διάλεκτο της Αρχαίας.

Η γλωσσική «αρχαιολατρία» απλώνεται και σε μια σειρά από άλλους γλωσσικούς μύθους. Θα αναφέρω μερικά παραδείγματα: Υποστηρίζεται ότι η Ελληνική είναι η μοναδική γλώσσα με αιτιώδη και όχι συμβατική σχέση σημασίας και μορφής των λέξεων. Και στην Ελληνική όμως η σχέση αυτή είναι συμβατική. Το ελληνικό «τρία» λ.χ. δεν έχει τίποτε το αιτιώδες έναντι του αντίστοιχου κινεζικού τύπου. Αλλά και σύνθετες λέξεις όπως «ενθουσιασμός» δεν αποδεικνύουν κάποια ιδιαιτερότητα της Ελληνικής ως προς το συζητούμενο θέμα. Αν πάρουμε ξεχωριστά το καθένα από τα συνθετικά, και πάλι θα διαπιστώσουμε ότι δεν υπάρχει αιτιώδης σχέση σημασίας και μορφής. Άλλωστε, σύνθετες λέξεις δεν έχει μόνο η Ελληνική. Οι λεγόμενοι ελληνοκεντρικοί προσπαθούν να επιχειρηματολογήσουν με επιστημονικοφανή τρόπο. Το οξύμωρο είναι ότι χρησιμοποιούν τη γλωσσολογία για να απαντήσουν –υποτίθεται– στη γλωσσολογία. Άλλοι μύθοι αφορούν την απόδοση μαγικών ιδιοτήτων στην ελληνική γλώσσα. Υποστηρίζεται λ.χ., στο πλαίσιο της λεγόμενης λεξαριθμικής θεωρίας, ότι η αντιστοιχία γραμμάτων και αριθμών στη γλώσσα μας δεν είναι τυχαία (π.χ.: Η ΧΕΛΙΔΩΝ = 1507 = ΠΑΡΟΝ ΤΟ ΕΑΡ), ότι η Ελληνική έχει μαθηματική δομή ή ότι είναι η μόνη γλώσσα την οποία καταλαβαίνουν οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Δεν θα είχα αντίρρηση να τα δεχτώ όλα αυτά, αρκεί κάποιος να μου εξηγήσει πώς είναι δυνατόν να συμβαίνουν και γιατί να ισχύουν ειδικά για την Ελληνική. Όσοι υποστηρίζουν τέτοιες απόψεις –κανείς από αυτούς βέβαια δεν είναι γλωσσολόγος– θα άξιζε να ερωτηθούν από ποιον, κατά τη γνώμη τους, δημιουργήθηκε η ελληνική γλώσσα, από ανθρώπους ή κάτι άλλο.

Τα αίτια της γλωσσικής αρχαιολατρίας είναι διάφορα. Σε γενικές γραμμές, πρόκειται για την άγνοια βασικών διδαγμάτων της γλωσσολογίας και τον ιδεολογικό φανατισμό. Οι «αρχαιολάτρες» έχουν ιδεολογικά κίνητρα. Αν είχαν επιστημονικό ενδιαφέρον για τη γλώσσα, τότε θα τους απασχολούσαν και άλλα θέματα, λ.χ. η κατάκτηση της μητρικής γλώσσας από το παιδί ή η εκμάθηση ξένων γλωσσών, και όχι μόνο αυτά που έχουν ιδεολογικές προεκτάσεις. Και αν είχαν αγνή και άδολη αγάπη για τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, τότε θα έγραφαν λ.χ. κείμενα για παραστάσεις αρχαίου δράματος που παρακολουθούν (αν βέβαια παρακολουθούν), για τις εντυπώσεις τους ή τα συναισθήματά τους. Άλλα θέματα όμως τους απασχολούν, όπως η αναίρεση των ανθελληνικών –υποτίθεται– διδαγμάτων της γλωσσολογίας. Δυστυχώς, σπανίζει το γνήσιο ενδιαφέρον για τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, ενώ σπάνια η αρχαιολατρία συμβαδίζει με την ουσιαστική αρχαιογνωσία. Παίζει ρόλο βέβαια και η γνωστή αντίληψη ότι, επειδή χρησιμοποιούμε τη γλώσσα, μπορούμε να εκφέρουμε έγκυρη γνώμη για τα γλωσσικά, έστω και χωρίς γνώσεις γλωσσολογίας. Επιπλέον, η έμφαση που δίνεται μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος στη στείρα αποστήθιση και όχι στην καλλιέργεια κριτικής σκέψης ίσως ερμηνεύει την ευκολία με την οποία μερικοί πέφτουν θύματα παραπληροφόρησης, φανατίζονται και αναπαράγουν διάφορα ψεύδη, όπως ότι οι γλωσσολόγοι υποστηρίζουν ανθελληνικές θεωρίες.

Οι αρνητικές συνέπειες του φαινομένου που εξετάζουμε είναι ποικίλες. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Γ. Παπαναστασίου αναφερόμενος στους παραεπιστημονικούς αυτούς κύκλους, εκατοντάδες βιβλία και περιοδικά και αρκετές τηλεοπτικές εκπομπές «διαποτίζουν τη νεοελληνική κοινωνία με ένα απίστευτα πικρό φαρμάκι». Πόσες εκατοντάδες ή και χιλιάδες άνθρωποι όχι μόνο αγνοούν πώς λειτουργεί και μεταβάλλεται η γλώσσα, αλλά και επηρεασμένοι από παραγλωσσολογικές πηγές ενημέρωσης, όπως λ.χ. από περιοδικά, τηλεοπτικές εκπομπές και ιστότοπους «αρχαιολατρικού» περιεχομένου, φανατίζονται και βάλλουν κατά ανύπαρκτων εχθρών! Επικρατεί ο πολεμικός λόγος, κατασκευάζονται εχθροί (οι γλωσσολόγοι, που απεργάζονται το κακό του έθνους!) και τελικά γίνεται αποπροσανατολισμός από τα πραγματικά προβλήματα της γλώσσας και της εκπαίδευσης. Ολόκληρα βιβλία έχουν γραφτεί με σκοπό την κατάρριψη των δήθεν ανθελληνικών θεωριών που προωθούν οι γλωσσολόγοι. Πόσοι «αρχαιολάτρες» όμως έχουν προβληματιστεί λ.χ. για την ανάγκη να ασκείται ο μαθητής στην κατανόηση νεοελληνικών κειμένων, να καλλιεργείται η κριτική σκέψη στο ελληνικό σχολείο και να αποφεύγεται η στείρα αποστήθιση;

Καταλήγοντας, για την αντιμετώπιση του εν λόγω φαινομένου είναι αναγκαίο να διαδοθούν τα διδάγματα της γλωσσολογίας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με δημοσίευση εκλαϊκευμένων γλωσσολογικών κειμένων, με ενημέρωση των εκπαιδευτικών, με άσκηση των μαθητών και των φοιτητών στο να διακρίνουν τις έγκυρες πληροφορίες για τη γλώσσα από τους γλωσσικούς μύθους, καθώς και με άλλους τρόπους. Ειδικά στο διαδίκτυο πολύ χρήσιμο θα ήταν να αναρτηθούν σε κάποια ιστοσελίδα σύντομες και εύληπτες απαντήσεις σε γλωσσικούς μύθους, οι οποίες να διαβάζονται και να αναδημοσιεύονται εύκολα, με σκοπό την ενημέρωση του κοινού. Προπάντων όμως πρέπει να γίνει δουλειά από μικρή ηλικία, γιατί κατά βάθος η μη υιοθέτηση γλωσσικών μύθων είναι θέμα παιδείας και όχι μόνο γλωσσολογικής ενημέρωσης. Το ζητούμενο είναι να έχουμε εμβολιαστεί με κριτική σκέψη από μικροί, για να μην πέφτουμε θύματα παραπληροφόρησης. Ας εμπιστευόμαστε τους ειδικούς και ας μην απαξιώνουμε τη γλωσσολογική γνώση. Η Ελληνική είναι μια γλώσσα με μακραίωνη παράδοση. Σε αυτήν έχουν γραφτεί αθάνατα έργα του παγκόσμιου πολιτισμού. Ας μην ασχολούμαστε με μαγικές ή άλλες περίεργες ιδιότητες που δήθεν έχει. Φίλη η φιλοπατρία μας, φιλτάτη δε η αλήθεια.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Εντελώς ενδεικτικά, παραθέτω τον σύνδεσμο με τη βιβλιογραφία για την ελληνική γλώσσα, του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη.

Επίσης, αξίζει να διαβαστεί το άρθρο του Γιώργου Παπαναστασίου «Απ’ τα χώματα βγαλμένοι, ένας αρχαίος σύγχρονος μύθος».

Τέλος, θα ήθελα να προτείνω δύο βιβλία που διαβάζονται ευχάριστα ακόμη και από μη ειδικούς: «Ένα μικρό βιβλίο για τη γλώσσα» του David Crystal και «Μίλα μου για γλώσσα» του Φοίβου Παναγιωτίδη.

Για όσες/όσους θέλουν να ακούσουν την καταγραφή της εκπομπής:

http://listenagain.mycyradio.eu/index.php?id=1385 Πηγή: Usus norma loquendi

Advertisements