ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ (1)

01/04/2015

Καλό μήνα! Έχω τη χαρά και την τιμή να επικοινωνώ μέσω διαδικτύου χρόνια τώρα –τελευταία μάλιστα και από κοντά– με έναν ξεχωριστό άνθρωπο. Πρόκειται για τον κύριο Χρυσόστομο Παπασπύρου, τον πρώτο ανήκοο γλωσσολόγο της Ευρώπης. Οι διαδικτυακές μας συζητήσεις με βοήθησαν να λύσω πολλές απορίες μου και σκέφτηκα ότι θα είχε ενδιαφέρον να δημοσιεύσω –με την άδειά του φυσικά– στο γκρουπ του facebook «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ» μερικές από τις διαφωτιστικές απαντήσεις του σε ερωτήσεις μου:

(1) Στο Λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, στο λήμμα νοηματικός, διαβάζουμε ότι η νοηματική είναι η γλώσσα των κωφών. Θα ήθελα, αν δεν έχετε αντίρρηση, να ξεκινήσουμε από μια σύντομη περιγραφή της νοηματικής γλώσσας.

Η σχέση νοηματικής (ή ορθότερα κινηματικής) γλώσσας και ανηκοΐας είναι σχέση προσαρμοστική – όχι αιτιολογική. Σε συνθήκες περιορισμού ή αποκλεισμού του ακουστικοφωνητικού διαύλου επικοινωνίας, ο γλωσσογενετικός μηχανισμός του ανθρώπου προσανατολίζεται στη φυσική εκδήλωση μιας κινηματικής γλώσσας. Οι ανήκοοι δεν διαθέτουν κάποιες υποτιθέμενες διαφορετικές ικανότητες από τους μη ανηκόους, απλά προσαρμόζονται κατάλληλα στο περιβάλλον τους. Και μη ανήκοοι μπορούν να εκμάθουν μια κινηματική γλώσσα – αρκεί να συντρέχουν κατάλληλα κίνητρα και οι συνθήκες να ευνοούν κάτι τέτοιο. Η πρόσφατη ραγδαία ανάπτυξη της γλωσσολογίας και των συναφών διεπιστημονικών της κλάδων στον ερευνητικό τομέα των κινηματικών γλωσσών έχει τελεσίδικα καταδείξει την ισοδυναμία κινηματικών γλωσσών και φθογγογλωσσών ως προς όλα τα ισχύοντα κριτήρια γλωσσικότητας. Οι κινηματικές γλώσσες αναδεικνύουν διπλή άρθρωση, συμβάλλουν επικοινωνιακά στη διαμόρφωση γλωσσικών κοινοτήτων με ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά, ανταποκρίνονται στις τρεις θεμελιώδεις ψυχοκοινωνικές λειτουργίες της γλώσσας, δηλαδή την αναπαράσταση, την αλληλεπίδραση και την έκφραση, και απαιτούν για την εκδήλωσή τους τη λειτουργική δραστηριότητα των ήδη γνωστών γλωσσικών κέντρων του εγκεφάλου, προβάλλοντας ωστόσο ιδιαίτερους εννοιολογικούς και μορφολογικούς συσχετισμούς ως συνέπεια της οπτικοκινητικής τους τροπικότητας. Επειδή οι κινηματικές γλώσσες εκδηλώνονται κυριολεκτικά μέσα στον τετραδιάστατο χωρόχρονο, πιστοποιούν γλαφυρότατα την αναγκαιότητα να σταματήσουμε να μιλάμε για γλωσσική δομή, αποδεχόμενοι την έννοια του γλωσσικού ρυθμού, ο οποίος παρουσιάζει με σαφήνεια, ακρίβεια και αξιοπιστία τη δυναμική διάσταση του γλωσσικού φαινομένου εν γένει. Όλες οι κινηματικές γλώσσες αξιοποιούν τα χέρια και το πρόσωπο ως αρθρωτές. Οι φυσικές εκφορές περιλαμβάνουν ποικίλες χειροδιαμορφώσεις που κινούνται και μετακινούνται ποικιλοτρόπως, καθώς επίσης και μια παλέτα εκφράσεων του προσώπου και στάσεων του κεφαλιού και του σώματος. Αντίθετα από την ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση, οι κινηματικές γλώσσες δεν είναι παντομίμα. Κάθε κινηματική γλώσσα διαθέτει το δικό της πεπερασμένο απόθεμα σημασιολογικά διαφοροποιητικών συστατικών, τα οποία συνδυάζονται για τη διαμόρφωση των λεξημάτων της. Τα λεξήματα μεταβάλλονται βάσει γραμματικών κανόνων και συνδυάζονται ενεργά μεταξύ τους για τη διαμόρφωση φράσεων και προτάσεων. Ο Πλάτων αναφέρει στον Κρατύλο (399 π.Χ.) με έμμεσο τρόπο την κινηματική γλώσσα. Δεν γνωρίζουμε πώς ήταν τότε. Οι σημερινές κινηματικές γλώσσες του κόσμου βρίσκονται σε ζωντανή επαφή και ανταλλαγή. Η σημερινή ελληνική κινηματική γλώσσα, γλωσσικό υπόβαθρο της ελληνικής κοινότητας ανηκόων (κωφών), αναγνωρίστηκε νομοθετικά στον χώρο της εκπαίδευσης το 2000 και ως ισότιμη με τη νεοελληνική το 2008.

(2) Χρησιμοποιήσατε τον όρο κινηματική γλώσσα ως ορθότερο από τον όρο νοηματική. Θα θέλατε να μας εξηγήσετε γιατί είναι πιο σωστός ο όρος κινηματική γλώσσα;

Έχω προτείνει αυτό τον όρο σε μια προσπάθεια να διατυπώσω στη νεοελληνική με ακρίβεια, σαφήνεια και αξιοπιστία το συγκεκριμένο είδος φυσικής γλώσσας, το οποίο αναδύεται μέσα από τον οπτικοκινητικό επικοινωνιακό δίαυλο – δηλαδή προσλαμβάνεται με την όραση και εκφράζεται με την κίνηση. Οι φυσικές γλώσσες που αναδύονται μέσα από τον ακουστικοφωνητικό επικοινωνιακό δίαυλο καλούνται ορθότατα φθογγόγλωσσες, διότι οι φυσικοί φορείς των ελάχιστων σημασιολογικά διαφοροποιητικών τους συστατικών είναι οι (φωνητικοί) φθόγγοι. Κατ’ ανάλογο τρόπο, όταν οι «φθόγγοι» δεν διαθέτουν φωνητική υπόσταση αλλά ανακύπτουν ως συγκεκριμένα στοιχεία σωματοκινητικής δραστηριότητας, θα μπορούσαμε να τους διατυπώσουμε ως σωματοκινήματα ή, πιο απλά, κινήματα. Η δόκιμη διατύπωση των φυσικών γλωσσών αυτού του είδους ως κινηματικών είναι, επομένως, αυτοσυνεπής. Εδώ θα ήθελα να προσθέσω ότι, ανεξάρτητα από την ορολογική μου αυτή πρόταση στη νεοελληνική –το 1992 συνέγραψα για πρώτη φορά μελέτη με αυτή τη διατύπωση–, οι ανήκοοι συνάδελφοι επιστήμονες σε διεθνές επίπεδο συμφώνησαν πρόσφατα για τον χαρακτηρισμό των κινηματικών γλωσσών ως kinematic languages στην αγγλική. Ο χρόνος θα δείξει εάν οι όροι κινηματική γλώσσα (kinematic language) θα μπορέσουν να επικρατήσουν ευρέως. Η επικράτηση ενός επιστημονικού όρου πολύ συχνά δεν έχει να κάνει με θέματα σαφήνειας, ακρίβειας ή αξιοπιστίας αλλά εξαρτάται ισχυρά από τις γλωσσικές μας συνήθειες. Ο τρέχων όρος νοηματική γλώσσα εμφανίστηκε στη νεοελληνική για πρώτη φορά άτυπα το 1983 ως αντιπρόταση σε μια σωρεία εμφανώς ακαταλλήλων διατυπώσεων, όπως μιμική γλώσσα, σήματα, νεύματα, παντομίμα, γλώσσα του σώματος, σημειακή γλώσσα, γλώσσα των κωφαλάλων κ.ά. Όμως, ο όρος αυτός αφενός με τη δηλωτική του σημασία επιχειρεί να προσάψει στη γλωσσολογία ένα ήδη εδραιωμένο και παγιωμένο δηλωτικό περιεχόμενο από τα γνωστικά πεδία της φιλοσοφίας και της ψυχολογίας, ενώ αφετέρου με τη μεταφορική του σημασία (νόημα ίσον νεύμα) επιχειρεί να προσάψει στο αντικείμενό του χαρακτηριστικά που η γλωσσολογική έρευνα εδώ και δεκαετίες έχει απαραγνώριστα καταδείξει ότι δεν ισχύουν: Τα νοήματα (με τη μεταφορική τους σημασία ως νεύματα) είναι σωματοκινητικές εκφορές ολιστικές και περαιτέρω μη κατατμήσιμες, ενώ οι κινηματογλωσσικές εκφορές είναι όντως κατατμήσιμες σε συστατικά που εντάσσονται σε εκάστοτε συγκεκριμένα επίπεδα γλωσσολογικής ανάλυσης.

(3) Γράφετε: «Οι σημερινές κινηματικές γλώσσες του κόσμου βρίσκονται σε ζωντανή επαφή και ανταλλαγή». Υπάρχουν δηλαδή οικογένειες κινηματικών γλωσσών και δάνεια μεταξύ των γλωσσών αυτών; Η ελληνική κινηματική γλώσσα συγγενεύει με κάποια άλλη, όπως την κυπριακή; Η ιταλική, η ισπανική και η γαλλική γλώσσα είναι συγγενείς. Αυτό σημαίνει ότι και οι αντίστοιχες κινηματικές γλώσσες αλληλοσυνδέονται; Ή παίζει ρόλο στη συγγένεια των κινηματικών γλωσσών η γεωγραφική εγγύτητα;

Κάνω αρχικά μια ιδιαίτερα διαφωτιστική παρατήρηση. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταστεί εφικτό σε κανένα μέρος του κόσμου για κανέναν απολύτως γλωσσολόγο μελετητή κινηματικών γλωσσών και συγχρόνως φυσικό ομιλητή μιας κινηματικής γλώσσας να απαντήσει με σαφήνεια στο ερώτημα: «Σε τι διαφέρει από πλευράς γραμματικής η κινηματική μου γλώσσα από τις άλλες κινηματικές γλώσσες;». Αυτή η διαπίστωση έχει να κάνει με το γεγονός ότι όλες οι κινηματικές γλώσσες του κόσμου αναδεικνύουν μια ενιαία γραμματική φυσιογνωμία. Οι κινηματικές γλώσσες είναι όντως διαφορετικές – αλλά οι διαφορές τους πιστοποιούνται και αναλύονται αποκλειστικά και μόνο σε λεξιλογικό επίπεδο. Η ενιαία γραμματική φυσιογνωμία όλων των φυσικών κινηματικών γλωσσών συνεπάγεται μια απίστευτη ευκολία και ταχύτητα στη λεξιλογική ανταλλαγή. Αρκεί να ταξιδέψει ένας φυσικός ομιλητής από μια κοινότητα ανηκόων σε μιαν άλλη και να επιστρέψει μετά στην ιθαγενή του κοινότητα, ώστε η οριστική ένταξη των ξενόγλωσσων λεξημάτων στην ιθαγενή κινηματική γλώσσα να είναι απλώς θέμα λίγων μηνών – αν όχι εβδομάδων. Τα αμοιβαία κινηματογλωσσικά δάνεια είναι ο κανόνας προκειμένου για κινηματικές γλώσσες σε διαρκή επαφή. Η απουσία διαδεδομένου γραπτού κινηματογλωσσικού κώδικα –δεν αναφέρομαι στους γραπτούς κώδικες γλωσσολογικής ανάλυσης– προφανώς διευκολύνει αυτόν τον διαδραστικό γλωσσικό δανεισμό. Η σύγχρονη μάλιστα οπτική διαδικτυακή επαφή των ανηκόων από όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης έχει επιταχύνει κατά τα τελευταία χρόνια τον κινηματογλωσσικό δανεισμό σε ασύλληπτες διαστάσεις. Η γεωγραφική εγγύτητα έχει πάψει εδώ και καιρό να έχει σημασία. Αν όμως εξετάσουμε τις κινηματικές γλώσσες μέσα από ιστοριογλωσσολογική προοπτική, κατανοούμε ορισμένες εξελικτικές ομοιότητες σε λεξιλογικό επίπεδο, έτσι ώστε μπορούμε να επιχειρήσουμε να τις κατατάξουμε σε γλωσσικές οικογένειες. Η σχετική με το θέμα αυτό έρευνα δεν έχει καταλήξει ακόμα σε τελεσίδικα συμπεράσματα. Όσον αφορά την ελληνική κινηματική γλώσσα, οι λεξιλογικές ομοιότητες με τις κινηματικές γλώσσες των κρατών εκείνων που ανέκυψαν κατά τον περασμένο αιώνα μετά από τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μάς παρέχουν βάσιμες ενδείξεις για μια προγενέστερη, περισσότερο ή λιγότερο ενιαία κινηματική γλώσσα που (υποθέτουμε ότι) επικρατούσε τότε στις περιοχές εκείνες – και ακόμα παλαιότερα, κατά την εποχή του Βυζαντίου. Επειδή όμως δεν διαθέτουμε χειροπιαστά γλωσσικά δείγματα από παρελθούσες ιστορικές περιόδους, οφείλουμε να είμαστε ιδιαίτερα συνετοί και προσεκτικοί στις υποθέσεις μας. Η μεγαλύτερη παγίδα εδώ είναι να εκλάβουμε δύο ή περισσότερες κινηματικές γλώσσες ως συγγενείς μεταξύ τους, όταν εκείνο που όντως συμβαίνει είναι ένας αμφίδρομος γλωσσικός δανεισμός από τη μια στην άλλη.

(4) Πώς εισάγεται ένας νεολογισμός σε μια κινηματική γλώσσα; Υπάρχουν συγκεκριμένοι μηχανισμοί διεύρυνσης του λεξιλογίου; Και κάτι συναφές ίσως: Αν σε ένα δελτίο ειδήσεων στη λεγόμενη νοηματική γλώσσα χρειαστεί να γίνει αναφορά σε ένα νέο πρόσωπο της επικαιρότητας, λ.χ. σε έναν νέο υπουργό, πώς καθορίζεται ο τρόπος δήλωσης του ονόματός του;

Αν αφήσουμε κατά μέρος τον εμπρόθετο και στοχοθετημένο γλωσσικό δανεισμό νεολογισμών (π.χ. επιστημονικών όρων) από μια κινηματική γλώσσα σε μια άλλη, η διεύρυνση του λεξιλογίου μιας κινηματικής γλώσσας λαμβάνει νομοτελειακά χώρα με έναν από τους ακόλουθους μηχανισμούς: (α) λεξιλογική παγίωση ενός ήδη έκδηλου γραμματικού σχήματος που περιλαμβάνεται στον αρχικό περιγραφικό ορισμό της έννοιας εκείνης για την οποία επιζητείται νεολογισμός (διεργασία αντίστροφη της γραμματικοποίησης λεξηματικών στοιχείων), (β) εφαρμογή των μορφολογικών διεργασιών της παραγωγής και της σύνθεσης από ήδη παγιωμένα λεξήματα, (γ) αυθόρμητη και δημιουργική ανάδυση ενός καινοφανούς λεξήματος, το οποίο γίνεται αποδεκτό και παγιώνεται με επαναλαμβανόμενη χρήση, και (δ) αντιπαραβαλλόμενη μετάφραση από τη φθογγόγλωσσα του κοινωνικού περιβάλλοντος με ενδεχόμενη φωνολογική τροποποίηση. Οι δύο τελευταίοι μηχανισμοί αξιοποιούνται και στην προσπάθεια απόδοσης κυρίων ονομάτων διαφόρων νέων προσώπων της επικαιρότητας. Π.χ. ο υπουργός Βαρουφάκης αποδίδεται με ένα λέξημα που παραπέμπει στη χαρακτηριστική κροταφική-ζυγωματική διάπλαση του προσώπου του (μηχανισμός (γ)), ενώ ο καθηγητής Τσοπανάκης αποδίδεται με το ίδιο λέξημα που χρησιμοποιείται για τον βοσκό, με μειωμένο το εύρος της κίνησης (μηχανισμός (δ)). Όταν σε ένα δελτίο ειδήσεων ο παρουσιαστής-διερμηνέας καλείται αναπάντεχα να αποδώσει ένα καινούριο κύριο όνομα, για το οποίο δεν έχει ενημερωθεί ως προς την απόδοσή του (που συνήθως δεν υπάρχει ακόμα), τότε αξιοποιείται το δακτυλικό αλφάβητο, το οποίο αποτελεί χειρομορφική μεταπεικόνιση του πρωτογενούς αλφαβήτου. Το δακτυλικό αλφάβητο είναι επικοινωνιακό εργαλείο, δεν αποτελεί στοιχείο μιας φυσικής κινηματικής γλώσσας.

(5) Μπορεί να γίνει λόγος για διεθνή κινηματική γλώσσα ή για κοινή ευρωπαϊκή κινηματική γλώσσα; Αν υποθέσουμε ότι συναντάτε λ.χ. έναν ανήκοο με καταγωγή από την Τσεχία ή την Ιαπωνία, θα αντιμετωπίσετε προβλήματα στη μεταξύ σας επικοινωνία μέσω της κινηματικής γλώσσας;

Όπως ανέφερα προηγουμένως, κατά τα τελευταία χρόνια η διαρκώς εντεινόμενη επαφή μεταξύ ανηκόων από όλες τις περιοχές του πλανήτη συμβάλλει σε έντονο αμοιβαίο γλωσσικό δανεισμό. Στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου για θεσμικούς λόγους η διαδραστική επαφή ανηκόων είναι περισσότερο τακτική και συστηματοποιημένη, διαφαίνεται ήδη μια τάση προς διαμόρφωση κοινής ευρωπαϊκής κινηματικής γλώσσας. Ακόμα δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για επίσημη ενιαία ευρωπαϊκή κινηματική γλώσσα, όμως στην πράξη κάτι τέτοιο στο μέλλον είναι εύλογα αναμενόμενο. Σε διεθνές επίπεδο, προκειμένου να διευκολύνονται οι επίσημες συναντήσεις ανηκόων από διαφορετικές χώρες (συνεδριάσεις της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας, αθλητικές συναντήσεις κ.λπ.), έχει θεσπιστεί ένα διεθνώς αποδεκτό γλωσσάριο βασικών όρων, γνωστό και ως International Sign ή Gestuno. Οι ανήκοοι που γνωρίζουν τα λεξήματα στο γλωσσάριο αυτό τα χρησιμοποιούν εκάστοτε ιδιοσυγκρασιακά στις διεθνείς συναντήσεις τους – με την έννοια ότι τα εντάσσουν φυσιολογικά στη δική τους κινηματική γλώσσα, προκειμένου να την καταστήσουν περισσότερο «διεθνώς διαφανή». Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον από γλωσσολογικής πλευράς να παρακολουθεί κανείς μια τέτοιου είδους θεσμική συνάντηση. Ενώ καθένα άτομο προέρχεται από διαφορετική χώρα και φέρνει στο τραπέζι το γλωσσικό υπόβαθρο μιας διαφορετικής κινηματικής γλώσσας, ωστόσο η στοχοθετημένη ένταξη των κοινών για όλους λεξημάτων του γλωσσαρίου Gestuno συμβάλλει σε εκατέρωθεν κατανόηση και άρα σε επιτυχή επικοινωνιακή διάδραση. Μάλιστα, σε μια πρόσφατη δημοσιευμένη μελέτη αναφέρεται η σταδιακή μετάβαση του συστήματος αυτού προς ένα αυθεντικό γλωσσικό σύστημα. Τα αρχικά παγιωμένα λεξήματα Gestuno γραμματικοποιούνται αυθόρμητα μέσω των –ούτως ή άλλως για όλες τις κινηματικές γλώσσες– κοινών μορφολογικών μηχανισμών κλίσης (inflection), παραγωγής (derivation) και σύνθεσης (composition), με αποτέλεσμα την ανάδυση οικείων προτύπων γραμματικών δειγμάτων (patterns). Αν η τάση αυτή συνεχιστεί απρόσκοπτα, εκτιμώ ότι σε είκοσι το πολύ χρόνια θα μπορούμε να κάνουμε λόγο για μια γνήσια και αυθεντική διεθνή κινηματική γλώσσα. Σε άτυπες συναντήσεις το ζήτημα είναι πολύ πιο απλό. Οι ανήκοοι συνδιαλεγόμενοι αξιοποιούν την κοινή γραμματική φυσιογνωμία των κινηματικών τους γλωσσών, καθώς επίσης και επιστρατεύουν ολόκληρη τη σωματοκινητική τους επικοινωνιακή παρακαταθήκη, ώστε να γίνουν αμοιβαία κατανοητοί «μαντεύοντας» διαρκώς και πιο αξιόπιστα ο ένας τη σημασία των λεξημάτων του άλλου και διαμορφώνοντας ένα διαπροσωπικό επικοινωνιακό κώδικα που περιλαμβάνει αυθόρμητα επιλεγμένα λεξήματα ενταγμένα μέσα σε ένα κοινό γραμματικό πρότυπο. Η επανάληψη γλωσσικών εκφορών ισχυροποιεί και εξομαλύνει την εκατέρωθεν γλωσσική χρήση.

(6) Ποιοι χρησιμοποιούν την κινηματική γλώσσα; Μόνο οι ανήκοοι στη μεταξύ τους επικοινωνία ή και οι βαρήκοοι;

Επειδή δεν υφίσταται στατιστική συσχέτιση μεταξύ του βαθμού ακουστικής απώλειας και της χρήσης μιας κινηματικής γλώσσας, δεν μπορεί να δοθεί οριστική και αποκλειστική απάντηση. Άλλωστε, θα ήταν εντελώς άστοχο να αναμένουμε κάποια στατιστική συσχέτιση, από τη στιγμή που η σχέση κινηματικής γλώσσας και ακουστικής απώλειας είναι απλώς και μόνο προσαρμοστική και όχι αιτιολογική. Έχει μάλιστα διαπιστωθεί χρήση κινηματικής γλώσσας και σε ορισμένες πολύ ειδικές κοινότητες ευηκόων. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν ανήκοοι που δεν γνωρίζουν καθόλου την επικοινωνία μέσω μιας κινηματικής γλώσσας. Εκείνο που σε γενικές γραμμές μπορούμε να διαπιστώσουμε είναι ότι όλα εκείνα τα μικρά παιδιά –άσχετα από το αν είναι αυτά ανήκοα, βαρήκοα ή ευήκοα– που μεγαλώνουν σε κινηματογλωσσικό περιβάλλον αποκτούν ως πρώτη γλώσσα και χρησιμοποιούν την κινηματική γλώσσα του περιβάλλοντός τους. Αποκεί και πέρα, παρατηρούμε ένα καλειδοσκόπιο γλωσσικής επικοινωνίας, ανάλογα με την εκάστοτε περίσταση και ανάλογα με τις κοινωνικές, εκπαιδευτικές και πολιτικές επιδράσεις. Οι προγλωσσικά ανήκοοι μεν τείνουν να επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω κινηματικής, οι μεταγλωσσικά ανήκοοι δε επιλέγουν είτε κινηματική είτε φθογγόγλωσσα είτε ένα υβρίδιο των δύο αυτών γλωσσικών τροπικοτήτων. Οι βαρήκοοι επικοινωνούν μεταξύ τους συνήθως προφορικά και σε δύσκολες περιστάσεις επιστρατεύουν υποστηρικτικά μια κινηματική γλώσσα (αν τη γνωρίζουν). Η ποιότητα όμως της γλωσσικής επικοινωνίας είναι ένα άλλο, εντελώς διαφορετικό ζήτημα. Η χρήση κινηματικής γλώσσας αποβαίνει πάντοτε ευεργετική για όλα τα ανήκοα και τα βαρήκοα παιδιά, διότι παρέχει αδιαμφισβήτητη σαφήνεια και καθαρότητα επικοινωνιακών μηνυμάτων κατά την πρόσληψη και την έκφραση. Στην ενήλικη ζωή όμως η στάση και τα αξιολογικά συστήματα κάθε ανήκοου και βαρήκοου ατόμου διέπουν τις γλωσσικές προτιμήσεις.

(7) Γράφετε: «Έχει μάλιστα διαπιστωθεί χρήση κινηματικής γλώσσας και σε ορισμένες πολύ ειδικές κοινότητες ευηκόων». Για ποιες κοινότητες πρόκειται;

Καταρχήν, είναι οι κοινότητες των ιθαγενών Ινδιάνων της Αμερικής και των Αβοριγίνων της Αυστραλίας. Διαθέτουμε έγκυρες βιβλιογραφικές πηγές με σχέδια και φωτογραφίες. Η κινηματική γλώσσα των Ινδιάνων της Βόρειας Αμερικής μάλιστα είχε αρχικά συμβάλει σε μεγάλο ποσοστό –μαζί με τη γαλλική κινηματική γλώσσα– στη διαμόρφωση της κινηματικής γλώσσας των ανηκόων στις ΗΠΑ. Βέβαια, σήμερα, αν αναζητήσει κανείς κινηματική γλώσσα μεταξύ Ινδιάνων, μάλλον θα απογοητευτεί – το ίδιο και μεταξύ Αβοριγίνων της Αυστραλίας. Η κατακλυσμική παγκοσμιοποιημένη χρήση της αγγλικής μεταξύ ευηκόων μελών γλωσσικών μειονοτήτων έχει εξαφανίσει σχεδόν όλα τα μειονοτικά γλωσσικά ιδιώματα. Άλλωστε, έχουν ήδη εκλείψει μεταξύ ευηκόων οι κινητήριοι λόγοι ανάπτυξης και χρήσης κινηματικών γλωσσών σε αυτές τις μειονότητες. Πέρα από αυτές τις μειονότητες, αναφέρεται στη βιβλιογραφία και χρήση «μυστικών» κινηματικών γλωσσών μεταξύ μοναχών σε ορισμένα πολύ κλειστά μοναστήρια της Ευρώπης, καθώς επίσης και έντεχνη χρήση ιδιαίτερης κινηματικής γλώσσας στη θεατρική παράδοση των ομάδων Kathakali στην Ινδία. Το πιο σημαντικό όμως θέμα εδώ είναι ότι έχει τελεσίδικα καταδειχθεί πως στη φυλογενετική πορεία της ανθρωπογένεσης η εξέλιξη και εδραίωση του γλωσσικού φαινομένου πραγματώθηκε στα αρχικά στάδιά της δια των κινηματικών γλωσσών. Δεν είναι δυνατόν από μια κατάσταση χωρίς γλώσσα να προκύψει άμεσα μια μεταγενέστερη κατάσταση με φθογγόγλωσσα – απαιτείται οπωσδήποτε η γλωσσική πραγμάτωση δια της κινηματικής, η οποία μετεξελισσόμενη προωθεί την πραγμάτωση της φθογγόγλωσσας.

(8) Γράφετε: «Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν ανήκοοι που δεν γνωρίζουν καθόλου την επικοινωνία μέσω μιας κινηματικής γλώσσας». Φαντάζομαι ότι δεν είναι επιλογή τους να μη μάθουν έναν τέτοιο τρόπο επικοινωνίας. Εννοείτε φερειπείν ότι έτυχε να ζουν σε περιβάλλον όπου δεν τους δόθηκε η δυνατότητα να διδαχθούν την κινηματική γλώσσα; Λ.χ. σε μια μη προηγμένη ως προς το εν λόγω θέμα χώρα; Ή σε μια περιοχή μακριά από αστικό κέντρο στην οποία δεν υπάρχουν οι κατάλληλες υποδομές;

Εάν εξαιρέσουμε εκείνους τους μεταγλωσσικά ανηκόους που για κάποιον λόγο (συνήθως ασθένεια ή ατύχημα) έχουν χάσει εντελώς την ακοή τους, απομένουν ορισμένοι προγλωσσικά (ή ακόμα και περιγλωσσικά) ανήκοοι, για τους οποίους ισχύουν οι λόγοι που αναφέρετε. Σαφώς και δεν αποτελεί επιλογή τους να μην αποκτήσουν ή εκμάθουν μια κινηματική γλώσσα. Υπάρχει ωστόσο και ένας ακόμα λόγος που έχει να κάνει με τη μη αποδοχή και την απαξίωση της ανηκοΐας από πλευράς οικογενειακού περιβάλλοντος. Όταν οι γονείς δεν μπορούν ή δεν θέλουν να επεξεργαστούν εποικοδομητικά το ζήτημα της ανηκοΐας του παιδιού τους, καταφεύγουν σε «λύσεις» διορθωτικής αποκατάστασης της χαμένης ακοής, καθώς επίσης και σε αποκλειστικά προφορική φθογγογλωσσική εκπαίδευση για το παιδί τους, με την ελπίδα να κάνουν το ανήκοο παιδί τους να συμπεριφέρεται ως εάν αυτό να ήταν ευήκοο. Όπως καταλαβαίνετε, μια τέτοια στάση από πλευράς οικογενειακού περιβάλλοντος αποβαίνει, στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις, εντελώς καταστροφική για το αναπτυσσόμενο παιδί, το οποίο χάνει την ευκαιρία να διαμορφώσει μέσα του μια κατάλληλη ατομική και κοινωνική ταυτότητα, μετατρεπόμενο σε μια θλιβερή καρικατούρα ευήκοου ατόμου. Οι απειροελάχιστες εξαιρέσεις προγλωσσικά και περιγλωσσικά ανήκοων παιδιών που τα βγάζουν πέρα με μια αποκλειστικά φθογγογλωσσική εκπαίδευση απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

(9) Πώς μπορεί να επικοινωνήσει εκ του σύνεγγυς ένας ακούων (ή ευήκοος;  δεν ξέρω ποιος είναι ο δόκιμος όρος) με έναν βαρήκοο ή ανήκοο ομιλητή; Πρέπει να προσέξει κάτι ο ακούων; Οι βαρήκοοι και οι ανήκοοι είναι σε θέση να διαβάζουν τα χείλη του ακούοντος και έτσι εξασφαλίζεται η επικοινωνία; Μήπως μπορεί να φανεί χρήσιμη κάποια συσκευή όπως λ.χ. μια ταμπλέτα;

Πριν ξεκινήσω, διευκρινίζω ότι εγώ προσωπικά προτιμώ να γράφω για ανήκοους και ευήκοους (κατ’ αναλογία με τους βαρήκοους) παρά για κωφούς και ακούοντες (που είναι οι συνήθεις όροι). Κανένας από αυτούς τους όρους δεν έχει ακόμα παγιωθεί ως δόκιμος – ο καθένας χρησιμοποιεί τους όρους που θεωρεί κατάλληλους. Σε επίσημες ή τυπικές συνθήκες επικοινωνίας (Βουλή, δελτία ειδήσεων, δικαστήρια, συνέδρια, σεμινάρια, ραντεβού με νοσοκομεία, διοικητικές υπηρεσίες κ.λπ.) είναι επιβεβλημένη η συμμετοχή ειδικών διερμηνέων, οι οποίες/-οι λειτουργούν ως επικοινωνιακοί διαμεσολαβητές, προκειμένου τα γλωσσικά μηνύματα να είναι εκατέρωθεν προσλήψιμα και κατανοητά. Για την κάλυψη ολόκληρου του φάσματος επικοινωνιακών ιδιαιτεροτήτων υπάρχουν οι κλασικοί διερμηνείς κινηματικής/ φθογγογλώσσας, οι διερμηνείς-γραφείς και οι διερμηνείς απτικής κινηματικής (για ανήκοους που είναι συγχρόνως και τυφλοί) – στην τελευταία, πολύ ειδική περίπτωση, η κινηματική γλώσσα τροποποιείται ως προς τη χρήση της, καθ’ ότι τα χέρια των συνδιαλεγομένων παραμένουν διαρκώς σε επαφή μεταξύ τους, ώστε η πρόσληψη να επιτελείται μέσω της αφής και όχι μέσω της όρασης. Σε ανεπίσημες ή άτυπες συνθήκες επικοινωνίας και με την προϋπόθεση ότι υπάρχει εκατέρωθεν καλοπροαίρετη διάθεση για καλό επικοινωνιακό αποτέλεσμα, οι συνδιαλεγόμενοι επιστρατεύουν όλες τις επικοινωνιακές τους παρακαταθήκες, ώστε να διαμορφώσουν αμοιβαία ένα εκάστοτε ικανοποιητικό υβριδικό επικοινωνιακό συμπίλημα, το οποίο περιλαμβάνει –σε διαφορετικό βαθμό και διαφορετική έκταση– στοιχεία κινηματικής γλώσσας, παντομίμα, εκφράσεις του προσώπου, διάφορες ιδιαίτερες σωματοκινητικές δράσεις, στοιχεία φθογγόγλωσσας, χειλεανάγνωση, γραπτά μηνύματα κ.λπ. Τονίζω ότι η επικοινωνία είναι κάτι πολύ ευρύτερο από τη γλώσσα. Πιστεύω ακράδαντα στην απεριόριστη δύναμη της ανθρώπινης θέλησης. Όταν δύο ή περισσότεροι άνθρωποι θέλουν πραγματικά να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, τα καταφέρνουν. Σαφώς η ποιότητα της επικοινωνίας που θα εδραιωθεί αυθόρμητα εξαρτάται από πολλούς παράγοντες – ωστόσο, μπορεί πάντα να βελτιωθεί, όταν υπάρχουν τα κατάλληλα κίνητρα για επικοινωνιακή προσέγγιση.

(10) Ήμουν μάρτυρας ενός περιστατικού που συνέβη σε μια καφετέρια. Μόλις είχε μπει ένας κύριος που χρησιμοποιούσε τη νοηματική γλώσσα. Αμέσως τον πλησίασε μια κυρία που εργαζόταν εκεί και τον ρώτησε –πολύ ευγενικά μεν, αλλά με υψωμένο τον τόνο της φωνής της– αν ήθελε να του φέρει κάτι. Στην αρχή απόρησα για τον τόνο της φωνής, γιατί θεώρησα δεδομένο ότι ο κύριος ήταν ανήκοος. Αργότερα όμως σκέφτηκα ότι δεν αποκλείεται να ήταν βαρήκοος. Και πάλι όμως, ένας ευήκοος μπορεί να επικοινωνήσει με έναν βαρήκοο φωνάζοντάς του;

Η περίπτωση της κυρίας που σέρβιρε ποτά και αφεψήματα στην καφετέρια δείχνει μια ευρέως διαδεδομένη παρανόηση: Ότι απευθυνόμενοι σε κάποιον που νομίζουμε ότι είναι βαρήκοος ή ανήκοος αρκεί να… ουρλιάζουμε (!!!) για να μας ακούσει. Τίποτα δεν θα μπορούσε να βρίσκεται πιο μακριά από την πραγματικότητα… Δυστυχώς, η ευρύτερη κοινωνία δεν είναι ακόμα εντελώς ενημερωμένη σχετικά με τον κατάλληλο τρόπο προσέγγισης προσώπων που παρουσιάζουν μεγαλύτερη ή μικρότερη, κατά περίπτωση, μείωση της ακουστικής αντίληψης. Σαφώς η τηλεόραση έχει συμβάλει σε καλύτερη ενημέρωση – και σήμερα σχεδόν όλοι γνωρίζουν κάποια πράγματα για την επικοινωνία ανηκόων και βαρηκόων. Όμως, δεν ξέρουν οι περισσότεροι πώς να προσεγγίσουν αυτούς τους συγκεκριμένους συνανθρώπους. Άλλο πράγμα είναι η ένταση του ακουστικού σήματος και άλλο η ποιότητά του. Η ελάχιστη ένταση ακουστικού σήματος, για να γίνει αυτό αντιληπτό από ένα αυτί, εξαρτάται από τη συχνότητα. Οι ευήκοοι άνθρωποι, αν και μπορούν να προσλάβουν ακουστικές συχνότητες από 16 μέχρι 20.000 κύκλους ανά δευτερόλεπτο, ωστόσο παρουσιάζουν μέγιστη ευαισθησία στις συχνότητες από 1.000 μέχρι 4.000 κύκλους ανά δευτερόλεπτο. Μέσα σε αυτό το φάσμα συχνοτήτων κυμαίνεται η συνήθης προφορική επικοινωνία μεταξύ ευηκόων. Στην βαρηκοΐα δεν εξετάζουμε μόνο την πλευρά της έντασης του ακουστικού σήματος, αλλά και την ποιότητά του. Όταν η καμπύλη στο διάγραμμα έντασης και συχνότητας είναι ομαλά «κατεβασμένη» σε σύγκριση με ένα κανονικό αυτί και ο βαθμός μείωσης της προσλαμβανόμενης έντασης δεν είναι πολύ μεγάλος, τότε ένα καλό ακουστικό βοήθημα διορθώνει την κατάσταση αμέσως ενισχύοντας τα εισερχόμενα ακουστικά σήματα και «ανεβάζοντας» την καμπύλη έντασης και συχνότητας στα φυσιολογικά επίπεδα. Στις περιπτώσεις αυτές οι βαρήκοοι είναι βαρήκοοι μόνο όταν δεν φοράνε τα ακουστικά τους. Με ακουστικά είναι σαν τους ευήκοους. Σε περίπτωση μεγάλου βαθμού βαρηκοΐας η απόδοση των ακουστικών δεν είναι άριστη, διότι με την ενίσχυση παραμορφώνεται το σήμα. Αυτά για την ένταση. Περνάμε τώρα στην ποιότητα του σήματος. Η απώλεια της ακουστικής αντίληψης συνήθως είναι ανώμαλη σε σχέση με τις συχνότητες, δηλαδή μικρή σε ορισμένες και μεγάλη σε ορισμένες άλλες συχνότητες. Η καμπύλη δηλαδή δεν είναι ομαλά «κατεβασμένη». Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα ακουστικά βοηθήματα αναγκαστικά επιτελούν επιλεκτική ενίσχυση. Οι βαρήκοοι αυτού του τύπου χρειάζονται και οπτικά σήματα –πέρα από τα ακουστικά βοηθήματα– για να επικοινωνήσουν προφορικά. Κάνουν χειλεανάγνωση και ακόμα προσλαμβάνουν τη σωματοκινητική συμπεριφορά των συνομιλητών τους. Ακούνε όμως περιβαλλοντικούς ήχους, θορύβους κ.λπ. Στην ανηκοΐα η ακουστική απώλεια είναι τόσο ακραία, ώστε κανένα ακουστικό βοήθημα δεν εξασφαλίζει την ελάχιστη αναγκαία ποιότητα σήματος προκειμένου να γίνεται αντιληπτή η ομιλία των άλλων. Επειδή όμως τα σύγχρονα ακουστικά βοηθήματα (και ακόμα περισσότερο τα κοχλιακά εμφυτεύματα) ενισχύουν πάρα πολύ καλά τα ακουστικά υπολείμματα, στην πράξη ακόμα και οι εντελώς ανήκοοι (οι «θεόκουφοι», που λέμε) μπορούν να «ακούσουν» ήχους, όταν φοράνε ακουστικά. Όμως, δεν αντιλαμβάνονται ομιλία. Εδώ η κινηματική είναι απαραίτητη (εκτός αν μιλάμε για μεταγλωσσικά ανήκοους, οι οποίοι, λόγω του ότι διαθέτουν ήδη ανεπτυγμένη φθογγόγλωσσα και ακουστική φθογγογλωσσική μνήμη, μπορούν συγχρόνως με τη λειτουργία των ακουστικών να εκμάθουν να διαβάζουν τα χείλη των άλλων). Ο κατάλληλος επομένως τρόπος να προσεγγίζουμε ανθρώπους για τους οποίους υποψιαζόμαστε ότι συμβαίνει βαρηκοΐα ή ανηκοΐα είναι να τους μιλάμε κανονικά και λίγο πιο αργά απ’ ό,τι συνήθως, προσέχοντας να έχουμε καλό φωτισμό και οπτική επαφή με τα πρόσωπά τους. Αν είναι ελαφρώς ή μετρίως βαρήκοοι, θα μας καταλάβουν αμέσως. Αν είναι βαριά βαρήκοοι ή ανήκοοι, η απορία στο βλέμμα τους θα μας κάνει να καταλάβουμε – ίσως κιόλας μας τό δηλώσουν. Τότε μπορούμε να προσπαθήσουμε να κάνουμε αυθόρμητη σωματοκινητική επικοινωνία (που ιδιαίτερα στην Ελλάδα και στην Ιταλία είναι πολύ διαδεδομένη) συγχρόνως με την ομιλία μας. Οι περισσότεροι ανήκοοι είναι καλά εξασκημένοι στην χειλεανάγνωση. Αν μας τύχει να συναντήσουμε ανήκοο που δεν γνωρίζει καλά ελληνικά, τότε, σε περίπτωση που δεν γνωρίζουμε εμείς τη δική του κινηματική γλώσσα και η επικοινωνία μαζί του είναι ωστόσο επείγουσα, μπορούμε να παραγγείλουμε διερμηνέα.

(11) Διαβάζω στο βιογραφικό σας την εντυπωσιακή πληροφορία ότι είστε «ο πρώτος ανήκοος γλωσσολόγος της Ευρώπης». Υπάρχουν πλέον και άλλοι ανήκοοι γλωσσολόγοι στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες;

Στην Ελλάδα όχι ακόμα. Σε άλλες χώρες της Ευρώπης υπάρχουν και δραστηριοποιούνται προς το παρόν επιπλέον πέντε ανήκοοι συνάδελφοι με διδακτορικό στην γλωσσολογία – ένας από αυτούς μάλιστα (ο Dr. Christian Rathmann) είναι και ο μοναδικός προς το παρόν ανήκοος γλωσσολόγος της Ευρώπης (από το 2007) που κατέχει τακτική καθηγητική έδρα γλωσσολογίας (στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου). Στη Βόρεια Αμερική (ΗΠΑ και Καναδά) υπάρχουν περίπου δέκα ανήκοοι γλωσσολόγοι. Αν θυμάμαι καλά, υπάρχει και μια ανήκοη συνάδελφος γλωσσολόγος στην Ιαπωνία. Για άλλες περιοχές του πλανήτη μας δεν γνωρίζω – πιθανότατα να μην υπάρχουν εκεί ακόμα ανήκοοι συνάδελφοι γλωσσολόγοι με διδακτορικό. Σε όλο τον κόσμο όμως –κυρίως στην Ευρώπη, στη Βόρεια Αμερική και την Ωκεανία– υπάρχουν αρκετοί ανήκοοι πτυχιούχοι γλωσσολογίας, οι οποίοι εργάζονται σε ερευνητικές ομάδες ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και λοιπών εκπαιδευτικών φορέων υπό την επίβλεψη ευήκοων καθηγητών.

(12) Εργάζεστε ως εκπαιδευτικός στο Ειδικό Γυμνάσιο και στο Γενικό Λύκειο Κωφών και Βαρηκόων Αγίας Παρασκευής, δύο ειδικά σχολεία που τώρα διευθύνετε. Θα θέλατε να μας δώσετε πληροφορίες σχετικά με το έργο που επιτελείται εκεί;

Το Ειδικό Γυμνάσιο Κωφών και Βαρηκόων ιδρύθηκε το 1973 μαζί με το Ειδικό Νηπιαγωγείο και Δημοτικό Κωφών και Βαρηκόων ως ιδιωτικό σχολείο του φιλανθρωπικού Ιδρύματος Προνοίας και Εκπαιδεύσεως Κωφών και Βαρηκόων Ελλάδος (ΙΠΕΚΒΕ) και λειτούργησε αρχικά σε μισθωμένο κτήριο στη Φιλοθέη και μετέπειτα στην Εκάλη, μαζί με το οικοτροφείο που φιλοξενούσε ανήκοους και βαρήκοους μαθητές από την επαρχία. Το 1976 άρχισε να λειτουργεί εκεί και το Γενικό Λύκειο Κωφών και Βαρηκόων. Το 1982 τα σχολεία αυτά μεταβιβάστηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο και μεταστεγάστηκαν στη Σταμάτα Αττικής και μετέπειτα, το 1984, στην Αγία Παρασκευή σε μισθωμένα κτίρια. Το Νηπιαγωγείο και το Δημοτικό μετακόμισαν πάλι στο αρχικό κτίριο στη Φιλοθέη και μετέπειτα στην Πεύκη, όπου λειτουργούν σήμερα. Το Γυμνάσιο και το Λύκειο συνέχισαν τη λειτουργία τους στην Αγία Παρασκευή, όπου από το 1992 προστέθηκε και μία ακόμα σχολική μονάδα, η ΤΕΣΕΑ Κωφών και Βαρηκόων, που αργότερα μετονομάσθηκε σε ΤΕΕ. Από το 2004 οι τρεις αυτές σχολικές μονάδες (Γυμνάσιο, ΓΕΛ και ΤΕΕ) συνεχίζουν τη λειτουργία τους συστεγαζόμενες και συνεργαζόμενες σε ένα δημόσιο υπερσύγχρονο σχολικό συγκρότημα στην Αγία Παρασκευή, το οποίο οικοδομήθηκε το 2003 από τον Οργανισμό Σχολικών Κτιρίων βάσει προδιαγραφών για σχολικά κτίρια κατάλληλα για ανήκοους και βαρήκοους μαθητές. Οι τρεις αυτές σχολικές μονάδες καλύπτουν ολόκληρο το παρεχόμενο από το Υπουργείο Παιδείας φάσμα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε ανήκοους και βαρήκοους μαθητές. Από τον Σεπτέμβριο του 2011, βάσει σχετικής υπουργικής απόφασης, το Ειδικό Γυμνάσιο Κωφών και Βαρηκόων και το ΓΕΛ Κωφών και Βαρηκόων λειτουργούν υπό ενιαία Διεύθυνση, διατηρώντας τη διοικητική τους αυτοτέλεια ως ξεχωριστές ΣΜΕΑΕ. Το Γυμνάσιο και το ΓΕΛ Κωφών και Βαρηκόων λειτουργούν βάσει της νομοθεσίας για την Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση (νόμοι 1566/1985, 2817/2000 και 3699/2008, καθώς επίσης και συναφείς υπουργικές αποφάσεις και προεδρικά διατάγματα) και χορηγούν απολυτήρια εντελώς ισότιμα με τα αντίστοιχα απολυτήρια της Γενικής Εκπαίδευσης. Πριν από σαράντα χρόνια, σε μια εποχή που η ελληνική κοινωνία –απύθμενα βουτηγμένη στα στερεότυπα και την προκατάληψη– δεν είχε ακόμα κατανοήσει την κοινωνική διαφορετικότητα και τη δημιουργική δράση της αλληλαποδοχής, ανήκοα και βαρήκοα παιδιά από όλη τη χώρα είχαν την ευκαιρία να λάβουν το μεγαλύτερο κοινωνικό ευεργέτημα, να εκπαιδευτούν και να διαπαιδαγωγηθούν σε σχολικό περιβάλλον κατάλληλο για κείνα. Νηπιαγωγείο, Δημοτικό, Γυμνάσιο, Λύκειο – για κάθε ηλικίας παιδί προσφερόταν πλέον το κατάλληλο σχολικό πλαίσιο να μπει. Γιατί κατάλληλο; Διότι από την αρχή κιόλας υπήρχε η δυνατότητα για ελεύθερη επικοινωνία μεταξύ των ανήκοων μαθητών στα σχολεία μας, επικοινωνία οπτικοκινητική μέσα από την ελληνική κινηματική γλώσσα. Σε μια εποχή όπου ακόμα δεν είχαν γίνει γνωστά στην Ελλάδα τα πρωτοποριακά ερευνητικά διεπιστημονικά πορίσματα για τις κινηματικές γλώσσες που είχαν αρχίσει ήδη να εξαπλώνονται στις προηγμένες χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, στα σχολεία μας άνοιξε –έστω διαισθητικά, έστω χωρίς επαρκή επιστημονική κατάρτιση– η αυτονόητη πόρτα της επικοινωνιακής καλλιέργειας των κωφών μαθητών. Κι άρχισε η περίοδος των έντονων εκπαιδευτικών πειραματισμών. Κανένας συνάδελφος που ερχόταν να εκπαιδεύσει κωφούς μαθητές δεν έμενε αμέτοχος – όλοι «ψήθηκαν», άλλος περισσότερο κι άλλος λιγότερο, μέσα στο δημιουργικό χωνευτήρι των διαπροσωπικών αξιών. Διότι η προοπτική να εκπαιδεύεις μαθητές που έχουν μια διαφορετική πρώτη γλώσσα από εκείνη του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος δεν είναι απλώς μια διαφορετική εκπαιδευτική συγκυρία – είναι μια αληθινή παιδαγωγική πρόκληση που, για να ανταποκριθείς σ’ αυτήν, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο από το να σκάψεις και να σκάψεις ακόμα βαθύτερα μέσα στον εαυτό σου, να αναθεωρήσεις αξίες και πρακτικές, να νιώσεις κατάμουτρα την επίκληση του άλλου που ζητάει να μορφωθεί, να καλλιεργηθεί, να γίνει πολίτης μέσα σε μια ευνομούμενη πολιτεία, με επίγνωση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών του. Κι έτσι κύλησαν τα πρώτα χρόνια στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο Κωφών και Βαρηκόων. Ήταν χρόνια δύσκολα, σκληρά, ήταν μια περίοδος αρχικής αμηχανίας για όλους μας. Με ένα νομοθετικό πλαίσιο από ανύπαρκτο έως ελάχιστο, με γλίσχρα επιστημονικά εφόδια ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης ανήκοων μαθητών, οι πρωτοπόροι συνάδελφοι που ξεκίνησαν τότε το λειτούργημά τους ήταν στην ουσία ήρωες ανάμεσά μας. Νέοι άνθρωποι, με φρέσκο ακόμα το μελάνι στα πανεπιστημιακά πτυχία τους, με όραμα και πίστη στις ικανότητές τους, ανέλαβαν να διδάξουν ελληνικά, μαθηματικά, φυσική, χημεία, βιολογία και όλα τα άλλα γνωστικά αντικείμενα σε μαθητές με εντελώς διαφορετικό επικοινωνιακό υπόβαθρο – ποια άραγε εκπαιδευτική περίσταση θα μπορούσε να αποτελεί μεγαλύτερη πρόκληση; Το ζητούμενο ήταν να βρεθεί η χρυσή τομή ανάμεσα στο εκπαιδευτικό προσωπικό και στον μαθητικό πληθυσμό με τη γνωστή ετερογένεια και ποικιλομορφία του, να ανακαλυφθεί και να διαμορφωθεί μια σίγουρη, σαφής, αξιόπιστη και συνάμα ανθρωπιστική μέθοδος εκπαίδευσης ανήκοων και βαρήκοων εφήβων, η οποία αφενός να μεταλαμπαδεύει ευέλικτα και αποτελεσματικά τη μόρφωση και την καλλιέργεια και αφετέρου να διατηρεί την αυθεντικότητα των μαθητών, σμιλεύοντας μέσα τους την πολυπόθητη γλωσσική και κοινωνική ενσυνειδητότητα. Ο δρόμος προς την κοινωνική ένταξη των μαθητών μας δεν ήταν ρόδινος. Για να τον διαβούν οι πρώτοι συνάδελφοι, έπρεπε να χύσουν πολύν ιδρώτα, να πειραματισθούν εξαντλητικά, να αμφισβητήσουν καθιερωμένες παιδαγωγικές αξίες και πρακτικές, να αναδομήσουν δεδομένα πρότυπα διδασκαλίας, να έλθουν σε σύγκρουση με τους εαυτούς τους. Οι προσωπικές αφηγήσεις εκείνων των συναδέλφων –οι περισσότεροι από τους οποίους έμειναν πάνω από τριάντα χρόνια μαζί μας– και τα διδακτικά υλικά που μας άφησαν είχαν τεράστια απήχηση και στήριξη σε όλους τους μετέπειτα συναδέλφους. Εκείνοι ήταν οι αρχικοί σκαπανείς του δρόμου που έστρωσαν για να τον διαβούν οι μεταγενέστεροι και να τον εμπλουτίσουν. Καθώς περνούσαν τα χρόνια και συσσωρευόταν η εκπαιδευτική και διδακτική εμπειρία, γινόταν ολοένα και πιο φανερό ότι είχε μεγάλη σημασία αφενός η επιλογή του προς διδασκαλία υλικού και αφετέρου ο τρόπος διδασκαλίας, δηλαδή το τι και το πώς. Η κοσμοεικόνα που διαμορφώνουν οι ανήκοοι μαθητές φαινόταν να διαφοροποιείται αισθητά από την κοσμοεικόνα του ευρυτέρου κοινωνικού τους περιβάλλοντος. Διαφορετική η αντίληψη των πραγμάτων, διαφορετική η ιεράρχηση αξιών και προτύπων, διαφορετικός ο τρόπος ζωής, διαφορετική η εξοικείωση των εμπειριών, η διαμόρφωση και νοηματοδότηση των διαπροσωπικών σχέσεων. Όλα αυτά δρούσαν ανατροφοδοτικά στη στάση και τη συμπεριφορά μας απέναντι στους μαθητές μας, ώστε να κάνουμε το λειτούργημά μας βαθμιαία περισσότερο αποτελεσματικό. Και φτάσαμε στο 1985, οπότε ψηφίστηκε ο περίφημος πλέον νόμος 1566, που έβαλε μια τάξη και έναν εποικοδομητικό προσανατολισμό σε όλη την ειδική αγωγή. Αποκεί και πέρα, τα πράγματα έγιναν περισσότερο ομαλά, περισσότερο βατά για μας. Αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε ότι η αποτελεσματική εκπαίδευση των μαθητών μας όφειλε να παρέχει μια σύνθεση δύο γλωσσών και δύο πολιτισμών. Από τη μία, ήταν η ελληνική κινηματική γλώσσα και ο πολιτισμός της κοινότητας των ανηκόων, απαραγνώριστα στοιχεία της αυθεντικότητάς τους. Από την άλλη, ήταν η ελληνική γλώσσα –γραπτή και προφορική– και ο πολιτισμός του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος των ανήκοων μαθητών, επίσης απαραγνώριστα στοιχεία για την ολόπλευρη κοινωνική τους ένταξη. Κι έτσι βαθμιαία σμιλεύσαμε και διαμορφώσαμε μέσα μας την ουσιαστική έννοια της αλληλαποδοχής: Για να εντάξουμε τους μαθητές μας σε μας, έπρεπε πρώτα εμείς οι ίδιοι να ενταχθούμε ανάμεσά τους. Από αυτή την συγκυρία ξεπετάγεται και ανελίσσεται η δίγλωσση εκπαίδευση των μαθητών μας. Η αναγκαιότητα για μια δίγλωσση και διαπολιτισμική εκπαίδευση ανακύπτει όταν η φυσική ή η αξιωματικά αναμενόμενη ως φυσική πρώτη γλώσσα ορισμένων υπό εκπαίδευση ατόμων διαφοροποιείται από την επικρατούσα γλώσσα στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον των ατόμων αυτών ως συνέπεια της συγκυρίας ότι τα εν λόγω άτομα αποτελούν μέλη διαφοροποιημένων γλωσσικών κοινοτήτων ή γλωσσικών μειονοτήτων, οι οποίες λειτουργούν μέσα σε εκάστοτε ευρύτερες γλωσσικές κοινότητες ή γλωσσικές πλειονότητες, η γλώσσα των οποίων είναι κατά κανόνα σε εθνικό επίπεδο αναγνωρισμένη και νομοθετικά κατοχυρωμένη, καθιστάμενη θεμέλιο ενός ορισμένου εκάστοτε πολιτισμού. Κατά τη δίγλωσση εκπαιδευτική πρακτική, αρχικά αξιοποιείται η πρώτη γλώσσα των υπό εκπαίδευση ατόμων και στη συνέχεια, σε κάποιο στάδιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας, εισάγεται και διδάσκεται η επικρατούσα στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο γλώσσα ως δεύτερη γλώσσα. Εκείνο που οφείλουμε να προσέξουμε είναι ότι και οι δύο εν λόγω γλώσσες αποτελούν και γνωστικά αντικείμενα και γλώσσες διδασκαλίας προς μετάδοση γνώσεων και επομένως επιβάλλεται επιμέρους διαφοροποίηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, ώστε να διαχωρίζονται σαφώς μεταξύ τους οι στοχοθετημένες φάσεις της γλωσσικής και της εν γένει γνωσιακής διδασκαλίας. Προχωρώντας και αποκομίζοντας ακόμα περισσότερη εμπειρία μέσα από το λειτούργημά μας, φτάσαμε κάποια στιγμή να αναμετρηθούμε με τη μεγαλύτερη πρόκληση που καλείται να αντιμετωπίσει η δίγλωσση εκπαίδευση ανηκόων: Την αντιπαράθεση μεταξύ προφορικότητας (orality) και εγγραμματοσύνης (literacy). Το ζήτημα αυτό έχει να κάνει με τη διάκριση των γλωσσικών κοινοτήτων σε προφορικές, δηλαδή σε κοινότητες χωρίς διαδεδομένο γραπτό κώδικα για τη γλώσσα τους, και σε εγγράμματες, δηλαδή σε κοινότητες με διαδεδομένο γραπτό κώδικα. Οι κοινότητες των ανηκόων είναι κοινότητες προφορικές, ενώ οι ευρύτερες περιβάλλουσες κοινότητες είναι κατά κανόνα κοινότητες εγγράμματες. Εδώ η πρόκληση για τη δίγλωσση εκπαίδευση των ανηκόων δεν βρίσκεται στη σύγκριση, αλλά στη σύνθεση. Πώς δηλαδή να παράσχει αξιόπιστα τις κατάλληλες συνθήκες, μεθόδους και διαδικασίες, ώστε όλοι οι ανήκοοι μαθητές να μπορέσουν να εγκλιματισθούν αποτελεσματικά στο δευτερογενές πλαίσιο της εγγραμματοσύνης, χωρίς ωστόσο να χάσουν το πρωτογενές και αυθεντικό πλαίσιο της προφορικότητας που τους χαρακτηρίζει; Αυτό το κρίσιμο ερώτημα αναμένει ακόμα την απάντησή του. Αν για ένα παιδί που ακούει η κατάκτηση του γραπτού λόγου αποτελεί πραγματικό άθλο, για ένα ανήκοο παιδί είναι σίγουρα ένα τιτάνιο επίτευγμα. Οι πρόσθετες πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουμε κατά καιρούς, όταν ανακύπτουν οι κατάλληλες συνθήκες, όπως είναι η αγωγή υγείας, η αγωγή περιβάλλοντος, η αγωγή καταναλωτή, τα διακρατικά προγράμματα κ.ά., καθώς επίσης και οι στοχοθετημένες εκπαιδευτικές επισκέψεις και εκδηλώσεις, είναι κατά τέτοιον τρόπο σχεδιασμένες, ώστε να έχουν ευεργετική επίδραση στη διεύρυνση του γνωσιακού ορίζοντα και τη βελτίωση της επικοινωνιακής ικανότητας των μαθητών. Εκείνο που περισσότερο μας ενδιαφέρει εδώ είναι η ψυχοκοινωνική ανάπτυξη όλων των παιδιών, το καθένα με τις δικές του ικανότητες και δυνατότητες, με τον δικό του μαθησιακό ρυθμό και με την καλλιέργεια των δικών του προσωπικών προσδοκιών. Θεωρούμε ότι, πέρα από το να παρέχουμε στα παιδιά γνώσεις, κάτι πολύ πιο σημαντικό που οφείλουμε να τους δίνουμε είναι να μάθουν πώς να μαθαίνουν, να εξοπλισθούν με τις αναγκαίες γνωσιακές δεξιότητες, ώστε να μαθαίνουν όλα εκείνα που τους ενδιαφέρουν, με συνέπεια και αξιοπιστία. Κι εδώ μας βοηθάει η αισθητική αγωγή γενικότερα και η τέχνη του θεάτρου ειδικότερα. Το σχολικό θέατρο κινηματικής γλώσσας αποτελεί αποφασιστικό μοχλό προώθησης της ταυτότητας και της γλωσσικής και κοινωνικής συνείδησης των ανήκοων μαθητών. Η αναπαράσταση του θεατρικού δρωμένου, η αλληλεπίδραση με το κοινό και η εκάστοτε μοναδική, προσωπική έκφραση μέσα από τον ρόλο προάγει, καλλιεργεί και εμπεδώνει τη γλωσσική προσωπικότητα κάθε μαθητή με στόχο την κοινωνική ένταξη μέσα από την αλληλαποδοχή. Η συμμετοχή εκπαιδευτικών που αναλαμβάνουν τη μεθερμηνεία στα ελληνικά προσδίδει αυτοπεποίθηση στους ανήκοους μαθητές, διότι έχουν τη σιγουριά ότι η δική τους απόδοση θα γίνει διαμεσολαβητικά κατανοητή από ευρύ κοινό. Όσον αφορά τη συνολική παιδαγωγική προσέγγιση που ακολουθούμε, τονίζουμε την αδιάκοπη προσπάθειά μας στην επένδυση του κοινωνικού κεφαλαίου της εκπαιδευτικής μας κοινότητας. Με τον όρο κοινωνικό κεφάλαιο εννοούμε την καλλιέργεια κλίματος εμπιστοσύνης και σεβασμού μεταξύ μας και μεταξύ ημών και των μαθητών μας, μεταξύ των μαθητών καθ’ εαυτούς, την καλλιέργεια της αλληλεγγύης, της ενσυναίσθησης, μέσα από την οποία περνάει σε κάθε άτομο ο σεβασμός και η αναγνώριση του άλλου, του διαφορετικού. Η κοινή μας αντίληψη εδώ είναι ότι μόνο μέσα σε ένα σχολείο ανοιχτό, χαρούμενο, που αναγνωρίζει και αποδέχεται τη διαφορετικότητα, όπου τα παιδιά αισθάνονται ασφάλεια, χαρά και αναγνώριση του εαυτού τους, μπορεί να καλλιεργηθεί και να ανθήσει το εκπαιδευτικό και παιδαγωγικό έργο που επιτελούμε. Διδάσκοντας τα παιδιά, διδασκόμαστε συγχρόνως από κείνα. Αυτή η αδιάκοπη και αμφίδρομη σύνθεση ανάμεσα στη διδασκαλία και τη μάθηση πιστεύουμε ότι είναι το κεντρικό παιδαγωγικό εφαλτήριο για την πορεία του έργου μας στο σχολείο.

(13) Ποια είναι τα κυριότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει στην Ελλάδα σήμερα ένας ανήκοος και ένας βαρήκοος; Υπάρχουν χώρες όπου έχει σημειωθεί μεγάλη πρόοδος στην επίλυση τέτοιων προβλημάτων; Χώρες που να λειτουργούν ως παράδειγμα προς μίμηση;

Η επικοινωνιακή προσβασιμότητα στην ευρύτερη κοινωνική ζωή ήταν και είναι το ουσιαστικό πρόβλημα. Παλαιότερα η κατάσταση ήταν δραματική. Σήμερα έχει σημειωθεί τεράστια πρόοδος σε σχέση με τα σκοτάδια του παρελθόντος. Υπάρχουν ειδησεογραφικές τηλεοπτικές εκπομπές στην ελληνική κινηματική γλώσσα, υπάρχουν υπηρεσίες διερμηνέων διαθέσιμων ανά πάσα στιγμή. Κάθε ανήκοος (ή ακόμα και βαριά βαρήκοος) που είναι μέλος αναγνωρισμένου σωματείου δικαιούται δωρεάν 25 ώρες διερμηνείας ανά έτος από αναγνωρισμένους διερμηνείς – και απεριόριστες ώρες από ασκούμενους διερμηνείς. Επίσης, υπάρχουν υπηρεσίες επικοινωνιακής διαμεσολάβησης για ανήκοους και βαρήκοους φοιτητές σε τριτοβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα (στο Κέντρο Προσβασιμότητας του Τμήματος Πληροφορικής και στο Συμβουλευτικό Κέντρο Φοιτητών της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ, καθώς επίσης και στην ΑΣΚΤ και στο ΤΕΙ Αθηνών). Οι βαρήκοοι μπορούν να επιλέγουν υποτίτλους σε αρκετές εκπομπές – αρκεί να διατίθενται. Έχουμε ωστόσο αρκετό δρόμο μπροστά μας για να μπορέσουμε να ισχυρισθούμε ότι στη χώρα μας επιτυγχάνουμε ισότιμη επικοινωνιακή προσβασιμότητα. Πρωτοπόρες διεθνώς χώρες στον τομέα αυτόν είναι η Σουηδία, η Νορβηγία, η Δανία και η Φινλανδία. Εκεί οι ανήκοοι και οι βαρήκοοι νιώθουν εντελώς ισότιμοι ως προς την επικοινωνιακή προσβασιμότητα. Στη Σουηδία μάλιστα διαμορφώθηκε για πρώτη φορά στην ιστορία (το 1981) η δίγλωσση διαπολιτισμική εκπαίδευση ανηκόων σε νομοθετικό πλαίσιο. Και άλλες χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής έχουν στο μεταξύ σημειώσει τεράστια πρόοδο στο θέμα της επικοινωνιακής προσβασιμότητας. Ωστόσο, ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι ιδιαίτερες κοινωνικές και εν γένει πολιτισμικές συνθήκες σε μια χώρα επηρεάζουν τον συνολικό τρόπο προσέγγισης της επικοινωνιακής προσβασιμότητας. Πέρα από ορισμένα όρια, η εκάστοτε περίσταση φορτίζεται τόσο έντονα με προσωπική χροιά, ώστε είναι αδύνατη οποιαδήποτε σύγκριση.

(14) Τι μπορεί να προσφέρει η μελέτη των κινηματικών γλωσσών που να έχει γλωσσολογικό ενδιαφέρον;

Εδώ και εκατό χρόνια η γλωσσολογία και η φιλοσοφία της γλώσσας λειτουργούν και προοδεύουν πάνω στο Παράδειγμα του Ferdinand de Saussure, το οποίο έφθασε στο αποκορύφωμά του με τη μεγαλοπρεπή και αξεπέραστη για το βάθος της θεωρία της γενετικής-μετασχηματιστικής γραμματικής. Το Παράδειγμα αυτό δέχεται στην κλασική του εκδοχή ότι όλες οι φυσικές ανθρώπινες γλώσσες είναι φθογγόγλωσσες. Όμως το Παράδειγμα αυτό, ακόμα και μέσα από τον κατακλυσμικό γενετικό-μετασχηματιστικό του θρίαμβο, δεν έχει κατορθώσει να προσφέρει μια ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα «τι είναι η σημασία». Η σημασία, αυτή η πρωταγωνίστρια του καθολικού γλωσσικού δράματος, παραμένει ακόμα και σήμερα άπιαστη, απροσπέλαστη, ανερμήνευτη σε αυστηρά επιστημονική προσέγγιση. Η φιλοσοφία της γλώσσας όμως έχει ανοίξει μια καινούρια προοπτική, προκειμένου να βοηθήσει τη γλωσσολογία να αναπτύξει ένα διαφορετικό Παράδειγμα. Θα μου επιτρέψετε να αναφερθώ στις ρήσεις του μεγάλου φιλοσόφου Ludwig Wittgenstein: «Die Grenzen meiner Sprache bedeuten die Grenzen meiner Welt» (= Τα όρια της γλώσσας μου δηλώνουν τα όρια του κόσμου μου) και «Wovon man nicht sprechen kann, darüber muss man schweigen» (= Για ό,τι δεν μπορούμε να μιλάμε, καλύτερα να σιωπάμε). Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το τεράστιο γλωσσολογικό και γλωσσοφιλοσοφικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει η μελέτη των κινηματικών γλωσσών. Καταρρίπτεται η κλασσική αρχή του σωσσυριανού Παραδείγματος, που θέλει όλες τις φυσικές γλώσσες να είναι φθογγόγλωσσες. Οι κινηματικές γλώσσες διευρύνουν τα όρια της γλώσσας μας και μας προσφέρουν την ευκαιρία να μιλάμε τώρα για πράγματα για τα οποία δεν μπορούσαμε παλαιότερα να μιλάμε. Αναφαίνονται οι αρχικές κατευθυντήριες γραμμές ενός νέου Παραδείγματος, στο οποίο η αντιπαραθετική και ισοσταθμισμένη μελέτη όλων των φυσικών γλωσσών μας –κινηματικών γλωσσών και φθογγογλωσσών– μπορεί να διαφωτίσει περισσότερο τη φύση της σημασίας, να την κάνει προσιτή και ερμηνεύσιμη σε επιστημονική προσέγγιση, να διερευνήσει αξιόπιστα τη σχέση ανάμεσα στη γλώσσα και τη γνώση του ανθρώπου. Διότι εν τέλει η γνώση θεμελιώνεται στη σημασία. Βιβλιογραφική παραπομπή: Παπασπύρου, Χρυσόστομος 2003: Διαδρομές στους γλωσσικούς ρυθμούς. Αθήνα: Ατραπός (ιδιαίτερα το δοκίμιο στο τέταρτο μέρος).

Σχετικοί σύνδεσμοι:

1) Βιογραφικό σημείωμα του κυρίου Χρυσόστομου Παπασπύρου.

2) Εισήγηση του κυρίου Χρυσόστομου Παπασπύρου.

Advertisements