ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ (2)

01/05/2015

Καλό μήνα! Μέσα στον Απρίλιο είχα τη χαρά να συζητήσω με τον κύριο Χρυσόστομο Παπασπύρου για θέματα λεξικογραφίας. Δημοσιεύω εδώ τη συζήτησή μας. Αυτή τη φορά οι ερωτήσεις είναι του κυρίου Παπασπύρου, τον οποίο ευχαριστώ θερμά και για τις δύο συζητήσεις που έχω δημοσιεύσει ως τώρα:

(1) Από το συνολικό έργο σας που έχω στη διάθεσή μου συνάγω ότι ασχολείστε με ιδιαίτερο μεράκι, σχολαστικότητα και αφοσίωση με τη λεξικογραφία. Για αρχή, θα σας παρακαλούσα να αναπτύξετε τις προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι λεξικογράφοι στην εποχή μας.

Οι σύγχρονοι λεξικογράφοι αντιμετωπίζουν διάφορες προκλήσεις. Η όσο το δυνατόν πιο πιστή λεξικογραφική περιγραφή της γλωσσικής πραγματικότητας ήταν και είναι πρόκληση για τον συντάκτη λημμάτων. Για τον λεξικογράφο ζητούμενο και σήμερα είναι η σύνταξη λημμάτων που θα παρέχουν στον αναγνώστη του λεξικού περισσότερες και πιο ακριβείς πληροφορίες για τις λέξεις-λήμματα σε σύγκριση με τις γλωσσικές πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε λήμματα ήδη εκδεδομένων λεξικών. Στη σύγχρονη λεξικογραφία –ειδικά μάλιστα αν πρόκειται για γενικό μονόγλωσσο λεξικό– πρόκληση είναι η δημιουργία λημμάτων που χαρακτηρίζονται από μεγάλη ποικιλία πληροφοριών για τη χρήση των λημματογραφούμενων λέξεων. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι στις μέρες μας η εργασία του λεξικογράφου διαφέρει αρκετά από την αντίστοιχη του παραδοσιακού συντάκτη λημμάτων, αφού σήμερα αξιοποιούνται οι δυνατότητες που προσφέρει το διαδίκτυο στη σύνταξη λημμάτων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν συμβουλεύονται οι συντάκτες και πηγές σε έντυπη μορφή. Μεγάλη πρόκληση για τον λεξικογράφο είναι πλέον να δαμάσει το υλικό που συγκεντρώνει μέσω διαδικτύου και να το αξιοποιήσει καταλλήλως. Ο λεξικογράφος δεν θα δώσει στο λήμμα ικανοποιητική μορφή αν δεν κάνει σωστή χρήση του υλικού αυτού. Στον αχανή κυβερνοχώρο ανακαλύπτονται στοιχεία πολύτιμα για τη σύνταξη ενός λήμματος, αλλά και στοιχεία παροδηγητικά.

(2) Θα μπορούσατε να μας παραθέσετε ένα παράδειγμα πληροφορίας από τον κυβερνοχώρο που θα μπορούσε να αποβεί πολύτιμη για λεξικογραφική εργασία, καθώς επίσης και ένα παράδειγμα που θα μπορούσε να δράσει παροδηγητικά;

Με τη βοήθεια του διαδικτύου ο λεξικογράφος μπορεί να εμπλουτίσει το λήμμα του λεξικού με ζωντανά στοιχεία, που αντικατοπτρίζουν τη σημερινή γλωσσική πραγματικότητα, όπως νέες σημασίες, αυθεντικά παραδείγματα χρήσης κ.ά. Ας δούμε λ.χ. το επίθετο ακαλαίσθητος. Δεν θυμάμαι να έχω ασχοληθεί πρόσφατα με αυτό, αλλά είμαι βέβαιος ότι η διαδικτυακή αναζήτηση θα αποκάλυπτε παραδείγματα χρήσης του επιθέτου που θα διευκόλυναν τον λεξικογράφο στη σύνταξη του λήμματος – όχι μόνο στη διάκριση σημασιών, αλλά και σε άλλα θέματα, όπως η διατύπωση των ορισμών και η προσθήκη παραδειγμάτων χρήσης.

Ως προς τα παροδηγητικά στοιχεία που ανακαλύπτονται μέσω διαδικτύου, ο νους μου πηγαίνει κυρίως σε κείμενα που αναδημοσιεύονται σε διάφορες ιστοσελίδες, με αποτέλεσμα ο εμφανιζόμενος αριθμός αποτελεσμάτων αναζήτησης να είναι παραπλανητικός. Θυμάμαι  ένα νοσταλγικό ηλεκτρονικό κείμενο για όσους έχουν γεννηθεί πριν από το 1980 ή κάτι τέτοιο. Σε ένα σημείο χρησιμοποιείται η γραφή <καυγάδες>, με ύψιλον. Διαβάζουμε συγκεκριμένα: «Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλο και μάθαμε να το ξεπερνάμε». Αν θέλει κάποιος να ερευνήσει πόσο συχνή είναι στο διαδίκτυο μια γραφή, τότε θα πρέπει να συνεκτιμήσει το γεγονός ότι μερικά κείμενα αναδημοσιεύονται από ιστοσελίδα σε ιστοσελίδα. Και με αυτό δεν εννοώ ότι δεν χρησιμοποιείται αρκετά η γραφή <καυγάς> – μιλάω γενικά. Και μάλιστα, σε κείμενα όπως αυτό που προανέφερα, μπορεί να υπάρχουν και άλλα παροδηγητικά στοιχεία, άσχετα με θέματα γραφής. Παροδηγητικά μπορεί να δράσει το διαδίκτυο για κάποιον που κάνει στον κυβερνοχώρο έρευνα για την εν γένει χρήση μιας λέξης, για τη συντακτική της συμπεριφορά, για τις σημασίες που μπορεί να έχει κ.ά. Βασιζόμενος σε παραπλανητικούς αριθμούς αποτελεσμάτων αναζήτησης, μπορεί κάποιος να θεωρήσει συχνή μια σύναψη και να την καταγράψει στο πεδίο των παραδειγμάτων. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το διαδίκτυο δεν είναι ένα κανονικό corpus κειμένων.

Ωστόσο, σε γενικές γραμμές είμαι υπέρ του διαδικτύου. Δεν νοείται ένας σύγχρονος λεξικογράφος να μην το αξιοποιεί. Απλώς θέλω να πω ότι το θέμα βέβαια είναι πώς το χρησιμοποιεί.

(3) Οι δύο βασικές λεξικογραφικές προσεγγίσεις για τη διαμόρφωση λεξικών διαφόρων εκάστοτε κατηγοριών είναι: (α) η σημασιολογική προσέγγιση, κατά την οποία εκκινούμε από γνωστή μορφή ενός λεξήματος και προσπαθούμε να αποδώσουμε, να ερμηνεύσουμε και να διασαφήσουμε τη σημασία (ή τις σημασίες) του λεξήματος αυτού, και (β) η ονομασιολογική προσέγγιση, κατά την οποία εκκινούμε από γνωστή σημασία και προσπαθούμε να αποδώσουμε μια κατάλληλη μορφή (ή μορφές) για τη σημασία αυτή. Με ποιον τρόπο (ή με ποιους τρόπους) μπορεί ο λεξικογράφος να κινηθεί δημιουργικά μέσα από αυτές τις δύο προσεγγίσεις; Υπάρχουν «κρυφά αδιέξοδα» και, αν ναι, πώς μπορούν να αρθούν; Θα μπορούσατε να μας παραθέσετε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα από τη δική σας ενασχόληση με τη λεξικογραφία;

Την πρώτη πορεία κατά κανόνα, δηλαδή την πορεία από τη μορφή στη σημασία, ακολουθεί ο λεξικογράφος που εργάζεται σε γενικό μονόγλωσσο λεξικό. Αναφέρομαι σε λεξικό που περιλαμβάνει λέξεις λημματογραφημένες σύμφωνα με την αλφαβητική τους σειρά και παρέχει στο εσωτερικό του καθενός λήμματος ποικίλες γλωσσικές πληροφορίες για τη λέξη-λήμμα. Όταν ανατίθεται στον λεξικογράφο η σύνταξη ενός συγκεκριμένου λήμματος, η προσέγγιση είναι σημασιολογική. Ο συντάκτης του λήμματος θα ξεκινήσει από μια μορφή της λέξης-λήμματος και ακολούθως θα προχωρήσει στον ορισμό της σημασίας ή στους ορισμούς των σημασιών.

Τη δεύτερη πορεία –από τη σημασία στη μορφή– ακολουθεί ο λεξικογράφος που εργάζεται σε εννοιολογικό λεξικό. Στα εννοιολογικά λεξικά οι λημματογραφημένες λέξεις έχουν καταγραφεί με βάση τη σημασία τους και όχι τη σειρά των γραμμάτων τους στο αλφάβητο της γλώσσας. Τα λεξικά αυτά δεν ακολουθούν την οδό που ξεκινάει όχι από μια δεδομένη λέξη και οδηγεί τον αναγνώστη στην ερμηνεία της σημασίας της, αλλά από μια δεδομένη έννοια και οδηγεί στις καταλληλότερες λέξεις για την απόδοσή της. Παράδειγμα εννοιολογικής ταξινόμησης των λημμάτων δίνει το παλιότερο Λεξικό Βοσταντζόγλου, όπου τα κεφάλαια αντιστοιχούν σε διάφορες εννοιολογικές κατηγορίες, όπως σχέσις, ποσότης, αξίαι, συναίσθημα κ.ά., οι οποίες υποδιαιρούνται σε στενότερες έννοιες. Π.χ. το κεφάλαιο συναίσθημα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τα υποκεφάλαια ευαισθησία, πόνος, ενθουσιασμός, λύπη.

Η πορεία από τη σημασία στη μορφή ακολουθείται και στην καταγραφή συνωνύμων. Ας θυμηθούμε τα λεξικά συνωνύμων, όπου ο λεξικογράφος, ξεκινώντας από τη σημασία μιας λέξης, φτάνει στη μορφή με την οποία δηλώνεται η σημασία αυτή. Μπορεί όμως να προβλέπεται η καταγραφή συνωνύμων και στα λήμματα ενός γενικού μονόγλωσσου λεξικού. Τότε ο λεξικογράφος θα πρέπει να συνδυάσει την πρώτη πορεία με τη δεύτερη. Επίσης, η συνωνυμία παίζει ρόλο στη σύνταξη ορισμών σε δίγλωσσα λεξικά – πρόκειται για διαγλωσσική συνωνυμία, σε αντιδιαστολή με την ενδογλωσσική. Στη συνωνυμία όμως μπορεί να βασιστεί, έστω και εν μέρει, και ο ίδιος ο ορισμός της σημασίας σε μονόγλωσσα λεξικά. Στις παραπάνω περιπτώσεις η πορεία είναι από τη σημασία στη μορφή.

Πράγματι, υπάρχουν «κρυφά αδιέξοδα», όπως εύστοχα τα χαρακτηρίζετε. Ας δούμε το παράδειγμα της σημασιολογικής σχέσης μεταξύ του κατάλληλος και του πρόσφορος. Είναι σωστό να καταγράψουμε ως συνώνυμο του κατάλληλος το πρόσφορος; Μήπως πρέπει το πρόσφορος να σημειωθεί ως συνώνυμο του κατάλληλος σε μια συγκεκριμένη σημασία ή υποσημασία; Ή μήπως σε μεμονωμένα παραδείγματα ή σε υποπεδίο παραδειγμάτων; Αν προσθέσουμε στο λήμμα αρκετά παραδείγματα χρήσης του κατάλληλος, θα διαπιστώσουμε ότι σε μερικά δεν γίνεται να αντικατασταθεί το εν λόγω επίθετο από το πρόσφορος, ενώ σε άλλα γίνεται. Το μεγάλο πρόβλημα όμως είναι ότι σε ορισμένα παραδείγματα παραμένει ανοικτό το θέμα και η απόφαση για την καταγραφή ή μη ενός συνωνύμου μπορεί να βασιστεί στη γλωσσική διαίσθηση του συντάκτη. Στην προκειμένη περίπτωση αλλά και σε πολλές άλλες ο λεξικογράφος φτάνει σε «κρυφά αδιέξοδα» όταν με βάση το γλωσσικό του αισθητήριο κάτι… και λέγεται και δεν λέγεται, δηλαδή κατά κάποιον τρόπο βρίσκεται κάπου στα όρια του αποδεκτού και του μη αποδεκτού. Με δεδομένο ότι στη νεοελληνική λεξικογραφία δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή ηλεκτρονικά σώματα κειμένων, πολλές αποφάσεις κατ’ ανάγκην θα πρέπει να βασιστούν στο γλωσσικό αισθητήριο του συντάκτη, δηλαδή σε υποκειμενικό παράγοντα.

(4) Επομένως, όπως καταλαβαίνω, ένα άκρως ανεπτυγμένο γλωσσικό αισθητήριο αποτελεί αποφασιστική προϋπόθεση για έναν καλό λεξικογράφο, σωστά; Δηλαδή, κατά πρώτο λόγο, απαιτείται πείρα του λεξικογράφου ως προς την έκθεση σε ποικίλες και διαφορετικές συνθήκες γλωσσικής χρήσης; Κατά δεύτερο λόγο, σε ποιο θεσμοθετημένο ακαδημαϊκό πλαίσιο μπορεί κάποιος στοχοθετημένα να καλλιεργήσει στο έπακρο το γλωσσικό αισθητήριο, ώστε να μπορεί να λειτουργήσει αξιόπιστα ως λεξικογράφος;

Πράγματι, ο καλός λεξικογράφος είναι εξοικειωμένος με ποικίλες συνθήκες χρήσης της γλώσσας. Από την άλλη βέβαια, η λεξικογραφική εργασία είναι τόσο σύνθετη και απαιτητική, ώστε συνειδητοποιεί ο συντάκτης ότι το γλωσσικό του αισθητήριο δεν επαρκεί πάντα και ότι χρειάζεται να ζητάει και τη γνώμη συναδέλφων του, που θα βασιστούν στο δικό τους αισθητήριο της γλώσσας.

Δεν μπορώ να σκεφτώ ένα θεσμοθετημένο ακαδημαϊκό πλαίσιο όπως το περιγράφετε. Έχω αναφερθεί και άλλοτε σε ορισμένα τρωτά του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος που διαιωνίζονται, όπως είναι η στείρα αποστήθιση. Σε λίγα χρόνια τα παιδιά μου θα πάνε στο σχολείο και μου φαίνεται εφιαλτικό ότι θα υποχρεώνονται να μαθαίνουν απέξω ολόκληρα κομμάτια από σχολικά βιβλία. Ωστόσο, πάντα πιστεύω στον καλό δάσκαλο, που μπορεί να μεταδώσει σε ορισμένους τουλάχιστον μαθητές την αγάπη του για ένα γνωστικό αντικείμενο. Ευτύχησα να έχω καλούς φιλολόγους στο σχολείο και πιστεύω ότι συνέβαλαν στο να στραφώ προς τα φιλολογικά. Να προσθέσω και κάτι ακόμη: Τα σχολικά βιβλία της νεοελληνικής γλώσσας έχουν πλέον γλωσσολογικό προσανατολισμό, πράγμα πολύ θετικό. Υπάρχουν λοιπόν θετικά στοιχεία στο ελληνικό σχολείο που, σε συνδυασμό με την έμφυτη κλίση, μπορούν να συμβάλουν στο να καλλιεργήσει κάποιος το γλωσσικό αισθητήριο, ώστε να γίνει ερευνητής – γλωσσολόγος, λεξικογράφος ή κάτι άλλο. Η έφεση βέβαια παίζει και εδώ τον βασικότερο ρόλο, όπως και σε τόσους άλλους τομείς. Το να είναι κάποιος καλός λεξικογράφος εξαρτάται κυρίως από αυτό που λέμε ταλέντο. Μπορεί λ.χ. ένας φιλόλογος να συντάσσει καλά λήμματα και να είναι μέτριος στη διδασκαλία.

(5) Για μας τους γλωσσολόγους ένα λεξικό αποτελεί περιγραφική και ερμηνευτική καταγραφή ενός μέρους του λεξιλογικού πλούτου είτε μιας δεδομένης γλώσσας είτε δύο ή περισσοτέρων δεδομένων γλωσσών σε δεδομένες εκάστοτε συνθήκες χρήσης και σε δεδομένη ιστορική φάση. Όμως, για τους απλούς ανθρώπους ένα λεξικό –ιδιαίτερα όταν αυτό περιβάλλεται από υψηλό κοινωνικό κύρος– μπορεί να επέχει θέση κώδικα νομιμότητας της γλώσσας τους. Δεν είναι σπάνιες οι –συνήθως άγονες– αντιπαραθέσεις μεταξύ ανθρώπων που επικαλούνται τα λεξικά για να στηρίξουν επιχειρήματα γλωσσικής ορθότητας ή μη. Πώς θα μπορούσε ο λεξικογράφος να γεφυρώσει αυτό το αντιληπτικό χάσμα μεταξύ ειδικών και μη ειδικών; (Διότι σε τελευταία ανάλυση οι απλοί άνθρωποι είναι εκείνοι που χρειάζονται τα λεξικά, όχι εμείς οι γλωσσολόγοι.)

Κατά τη γνώμη μου, καλό είναι οι λεξικογράφοι να καταστήσουν σαφές στο αναγνωστικό κοινό με διαφόρους τρόπους –λ.χ. μέσω αρθρογραφίας ή και στα προλεγόμενα των λεξικών– ότι κανένα λεξικό δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν ευαγγέλιο. Κάθε λήμμα κανονικά αποτελεί προσπάθεια για όσο το δυνατόν καλύτερη αποτύπωση της πραγματικής χρήσης. Η ίδια η γλωσσική πραγματικότητα είναι πολύ ευρύτερη και το λεξικό αντιπροσωπεύει μια απόπειρα να καταγραφεί ένα τμήμα αυτής της πραγματικότητας.  Πράγματι, δεν είναι σπάνιες οι άγονες αντιπαραθέσεις μεταξύ χρηστών λεξικών που παραπέμπουν σε συγκεκριμένα σημεία λημμάτων, για να αποδείξουν ότι κάτι είναι αποδεκτό ή μη. Και τα λεξικά όμως γράφονται από ανθρώπους που, όπως είναι φυσικό, δεν έχουν το αλάθητο. Συχνά επίσης έχω διαβάσει ότι κάτι δεν είναι δόκιμο ή ότι δεν υπάρχει καν, δεν λέγεται ή δεν γράφεται, επειδή δεν έχει καταγραφεί σε ένα λεξικό. Είναι προφανές ότι πρόκειται για παρανόηση. Μια λέξη συνήθως προϋπάρχει του λεξικού που την καταγράφει – εκτός αν την έχει επινοήσει ο λεξικογράφος! Η μη καταγραφή της σε ένα λεξικό δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει. Θυμάμαι κάτι σχετικό που είχα διαβάσει σε ένα άρθρο για τον νεολογισμό διακύβευμα. Αν λείπει το λήμμα διακύβευμα από κάποιο λεξικό, δεν μπορεί να βγει το συμπέρασμα ότι η λέξη αυτή δεν ανήκει στο λεξιλόγιο της νέας ελληνικής. Η κατάχρηση του συγκεκριμένου νεολογισμού, η υπερβολική χρήση του, είναι άλλο θέμα. Και ας σημειωθεί ότι η λέξη διακύβευμα καταγράφεται πλέον σε νεοελληνικά λεξικά – και σωστά.

(6) Γνωρίζουμε ότι οι έννοιες της διαχρονίας και της συγχρονίας στη μελέτη μιας γλώσσας δεν είναι απόλυτες αλλά σχετικές. Είναι δηλαδή ανέφικτος ο πλήρης διαχωρισμός συγχρονικής και διαχρονικής προσέγγισης. Ποιες είναι οι συνέπειες αυτού του συμπεράσματος για τη λεξικογραφική πρακτική;

Το γεγονός ότι τα όρια μεταξύ συγχρονίας και διαχρονίας είναι δυσδιάκριτα κάνει συζητήσιμο το τι θα αποκλειστεί από ένα σύγχρονο λεξικό ως παρωχημένο. Σε παλιότερα λεξικά της νέας ελληνικής διαπίστωνε κανείς ότι σε μεγάλο βαθμό το λημματολόγιο δεν ήταν εκσυγχρονισμένο. Δηλαδή είτε καταγράφονταν λέξεις παρωχημένες είτε δεν καταγράφονταν λέξεις με διαπιστωμένη χρήση στον προφορικό και τον γραπτό λόγο. Η κατάσταση αυτή βελτιώθηκε κάπως σε νεότερα λεξικά. Και πάλι όμως υπάρχει μια γενική ασάφεια στα κριτήρια επιλογής λημμάτων, κυρίως γιατί οι Έλληνες λεξικογράφοι δεν έχουν ακόμη στη διάθεσή τους επαρκή ηλεκτρονικά σώματα κειμένων. Οι γλωσσολόγοι που έχουν ειδικευτεί στα σώματα κειμένων είναι οι αρμόδιοι να απαντήσουν στο ερώτημα τι πρέπει να περιλαμβάνει ένα τέτοιο corpus, στο οποίο θα βασιστεί η επιλογή λέξεων-λημμάτων. Αν μια λέξη ή σημασία απαντά σε έναν συγγραφέα του 19ου αιώνα, πρέπει να καταγραφεί σε ένα σύγχρονο λεξικό;

(7) Αν ρίξουμε μια ματιά στα σχολικά ανθολόγια νεοελληνικής λογοτεχνίας, διαπιστώνουμε ότι πολλά κείμενα –αν όχι τα περισσότερα– τοποθετούνται χρονολογικά στον 19ο αιώνα, ενώ ακόμα διαβάζουμε με προσήλωση τα λογοτεχνικά αριστουργήματα εκείνης της περιόδου, που μας καλλιεργούν με την αξεπέραστη γλωσσική τους αισθητική. Δεν θα ήταν άραγε εύλογο να δεχθούμε ότι τα κείμενα αυτά εξακολουθούν να αναβιώνουν στη σημερινή γλωσσική μας συγχρονία; Ποια είναι η γνώμη σας ως λεξικογράφου;

Μου αρέσει η ιδέα να αποδελτιώνονται παλιότερα κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας, όπως αυτά του 19ου αιώνα, για λεξικογραφικούς σκοπούς. Κι αυτό όχι μόνο γιατί δεν έχουμε επαρκή γλωσσάρια Νεοελλήνων λογοτεχνών, αλλά και γιατί είναι σημαντικό να μπορεί ο αναγνώστης παλιότερων λογοτεχνικών κειμένων να λύνει τις απορίες του ανατρέχοντας σε μία πηγή και όχι σε πολλές και διάφορες. Αποκεί και πέρα, είναι θέμα απόφασης το αν θα συμπεριληφθούν και τέτοιες λέξεις σε ένα σύγχρονο λεξικό. Πρακτικοί λόγοι –εννοώ κυρίως τους περιορισμούς ως προς τον χώρο– μπορεί να εμποδίσουν κάτι τέτοιο. Η αποδελτίωση παλιότερων λογοτεχνικών κειμένων μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μεγάλη αύξηση του συνολικού αριθμού των λημμάτων. Δεν έχω πείρα από συντονισμό λεξικογραφικής ομάδας και δεν έχω δει τα πράγματα από αυτή την οπτική γωνία. Συναφές είναι και το εξής θέμα: Ποιες λέξεις από τη λόγια παράδοση θα λημματογραφηθούν και με ποια κριτήρια.

(8) Σε δημοσιευμένες μελέτες σας έχετε αναφερθεί στα κριτήρια επιλογής λεξημάτων που κατά κανόνα οι λεξικογράφοι (οφείλουν να) τηρούν. Θα μπορούσατε να μας διευκρινίσετε αναλυτικότερα αυτά τα κριτήρια, καθώς επίσης και να τα σχολιάσετε;

Αν αναφερόμαστε στη νέα ελληνική, το γενικό κριτήριο (πρέπει να) είναι η χρήση της λέξης, το να ανήκει μια λέξη στο σημερινό λεξιλόγιο της νέας ελληνικής. Το θέμα είναι βέβαια πώς πιστοποιείται κάτι τέτοιο. Αν έχει αποφασιστεί σε ένα λεξικό να λημματογραφηθούν οι πιο συχνές λέξεις σε χρήση, αυτή η συχνότητα θα πρέπει να επιβεβαιώνεται από ηλεκτρονικά σώματα κειμένων. Υπάρχουν τέτοια στη διάθεσή μας. Δεν είναι ακόμη επαρκή, αλλά σιγά σιγά σημειώνεται βελτίωση στον τομέα αυτόν, πράγμα που θα διευκολύνει τον λεξικογράφο στο μέλλον. Επίσης, παίζει ρόλο το αν ορισμένες λέξεις συγκροτούν κλειστές ομάδες. Για παράδειγμα, στο μπάσκετ υπάρχουν πέντε θέσεις παικτών και τουλάχιστον ισάριθμες λέξεις που τις δηλώνουν. Δεν είναι δυνατόν λοιπόν να λημματογραφηθούν οι τρεις από αυτές τις λέξεις και να παραλειφθούν οι άλλες δύο. Αυτό βέβαια σημαίνει ότι χρειάζεται να υπάρχει συνεργασία και με ειδικούς σε διάφορους γνωστικούς τομείς.

Η λημματογράφηση μιας λέξης μπορεί να βασιστεί στις πηγές από όπου αντλεί υλικό ο λεξικογράφος. Τέτοιες είναι –εκτός από προγενέστερα λεξικά και ηλεκτρονικά σώματα κειμένων– και γλωσσάρια λογοτεχνών και άλλων συγγραφέων, που όμως δεν επαρκούν. Αξιόλογη πηγή υλικού είναι και το διαδίκτυο, αρκεί να γίνει σωστή χρήση του, με δεδομένο ότι δεν αποτελεί κανονικό corpus. Σε ένα εξαιρετικό άρθρο του ο γλωσσολόγος και λεξικογράφος Γ. Τράπαλης αναφέρεται μεταξύ άλλων στα κριτήρια επιλογής λημμάτων που έχουν δηλώσει ότι ακολουθούν οι λεξικογράφοι, καθώς και στις πηγές από όπου έχουν αντλήσει υλικό. Ως προς τα κριτήρια επιλογής, φαίνεται ότι κυριαρχεί το κριτήριο της χρήσης. Όσο για τις πηγές, γίνεται λόγος μεταξύ άλλων για αποδελτιώσεις από τον τύπο, χρήση ηλεκτρονικού σώματος κειμένων και αποδελτίωση υλικού προγενέστερων λεξικών. Σε κάποιο σημείο του άρθρου υπάρχει αναφορά στη διδασκόμενη ύλη στη μέση εκπαίδευση. Να λοιπόν κάτι που σκέφτομαι ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κριτήριο. Αξίζει να λημματογραφηθεί λ.χ. ένας χημικός όρος που εμφανίζεται σε σχολικά εγχειρίδια χημείας.

Στην πράξη δυστυχώς τα κριτήρια επιλογής λημμάτων μπορεί να γίνουν και εντελώς… «πεζά». Δηλαδή μερικοί λεξικογράφοι φροντίζουν να μην παραλείψουν κανένα από τα λήμματα αυτά που καταγράφονται σε άλλα λεξικά. Αν όμως οι άλλοι έχουν καταγράψει σπάνιες λέξεις και έχουν παραλείψει συχνές;

(9) Δηλαδή, ο λεξικογράφος δεν επαρκεί από μόνος του, αλλά χρειάζεται μια διεπιστημονική ομάδα, προκειμένου να καλυφθούν κατά το δυνατόν περισσότεροι γνωστικοί τομείς της γλωσσικής μας πραγματικότητας; Τι γίνεται σε περίπτωση εσωτερικής διαφωνίας μέσα στην ομάδα; Πώς γεφυρώνεται αυτή η διαφωνία; Ποια ακαδημαϊκά προσόντα οφείλει να διαθέτει ένας ικανός λεξικογράφος, ώστε να δρα συντονιστικά και εποικοδομητικά μέσα στην ομάδα;

Στα οργανωμένα λεξικά, τους νομικούς όρους αναλαμβάνει νομικός, τους μαθηματικούς μαθηματικός κτλ., γιατί είναι βέβαιο ότι ο φιλόλογος θα κάνει λάθη ως μη ειδικός. Αποκεί και πέρα, χονδρικά υπάρχουν δύο επιλογές: Είτε θα στείλει ο χημικός λ.χ. έναν έτοιμο ορισμό στον λεξικογράφο, ο οποίος μπορεί να κάνει φιλολογική επιμέλεια του ορισμού αυτού, είτε θα συντάξει τον ορισμό ο λεξικογράφος και θα τον διορθώσει ο χημικός. Δεν έχω άποψη για το ποια είναι η καλύτερη επιλογή. Και βέβαια, δεν είναι πολύ απλά τα πράγματα, ακόμη και αν συνεργάτες των φιλολόγων-λεξικογράφων είναι οι καλύτεροι ειδικοί, φυσικοί, μαθηματικοί κ.λπ. Ο λεξικογράφος θα πρέπει να εντάξει σωστά τον ορισμό του ειδικού στο λεξικό. Δεν μπορεί λ.χ. ο ορισμός να περιλαμβάνει όρους που δεν εξηγούνται σε άλλο σημείο του λεξικού.

Στα λεξικά είναι άκρως απαραίτητο να υπάρχει γόνιμος και εποικοδομητικός διάλογος, ακόμη και όταν δεν πρόκειται για όρους από συγκεκριμένους γνωστικούς τομείς. Διάλογος πρέπει να γίνεται για τα πάντα. Από τη συνεργασία μόνο όφελος μπορεί να προκύψει. Τα λεξικά είναι συλλογικά έργα. Αν αρχίσω να ετοιμάζω μόνος μου ένα λεξικό, είναι βέβαιο ότι θα κάνω πολλά λάθη – και δεν εννοώ λάθη μόνο σε γνωστικούς τομείς που δεν κατέχω. Εννοώ ότι πάντα μια δεύτερη ματιά είναι όχι απλώς ευπρόσδεκτη, αλλά επιβεβλημένη. Είναι τόσο σύνθετη διαδικασία η σύνταξη λημμάτων, ώστε τα λάθη ή οι παραλείψεις δεν μπορούν να αποφευχθούν και πάντα το λήμμα θα επιδέχεται βελτίωση. Με τη συνεργασία και τον διάλογο βελτιώνονται τα λήμματα.

Δεν αποκλείεται βέβαια η περίπτωση εσωτερικής διαφωνίας μέσα στη συντακτική ομάδα. Κατ’ ανάγκην όμως κάποιος πρέπει να αποφασίσει. Στα οργανωμένα λεξικά υπάρχει ιεραρχία. Ο συντονιστής –και γενικά ο ιεραρχικά ανώτερος– παίρνει αποφάσεις. Δεν γίνεται αλλιώς.

Ως προς τα ακαδημαϊκά προσόντα που οφείλει να διαθέτει ένας ικανός λεξικογράφος, πριν από αρκετά χρόνια θα έλεγα ότι πρέπει να είναι φιλόλογος με ειδίκευση στη γλωσσολογία. Δεν εννοώ ότι τώρα έχω αναθεωρήσει – απλώς δεν είμαι απόλυτος. Αν αναφερόμαστε σε νεοελληνικό λεξικό, ο λεξικογράφος πρέπει να ξέρει «καλά ελληνικά», ό,τι και αν σημαίνει αυτό. Έχω γνωρίσει εξαιρετικούς λεξικογράφους που είναι και γλωσσολόγοι. Είχα και έχω όμως εξίσου καλούς συναδέλφους που δεν έχουν ειδίκευση στη γλωσσολογία. Σημασία έχει να αγαπάει κανείς το συγκεκριμένο αντικείμενο, τη λεξικογραφία, όποια και αν είναι τα τυπικά του προσόντα. Δεν αποκλείεται να είναι κάποιος καλός γλωσσολόγος, που όμως να μην ενδιαφέρεται για τη λεξικογραφία ή να μην έχει ταλέντο στη σύνταξη λημμάτων. Έχω τη γνώμη ότι η έννοια της ειδίκευσης σχετικοποιείται κάπως στον χώρο της λεξικογραφίας.

(10) Αντιλαμβάνομαι ότι το κριτήριο της χρήσης μάς οδηγεί ορισμένες φορές σε δυσάρεστα αδιέξοδα. Π.χ. η χρήση του ρήματος απολαμβάνω με τη σημασία του απολαύω, ενώ διατηρείται άθικτη η σημασία του ουσιαστικού απόλαυση (το ουσιαστικό απολαβή δεν χρησιμοποιείται με την σημασία αυτή). Πώς διαχειριζόμαστε από λεξικογραφικής πλευράς τέτοια αδιέξοδα;

Σίγουρα δεν αντιμετωπίζουν όλοι οι λεξικογράφοι τέτοιες περιπτώσεις με τον ίδιο τρόπο – γι’ αυτό άλλωστε παρατηρούνται διαφορές από λεξικό σε λεξικό. Η γνώμη μου είναι ότι ο λεξικογράφος οφείλει να αποδίδει τη γλωσσική πραγματικότητα όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στο corpus του – άλλο θέμα η αξιοπιστία του corpus… Ο λεξικογράφος πρέπει να περιγράφει τη γλώσσα και όχι να τη ρυθμίζει. Σε μερικές περιπτώσεις βέβαια, ίσως αναγκαστεί να κλίνει προς την πλευρά του κανόνα και όχι της απόκλισης από αυτόν, όπως όταν η απόκλιση δεν σηματοδοτεί γλωσσική μεταβολή. Η εργασία του λεξικογράφου έχει πρακτικό προσανατολισμό, αλλά και θεωρητικό υπόβαθρο. Το υπόβαθρο αυτό δεν μπορεί παρά να είναι γλωσσολογικό. Η λεξικογραφία βασίζεται σε αρχές της σύγχρονης γλωσσολογίας. Σε ένα ιδανικό λεξικό θα υπήρχε μια ομάδα θεωρητικών γλωσσολόγων που δεν θα συνέτασσαν λήμματα, αλλά θα είχαν τον ρόλο συμβούλων για τη συνεπή αντιμετώπιση ομοειδών περιπτώσεων με βάση διδάγματα της γλωσσολογίας.

(11) Μια σημαντική κατηγορία εννοιών είναι οι ατομικές έννοιες, το ουσιώδες χαρακτηριστικό των οποίων είναι η πλήρης ταύτιση του βάθους τους και του πλάτους τους – δηλαδή στις έννοιες αυτές η σημασία ταυτίζεται με την αναφορά. Οι λέξεις για τις έννοιες αυτές κατά κανόνα γράφονται με αρχικό κεφαλαίο γράμμα. Κατά τη γνώμη σας, σε ένα γενικό λεξικό επέχουν θέση λεξήματα που δηλώνουν ατομικές έννοιες ή όχι – και γιατί;

Αναφέρεστε σε περιπτώσεις λέξεων-λημμάτων όπως Μαρία, Κατίνα, Θερμοπύλες, Πόλη, που είναι κύρια ονόματα. Εφόσον τα ονόματα αυτά χρησιμοποιούνται σε φράσεις, παροιμιώδεις και άλλες, τότε παρέχουν επιπρόσθετες πληροφορίες και θα πρέπει να αποτελούν λήμματα. Το Λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη στην εισαγωγή γράφει ότι περιέλαβε στο λημματολόγιό του όσα από τα εθνικά ουσιαστικά και τα κύρια ονόματα δίνουν επιπλέον γλωσσικές πληροφορίες. Και ως παραδείγματα αναφέρει αφενός τα Εβραίος, Τούρκος και αφετέρου τα Γιάννης και Θωμάς. Συμφωνώ με αυτή την πρακτική. Βέβαια, σε λεξικά που είναι σε μεγάλο βαθμό και εγκυκλοπαιδικά μπορεί να αποτελέσουν λήμματα και κύρια ονόματα που δεν δίνουν επιπλέον γλωσσικές πληροφορίες.

(12) Αναφερθήκατε στην εγκυκλοπαιδικότητα ενός γενικού λεξικού. Υπάρχουν όρια στην τάση αυτή; Με δεδομένη την αλληλοδιάδραση γλώσσας και γνώσης, πού σταματάει ένα λεξικό να είναι απλώς και μόνο λεξικό και αρχίζει να γίνεται εγκυκλοπαίδεια; Τα όρια είναι απλώς και μόνο ποσοτικά ή ενδέχεται να είναι και ποιοτικά;

Σε γενικές γραμμές, οι πληροφορίες που δίνει ένα λεξικό αφορούν τις λέξεις, ενώ από την εγκυκλοπαίδεια αντλούμε πληροφορίες που αφορούν τα πράγματα. Για παράδειγμα, η γραμματική πληροφορία ότι η λέξη θρησκεία είναι ουσιαστικό αποτελεί γλωσσική  πληροφορία, που αφορά τη λέξη θρησκεία καθ’ εαυτήν. Απεναντίας, η συστηματική   περιγραφή  των  διαφόρων  θρησκειών  ανά  τον κόσμο  σε  συγχρονικό  ή  διαχρονικό επίπεδο, η ανάλυση της θεωρίας και της πρακτικής που εφαρμόζει καθεμιά από αυτές κ.λπ. συνιστά ευρύτερη, εγκυκλοπαιδική πληροφόρηση που υπερβαίνει τα όρια της λέξης θρησκεία και της γλώσσας. Πρόκειται για άλλου είδους πληροφορίες. Δεν είναι εγκυκλοπαιδικές επειδή είναι πολλές. Κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι τη διαφορά «ποσοτικού» και «ποιοτικού». Τα όρια μεταξύ γλωσσικών και εγκυκλοπαιδικών πληροφοριών όμως δεν είναι πάντα ευδιάκριτα στα λεξικά. Σε λήμματα όπως γάτα ή σκύλος μπορεί να δοθούν και μερικές εγκυκλοπαιδικές πληροφορίες, ειδικά αν το λεξικό έχει και εγκυκλοπαιδικό χαρακτήρα σε μεγάλο βαθμό. Σε δίγλωσσα λεξικά επίσης μπορεί να δοθούν τέτοιες πληροφορίες με το σκεπτικό ότι ο αναγνώστης θα πρέπει να εξοικειωθεί και με ορισμένα πολιτισμικά στοιχεία σχετικά με τη γλώσσα που θέλει να μάθει. Και στο πεδίο των ετυμολογικών πληροφοριών υπάρχει περιθώριο για παροχή εγκυκλοπαιδικών πληροφοριών.

(13) Η κατάστρωση λεξικών προϋποθέτει τη γραφή. Ακόμα και με δεδομένες τις σύγχρονες τεχνολογικές δυνατότητες καταγραφής του λεξιλογικού πλούτου φυσικών γλωσσών που (ακόμα) δεν γράφονται, πάντοτε χρησιμοποιούνται συστήματα γραπτής αναπαράστασης των λεξημάτων. Η συγκυρία αυτή εγείρει αναγκαστικά και το ζήτημα της ορθογραφίας. Θα μπορούσατε να μας αναπτύξετε τρόπους με τους οποίους ο λεξικογράφος πραγματεύεται δημιουργικά το ζήτημα αυτό;

Τα λεξικά λειτουργούν και ως ορθογραφικοί οδηγοί. Εκτός από σημασιολογικές και άλλες πληροφορίες, δίνουν και την πληροφορία του πώς γράφεται μια λέξη-λήμμα. Ο λεξικογράφος ήδη από την κεφαλή του λήμματος παρέχει τη σχετική πληροφορία. Αν τυχόν υπάρχει ορθογραφική παραλλαγή, καταγράφεται και αυτή. Βέβαια, έχει σημασία η σειρά καταγραφής. Ένας τύπος προτάσσεται ή καταγράφεται δεύτερος με βάση κάποια κριτήρια, που πρέπει να ξεκαθαρίζονται στα προλεγόμενα του λεξικού. Ειδικά προβλήματα παρουσιάζονται σε διαλεκτικά ή ιδιωματικά λεξικά, όπου πρέπει να δηλώνονται επιπλέον φθόγγοι, που δεν απαντούν στην κοινή νέα ελληνική, αλλά και φθόγγοι που προφέρονται αλλιώς. Για περισσότερες πληροφορίες παραπέμπω στη βιβλιοκριτική παρουσίαση του Λεξικού του Ιμβριακού Ιδιώματος και στα όσα σημειώνω σχετικά με τις ορθογραφικές επιλογές.

(14) Επειδή η γραφή συνεπάγεται ενσυνείδητη αποστασιοποίηση του ανθρώπου από τη γλώσσα του, αναγκαστικά επιφέρει –σε μεγαλύτερο ή μικρότερο, εκάστοτε, βαθμό– μια ρύθμιση, με την έννοια ότι μπορούμε να κάνουμε λόγο περί του πώς πρέπει να γράφουμε. Κατά τη γνώμη σας, ο λεξικογράφος νομιμοποιείται να δρα ρυθμιστικά –τουλάχιστον σε ορισμένες πολύ ιδιαίτερες και δυσχερείς για τους απλούς ανθρώπους περιπτώσεις λεξημάτων– ή οφείλει να παραμένει πάντοτε ουδέτερος, σεβόμενος την περιγραφική και ερμηνευτική του λειτουργία; Θα μπορούσατε να παραθέσετε κάποια συγκεκριμένα παραδείγματα ίσως και από τη δική σας λεξικογραφική εμπειρία;

Η ορθογραφία έχει από τη φύση της κανονιστικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό η έννοια της ορθογραφικής ρύθμισης διαφέρει από την εν γένει γλωσσική ρύθμιση. Αυτό σημαίνει ότι στον χώρο της ορθογραφίας η ρύθμιση μπορεί και να είναι αποδεκτή. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια πίστευα ότι ο λεξικογράφος και στον τομέα της ορθογραφίας θα πρέπει να ακολουθεί την περιγραφική προσέγγιση, να περιγράφει πιστά την πραγματικότητα. Για παράδειγμα, αν μια λέξη διαπιστωμένα έχει δύο γραφές, λ.χ. <μπίρα> και <μπύρα>, η άποψή μου ήταν ότι αυτή η διτυπία πρέπει να φαίνεται στο λήμμα όπως και οι άλλες γλωσσικές πληροφορίες που αφορούν τη λέξη. Τώρα πια έχω αναθεωρήσει, γιατί στο μεταξύ συνειδητοποίησα ότι μια τέτοια πρακτική θα οδηγούσε σε αδιέξοδο, σε ένα είδος ορθογραφικής αναρχίας. Έχω καταλήξει πλέον στην άποψη ότι σε ένα νεοελληνικό λεξικό ως προς την ορθογραφία θα πρέπει να ακολουθηθεί ό,τι ορίζει η σχολική ορθογραφία. Ομοίως και σε περιπτώσεις γραφών που είναι είτε «ιστορικότερες» (λ.χ. <γλυτώνω> αντί <γλιτώνω>) είτε απλούστερες (λ.χ. <εταιρία> αντί <εταιρεία>) από τις επίσημες. Αν υιοθετηθεί μια γραφή από τη σχολική γραμματική, τότε και ο λεξικογράφος θα πρέπει να τη δεχτεί. Αν είναι τόσο σημαντικό να σημειωθεί απόκλιση από την καθιερωμένη ορθογραφία σε κάποιες περιπτώσεις, καλό θα ήταν να πρόκειται για όσο το δυνατόν λιγότερες περιπτώσεις και να εξηγούνται τα σχετικά κριτήρια στα προλεγόμενα του λεξικού.

(15) Αναφερθήκατε στη σχολική ορθογραφία. Στο τελευταίο σας σύγγραμμα Γιατί να μάθω ορθογραφία και άλλα ορθογραφικά τονίζετε πολύ εύστοχα την αναγκαιότητα εξισορρόπησης τριών θεμελιωδών αρχών που (πρέπει να) διέπουν την ορθογραφία της νεοελληνικής: (α) την αρχή της ιστορικής γραφής, (β) την αρχή της απλούστερης γραφής, και (γ) την αρχή της αναλογικής γραφής. Όμως η σχολική ορθογραφία που εκάστοτε υιοθετείται εδραιώνεται όχι από εξισορρόπηση αυτών των αρχών αλλά από αυθαίρετη πολιτική επιλογή κάποιου μεμονωμένου ορθογραφικού συστήματος. Μήπως ένας ικανός λεξικογράφος δεν θα ήταν άραγε σε θέση να συμβάλει με το έργο του στην επιδιωκόμενη εξισορρόπηση;

Κατά τη γνώμη μου, το ισχύον ορθογραφικό σύστημα εξασφαλίζει την εξισορρόπηση αυτών των αρχών. Η γενική ιδέα είναι ότι καμία από τις τρεις ορθογραφικές αρχές δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε απόλυτο βαθμό – αναφέρομαι κυρίως στις δύο πρώτες, γιατί για την τρίτη δεν νομίζω να έχει τεθεί ζήτημα. Κατ’ ανάγκην, η καθιέρωση ενός ορθογραφικού συστήματος είναι και προϊόν πολιτικής επιλογής, με την έννοια ότι το κράτος ασκεί εκπαιδευτική πολιτική και αποφασίζει μεταξύ άλλων ποιο θα είναι το σύστημα ορθογραφίας που θα ακολουθείται. Βέβαια, για να μην είναι αυθαίρετη η όποια πολιτική επιλογή σε θέματα γλώσσας και ορθογραφίας, καλό είναι να προηγείται διάλογος μεταξύ ειδικών. Στην περίπτωση της νεοελληνικής ορθογραφίας, νομίζω ότι το σύστημα του Μ. Τριανταφυλλίδη λειτουργεί σαν ικανοποιητική βάση. Από τον διάλογο των γλωσσολόγων μπορεί να προκύψουν τροποποιήσεις σε συγκεκριμένες περιπτώσεις λέξεων, αν κριθεί αναγκαίο.

Advertisements