ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ (4)

11/07/2015

Με χαρά δημοσιεύω τη συνέντευξη που μου έδωσε ένας πολύ αξιόλογος νέος γλωσσολόγος, ο Πέτρος Καρατσαρέας (Petros Karatsareas).  Είχα διαβάσει με ενδιαφέρον διάφορα κείμενά του δημοσιευμένα σε άλλους διαδικτυακούς χώρους του facebook. Εκτίμησα την επιστημονικότητά τους, αλλά και το γεγονός ότι είναι γραμμένα με εύληπτο τρόπο. Σκέφτηκα λοιπόν ότι θα ήταν καλή ιδέα να φιλοξενηθούν κείμενα του Πέτρου και στον δικό μας χώρο, στο γκρουπ του facebook «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ». Ευχαριστώ πολύ τον Πέτρο για τις τόσο περιεκτικές και διαφωτιστικές απαντήσεις του και του εύχομαι καλή συνέχεια σε όλες τις δραστηριότητές του.

― Πέτρο, σε ευχαριστώ που δέχτηκες να συζητήσουμε για θέματα γλώσσας και είμαι βέβαιος ότι τα μέλη του γκρουπ θα βρουν πολύ ενδιαφέρουσες τις απαντήσεις σου. Διαβάζω κείμενα στην ακαδημαϊκή σου σελίδα (https://westengland.academia.edu/PetrosKaratsareas), αλλά και στη σελίδα του facebook «Νεοελληνικές διάλεκτοι και γλωσσικές ποικιλίες» (https://www.facebook.com/NeoellinikesDialektoi), την οποία διαχειρίζεσαι, και έχω να ρωτήσω αρκετά! Πρέπει όμως από κάπου να αρχίσω… Με δεδομένο ότι ασχολείσαι ιδιαίτερα με τις νεοελληνικές διαλέκτους, θα ήθελα για αρχή να σε ρωτήσω πότε πρωτοενδιαφέρθηκες γι’ αυτές και αν έπαιξαν ρόλο κάποια μαθήματα ή διαβάσματα από τον προπτυχιακό κύκλο σπουδών.

― Βασίλη, σ’ ευχαριστώ κι εγώ με τη σειρά μου για την πρόσκληση για συζήτηση. Το να μιλάω για τη γλώσσα, και ειδικά για τις διαλέκτους, μου δίνει πάντα μεγάλη χαρά – πόσο μάλλον όταν πρόκειται αυτό να γίνει στα πλαίσια της φεϊσμπουκικής γλωσσολογικής παρέας μας!

Μου είναι δύσκολο να τοποθετήσω χρονικά κάποιο σημείο ή στιγμή της ζωής μου για την οποία να μπορέσω με ακρίβεια να πω ότι τότε πρωτοενδιαφέρθηκα για τις νεοελληνικές διαλέκτους. Η γλωσσική ποικιλότητα με συνάρπαζε από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου! Θυμάμαι όμως ότι ως μαθητής είχα βρει στη βιβλιοθήκη του Λυκείου μου το «Διάλεκτοι και ιδιώματα της Νέας Ελληνικής» του Νικόλαου Κοντοσόπουλου και πραγματικά δεν χόρταινα να το διαβάζω! Θυμάμαι χαρακτηριστικά να διαβάζω το απόσπασμα για τις επτανησιακές διαλέκτους και να ρωτάω την καλύτερή μου φίλη, που είναι από την Κέρκυρα, αν ξέρει τις διαλεκτικές λέξεις που καταγράφει ο Κοντοσόπουλος.

Σε επαφή με τη μελέτη των νεοελληνικών διαλέκτων ξαναήρθα λίγα χρόνια αργότερα, όταν πέρασα στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εκεί, ο γνωστός καθηγητής Παναγιώτης Κοντός μάς μοίρασε κάποιες σημειώσεις εισαγωγής στη νεοελληνική διαλεκτολογία στα πλαίσια του μαθήματος γλωσσολογίας του Β΄ Εξαμήνου, αν δεν κάνω λάθος. Πιστεύω ότι είναι ενδεικτικό της αγάπης που γεννιόταν μέσα μου για το αντικείμενο αυτό το γεγονός ότι οι 40–50 σελίδες των σημειώσεων μου είχαν φανεί ελάχιστες! Ήθελα να μάθω κι άλλα, κι άλλα πολλά για τις διαλέκτους της Νέας Ελληνικής. Κι από τότε δεν έχω σταματήσει 🙂

― Η διατριβή σου αφορά μία από τις νεοελληνικές διαλέκτους, την καππαδοκική. Ποια ήταν τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετώπισες στην έρευνά σου και ποια τα βασικότερα συμπεράσματα;

― Η Καππαδοκική είναι αναμφίβολα μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες νεοελληνικές διαλέκτους –για μένα είναι σίγουρα η πιο ενδιαφέρουσα!– και αυτό γιατί παρουσιάζει μια σειρά από γραμματικά γνωρίσματα που τη διαφοροποιούν από τις υπόλοιπες διαλέκτους της Νέας Ελληνικής σε βαθμό τέτοιο, ώστε να μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι ανήκει σε μια τυπολογική ομάδα άλλη από αυτή στην οποία ανήκουν οι υπόλοιπες διάλεκτοι. Για παράδειγμα, η Καππαδοκική δεν διαθέτει διακρίσεις γραμματικού γένους, εμφανίζει τάσεις συγκολλητικής μορφολογίας στα ονόματα και τα ρήματα, παρουσιάζει διαφοροποιητική δήλωση του αντικειμένου, ενώ το ουσιαστικό-κεφαλή είναι πάντα στα δεξιά της ονοματικής φράσης με κάθε άλλο προσδιορισμό (επίθετα, ονοματικές φράσεις σε γενική, αναφορικές προτάσεις) να προηγείται αυτού.

Μέχρι πρόσφατα, η παραδεδομένη άποψη στη βιβλιογραφία ήταν ότι όλες αυτές οι διαφορές οφείλονται αποκλειστικά στην έντονη επαφή με την τουρκική γλώσσα, στα πλαίσια της οποίας διαμορφώθηκε διαχρονικά η καππαδοκική διάλεκτος. Και είναι αλήθεια ότι η Τουρκική έπαιξε μεγάλο, ίσως και καθοριστικό, ρόλο στο να πάρει η Καππαδοκική τη μορφή με την οποία μας είναι γνωστή σήμερα. Η διδακτορική μου έρευνα όμως έδειξε ότι τα πρώτα σπέρματα για την εμφάνιση αυτών των διαφορετικών γραμματικών χαρακτηριστικών μάλλον εντοπίζονται σε μια χρονική περίοδο πριν από την εντατικοποίηση της επαφής μεταξύ ομιλητών της Ελληνικής και ομιλητών της Τουρκικής στη Μικρά Ασία, κατά πάσα πιθανότητα στην Ύστερη Μεσαιωνική περίοδο της ιστορίας της Ελληνικής. Με άλλα λόγια, αυτό που υποστήριξα στη διατριβή μου και σε μια σειρά κατοπινών δημοσιεύσεων είναι ότι η Ελληνική του εσωτερικού της Μικράς Ασίας είχε ήδη αρχίσει να διαφοροποιείται διαλεκτικά προς μια κατεύθυνση που να την κάνει πιο όμοια με την Τουρκική ήδη πριν από την επαφή των δύο γλωσσών. Σε κάποιες διαλέκτους, οι οποίες ήρθαν σε επαφή με την Τουρκική σε μικρότερο βαθμό όπως η Ποντιακή, οι διαλεκτικές αυτές διαφοροποιήσεις δεν προχώρησαν σημαντικά. Στην Καππαδοκία όμως, όπου οι επαφές με τους ομιλητές της Τουρκικής ήταν ιδιαίτερα έντονες, οι καινοτομίες που είχαν ήδη εισαχθεί στο γραμματικό σύστημα της διαλέκτου έφτασαν –κατά κάποιον τρόπο– στα άκρα, με αποτέλεσμα η σημερινή Καππαδοκική να φαίνεται σαν κάτι το εντελώς εξωτικό για τα ελληνικά δεδομένα.

Όσον αφορά τις δυσκολίες που αντιμετώπισα κατά την έρευνά μου, αυτές θα έλεγα ότι σχετίζονται με τη φύση της προσέγγισης που υιοθέτησα και η οποία ήταν καθαρά διαχρονική. Ιδανικά, ένας ιστορικός γλωσσολόγος χρειάζεται να έχει στη διάθεσή του δεδομένα από πολλές διαφορετικές φάσεις της ιστορίας μιας γλώσσας, για να τα αναλύσει συγκριτικά και με αυτόν τον τρόπο να εξακριβώσει τα περιβάλλοντα στα οποία πρωτοεμφανίζεται μια δομική καινοτομία, να την ερμηνεύσει, να διατυπώσει υποθέσεις σχετικά με τους λόγους εμφάνισής της και να περιγράψει την κατοπινή πορεία της μέσα στη γραμματική της υπό εξέταση γλώσσας. Στην περίπτωση της Καππαδοκικής, όπως και όλων των μικρασιατικών, αλλά και πολλών άλλων νεοελληνικών διαλέκτων, κάτι τέτοιο είναι σχεδόν αδύνατον, γιατί τα παλαιότερα γραπτά μνημεία που διαθέτουμε χρονολογούνται πολύ αργά, από τα μέσα και τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν δηλαδή οι μεταβολές που μας ενδιαφέρουν έχουν ήδη συντελεστεί. Αυτό έχει να κάνει με τη διγλωσσική παράδοση που διατρέχει την ιστορία της Ελληνικής εν γένει και η οποία εμπόδιζε διαχρονικά τη χρήση μη πρότυπων γλωσσικών μορφών στη γραφή.

Υπάρχει όμως μια λύση απέναντι σε αυτή τη δυσκολία: σε πολλές περιπτώσεις, οι διάφορες γεωγραφικές ποικιλίες της Καππαδοκικής βρίσκονται σε διαφορετικά εξελικτικά στάδια σε σχέση με συγκεκριμένες γραμματικές καινοτομίες. Κάποιες δηλαδή ποικιλίες είναι περισσότερο συντηρητικές, ενώ άλλες πιο καινοτόμες. Αυτό μας επιτρέπει να θεωρήσουμε ότι κάθε ποικιλία αντιπροσωπεύει ένα διαφορετικό διαχρονικό στάδιο, μια διαφορετική συγχρονία στην ιστορία της εκάστοτε γραμματικής μεταβολής, και κατόπιν να τις συγκρίνουμε και… να κάνουμε τη δουλειά μας ως ιστορικοί διαλεκτολόγοι! Αυτή τη μέθοδο την εφάρμοσα για να μελετήσω την εξέλιξη του γραμματικού γένους, της ονοματικής κλίσης, του οριστικού άρθρου και του προθετικού συστήματος στην Καππαδοκική και τις άλλες μικρασιατικές διαλέκτους και τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά για την επάρκεια και αποτελεσματικότητα αυτής της μεθόδου, την οποία έχω ονομάσει diatopy-as-diachrony («η διατοπία ως διαχρονία»).

― [émboros] ή [éboros]; Μερικοί ομιλητές αξιολογούν αρνητικά την αποερρινοποιημένη προφορά. Με γλωσσολογικούς όρους πώς κρίνεται η στάση τους; Ποιοι παράγοντες μπορεί να παίζουν ρόλο στο πώς προφέρει στην προκειμένη περίπτωση ένας φυσικός ομιλητής; Μήπως η διαλεκτολογία μπορεί να δώσει μια σφαιρική εικόνα των πραγμάτων και να συμβάλει στην περιγραφή –λεξικογραφική και άλλη– της Νέας Ελληνικής; (Και δεν εννοώ μόνο σε επίπεδο προφοράς.)

― Δεν πιστεύω ότι διαφωνεί κανείς ότι τα προερρινοποιημένα [mb nd ŋg] είναι αυτά που προκρίνει η Πρότυπη Νέα Ελληνική – ειδικότερα για υψηλά επίπεδα ύφους τόσο εντός της λέξης, όπως στο «έμπορος», όσο και στα όρια λέξεων, όπως στα «τον Πέτρο, τον Τάσο, τον Κώστα». Γι’ αυτό διδάσκονται ως «σωστά» στις δραματικές σχολές και γι’ αυτό η αποερρινοποιημένη πραγμάτωσή τους [b d g] δέχεται τον ψόγο και τη χλεύη πολλών ομιλητών.

Όμως, η έρευνα των Arvaniti και Joseph (2000) [διαθέσιμη εδώ: http://goo.gl/sqFXvD] επιβεβαιώνει αυτό που επίσης –πιστεύω– δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς, ότι δηλαδή όλο και περισσότεροι ομιλητές χρησιμοποιούν τα [b d g]. Η αποερρινοποιημένη προφορά βρέθηκε ότι είναι πιο συχνή σε ομιλητές κάτω των 45 ετών ανεξαρτήτως φύλου, μορφωτικού επιπέδου και κοινωνικοοικονομικής τάξης. Αυτό είναι ένα εύρημα που εξηγεί το γεγονός ότι οι αντιδράσεις προέρχονται συνήθως από ομιλητές μεγαλύτερης ηλικίας.

Η έρευνα των Arvaniti και Joseph δείχνει ότι τα προερρινοποιημένα [mb nd ŋg] ενδεχομένως να βρίσκονται σε διαδικασία συρρίκνωσης με τα αποερρινοποιημένα [b d g] να βρίσκουν σταδιακά τον δρόμο προς τη νόρμα.

Εξάλλου, μην ξεχνάμε ότι τα [b d g] αποτελούν την κανονική πραγμάτωση στην Κρήτη, τη Θράκη, την ανατολική Μακεδονία, τα νησιά του βορείου Αιγαίου, την Κεφαλλονιά, την Ιθάκη και τη Ζάκυνθο.

―Υπάρχουν λεξικά που είτε με φωνητική μεταγραφή είτε εμμέσως (με δήλωση του συλλαβισμού) πληροφορούν ότι η προφορά είναι [δiáloγος]. Γιατί όχι και [δjáloγος]; Δεν θα πρέπει να βασιζόμαστε στο κριτήριο της χρήσης;

― Όπως και στην περίπτωση της προερρίνωσης ή μη των ηχηρών κλειστών, έτσι και στην περίπτωση ζευγών όπως [ðialoɣos] και [ðʝaloɣos] έχουμε μια διαφορά ύφους. Εδώ, η Πρότυπη Νέα Ελληνική είναι –ας μου επιτραπεί η έκφραση– διχασμένη. Δηλαδή, η φυσική τάση της γλώσσας είναι προς τη συνίζηση, τη συμφωνοποίηση των άτονων /i/ και /e/ πριν από φωνήεν. Τα παραδείγματα είναι άπειρα: παιδ[ʝ]ά, κλουβ[ʝ]ά, σταλαγματ[ç]ά, π[ç]α. Αυτή η φωνολογική διαδικασία εμφανίστηκε στην ύστερη μεσαιωνική περίοδο στην ιστορία της Ελληνικής και σταδιακά ξαπλώθηκε στις περισσότερες –αλλά όχι όλες!– τις διαλέκτους της.

Σε παλαιότερες φάσεις της γλώσσας, τα άτονα αυτά /i/ και /e/ πραγματώνονταν ως φωνήεντα. Από αυτές τις φάσεις ακριβώς αντλεί η Καθαρεύουσα τα γραμματικά χαρακτηριστικά της. Για τον λόγο αυτό, τα στοιχεία εκείνα τα οποία εντάχθηκαν στην Πρότυπη Νέα Ελληνική από το λεξικό απόθεμα της Καθαρεύουσας ακόμα και σήμερα χαρακτηρίζονται συχνά από ασυνιζησία στις διαδοχές /i + φωνήεν/ και /e + φωνήεν/ ακόμα και όταν χρησιμοποιούνται σε χαμηλά επίπεδα ύφους. Για παράδειγμα, όλοι θα ρωτήσουν «Αγόρασες τα εισιτήρ[ia] για το καράβι;» και όχι «Αγόρασες τα εισιτήρ[ʝa] για το καράβι;». Παρόλα αυτά, παρατηρείται ότι πολλοί ομιλητές επεκτείνουν την εφαρμογή της συνίζησης σε λεξικά στοιχεία «καθαρευουσιάνικα» ή υψηλού ύφους εκεί που άλλοι ομιλητές θα διατηρούσαν τις φωνηεντικές διαδοχές ασυνίζητες. Αυτό παρατηρείται ειδικότερα σε νεότερους ομιλητές και σε λεξικά στοιχεία συχνής χρήσης. Για παράδειγμα, ακούγεται συχνά να προφέρεται «Β[ʝ]έννη» αντί «Β[i]έννη» ή «δωμάτ[ç]o» αντί «δωμάτ[i]o». Αυτό έχει να κάνει με το ότι, όπως ανέφερα παραπάνω, αυτή είναι η φυσική τάση της Νέας Ελληνικής. Δυστυχώς όμως δεν υπάρχει ακόμα κάποια έρευνα που να ερευνά αυτό το πρόσφατο, κατά τη γνώμη μου, φαινόμενο.

Όσον αφορά το κριτήριο της χρήσης, αυτό που μπορώ να πω ως γλωσσολόγος είναι ότι και οι δύο πραγματώσεις αφορούν μέρος της σημερινής γλωσσικής πραγματικότητας και πρέπει για τον λόγο αυτό να καταγράφονται από τα σύγχρονα λεξικά.

― Στο γκρουπ «Νεοελληνικές διάλεκτοι και γλωσσικές ποικιλίες» διαβάζω ότι διεξάγεται έρευνα με θέμα: «Σουβλάκι, καλαμάκι, ξυλάκι ή και κάπως αλλιώς;». Πρόκειται για γνωστή διαλεκτική διαμάχη που γίνεται εντός και εκτός διαδικτύου. Καθεμιά πλευρά υποστηρίζει ότι μιλάει σωστά σε αντίθεση με την άλλη. Για τον γλωσσολόγο υπάρχει σωστό και λάθος στην προκειμένη περίπτωση ή καθετί από τα παραπάνω είναι μέρος της γλωσσικής πραγματικότητας; Δεν μπορεί να παραγγείλει κάποιος «καλαμάκι» αντί για «σουβλάκι» σε ένα μέρος και κάποιος άλλος κάπου αλλού «σάντουιτς με πίτα» αντί για «τυλιχτό» ή κάτι άλλο;

― Σε περιπτώσεις όπως αυτές, ο γλωσσολόγος και ειδικά ο διαλεκτολόγος δεν βλέπει μια σωστή και μια λανθασμένη χρήση αλλά δύο ισότιμες και επικοινωνιακά εξίσου επιτυχείς χρήσεις, η κατανομή των οποίων καθορίζεται από γεωγραφικά κριτήρια. Με απλά λόγια, οι ομιλητές της Νέας Ελληνικής από τη νότια Ελλάδα αναφέρονται στη… στολισμένη με κομμάτια κρέατος ξύλινη βέργα με τον όρο «καλαμάκι» και στον γνωστό συνδυασμό της με πίτα, τζατζίκι και όλα τα συναφή με τον όρο «τυλιχτό», ενώ οι ομιλητές από τη βόρεια Ελλάδα χρησιμοποιούν τους όρους «σουβλάκι» και «σάντουιτς (με πίτα)». Στα πλαίσια της καθεμιάς ομάδας ομιλητών, τα πράγματα είναι σαφή. Τα προβλήματα προκύπτουν όταν δύο ή περισσότεροι ομιλητές από διαφορετικά περιβάλλοντα έρχονται σε επαφή και αρχίζουν να ανταλλάσσουν απόψεις σχετικά με την «ορθότητα» της μιας ή της άλλης χρήσης.

Είναι αλήθεια ότι κάποιες από αυτές τις λέξεις είναι περισσότερο σημασιολογικά διαφανείς από κάποιες άλλες. Τα «σουβλάκι», «τυλιχτό και «πίτα γύρο» αποδίδουν με έναν πιο απεικονιστικό τρόπο τα αντικείμενα αναφοράς τους απ’ ό,τι τα αντίστοιχα «καλαμάκι» και «σάντουιτς», η σημασία των οποίων έχει υποστεί διεύρυνση. Στη νότια Ελλάδα δηλαδή η σημασία της λέξης «καλαμάκι» διευρύνθηκε για να συμπεριλάβει, εκτός από τον σωλήνα με τον οποίο ρουφάμε ένα υγρό, και τη βέργα στην οποία καρφώνουμε κομμάτια κρέατος. Με παρόμοιο τρόπο, στη βόρεια Ελλάδα, η σημασία της λέξης «σάντουιτς» διευρύνθηκε για να συμπεριλάβει, εκτός από τον συνδυασμό δύο ή περισσότερων φετών ψωμιού, και το είδος εκείνο της πίτας με την οποία τυλίγουμε κρέας, τζατζίκι, ντομάτα, κρεμμύδι κ.λπ.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι λανθασμένες χρήσεις. Αποτελούν μέρος της γλωσσικής πραγματικότητας και ως τέτοιες τις μελετούμε οι γλωσσολόγοι χωρίς τους φανατισμούς που συναντάμε συχνά σε φοιτητικά στέκια και ΚΨΜ!

― Εκπονείς μεταδιδακτορική έρευνα με θέμα την κυπριακή διάλεκτο όπως ομιλείται από τα μέλη της κυπριακής παροικίας του Λονδίνου. Ποια είναι τα βασικότερα χαρακτηριστικά της διαλεκτικής αυτής ποικιλίας;

― Τα μέλη της κυπριακής παροικίας του Λονδίνου διαθέτουν ένα πλούσιο γλωσσικό ρεπερτόριο, καθώς χρησιμοποιούν –σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό– τρεις γλωσσικούς κώδικες:

(1) διάφορες τοπικές ποικιλίες της Κυπριακής, τις οποίες έφεραν μαζί τους οι πρώτοι μετανάστες από την Κύπρο·

(2) την Πρότυπη Νέα Ελληνική, στην οποία εκτίθενται κυρίως μέσα από τα ελληνικά παροικιακά σχολεία, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το διαδίκτυο και την Εκκλησία·

(3) την Αγγλική, που είναι η de facto επίσημη γλώσσα ολόκληρου του Ηνωμένου Βασιλείου.

Στην καθημερινή τους επικοινωνία, οι Κύπριοι και οι Κύπριες του Λονδίνου αντλούν και από τους τρεις αυτούς κώδικες με βάση διάφορα κριτήρια που βασίζονται κυρίως στα χαρακτηριστικά της περίστασης επικοινωνίας (τόπος, χρόνος, συνομιλητές) και, φυσικά, και στο επίπεδο γνώσης των τριών κωδίκων, κάτι το οποίο σχετίζεται άμεσα από το αν γεννήθηκαν και μεγάλωσαν οι ίδιοι ή/και οι γονείς τους στην Κύπρο ή το Λονδίνο.

Οι ομιλητές πρώτης γενιάς, αυτοί δηλαδή που γεννήθηκαν στην Κύπρο και μετανάστευσαν στο Λονδίνο ως ενήλικες, μιλούν κυρίως κυπριακές ποικιλίες οι οποίες χαρακτηρίζονται σε μεγάλο βαθμό από βασιλεκτικά (= σημαδεμένα, μαρκαρισμένα) διαλεκτικά στοιχεία που σήμερα στην Κύπρο θεωρούνται «χωρκάτικα». Για παράδειγμα, χρησιμοποιούν τύπους όπως «εγ(ι)ώνι» αντί «εγώ», «ννώχω» αντί «ννώθω», «ποάτ̔-τ̔ε» αντί «δαμαί». Τα Αγγλικά τους παρουσιάζουν έντονα φαινόμενα που βρίσκουμε στην εκμάθηση της δεύτερης ως ξένης και αυτό φαίνεται κυρίως στην προφορά τους.

Οι ομιλητές δεύτερης γενιάς, αυτοί δηλαδή που γεννήθηκαν στο Λονδίνο ενώ οι γονείς τους στην Κύπρο, ανήκουν στον τύπο εκείνο ομιλητή που ονομάζεται στη σύγχρονη βιβλιογραφία heritage speaker, είναι δηλαδή ομιλητές πολιτιστικής κληρονομιάς. Αυτοί άρχισαν να κατακτούν την Κυπριακή ως φυσικοί ομιλητές στο σπίτι από τη γέννησή τους μέχρι τη στιγμή που πήγαν στο σχολείο. Εκεί, άρχισαν να κατακτούν την Αγγλική, η οποία σταδιακά έγινε η κυρίαρχή τους γλώσσα επισκιάζοντας την Κυπριακή. Ως ενήλικες, οι ομιλητές αυτοί μιλούν κατεξοχήν την Αγγλική και χρησιμοποιούν την Κυπριακή στην επικοινωνία με τους γονείς τους, άλλους συγγενείς και φίλους από την παροικία, ενώ έρχονται σε επαφή και με την Πρότυπη Νέα Ελληνική μέσα από το σχολείο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα Κυπριακά τους να παρουσιάζουν φαινόμενα επιρροής τόσο από τα Αγγλικά όσο και από την Πρότυπη, τόσο στο λεξιλόγιο όσο και στη γραμματική. Βρίσκουμε, για παράδειγμα, προτάσεις όπως «Έχω άλλον φίλον, Σάββαν» (πρβλ. I have another friend, Savvas) ή «Ποτ̔-τ̔έ ήταν έτσι τα πράματα» (πρβλ. Things were never like this) αλλά και φωνητικές πραγματώσεις όπως «[c]αι» αντί «[tʃ]αι» ή «[ð]εν» αντί «εν».

Οι ομιλητές τρίτης γενιάς, αυτοί δηλαδή που γεννήθηκαν στο Λονδίνο από γονείς γεννημένους στο Λονδίνο, δυστυχώς δεν έχουν πολύ καλή γνώση της Κυπριακής ή της Πρότυπης Νέας Ελληνικής. Είναι σχεδόν μονόγλωσσοι στην Αγγλική και, ενώ μπορεί να έχουν την ικανότητα να καταλάβουν αρκετά πράγματα στα Ελληνικά ως παθητικοί ομιλητές, πολύ σπάνια θα προχωρήσουν στην παραγωγή ελληνικού λόγου.

Advertisements