ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ (6)

18/11/2015

(Πρώτη δημοσίευση στο γκρουπ του facebook «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ»)

Τις τελευταίες μέρες είχα μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για γλωσσικά θέματα με έναν από τους γλωσσολόγους που μου κάνουν την τιμή να σχολιάζουν διάφορα σημειώματά μου και να απαντούν σε απορίες μου, τον Αθ. Μιχάλη (http://www.biblionet.gr/author/73158/%CE%91%CE%B8%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%9C%CE%B9%CF%87%CE%AC%CE%BB%CE%B7%CF%82). Παρακάτω δημοσιεύω τη συζήτησή μας. Οι απαντήσεις του ήταν αναλυτικότατες, όπως πάντα. Είναι απόλαυση να διαβάζω τέτοια κείμενα. Όταν φτιάχτηκε αυτό το γκρουπ, τέτοια κείμενα ήθελα να φιλοξενούνται εδώ! Οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Θανάση για τον χρόνο που διέθεσε.

― Διαβάζω σε εφημερίδες αρκετές επιστολές αναγνωστών που αφορούν γλωσσικά θέματα. Τις περισσότερες φορές πρόκειται για επιστολές διαμαρτυρίας για τη χρήση της νεοελληνικής γλώσσας. Με δεδομένο ότι έχεις ασχοληθεί με το γλωσσικό λάθος, φαντάζομαι ότι τέτοια κείμενα έχουν μεγάλο γλωσσολογικό ενδιαφέρον για σένα. Πρόσφατο παράδειγμα οι «Γλωσσικοί βαρβαρισμοί». (Πηγή: http://www.kathimerini.gr/838622/opinion/epikairothta/politikh/grammata-anagnwstwn)

― Είναι αλήθεια, Βασίλη, ότι η χρήση της γλώσσας και οι γλωσσικές επιλογές ενός ομιλητή αποτελούν κριτήριο αξιολόγησης της μόρφωσής του και γενικότερα της προσωπικότητάς του για πολλούς συνομιλητές του. Η γλώσσα του κάθε ατόμου (ως ιδιόλεκτος) αποτελεί τελικά ενδείκτη πολλών διαστάσεων της ταυτότητάς του ή –να το πω διαφορετικά– ένδειξη διαφορετικών ταυτοτήτων του, εθνικής, εθνοτικής,  γεωγραφικής, ηλικιακής αλλά και κοινωνικής, καθώς αντανακλά το μορφωτικό του επίπεδο. Μόνο που διαφοροποιούνται τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία κάθε άτομο αξιολογεί τη γλωσσική χρήση και τις γλωσσικές επιλογές των συνομιλητών του: άλλοι αξιολογούν με βάση τους τύπους της αρχαίας ελληνικής και κάθε απόκλιση από αυτούς τη θεωρούν βαρβαρισμό, άλλοι κρίνουν βάσει των οδηγών χρήσης της γλώσσας που κυκλοφορούν, το περιεχόμενο των οποίων αναπαράγεται και στις τηλεοπτικές εκπομπές, άλλοι βάσει της προτυποποίησης της γλώσσας από τους συγγραφείς των σχολικών γραμματικών κάθε περιόδου. (Ακούω γνωστούς μου να λένε ότι «μπορεί ο Τριανταφυλλίδης να μη δεχόταν το “αγαπιόμασταν”, ο Χατζησαββίδης το δέχεται». Άρα, αν δεν το δεχόταν ούτε ο Χατζησαββίδης, θα λέγαμε «αγαπιόμαστε» με αναφορά στη χρονική βαθμίδα του παρελθόντος;) Κάθε γλωσσολόγο και κάθε μελετητή της διδακτικής μεθοδολογίας της πρώτης –ή, ειδικότερα, της πρότυπης γλώσσας– τους ενδιαφέρει η κοινωνιογλωσσική διάσταση του επιστημονικού του πεδίου, δηλαδή τα κριτήρια αξιολόγησης της γλωσσικής χρήσης από τους φυσικούς ομιλητές, η ιδεολογική διάσταση της γλωσσικής αξιολόγησης, οι κυρίαρχες γλωσσικές ιδεολογίες και ιδεολογήματα σε μια γλωσσική κοινότητα. Τον γλωσσολόγο τον ενδιαφέρει, πιστεύω, καθώς οι κυρίαρχες γλωσσικές ιδεολογίες καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό τη συχνότητα εμφάνισης κάποιων τύπων και κάποιων δομών σε επίπεδο E-language σε δεδομένη χρονική περίοδο, η οποία εξωτερική γλώσσα αναμένεται να επηρεάσει τη γλωσσική διαίσθηση των ομιλητών της επόμενης γενιάς, άρα αντανακλά την κατεύθυνση των γλωσσικών μεταβολών. Τον διδακτικολόγο της γλώσσας τον ενδιαφέρει η κυρίαρχη γλωσσική ιδεολογία τόσο σε επίπεδο σχεδιασμού των διδακτικών παρεμβάσεων, των πρακτικών κριτικού γραμματισμού και διαμόρφωσης της γλωσσικής επίγνωσης, ώστε να αναδειχθούν οι γλωσσικοί μύθοι, αλλά και σε επίπεδο αξιολόγησης της βαρύτητας του γλωσσικού λάθους, δεδομένου ότι πέραν του βασικού κριτηρίου της κατανοησιμότητας, η αποδεκτότητα ενός τύπου κρίνεται μεταξύ άλλων και σε επίπεδο γλωσσικού καθωσπρεπισμού.

Πάντως, Βασίλη, η μίμηση της γλώσσας τηλεοπτικών προσώπων παρατηρείται σε πολύ μεγάλο βαθμό σε όλα τα κοινωνικά επίπεδα. Βλέπω τον επιστολογράφο να απορρίπτει τη φράση «επί τα χείρονα», προτάσσοντας τη δομή «επί τα χείρω», η οποία ακούγεται σε πολλές συνεντεύξεις πολιτικών ή επιστημόνων στην τηλεόραση. Αλλά, τι λάθος υπάρχει στη φράση «επί τα χείρονα»; Είναι λιγότερο καλή για γλωσσικό δάνειο ή δείκτη αρχαιομάθειας ή ένδειξη γλωσσικού καλλωπισμού; Βάσει της αρχαίας γραμματικής λάθος δεν είναι πάντως.

― Ο συντάκτης της συγκεκριμένης επιστολής φαίνεται να συμμερίζεται την άποψη ότι η γνώση της αρχαίας ελληνικής εξασφαλίζει τη σωστή χρήση της νέας ελληνικής. Έχει γλωσσολογική βάση μια τέτοια άποψη με δεδομένο ότι πρόκειται για δύο διαφορετικά γλωσσικά συστήματα;

― Όπως γνωρίζεις ως γλωσσολόγος, Βασίλη, κάθε φυσική γλώσσα κατακτάται και μαθαίνεται (την κατάκτηση και τη μάθηση ας τις δούμε ως τεχνικούς όρους). Η κατάκτηση λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της γλωσσικής κοινότητας, ενώ η μάθηση σε εκπαιδευτικό πλαίσιο, καθώς περιλαμβάνει συστηματική διδασκαλία συγκεκριμένων κάθε φορά φαινομένων και διόρθωση λαθών. Αυτοί θεωρώ ότι είναι οι όροι της γνώσης μιας φυσικής γλώσσας, η οποία χρησιμοποιείται σε μια κοινότητα ως επίσημος κώδικας επικοινωνίας. Δηλαδή η καθημερινή έκθεση του μαθητή σε γλωσσικά δεδομένα και σε διαφορετικά επίπεδα λόγου ενισχύει τους όρους γλωσσικής κατάκτησης, ενώ η διδασκαλία γλωσσικών φαινομένων και επικοινωνιακών δεξιοτήτων συμβάλλει στη συνειδητοποίηση μορφοσυντακτικών δομών και συστημάτων, στον εμπλουτισμό του λεξιλογίου, στην καλλιέργεια πρακτικών γραμματισμού και παραγωγικών και προσληπτικών επικοινωνιακών δεξιοτήτων (ανάγνωση, γραφή, ακρόαση, ομιλία). Επομένως, η γνώση άλλων γλωσσών (ζωντανών ή νεκρών, ευρέως ή λιγότερο ομιλουμένων, ισχυρών ή ασθενών) δεν αποτελεί προϋπόθεση επαρκέστερης γνώσης ενός άλλου γλωσσικού συστήματος, όπως και εσύ ανέφερες. Φυσικά, η γνώση μιας δεύτερης γλώσσας από κάποιον ομιλητή ή η γνώση μιας διαλεκτικής ποικιλίας που υπάγεται στην ίδια γλώσσα μπορεί να ενισχύσει τη συνειδητοποίηση ή την κατανόηση ενός φαινομένου της πρώτης γλώσσας του συγκεκριμένου ομιλητή, μπορεί να ενδυναμώσει τη γλωσσική του επίγνωση για διάφορα ζητήματα σχέσεων και διαφορών μεταξύ γλωσσών. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι αποτελεί όρο ή προϋπόθεση γνώσης της μητρικής του γλώσσας. Αυτό ακριβώς πιστεύω ότι συμβαίνει στη σχέση μεταξύ αρχαίας και νέας ελληνικής. Η γνώση της αρχαίας ή της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας είναι δυνατό να συμβάλει στην επίλυση μεμονωμένων αποριών ενός ομιλητή για ζητήματα ετυμολογίας, για ζητήματα ορθογραφίας, για ζητήματα γλωσσικών διτυπιών και υφολογικών ποικιλιών, για την ερμηνεία ανώμαλων τύπων και για την κλίση υποσυστημάτων κατά τα λόγια πρότυπα, για ετυμολογικά σημασιολογικά ζεύγη (πτέρυγα / φτερούγα), για φαινομενικούς ανορθολογισμούς σε κάποιους γλωσσικούς τύπους οφειλόμενους στην καθιερωμένη από παλαιότερες περιόδους γλωσσική χρήση (π.χ. γιατί υπάρχει ο τύπος «παραλήφθηκε» ή ο τύπος «καταλήφθηκε» ή «συμπεριλήφθηκε» και δεν είναι ιδιαίτερα δόκιμοι οι τύποι «συλλήφθηκε», «εκλήφθηκε» ή «καταλήφτηκε», «συμπεριλήφτηκε» κ.λπ). Ωστόσο, επαναλαμβάνω, η γνώση της ιστορίας μιας γλώσσας ή παλαιότερων μορφών της ή των γλωσσικών της προγόνων δεν αποτελεί συνθήκη κατάκτησης των σύγχρονων μορφών της, με άλλα λόγια ο Ιταλός δε χρειάζεται να ξέρει λατινικά για αν μιλήσει ιταλικά σε οποιοδήποτε υφολογικό επίπεδο ή ο Άγγλος αρχαία γερμανικά ή μεσαιωνικά γαλλικά κ.ο.κ.

― Έχει υποστηριχθεί ότι η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο στο γυμνάσιο μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση τους μαθητές ως προς τη χρήση της νέας ελληνικής. Συζητήσαμε για το αν τα αρχαία είναι χρήσιμα ως προς αυτό. Είναι όμως και επιβλαβή; Έχει αποδειχθεί κάτι τέτοιο;

― Ως προς το ερώτημα αν η γνώση των αρχαίων ελληνικών θα μπορούσε να δημιουργήσει σύγχυση, θα πω τα εξής. Η γνώση των αρχαίων ελληνικών αφ’ εαυτής (ρίχνω κι εγώ το λόγιο τύπο μου), δηλαδή ως αποκλειστικά γλωσσική γνώση, νομίζω ότι δεν μπορεί να ασκήσει καταλυτική επίδραση. Ωστόσο, αν η γνώση αυτή συνδεθεί με ιδεολογικές συνυποδηλώσεις, δηλαδή η αρχαία ελληνική αποκτήσει ένα ιδιαίτερο κύρος ως μητέρα γλώσσα, ως ανώτερη γλωσσική μορφή, της οποίας παρεφθαρμένη μορφή είναι η σημερινή γλώσσα, αυτό το πρεστίζ, απόρροια ιδεολογιών γλωσσικού καθαρισμού ή γλωσσικού εθνικισμού, είναι δυνατό να έχει αρνητικές συνέπειες. Τι εννοώ; Όταν μια γλώσσα έχει περιβληθεί με επικοινωνιακό γόητρο [αυτό συμβαίνει και με νεκρές γλώσσες ενίοτε (assosiated languages είναι ένας όρος κοινωνιογλωσσικός που αναφέρεται σε αυτές)], τότε το φαινόμενο της μεταφοράς γλωσσικής γνώσης αντί να έχει τη λογική φορά από τη μητρική γλώσσα προς τη δεύτερη είναι δυνατό να έχει την αντίστροφη φορά. Και η αρχαιολαγνία να οδηγήσει σε καταστάσεις και σε φαινόμενα ενδογλωσσικής εναλλαγής κωδίκων και ενδογλωσσικής γλωσσικής μετακίνησης για λόγους κοινωνικού γοήτρου ή υπόρρητων ιδεολογικών επιλογών. Δηλαδή λόγιοι τύποι να μη χρησιμοποιούνται μόνο σε περιπτώσεις που έχουν ενταχθεί στο σύστημα ως υφολογικές ποικιλίες («πόλεως», «πραγματοποιείτο») ή ως μοναδικοί τύποι («καθίστατο», «επετίθετο»), αλλά ως δείκτες επικοινωνιακού ή κοινωνικού κύρους και υψηλής ποικιλίας, αν και δεν ανήκουν στο σύστημα, όπως «συνεζητήθη», «ερωτήθη». Και βλέπουμε σε κείμενα αξιοποίηση στρατηγικών όπως η υπερδιόρθωση ή η αναλογική υπεργενίκευση σε τύπους όπως «(η απόφαση) επάρθη» και πλήθος άλλων. Αυτές οι γλωσσοϊδεολογικές επιλογές πράγματι είναι δυνατό να οδηγήσουν τους φυσικούς ομιλητές σε σύγχυση ως προς τη μορφή της υψηλής ποικιλίας, των τύπων που ανήκουν σε αυτή, αλλά και γενικότερη αδιαφάνεια ως προς τη λειτουργία και την κατανομή της αύξησης ή άλλων φαινομένων.

― Το «υπέγραψε» ως τύπος προστακτικής μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ένας ομιλητής «δεν ξέρει την ελληνική γλώσσα»; Βλέπω ότι η επισήμανση γλωσσικών λαθών ή αποκλίσεων γίνεται συνήθως με ένταση και μάλλον παραβλέπεται το γεγονός ότι η γλώσσα μεταβάλλεται.

― Πράγματι, όταν στη γλώσσα υπάρχει πολυτυπία σε κάποια υποσυστήματα, είναι λογικό οι φυσικοί ομιλητές κατά τη γλωσσική κατάκτηση να διαμορφώνουν ποικιλίες εσωτερικών γραμματικών. Και προκειμένου για τύπους χαμηλής συχνότητας εμφάνισης να δημιουργούν νέους τύπους μέσω στρατηγικών υπεργενίκευσης, επανανάλυσης, υπερδιόρθωσης, σύμφυρσης και άλλων. Η δημιουργία των νέων τύπων σημαίνει δημιουργία νέων ποικιλιών στη διάθεση της επόμενης γενιάς, νέα γλωσσικά δεδομένα, τα οποία ενισχύουν την ένταξη των νέων τύπων στην εσωτερική γραμματική των ομιλητών της επόμενης γενιάς, άρα σε δημιουργία προϋποθέσεων για γλωσσική μεταβολή. Οι τύποι αυτοί ενδέχεται να καθιερωθούν και τότε θα παρατηρηθεί πραγματοποίηση της γλωσσικής μεταβολής ή η καθιέρωσή τους θα καθυστερήσει, θα παραταθεί ή και θα ακυρωθεί μέσω ανασχετικών μηχανισμών, όπως η γλωσσική διδασκαλία πρότυπων τύπων, τα γλωσσικά πρότυπα που προβάλλονται από ειδικούς ή από εγχειρίδια γλωσσικής χρήσης, τηλεοπτικές εκπομπές κ.λπ. Επ’ ουδενί, ωστόσο, όπως γνωρίζεις, Βασίλη, η γνώση της γλώσσας δεν ταυτίζεται με τη χρήση ελάχιστων τύπων ή με την ποινικοποίηση συγκεκριμένων ποικιλιών. Η γνώση της γλώσσας συνιστά ένα πολυδιάστατο φαινόμενο που συνδέεται με την κατάκτηση των δομικών συστημάτων και υποσυστημάτων μιας γλώσσας (ελάχιστο τμήμα των οποίων είναι οι εξαιρέσεις ή τα λόγια εσωτερικά δάνεια), η γνώση του λεξιλογίου όχι μόνο σε επίπεδο βασικού λεξιλογίου αλλά και απαιτητικού / επεξεργασμένου λεξιλογίου, η καλλιέργεια συγγραφικών και αναγνωστικών δεξιοτήτων μέσω ανάπτυξης προσυγγραφικών και μετασυγγραφικών στρατηγικών ή στρατηγικών αποκωδικοποίησης, κατανόησης και ερμηνείας λόγου, η συνειδητοποίηση των συμβάσεων των βασικών κειμενικών ειδών σε μια γλωσσική κοινότητα, η προσαρμογή του λόγου σε πολλαπλά επίπεδα ύφους. Ωστόσο, είναι σύνηθες φαινόμενο σε πάρα πολλές γλωσσικές κοινότητες η σύνδεση της γλωσσικής γνώσης με περιορισμένο αριθμό τύπων και αξιολόγησή της με ετερόκλητα και αλληλοσυγκρουόμενα ενίοτε κριτήρια (αρχαίοι τύποι, λογοτεχνικός λόγος, δημοσιογραφικός λόγος κ.λπ). Πρόσφατα, ακούσαμε και μομφές κατά των γλωσσικών εγχειριδίων από κοινοβουλευτικά μετερίζια λόγω της διδασκαλίας διαδικαστικών κειμένων (οδηγίες χρήσης) αντί του δημοτικού τραγουδιού, το οποίο αποτελεί κατά τον βουλευτή βάση της δημοτικής. Εδώ φαίνεται η σύγχυση, αλλά και η υποκειμενικότητα των κριτηρίων. Είναι σήμερα η γλώσσα του δημοτικού τραγουδιού πρότυπο λόγου; Και το δημοτικό τραγούδι αποτελεί βάση της δημοτικής; Ποιας δημοτικής; Αν θεωρήσουμε σωστή την επισήμανση του Mirambel για πενταγλωσσία την εποχή του Μεσοπολέμου, το δημοτικό τραγούδι ίσως είναι βασικό δομικό στοιχείο της καλούμενης καθαρής δημοτικής, όχι της ψυχαρικής ούτε της αστικής ή της νεοδημοτικής, συνέχεια των οποίων αποτελεί η σημερινή μορφή της γλώσσας μας. Επομένως, τύποι, όπως «υπέγραψε», «πιο καλύτερος», «όλους όσους ήρθαν» κ.λπ. δεν αποτελούν κριτήρια γνώσης της γλώσσας, παρόλο που για λόγους γλωσσικού καθωσπρεπισμού, κατά τον Leech, οι καλλιεργημένοι ομιλητές, για να μην κακοχαρακτηριστούν, αποφεύγουν τη χρήση των τύπων αυτών, άσχετα με το γεγονός αν πράγματι τους θεωρούν εσφαλμένους ή όχι.

― Από την άλλη, υπάρχουν και λάθη που δεν σηματοδοτούν κάποια γλωσσική μεταβολή, έτσι δεν είναι;

― Πράγματι, πολλοί τύποι που αποκαλούνται λάθη αποτελούν δείγματα γένεσης μιας γλωσσικής μεταβολής, καθώς οι στρατηγικές παραγωγής των τύπων αυτών (αναλογία, υπεργενίκευση, επανανάλυση) αποτελούν μηχανισμούς γλωσσικής αλλαγής. Για παράδειγμα, ο τύπος «εκρήχτηκε» ως τύπος οφειλόμενος σε υπεργενίκευση του κυρίαρχου δομικού παραδείγματος της παθητικής φωνής μπορεί να αποτελεί δείγμα γλωσσικής μεταβολής. Τύποι, όμως, εσφαλμένης χρήσης λόγιων δάνειων εκφράσεων δυσκολότερα μπορούν να συνδεθούν με γλωσσικές μεταβολές (π.χ. τύποι όπως «εκ των ουκ άνευ» δε νομίζω ότι συνδέονται με κάποια συντακτική μεταβολή ούτε λάθη όπως «εκράγηκε» με μορφολογική μεταβολή). Αν θυμάμαι καλά, υπάρχει σχετικό άρθρο του Γιώργου του Ξυδόπουλου στις «Μελέτες για την ελληνική γλώσσα» του 2004. Και αυτονόητο είναι ότι σαρδάμ, ολισθήματα και τέτοιου είδους σφάλματα (slips, mistakes) δεν είναι δείγματα αλλαγής. Το ίδιο συμβαίνει και με σφάλματα ομιλητών που για διάφορους λόγους χαρακτηρίζονται από χαμηλό επίπεδο κοινωνιογλωσσικής ικανότητας και δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν την υψηλή ποικιλία όπου αυτή απαιτείται. Αυτά τα λάθη δεν προοιωνίζονται (καλά δεν το ’πα; ) γλωσσική μεταβολή.

― Πρόσφατα πήρες μέρος στο Πανελλήνιο Γλωσσολογικό Συνέδριο «Τζαρτζάνεια 2015» (http://tzartzaneia-2015.webnode.gr/). Θα ήθελες να μας μεταφέρεις τις εντυπώσεις σου και να μας πεις δυο λόγια για τη δική σου ανακοίνωση;

― Τα φετινά Τζαρτζάνεια είχαν θέμα την πρώτη γλώσσα και την πολυγλωσσία στην εκπαίδευση. Ήταν η πρώτη φορά που συμμετείχα στα συνέδριο αυτό. Αν και πανελλήνιο και όχι διεθνές και με σχετικά μικρή συμμετοχή, χωρίς παράλληλες συνεδρίες, η εμπειρία μου ήταν πάρα πολύ καλή. Οι εισηγήσεις ήταν πάρα πολύ ενδιαφέρουσες, αξιόλογες, ενώ στο τέλος κάθε συνεδρίας o προβληματισμός ήταν γόνιμος και ουσιαστικός μέσα από πολύ διεισδυτικές συζητήσεις. Την πρώτη μέρα πραγματοποιήθηκαν οι εισηγήσεις του Αργύρη του Αρχάκη για τα αφηγηματικά κείμενα, την τυπολογία τους και την καλλιέργεια πρακτικών κριτικού γραμματισμού μέσα από τη διδασκαλία τους, του Γιώργου του Ξυδόπουλου με την Κούλα την Τζωρτζάτου για το ιδεολογικό υπόβαθρο των ορθογραφικών προτάσεων από τα νεοελληνικά λεξικά, της Βιβής της Θώμου για τη διδασκαλία του λεξιλογίου με την αξιοποίηση θεωριών της γνωσιακής γλωσσολογίας και του Θανάση του Νάκα για το σύστημα των μετοχών στη νέα ελληνική. Ήταν όλες εξαιρετικές και από όλες μάθαμε καινούργια πράγματα. Την επόμενη μέρα υπήρχαν πολύ καλές εισηγήσεις για τη διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης γλώσσας και για τη διδασκαλία άλλων γλωσσών, οι οποίες έθιγαν ακανθώδη ζητήματα, όπως η χρήση της μητρικής κατά τη διδασκαλία μιας δεύτερης γλώσσας, ζητήματα διαθεματικότητας και μεταφοράς μάθησης, τα προβλήματα στην οργάνωση και το σχεδιασμό των διδασκαλιών και του εκπαιδευτικού υλικού (εισήγηση έκαναν ο Γιώργος ο Ανδρουλάκης με την ομάδα του, η Άσπα η Χατζηδάκη, η Ευγενία η Βασιλάκη μεταξύ άλλων), ενώ το βράδυ της ίδιας μέρας πολύ ενδιαφέροντα ήταν τα εργαστήρια για τη διδασκαλία πολυτροπικών κειμένων και του κριτικού γραμματισμού, που οργάνωσε ο Κώστας ο Ντίνας και η κ. Παπαδοπούλου με ομάδα φιλολόγων. Μην ξεχάσω να τονίσω πόσο πολύ άρεσε το θεατρικό δρώμενο της πρώτης μέρας, ένα απόσπασμα από τη «Βαβυλωνία» του Βυζάντιου, στο οποίο πρωταγωνίστησαν μαθητές γυμνασίου της περιοχής. Η δική μου εισήγηση αφορούσε μια κριτική επισκόπηση των αναλυτικών προγραμμάτων σπουδών της γλώσσας του 2011 στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με άξονα τον κριτικό γραμματισμό, την πολυτροπικότητα, αλλά και ψυχοπαιδαγωγικές παραμέτρους (διαδικαστικά προγράμματα με δυνατότητα συνδιαμόρφωσης από εκπαιδευτικούς και μαθητές και με έμφαση στην καλλιέργεια ατομικών στρατηγικών, συγγραφικών και αναγνωστικών). Έγινε προσπάθεια να αναδειχθεί η συνεισφορά και οι καινοτομίες του προγράμματος σπουδών, η λειτουργικότητά του στη διδακτική πράξη, ενώ κατατέθηκαν και βελτιωτικές προτάσεις.

Advertisements