Ξενοφών Τζαβάρας: Λεξικό του Ιμβριακού Ιδιώματος, ερμηνευτικό–ετυμολογικό (βιβλιοκριτική παρουσίαση)

Εισαγωγή

Το περιεχόμενο του εν λόγω λεξικού παραπέμπει στην ακόλουθη ρήση του Αμερικανού λεξικογράφου  James R. Hulbert: «Δεν ξέρω πιο απολαυστική διανοητική δραστηριότητα από το να εργάζεται κανείς σε λεξικό». Μόνο κάποιος που συμμερίζεται την παραπάνω δήλωση θα δημιουργούσε ένα τόσο αξιόλογο λεξικό. Και μόνο αν συμφωνεί με τον Hulbert θα μπορούσε να αναμετρηθεί με τα προβλήματα που καλείται να επιλύσει όχι απλώς ένας συντάκτης λημμάτων, αλλά ο δημιουργός ενός ολόκληρου λεξικού. Μια εικόνα για τα προβλήματα αυτά μπορεί να σχηματίσει ο αναγνώστης των εισαγωγικών σημειωμάτων του συγγραφέα που παρατίθενται στην αρχή του λεξικού, ενώ όποιος έχει εργαστεί ως λεξικογράφος μπορεί να αντιληφθεί ακόμη καλύτερα τον ερευνητικό μόχθο που κρύβεται στη δημιουργία έστω και μιας στήλης ενός λεξικού. Προτού βέβαια αναπτύξει τη λεξικογραφική του δραστηριότητα, ο Ξ. Τζ., διδάκτωρ γλωσσολογίας και φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση, συνέλεγε επί σειρά ετών, αθόρυβα και μεθοδικά, ιδιωματικά γλωσσικά στοιχεία προερχόμενα από την Ίμβρο, τον τόπο καταγωγής του, αποδεικνύοντας και με αυτόν τον τρόπο ότι είναι ένας γλωσσολόγος–ερευνητής που δουλεύει με μεράκι, και έθετε τις βάσεις για τη δημιουργία του λεξικού του. Το συγκεκριμένο λεξικό αποτελεί καρπό της στέρεης επιστημονικής–γλωσσολογικής κατάρτισης του συγγραφέα του, του λεξικογραφικού του ταλέντου, της βαθιάς γνώσης του ιμβριακού γλωσσικού ιδιώματος, αλλά φυσικά και της αγάπης του για την ιδιαίτερη πατρίδα του, την Ίμβρο.

Σημειωτέον ότι στόχος αυτού εδώ του κειμένου  είναι να δοθεί έμφαση στον επιστημονικό χαρακτήρα του εν λόγω λεξικού.

1) Τυπολογικά στοιχεία

Το Λεξικό του Ιμβριακού Ιδιώματος (εφεξής: ΛΙΙ) είναι ιδιωματικό, γλωσσικό και συγχρονικό.

Ανήκει στην κατηγορία των λεξικών που περιγράφουν διαλέκτους ή γεωγραφικές ποικιλίες (dialects / regional variants).

Επίσης, είναι γλωσσικό λεξικό (linguistic dictionary), δηλ. έργο αναφοράς που δίνει γλωσσικές πληροφορίες, π.χ. για τη σημασία και τη σύνταξη μιας λέξης, περιλαμβάνει όμως και εγκυκλοπαιδικά στοιχεία, όπως κύρια ονόματα, λ.χ. τα εξής αρσενικά ουσιαστικά που δηλώνουν μήνες του χρόνου: Θιρ’νός («Ιούνιος»), Αλουνάρ’ς («Ιούλιος»), Αλουν’τής (επίσης «Ιούλιος»), Άχ’στους («Αύγουστος»), Τρυγ’τής («Σεπτέμβριος»), Α’δημ’τριάτ’ς («Οκτώβριος») και Θ’κέβιρ’ς («Δεκέμβριος»).[1] Κύρια ονόματα απαντούν και ως «ενδολήμματα» ή «εσωτερικά λήμματα», λ.χ. στο λήμμα γκρέμνους (ο) («γκρεμός»), στο πεδίο της δεύτερης σημασίας, σημειώνεται ως ιμβριακό τοπωνύμιο ο τύπος Γκρέμνους, με κεφαλαίο το αρχικό γράμμα, ενώ προστίθενται σε παρένθεση τα ονόματα των χωριών όπου εντοπίζεται ο τύπος. Άλλωστε, σύμφωνα με τα όσα επισημαίνει ο Ξ. Τζ. στη σελ. 47 του ΛΙΙ, ήταν συνειδητή η επιλογή του να ενσωματώσει ιμβριακά τοπωνύμια και βαφτιστικά ονόματα σε πολλά λεξικογραφικά παραδείγματα, αφού ένα από τα γνωρίσματα του ΛΙΙ είναι η παροχή ονοματολογικών πληροφοριών. Φερειπείν, στα παραδείγματα του λήμματος γιαλεύου («ψαρεύω» και «μαζεύω – βγάζω διάφορα θαλασσινά μαλάκια – οστρακόδερμα») διαβάζουμε συνολικά τρία ιμβριακά τοπωνύμια, ενώ στο λουμακιρός («ψηλός και λεπτός / ευθυτενής») και στο σουγ’λής («άνθρωπος ευγενικής καταγωγής») ένα ανδρικό και ένα γυναικείο βαφτιστικό όνομα αντίστοιχα. Το ΛΙΙ όμως δίνει –θα έλεγε κανείς– και με έμμεσο τρόπο εγκυκλοπαιδικές πληροφορίες, εφόσον τα λεξικογραφικά παραδείγματα του ΛΙΙ περιλαμβάνουν λαογραφικά στοιχεία σχετικά με διάφορες παραδοσιακές δραστηριότητες της ιμβριακής κοινωνίας κατά την πεντηκονταετία 1920-1970, όπως η γεωργία, η κτηνοτροφία, η μελισσοκομία, η υφαντική κτλ. Πρόκειται για έξοχη ιδέα, που μπορεί να οδηγήσει στην εξοικείωση του αμύητου αναγνώστη με την ιμβριακή κοινωνία της εν λόγω εποχής. Λαογραφικό ενδιαφέρον λ.χ. παρουσιάζουν τα επιλεγμένα παραδείγματα για το λήμμα σαραντακούλλ’κου (πρόκειται για αρτοσκεύασμα), που αφορούν ένα τοπικό έθιμο (για τις ονοματολογικές και λαογραφικές πληροφορίες του λεξικού γίνεται λόγος από τον ίδιο τον συγγραφέα στο πρώτο τμήμα του ΛΙΙ, ειδικότερα στις σελ. 47-48).

Επιπλέον, το ΛΙΙ είναι κατά βάση συγχρονικό (synchronic) λεξικό.[2] Γενικά, από τις πληροφορίες που δίνονται στο εσωτερικό του λήμματος ενός λεξικού, κανονικά μόνο οι ετυμολογικές είναι διαχρονικού χαρακτήρα. Σχετικά με το ΛΙΙ, από τα προλεγόμενά του (σελ. 35, 37 και 47) μπορεί να πληροφορηθεί ο αναγνώστης ότι καλύπτεται μια συγκεκριμένη χρονική περίοδος, αν και παλαιότερη, η πεντηκονταετία 1920-1970. Το εν λόγω ιδιωματικό λεξικό λοιπόν είναι συγχρονικό. Θεωρητικά, μπορεί  να περιλαμβάνει και ορισμένα γλωσσικά στοιχεία παλαιότερα από την ανωτέρω περίοδο, αν οι γραπτές πηγές συλλογής υλικού περιέχουν οι ίδιες και ακόμη παλαιότερα στοιχεία. Γενικά, σε διαλεκτικά λεξικά διαπιστώνεται ότι περικλείονται και παρωχημένα λήμματα με σκοπό την αποθησαύρισή τους. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, το υλικό που προέρχεται από γραπτές μαρτυρίες έχει διασταυρωθεί με προφορικές, ώστε να μην παρεισφρήσουν στο λεξικό γλωσσικά στοιχεία είτε παλαιότερα από το 1920 είτε και μη ιμβριακά ακόμη. Ωστόσο, και να υπήρχαν στο ΛΙΙ λ.χ. λέξεις ή φράσεις αναγόμενες σε χρόνους πριν από το 1920, θα άξιζε να καταγραφούν και αυτές, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι το ιμβριακό ιδίωμα φθίνει και ότι ούτως ή άλλως ένα λεξικό της Ίμβρου δεν προορίζεται να αποτελέσει σύγχρονο χρηστικό βοήθημα, ώστε να υπάρχει η απαίτηση να περιλαμβάνει μόνο σημερινά στοιχεία. Άλλωστε, στην προκειμένη περίπτωση η πεντηκονταετία που καλύπτεται ανήκει στο παρελθόν.

2) Δομή λεξικού

Το εισαγωγικό μέρος (front matter) του ΛΙΙ, το τμήμα δηλ. που σε κάθε λεξικό βρίσκεται πριν από τον κατάλογο των λημμάτων (word list), περιλαμβάνει: (α) το βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, το οποίο αποκαλύπτει τη στέρεη επιστημονική του κατάρτιση και την αφοσίωσή του στη γλωσσολογική μελέτη του ιμβριακού ιδιώματος, (β) απόσπασμα της έκθεσης του Γενικού Γραμματέα της Ακαδημίας Αθηνών (28/12/2010), το οποίο αφορά τη βράβευση του –ακόμη ανέκδοτου τότε– έργου «Συλλογή γλωσσικού υλικού από την Ίμβρο» του Ξ. Τζ. από το Κέντρο Ερεύνης Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών, (γ) το σύντομο προλογικό σημείωμα του επίσης καταγόμενου από την Ίμβρο Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, ο οποίος εξαίρει το λεξικό ως σημαντική συμβολή στη μελέτη και ανάδειξη της ιμβριακής γλωσσικής κληρονομιάς, (δ) το επίσης σύντομο προλογικό σημείωμα της διευθύντριας του Κέντρου Ερεύνης Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών Χριστίνας Μπασέα–Μπεζαντάκου, η οποία επισημαίνει μεταξύ άλλων ότι ο Ξ. Τζ. δημιούργησε ένα λεξικό που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της σύγχρονης λεξικογραφίας, (ε) το εκτενέστερο προλογικό σημείωμα που υπογράφει ο Γενικός Γραμματέας του Συλλόγου Ιμβρίων Πάρις Ασανάκης, ο οποίος δίνει πολύ κατατοπιστικές πληροφορίες για την υπόθεση της Ίμβρου, (στ) τον πρόλογο και τις ευχαριστίες του συγγραφέα, ο οποίος μάλιστα μας αποκαλύπτει και το ανθρώπινο πρόσωπό του, ειδικά στο σημείο όπου ευχαριστεί με συγκινητικά λόγια τη γιαγιά του για την προθυμία με την οποία συνεισέφερε με πληροφορίες στη διαμόρφωση του λεξικού επί σειρά ετών ως τα τελευταία χρόνια της ζωής της, (ζ) κατάλογο συντομογραφιών, (η) κατάλογο συμβόλων, (θ) το άκρως απαραίτητο για ιδιωματικό λεξικό και πολύ διαφωτιστικό άρθρο με τίτλο «Γενικά χαρακτηριστικά του Ιμβριακού Ιδιώματος»,[3] (ι) σύντομο σημείωμα για τη στοχοθεσία του λεξικού, (ια) κείμενο με χρήσιμα στοιχεία για τον τρόπο συγκέντρωσης του υλικού και (ιβ) εκτενές κείμενο με διαφωτιστικά στοιχεία για τον τρόπο συγκρότησης του λημματολογίου του ΛΙΙ, τη δομή των λημμάτων και τις διάφορες πληροφορίες –γραμματικές, σημασιολογικές κ.ά.– που αυτά περιλαμβάνουν.

Ως προς τον κατάλογο λημμάτων (word list), ο Ξ. Τζ. (σελ. 37) δηλώνει ότι το ΛΙΙ περιλαμβάνει όλες –κατά το δυνατόν– τις ιμβριακές λέξεις της περιόδου 1920-1970, ενώ ο Π. Ασανάκης (σελ. 17) κάνει λόγο για 10.οοο λήμματα. Ομοίως και στο οπισθόφυλλο του λεξικού: Και εκεί αναφέρεται ότι τα λήμματά του είναι 10.000. Η κατάταξη των λημμάτων είναι αλφαβητική και όχι λ.χ. εννοιολογική. Η αλφαβητική ταξινόμηση των λημμάτων ενός λεξικού, μολονότι συμβατική, είναι η συνηθέστερη στη λεξικογραφία και η πιο οικεία στο αναγνωστικό κοινό.[4] Στον κατάλογο των λημμάτων έχουν ενταχθεί και πρώτα ή δεύτερα συνθετικά, λ.χ. πουλυ–, που σημαίνει ό,τι και το πολυ– της ΝΕ.Κ., και –άπ’δου, που ορίζεται ως «ποικιλία αχλαδιού». Η λημματογράφηση και των δύο είναι δικαιολογημένη, γιατί αμφότερα χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία λέξεων που πληρούν τα κριτήρια λημματογράφησης του ΛΙΙ.

Στο τελευταίο μέρος (back matter) του ΛΙΙ παρατίθεται η πλούσια βιβλιογραφία που αξιοποιήθηκε από τον δημιουργό του λεξικού, χωρισμένη σε τρία τμήματα: (α) μελέτες, (β) εφημερίδες–περιοδικά–λευκώματα και (γ) χειρόγραφα. Ο κατάλογος των πηγών αυτών είναι εξαιρετικά χρήσιμος για έναν γλωσσολόγο ερευνητή που ενδιαφέρεται για το ιδίωμα της Ίμβρου και γενικά για διαλέκτους και ιδιώματα της Νέας Ελληνικής.[5]

3) Συλλογή υλικού

Ο συστηματικός χαρακτήρας της συγγραφής του ΛΙΙ φαίνεται από τις πηγές συλλογής του υλικού του, για τις οποίες κάνει λόγο ο Ξ. Τζ. στις σελίδες 35-37. Ο δημιουργός του λεξικού παρουσιάζει εκεί αναλυτικά τις γραπτές και προφορικές πηγές όπου βασίστηκε. Πρόκειται για κείμενα γλωσσικού, γλωσσολογικού, ονοματολογικού και λαογραφικού ενδιαφέροντος (γραπτές πηγές), αλλά και για συνεντεύξεις και ερωτηματολόγια (προφορικές πηγές). Το ΛΙΙ δηλ. δημιουργήθηκε με βάση συγκεκριμένο γραπτό και προφορικό corpus. Ας σημειωθεί μάλιστα ότι η νεότερη γλωσσολογία ενδιαφέρεται για τη συγκρότηση σωμάτων γλωσσικού υλικού όπου καταγράφεται φυσικός, προφορικός λόγος και αποτυπώνεται η ζωντανή χρήση της γλώσσας. Άλλωστε, μία από τις θεμελιώδεις σύγχρονες γλωσσολογικές αρχές που επηρεάζουν τη λεξικογραφία είναι ότι η έμφαση της περιγραφής εκ μέρους του λεξικογράφου δίνεται στην πραγματική χρήση της γλώσσας, που γίνεται και σε επίπεδο προφορικού λόγου. Η αξιοποίηση από τον λεξικογράφο πλούσιων γραπτών και προφορικών πηγών επιδρά θετικά και στη συγκρότηση του λημματολογίου και στον εμπλουτισμό του κάθε λήμματος με διάφορες πληροφορίες, π.χ. γραμματικές και σημασιολογικές. Γενικά, η θεμελίωση της λεξικογραφικής εργασίας σε σώμα κειμένων της περιγραφόμενης γλώσσας αναμένεται να οδηγήσει σε σύνθεση ενός λημματολογίου που περιλαμβάνει τις πιο βασικές ή τις συχνότερες λέξεις, αλλά και στην παροχή έγκυρων πληροφοριών στο εσωτερικό του κάθε λήμματος. Ειδικά στο ΛΙΙ η αξιοποίηση συγκεκριμένου γραπτού και προφορικού corpus είχε ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση σχεδόν όλων των ιμβριακών λέξεων και την παροχή διασταυρωμένων πληροφοριών γι’ αυτές.

4) Λημματολόγιο

Ως προς το λημματολόγιο, ο επιστημονικός χαρακτήρας του ΛΙΙ φαίνεται από τα κριτήρια επιλογής λημμάτων, από τα είδη λημμάτων που περιλαμβάνονται σε αυτό και από την εσωτερική δομή των λημμάτων.

Τα κριτήρια λημματογράφησης λέξεων, όπως παρουσιάζονται στη σελ. 37, είναι συγκεκριμένα και σαφή: Το ΛΙΙ καταγράφει είτε αποκλειστικά ιμβριακές λέξεις, άγνωστες στη Νεοελληνική Κοινή (ΝΕ.Κ.), είτε λέξεις που απαντούν και στη ΝΕ.Κ. και στο τοπικό ιδίωμα της Ίμβρου, αλλά στο ιμβριακό ιδίωμα χρησιμοποιούνται με τουλάχιστον μία διαφορετική σημασία ή μορφοφωνολογικά διαφοροποιημένες (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη η αποβολή των άτονων [ι] και [ου] και η στένωση των άτονων [ε] και [ο] σε [ι] και [ου] αντίστοιχα).

Από την άλλη, με τους όρους αυτούς, ο αναγνώστης του λεξικού δεν μπορεί να πληροφορηθεί ποιες λέξεις χρησιμοποιούσαν οι Ίμβριοι την περίοδο 1920–1970 οι οποίες όμως δεν εμπίπτουν σε μία από τις τρεις κατηγορίες που προαναφέρθηκαν. Δηλ. αν σκεφτούμε μία οποιαδήποτε λέξη της ΝΕ.Κ. που δεν απαντά στο ΛΙΙ, δεν είμαστε απόλυτα βέβαιοι για το αν λεγόταν στην Ίμβρο. Μπορεί να ανήκε στο τοπικό λεξιλόγιο, αλλά να μην καταγράφηκε στο ΛΙΙ γιατί οι Ίμβριοι τη χρησιμοποιούσαν με την ίδια σημασία. Δεν μπορούμε όμως να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο να απουσιάζει η λέξη αυτή από το λεξιλόγιο του τοπικού ιδιώματος.

Ωστόσο, η καταγραφή όλου του λεξιλογίου σε ένα ιδιωματικό λεξικό όπως το ΛΙΙ, και των ιδιωματικών λέξεων και των λέξεων της ΝΕ.Κ. που λέγονταν στο νησί, θα οδηγούσε σε τεράστια αύξηση των λημματογραφούμενων λέξεων και του όγκου του λεξικού. Ο αναγνώστης ενδιαφέρεται κυρίως να μάθει ποιες είναι οι αποκλειστικά ιμβριακές λέξεις ή οι διαφορετικές σημασίες που έχουν στο τοπικό ιδίωμα λέξεις της ΝΕ.Κ. και όχι να ανατρέξει σε ένα λεξικό με πληροφορίες για χιλιάδες λήμματα τις οποίες μπορεί να εντοπίσει και σε ένα ερμηνευτικό λεξικό της ΝΕ.Κ.

5) Είδη λημμάτων

Τα είδη λημμάτων που περιλαμβάνονται στο ΛΙΙ και η εσωτερική δομή τους πιστοποιούν ότι το ΛΙΙ έχει δημιουργηθεί σύμφωνα με τις προδιαγραφές της σύγχρονης λεξικογραφίας, που ισχύουν και για μη διαλεκτικά ή μη ιδιωματικά ερμηνευτικά λεξικά. Στο ΛΙΙ, όπως σε ένα σύγχρονο λεξικό, τα λήμματα διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες:

Η πρώτη κατηγορία λημμάτων είναι τα κυρίως λήμματα, οι λεγόμενες κεφαλές των λημμάτων και το σύνολο των πληροφοριών –γραμματικών, σημασιολογικών κ.ά.– που δίνονται στο πλαίσιο κάθε λήμματος.

Η κεφαλή του λήμματος, όπως και τα λοιπά είδη λημμάτων που θα δούμε στη συνέχεια, αποδίδεται σε γενικές γραμμές με την παραδοσιακή ορθογραφία, με μερικές όμως εύλογες εξαιρέσεις. Παραδείγματα απόκλισης από την καθιερωμένη ορθογραφία αποτελούν η χρήση εκθετικού συμβόλου και αποστρόφου για τη δήλωση του ημίφωνου ι και της αποβολής γράμματος-φθόγγου αντίστοιχα, όπως στο Α’δημ’τριάτ’ς, που εμφανίζει το προαναφερθέν εκθετικό σύμβολο μετά το ρ και τρεις αποστρόφους. Η πληροφορία ότι πρόκειται για ημίφωνο θα μπορούσε να δίνεται μόνο στο πεδίο της φωνητικής μεταγραφής, αλλά έτσι η φωνητική πληροφορία είναι πιο εύληπτη από τον χρήστη του λεξικού, χωρίς να δυσχεραίνεται η ανάγνωση της λέξης-κεφαλής. Δικαιολογημένη απόκλιση από την καθιερωμένη ορθογραφία της ΝΕ.Κ. σημειώνεται στην κεφαλή του λήμματος και στις σπάνιες περιπτώσεις όπου εμφανίζεται έρρινος φθόγγος [μ], [ν] πριν από ηχηρό κλειστό, όπως [μπ], [νπ], [γκ]. Τότε η προφορά δηλώνεται και στη γραφή της κεφαλής του λήμματος, λ.χ. στο λήμμα ζιμμπιρέκ’, με δύο συνεχόμενα μΆλλη ορθογραφική απόκλιση συνιστά η χρήση παύλας που χωρίζει λ.χ. το ν από το τ, ώστε να φανεί και στην κεφαλή ότι το ντ δεν αντιπροσωπεύει φθόγγο [ντ], π.χ. στο λήμμα ικάντου.

Σε μερικές περιπτώσεις, η ορθογραφία που ακολουθεί το ΛΙΙ είναι –και σωστά– σε μεγαλύτερο βαθμό ετυμολογική σε σύγκριση με τη σχολική. Για παράδειγμα, το λήμμα καννόν’, που δηλώνει το –κατά το κοινώς λεγόμενο– καλάμι του ποδιού, ορθογραφείται με δύο ν ως αναγόμενο στη λέξη κάννη και έτσι ο τύπος της κεφαλής του λήμματος συνδέεται, κατά κάποιον τρόπο, με το ετυμολογικό πεδίο. Επιπλέον, για την ιμβριακή λέξη καννόν’ δεν μπορεί να λειτουργήσει το κριτήριο της χρήσης, που παίζει ρόλο στην ορθογραφία της ΝΕ.Κ. και εν προκειμένω οδηγεί στη γραφή κανόνι. Η χρήση εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να ρυθμίσει την ορθογραφία ενός ιδιώματος που συρρικνώνεται, και μάλιστα δεν διαθέτει καν γραπτή μορφή ούτε διδάσκεται στα σχολεία.

Σε άλλες περιπτώσεις όμως, η ορθογραφία χρειάζεται να αποδίδει την πραγματική προφορά και όχι να αντανακλά την ετυμολογία. Γι’ αυτό καταγράφονται λήμματα σταβ’δέλκαι σταβ’διάζου, όχι σταφ’δέλκαι σταφ’διάζου, όπως θα επέβαλλε η αναγωγή στο σταφιδέλι και το σταφιδιάζω αντίστοιχα. Δεν θα ήταν λογικό να σημειωθούν οι δύο αυτοί τύποι με φ στην κεφαλή λόγω ετυμολογίας, εφόσον το β (και όχι το φ) αντιπροσωπεύει πράγματι φθόγγο στην προκειμένη περίπτωση.

Όταν υπάρχουν παρεμφερείς τύποι φωνολογικά διαφοροποιημένοι, τότε εύστοχα, για πρακτικούς λόγους, επιλέγεται με ετυμολογικό κριτήριο ως κεφαλή της λέξης-λήμματος ο τύπος που φαίνεται να αποτελεί τον αρχικό, ενώ έπονται οι υπόλοιποι.

Κατά τα άλλα, στο ΛΙΙ σωστά ακολουθούνται διάφορες λεξικογραφικές συμβάσεις, λ.χ. στην κεφαλή του λήμματος σημειώνεται το ρήμα στο πρώτο ενικό πρόσωπο ενεστώτα ενεργητικής φωνής, ενώ το ουσιαστικό στην ονομαστική πτώση ενικού αριθμού (λ.χ. σιτιμιάζου, που σημαίνει «βρίζω», και σουμός (ο), που έχει τη σημασία «τελειωμός»).

Η δεύτερη κατηγορία λημμάτων αφορά τα λεγόμενα ενδολήμματα ή εσωτερικά λήμματα, όπως φράσεις (λ.χ. δεν έμεινι ρύπουδου, που σημαίνει «δεν έμεινε κανείς – «ψυχή»»).[6]

Η τρίτη κατηγορία λημμάτων είναι τα λεγόμενα υπολήμματα, που κατά κανόνα δεν έχουν δικό τους ερμήνευμα, όπως τα επιρρήματα (λ.χ. το ξανοιχτά στο κυρίως λήμμα ξανοιχτός).

Ακόμη, τα λήμματα του ΛΙΙ ως προς την εσωτερική τους δομή είναι πολυσύνθετα, αφού περιλαμβάνουν ποικίλες πληροφορίες, λ.χ. φωνητικές, γραμματικές, σημασιολογικές και ετυμολογικές, όπως υπαγορεύει η σύγχρονη λεξικογραφία.

Σχετικά με την ορθογραφία, αξιοπρόσεκτη είναι η χρήση κυματοειδούς γραμμής με την οποία δηλώνεται η ουρανική προφορά συμφωνικού φθόγγου. Το σύμβολο αυτό σημειώνεται, όταν χρειάζεται, όχι μόνο στο πεδίο της φωνητικής μεταγραφής, αλλά και στα ενδολήμματα, στα υπολήμματα, στα συνώνυμα, στα αντώνυμα, στα παραδείγματα χρήσης, στις παροιμίες, όχι όμως και στη λέξη-κεφαλή. Έτσι, αφενός ο αναγνώστης του ΛΙΙ αποκτά μια πολύ καλή εικόνα του ιδιώματος σε επίπεδο προφοράς και αφετέρου η γραφή των λέξεων που συγκροτούν το λημματολόγιο είναι τέτοια, ώστε να μη θυμίζει φωνητική και να μη δυσχεραίνει την αναζήτηση λέξεων.

6) Εσωτερική δομή λημμάτων

Δύο είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του ΛΙΙ ως προς την εσωτερική δομή των λημμάτων που περιλαμβάνει: η καταγραφή ποικίλων γλωσσικών πληροφοριών για τη λημματογραφούμενη λέξη, σύμφωνα με τις επιταγές της σύγχρονης λεξικογραφίας, και η συνέπεια με την οποία καταγράφονται οι πληροφορίες αυτές, όπως σε κάθε λεξικό συνταγμένο με επιστημονικές προδιαγραφές.

Οι φωνητικές πληροφορίες που παρατίθενται στο λήμμα ενός λεξικού αφορούν την προφορά, που αντιδιαστέλλεται με τη γραφή της λημματογραφούμενης λέξης, όπως τουλάχιστον καταγράφεται στην κεφαλή του λήμματος. Τέτοιες πληροφορίες δεν συγκαταλέγονται στις πιο βασικές, που αναζητούν οι φυσικοί ομιλητές της Ελληνικής συμβουλευόμενοι ένα γενικό ερμηνευτικό λεξικό της Νέας Ελληνικής. Γι’ αυτό άλλωστε υπάρχουν νεοελληνικά λεξικά όπου η φωνητική µεταγραφή, η απόδοση της προφοράς µε βάση κυρίως λατινικούς και δευτερευόντως ελληνικούς χαρακτήρες, δεν σημειώνεται, ενώ απλώς δίνονται ορισμένα στοιχεία για την προφορά λέξεων κατ’ εξαίρεση, σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Ωστόσο, σε ένα διαλεκτικό ή ιδιωματικό λεξικό, οι πληροφορίες για τον τρόπο προφοράς των λέξεων έχουν αυτονόητη αξία. Ειδικά μάλιστα σε ένα λεξικό του ιμβριακού ιδιώματος είναι αναγκαίες, αφού το ιδίωμα αυτό εμφανίζει πλήθος αποκλίσεων από τη ΝΕ.Κ. ως προς την προφορά. Φωνητικές πληροφορίες δίνει το ΛΙΙ κυρίως μέσω της φωνητικής μεταγραφής. Χαρακτηριστικά σύμβολα χρησιμοποιούμενα για παροχή φωνητικών πληροφοριών είναι η κυματοειδής γραμμή, που δηλώνει την ουρανική προφορά συμφώνου, και το i σε μορφή εκθέτη, που δηλώνει ημίφωνο. Εκτός του πεδίου της φωνητικής μεταγραφής, το ΛΙΙ δίνει πληροφορίες για θέματα προφοράς στις περιπτώσεις που αναφέραμε προηγουμένως, όταν κάναμε λόγο για τα είδη λημμάτων.

Οι γραμματικές πληροφορίες, ένα από τα βασικά είδη γλωσσικών πληροφοριών ενός λήμματος, που είναι πάντως πιο χρήσιμες για όσους μαθαίνουν μια ξένη γλώσσα με τη βοήθεια λεξικού και όχι για φυσικούς ομιλητές, μπορεί να αφορούν: το μέρος του λόγου όπου ανήκει η λημματογραφούμενη λέξη, τη μορφολογική δομή ή τον τονισμό της, καθώς και τη συντακτική συμπεριφορά της – οι συντακτικές πληροφορίες περιλαμβάνονται στις γραμματικές. Σύμφωνα με τη βασική θεωρητική διάκριση γραμματικής και λεξικού, η γραμματική έχει ως αντικείμενο το σύστημα της γλώσσας συνολικά, ενώ οι γραμματικές πληροφορίες που περικλείονται στο λήμμα ενός λεξικού αφορούν τη γραμματική διάσταση συγκεκριμένων λέξεων, των λημματογραφούμενων. Ενδεικτικό στοιχείο του επιστημονικού χαρακτήρα του ΛΙΙ είναι μεταξύ άλλων η συνέπεια ως προς την καταγραφή γραμματικών και συντακτικών πληροφοριών, π.χ. με τις σχετικές συντομογραφίες δηλώνεται τι μέρος του λόγου είναι η λέξη-λήμμα και αν πρόκειται για μεταβατικό ή αμετάβατο ρήμα. Επίσης, το άρθρο σε παρένθεση υποδηλώνει ότι η λημματογραφούμενη λέξη είναι ουσιαστικό.

Σημειωτέον –ως προς τον τρόπο παρουσίασής τους– ότι γραμματικές και συντακτικές πληροφορίες διαφόρων ειδών σε πολλές περιπτώσεις μπορούν να δοθούν και έμμεσα, μέσω παραδειγμάτων χρήσης.

Η επιστημονικότητα του ΛΙΙ επιβεβαιώνεται και από την αντιστοιχία συντακτικών πληροφοριών και παραδειγμάτων χρήσης ως προς τις συντακτικές ακριβώς πληροφορίες που αυτά δίνουν έμμεσα. Στο λήμμα ρουδανίζου λ.χ., το ρήμα χαρακτηρίζεται μεταβατικό και αμετάβατο, ενώ καταγράφονται δύο σημασίες, μία κυριολεκτική, από τον χώρο της υφαντικής, και μία μεταφορική. Τα καταγεγραμμένα παραδείγματα χρήσης είναι συνολικά τέσσερα, δύο για κάθε σημασία, και έχουν επιλεγεί με πολλή προσοχή, ώστε να φωτίσουν και τη μεταβατική και την αμετάβατη χρήση του ρήματος. Σε καθεμιά από τις δύο σημασίες δηλ. έχουν προστεθεί δύο παραδείγματα, από τα οποία στο πρώτο το ρουδανίζου χρησιμοποιείται ως μεταβατικό και στο δεύτερο ως αμετάβατο.

Ως προς τις σημασιολογικές πληροφορίες, ας σημειωθεί ότι το κύριο αντικείμενο της λεξικογραφίας είναι ο ορισμός της σημασίας που έχει μια λέξη ή φράση. Οι δύο πιο βασικοί λόγοι για τους οποίους συμβουλεύεται κανείς λεξικό είναι η ανακάλυψη της σημασίας μιας λέξης και ο έλεγχος της ορθογραφίας της. Το λήμμα ενός λεξικού μπορεί να περιλαμβάνει και άλλες σημασιολογικές πληροφορίες, π.χ. τα συνώνυμα και τα αντώνυμα του λήμματος, ωστόσο ο ορισμός της σημασίας αποτελεί το πιο σημαντικό στοιχείο στο εσωτερικό ενός λήμματος. Και μάλιστα, η αναγνώριση σημασιών και η αντιστοίχιση σημασιών–παραδειγμάτων σε μερικές περιπτώσεις αποτελούν ιδιαίτερα απαιτητικές διαδικασίες.[7] 

Σχετικά με τη διατύπωση του ορισμού, ένας επιτυχημένος ορισμός δεν θα πρέπει να είναι ούτε ασαφής ούτε υπέρμετρα λεπτομερής. Ο λεξικογράφος καλείται να ακολουθήσει τη μέση οδό, προκειμένου να συντάξει έναν ορισμό που να χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και πληρότητα. Μία από τις αρετές του ΛΙΙ είναι ακριβώς αυτή η ισορροπία για την οποία έγινε λόγος προηγουμένως. Οι ορισμοί είναι καλογραμμένοι, σε λιτή γλώσσα, με σωστή σύνταξη και με την αναγκαία σε λεξικό –ή τη μεγαλύτερη δυνατή– συντομία. Για παράδειγμα, το θηλυκό ουσιαστικό ξ’νήθρα ορίζεται σημασιολογικά ως «είδος φαγώσιμου αγριόχορτου με σκούρο πράσινο χρώμα και βελονοειδείς βλαστούς που καταλήγουν σε μικρά, στρογγυλά φύλλα, χαρακτηριστικό του οποίου είναι η ελαφρώς ξινή γεύση».[8] Αλλού βέβαια ως καταλληλότερος ορισμός επιλέγεται η λέξη της ΝΕ.Κ. που αντιστοιχεί στην ιμβριακή, λ.χ. το ξ’λουκουφτής δεν θα μπορούσε να οριστεί καλύτερα από το μονολεκτικό «ξυλοκόπος».[9] Και αλλού, εύστοχα δίνεται ως ορισμός μια σειρά από συνώνυμες λέξεις ή και φράσεις, αφού έτσι φωτίζεται καλύτερα η σημασία, λ.χ. το αλιβρουγυρίζου ως αμετάβατο ορίζεται ως εξής: «περιφέρομαι / χασομερώ / γυρίζω άσκοπα εδώ κι εκεί / περιπλανιέμαι».

Αξιοσημείωτο είναι ότι η σημασία στα λεξικά φωτίζεται και μέσω παραδειγμάτων χρήσης, σε επίπεδο συνταγματικών σχέσεων (syntagmatic relations), σχέσεων μεταξύ στοιχείων που εμφανίζονται από κοινού στον λόγο. Ένα θέμα λεξικογραφικού ενδιαφέροντος είναι και η προέλευση των λεξικογραφικών παραδειγμάτων, τα οποία καλό είναι να αντλούνται από σώμα κειμένων. Στην περίπτωση του ΛΙΙ, με βάση τα όσα σημειώνονται στη σελ. 46, άλλα παραδείγματα του ΛΙΙ είναι αυθεντικά, και μάλιστα βασισμένα σε προφορικό σώμα κειμένων, πράγμα πολύ θετικό, ενώ άλλα έχουν επινοηθεί από τον λεξικογράφο. Το τελευταίο ήταν πιθανότατα αναπόφευκτο, ειδικά αν ληφθεί υπόψη πόσο δύσκολη εν προκειμένω είναι όχι μόνο η συλλογή υλικού, αλλά και η επιλογή του κατάλληλου παραδείγματος από ένα κάπως περιορισμένο corpus.

Επικουρικό ρόλο στην παροχή σημασιολογικών πληροφοριών παίζουν τα συνώνυμα και τα αντώνυμα, σε επίπεδο παραδειγματικών σχέσεων (paradigmatic relations), σχέσεων μεταξύ στοιχείων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικά. Ο Ξ. Τζ. στο ΛΙΙ ασχολείται συστηματικά και διεξοδικά με την καταγραφή τους. Στο αλιβρουγυρίζου ως αμετάβατο λ.χ., καταγράφει οκτώ συνώνυμα και μία συνώνυμη φράση, ενώ στο ξ’λουφουρτώνου, στη μεταφορική του σημασία, είκοσι εννέα συνώνυμα και δεκαοκτώ συνώνυμες φράσεις!

Στις σημασιολογικές πληροφορίες ενός λεξικού υπάγονται και διάφοροι χαρακτηρισμοί λημμάτων και σημασιών, όπως αυτοί που δηλώνουν τη στάση του ομιλητή, π.χ. ειρωνικό, μειωτικό, ή –ειδικά για τις σημασίες– τον τρόπο μετάβασης από τη μια σημασία στην άλλη, π.χ. μεταφορικό, συνεκδοχικό. Εκ των πραγμάτων, μερικοί χαρακτηρισμοί τέτοιου είδους που απαντούν σε μεγάλα ερμηνευτικά λεξικά της Νέας Ελληνικής δεν έχουν θέση στο λεξικό ενός προφορικού ιδιώματος, π.χ. λόγιο ή αρχαϊστικό. Γενικά πάντως, στο ΛΙΙ δεν γίνεται εξαντλητική χρήση τέτοιων χαρακτηρισμών, ίσως για να μην κουραστεί ή να μη δυσκολευτεί ο μη ειδικός, π.χ. δηλώνονται το ειρωνικό και το μεταφορικό, όχι όμως το μειωτικό και το συνεκδοχικό.

Ένα ζήτημα που αντιμετωπίζουν οι λεξικογράφοι είναι η ιεράρχηση των σημασιών μιας λέξης, οι οποίες αναγνωρίζονται και καταγράφονται στο λήμμα. Η κατάταξη των σημασιών αποτελεί και έμμεσο τρόπο με τον οποίο η μία αξιολογείται ως πιο σημαντική από την άλλη. Τα κριτήρια για την ιεράρχηση των σημασιών είναι μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: πρώτον, το κριτήριο της συχνότητας, σύμφωνα με το οποίο προτάσσεται η σημασία που διαπιστώνεται ότι είναι η πιο συχνή σε χρήση· δεύτερον, το κριτήριο της λογικής σχέσης μεταξύ των σημασιών, σύμφωνα με το οποίο π.χ. καταγράφεται αρχικά η κυριολεκτική και ακολούθως η μεταφορική σημασία της λέξης· τρίτον, το ιστορικό κριτήριο, σύμφωνα με το οποίο προτάσσεται η σημασία που εμφανίζεται νωρίτερα στη γλώσσα. Στο ΛΙΙ,  όπου μια σημασία ανήκει και στη ΝΕ.Κ. και στο τοπικό ιδίωμα, αυτή καταγράφεται πρώτη, ενώ η αποκλειστικά ιδιωματική σημειώνεται δεύτερη. Παράδειγμα: λήμμα κάδ’σμα. Επίσης, όπου υπάρχει το ζεύγος κυριολεκτικής και μεταφορικής σημασίας, πρώτη δίνεται η κυριολεκτική. Παράδειγμα: λήμμα μπουρέκ. Φαίνεται όμως ότι λειτούργησε και το κριτήριο της χρήσης: Λ.χ. στο ξιψουμίζου καταγράφεται ως πρώτη σημασία η μεταφορική, ενδεχομένως γιατί είναι σαφώς συχνότερη.

Στο τελευταίο τμήμα του λήμματος ενός λεξικού καταγράφονται πληροφορίες, οι μόνες μη συγχρονικές, για την ετυμολογική προέλευση της λημματογραφούμενης λέξης ή φράσης. Η θέση που καταλαμβάνει η ετυμολογία στο λήμμα ποικίλλει από λεξικό σε λεξικό. Το ΛΙΙ ανήκει στα λεξικά όπου δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στις ετυμολογικές πληροφορίες. Η ετυμολογική ιστορία εκτείνεται τόσο, ώστε να φανεί –ει δυνατόν– και η απώτατη προέλευση των ιδιωματικών λέξεων-λημμάτων. Στο λήμμα Θ’κέβιρ’ς («Δεκέμβριος») λ.χ., ετυμολογείται και ο ίδιος ο λατινικός τύπος December. Είναι θέμα υποκειμενικής εκτίμησης το αν είναι αναγκαίο κάτι τέτοιο. Θα μπορούσε η ετυμολογική πληροφορία να είναι απλώς η αναγωγή στον λατινικό τύπο και ο αναγνώστης να ανέτρεχε σε άλλο λεξικό για να δει από πού προέρχεται ο τύπος αυτός. Από την άλλη, είναι καλό να υπάρχουν αρκετές πληροφορίες συγκεντρωμένες σε μία πηγή. Πάντως, το πιο σημαντικό είναι ότι και στον τομέα της ετυμολογίας το ΛΙΙ έχει επιστημονικό–γλωσσολογικό υπόβαθρο, αφού ως πηγές υλικού ετυμολογικού ενδιαφέροντος αξιοποιήθηκαν έγκυρα έργα.

Συμπέρασμα – επίλογος

Το ΛΙΙ, δημιούργημα ενός ειδικού γλωσσολόγου και λεξικογράφου, και μάλιστα γνώστη του τοπικού ιδιώματος, είναι ένα σπουδαίο λεξικό. Ο συγγραφέας του ακολούθησε αρχές της σύγχρονης λεξικογραφίας και εργάστηκε με την απαιτούμενη για ένα λεξικό μεθοδικότητα. Το ιδιωματικό αυτό λεξικό είναι πολύτιμο συν τοις άλλοις και γιατί αποθησαυρίζει υλικό από ένα νεοελληνικό ιδίωμα που έχει προφορικό χαρακτήρα και συρρικνώνεται. Το ΛΙΙ δείχνει τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουν και άλλοι λεξικογράφοι στο μέλλον, στον χώρο της διαλεκτικής λεξικογραφίας.

Όπως φαίνεται στο προλογικό σημείωμα του συγγραφέα (σελ. 23), ο Ξ. Τζ. έχει επίγνωση ότι ένα τέτοιο λεξικό δεν είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει και ορισμένα λάθη, όπως άλλωστε κάθε λεξικό. Η μεγάλη έκταση του λημματολογίου και η επεξεργασία του υλικού του από κάθε πλευρά, σημασιολογική, ετυμολογική κ.ά., καθιστούν αναπόφευκτη την εμφάνιση αβλεψιών ή άλλων σφαλμάτων. Ο Ξ. Τζ. όμως έχει την επιστημονική ωριμότητα να δηλώσει ότι σε τυχόν δεύτερη έκδοση του ΛΙΙ θα δεχτεί με ιδιαίτερη ικανοποίηση παρατηρήσεις και προτάσεις διατυπωμένες από ειδικούς ερευνητές.

—-

Το Λεξικό του Ιμβριακού Ιδιώματος πωλείται μόνο από τον Σύλλογο Ιμβρίων, που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη (διεύθυνση: Ελευθερίου Βενιζέλου 80, τηλέφωνα: 2109345096 και 2109347957, email: info@imvrosisland.org).

Σημειώσεις

[1] Ας σημειωθεί παρενθετικά ότι σε μια τέτοια περίπτωση χρήσιμο θα ήταν να παραπέμπεται ο αναγνώστης λ.χ. σε έναν πίνακα όπου να έχουν συγκεντρωθεί τα ονόματα και των δώδεκα μηνών, για να γνωρίζει πώς λέγονται στο τοπικό ιδίωμα, είτε πληρούν τα κριτήρια λημματογράφησης (π.χ. Θ’κέβιρ’ς, λήμμα του ΛΙΙ), είτε όχι (π.χ. Γινάρ’ς, που σημαίνει «Γενάρης», «Ιανουάριος», και δικαιολογημένα δεν υπάρχει ως λήμμα στο ΛΙΙ).

[2] Το συγχρονικός αποτελεί γλωσσολογικό όρο, αντίθετο σημασιολογικά με το διαχρονικός, και αφορά τη λεγόμενη συγχρονία, το σύνολο των στοιχείων ενός γλωσσικού συστήματος, που συνεμφανίζονται και αλληλοσυνδέονται σε μια ορισμένη χρονική περίοδο και στον ίδιο τόπο. Ο όρος συγχρονικός δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην «σύγχρονος», αφού πιθανώς αφορά μια συγχρονία που ανήκει στο παρελθόν.

[3] Σε τυχόν δεύτερη έκδοση του λεξικού θα πρότεινα να προστεθεί στην αρχή του κειμένου αυτού η πληροφορία ότι το ιμβριακό ιδίωμα ανήκει στα βόρεια νεοελληνικά, χαρακτηριστικά των οποίων είναι η αποβολή των άτονων [ι] και [ου] (λ.χ. μαράζ’, λήμμα του ΛΙΙ, δηλ. «μαράζι») και η στένωση των άτονων [ε] (ε και αι) και [ο] (ο και ω) σε [ι] και [ου] αντίστοιχα (λ.χ. κουπέλα, λήμμα του ΛΙΙ, δηλ. «κοπέλα»).

[4] Αν πραγματοποιηθεί δεύτερη έκδοση του ΛΙΙ, μια ιδέα θα ήταν να εμπλουτιστεί το κυρίως μέρος του λεξικού με πλαισιωμένα σχόλια που να περιλαμβάνουν διάφορες εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα πληροφορίες, σχετικές είτε με το ιδίωμα της Ίμβρου είτε με το νησί γενικότερα.

[5] Σε τυχόν επόμενη έκδοση του ΛΙΙ, το συγκεκριμένο τμήμα του λεξικού θα μπορούσε να εμπλουτιστεί μεταξύ άλλων με έναν χάρτη όπου να σημειώνονται όλα –ει δυνατόν– τα καταγεγραμμένα στο ΛΙΙ τοπωνύμια της Ίμβρου.

[6] Σημειωτέον ότι η διάκριση φράσης και περιστασιακής λεξιλογικής σύναψης αποτελεί μία από τις εκφάνσεις του βασικού λεξικογραφικού διλήμματος που αφορά τη διαφοροποίηση περιστασιακής και παγιωμένης χρήσης.

[7] Η διάκριση σημασίας–χρήσης συνιστά μία ακόμη όψη του καίριου λεξικογραφικού διλήμματος που αφορά τη διαφοροποίηση ευκαιριακής και παγιωμένης χρήσης στη γλώσσα.

[8] Η ίδια ευστοχία διαπιστώνεται και στη διατύπωση του ορισμού της σημασίας διαφόρων παροιμιών που καταγράφονται σε μερικά λήμματα.

[9] Από άποψη τυπολογίας των λεξικών, εδώ φαίνεται ότι τα διαλεκτικά λεξικά συγγενεύουν με τα δίγλωσσα.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

α)

Μπάτζιος Γ. 1999: Λεξικογραφία, λεξικολογία και γλωσσολογία. Αδημοσίευτη εργασία εξαμήνου στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού προγράμματος γλωσσολογίας (Αθήνα).

Ξυδόπουλος Γ. 2008: Λεξικολογία. Εισαγωγή στη μελέτη της λέξης και του λεξικού (Αθήνα:Πατάκης).

Ξυδόπουλος Γ. 2011: «Μεταλεξικογραφικές παρατηρήσεις στα διαλεκτικά λεξικά Μ. Μπεναρδή και Α. Σύρκου», Patras Working Papers in Linguistics, Vol. 2.1 (2011:96-113), τόμος αφιερωμένος στη διαλεκτική ποικιλία των Μεγάρων.

β)

Béjoint H. 2000: Modern Lexicography. An Introduction (Oxford:Oxford University Press).

Jackson H. 2002: Lexicography. An Introduction (London: Routledge).

Landau S. 2001: Dictionaries. The Art and Craft of Lexicography (Second Edition. Cambridge:Cambridge University Press).

Advertisements

«Τα ημαρτημένα του Λεξικού Μπαμπινιώτη. Μια πρώτη επιλογή… και έπεται η συνέχεια»
Συγγραφείς: Βασίλης Φίλιας – Γιάννης Πρινιανάκης
Εκδότης: Παπαζήσης

Οι Φίλιας και Πρινιανάκης έχουν ελλιπείς γνώσεις σχετικά με το αντικείμενο της γλωσσολογίας και ειδικότερα της ετυμολογίας. Δεν γνωρίζουν ούτε πώς λειτουργεί η γλώσσα ούτε πώς μεταβάλλεται. Προτού ξεκινήσουν τη συγγραφή του βιβλίου τους, θα έπρεπε να παρακολουθήσουν μια σειρά από μαθήματα γλωσσολογίας, τουλάχιστον του πρώτου και του δεύτερου εξαμήνου του φιλολογικού τμήματος. Το βιβλίο τους είναι γεμάτο από παρετυμολογίες, εσφαλμένες, αυθαίρετες ή και αστείες ετυμολογικές ερμηνείες, καθώς και άλλα λάθη. Τα παραδείγματα είναι άφθονα. Λ.χ. στη σελίδα 67 γράφουν:

«[…] Προκύπτουν πολλά ερωτήματα, στα οποία οφείλουν να απαντήσουν οι χρήστες των Σανσκριτικών και υπέρμαχοι της θεωρίας ότι η Σανσκρίτη [sic] είναι η μητέρα γλώσσα όλων των ευρωπαϊκών γλωσσών και της Ελληνικής. […]».

Διαπιστώνεται δηλ. άγνοια για το τι διδάσκει η ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία και υιοθετεί το κρινόμενο λεξικό ως προς τη σχέση σανσκριτικής και ελληνικής. Η σανσκριτική δεν είναι η μητέρα της ελληνικής, αλλά συγγενής γλώσσα. Όταν οι «ερευνητές» Φίλιας και Πρινιανάκης αγνοούν κάτι τόσο βασικό, βγαίνουν συμπεράσματα για τη γενικότερη κατάρτισή τους.

Τα μαργαριτάρια των Φίλια–Πρινιανάκη συνεχίζονται. Αντιγράφω από τη σελίδα 679:

«[…] Πιστεύουμε ότι ο ήχος φλ-φλ-φλ, που κάνει ο αφρός της θαλάσσης, […] κυρίως κατά το σπάσιμο του κύματος στην ακτή, είναι το πρόπλασμα του ρ. φιλάω. […]».

Δεν είναι του παρόντος να γραφεί εδώ ένα εκτενέστατο κείμενο θεωρίας της ετυμολογίας, στο οποίο να αναλύεται ο ρόλος των ηχομιμητικών λέξεων. Στο παραπάνω απόσπασμα φαίνεται ότι οι δύο συγγραφείς δεν έχουν ούτε στοιχειώδεις σχετικές γνώσεις. Κάποιος θα πρέπει, τουλάχιστον, να τους απευθύνει το ερώτημα πώς αποδεικνύεται ότι το φιλάω προήλθε από το φλ–φλ–φλ. Είναι βάσιμη μια τέτοια, αφελής και αστεία, ετυμολογική πρόταση;

Παρόμοια σχόλια μπορούν να γίνουν και για την εξίσου αφελή ετυμολογική ερμηνεία των πλέω και πλάθω (σελίδα 487):

«[…] Και τα δύο ρήματα, πλέω και πλάθω, προκύπτουν από τον ήχο πλατς-πλουτς, που δημιουργείται όταν κάτι χτυπά το νερό (πλατσουρίζει) ή επίσης όταν τα χέρια μας μπαινοβγαίνουν στη ζύμη πλάθοντάς την. […]».

Οι Φίλιας και Πρινιανάκης ακούνε ό,τι θέλουν να ακούσουν (φλ–φλ–φλ στη μία περίπτωση και πλατς–πλουτς στην άλλη) και υποστηρίζουν αναπόδεικτες ετυμολογικές σχέσεις. Το χειρότερο μάλιστα είναι ότι όλο τους το βιβλίο διανθίζεται με προκλητικά και εξοργιστικά ειρωνικά σχόλια. Η προκλητικότητα των αδαών (ή των ημιμαθών). Όπως έγραψε μάλιστα γνωστός συγγραφέας,

«Οι Φίλιας–Πρινιανάκης είναι αξιοθρήνητα άσχετοι με τη γλωσσολογία, κι όμως βρίζουν με αέρα και ύφος καρδιναλίων όσους προβάλλουν τις επιστημονικές απόψεις».

 

Το λεξικό Μπαμπινιώτη στην ετυμολογία του έκφυλος γράφει ότι η αρχική του σημασία (στην αρχαιότητα) ήταν «ξένος, αλλόφυλος». Και οι Φίλιας–Πρινιανάκης γράφουν (σελίδα 270):

«[…] Οι ξένοι δηλαδή που βρίσκονται στη χώρα μας είναι έκφυλοι; Καθέναν που δεν ανήκει στη φυλή μας τον θεωρούμε έκφυλο; Εάν και εμείς πάμε σε μια ξένη χώρα, γινόμαστε αυτομάτως για τους κατοίκους της έκφυλοι; […]».

Δημαγωγικά, παραπλανητικά ερωτήματα, που βασίζονται σε σύγχυση συγχρονίας-διαχρονίας. Κανείς δεν χαρακτήρισε έκφυλους τους ξένους με τη σημερινή σημασία του έκφυλος.

Επίσης (σελίδα 270):

«[…] Πότε, πού, σε ποιον συγγραφέα, σε ποιο έργο του, σε ποια σοβαρή αναφορά καταδεικνύεται ότι ο έκφυλος είχε αρχική σημασία «ξένος, αλλόφυλος»; […]».

Μπορεί κανείς να ανατρέξει στο αντίστοιχο λήμμα του λεξικού Δημητράκου, για να δει τις σημασίες και υποσημασίες του λήμματος, με τα σχετικά χωρία. Δεν ξέρω αν είναι σοβαρές αυτές οι αναφορές. Πάντως, τη σχετική σημασία αναγνωρίζει και το λεξικό Δημητράκου. Και πάντως, δεν στέκουν τα παραπάνω ερωτήματα, που διατυπώνονται για λόγους εντυπώσεων.

Τέλος, για το ίδιο θέμα (σελίδα 271):

«[…] Είναι δυνατόν ολόκληρος γλωσσολόγος […] να μη διαχωρίζει τη διαφορά [sic] φύλου και φυλής; […]».

Οι Φίλιας και Πρινιανάκης στην ίδια σελίδα πληροφορούν τι σημαίνει φύλο, λ.χ. το ανδρικό και το γυναικείο, και τι φυλή. Δεν καταλαβαίνω γιατί γράφτηκαν τόσα πολλά, εφόσον η λέξη φύλο δηλώνει και τη φυλή, την εθνότητα – δες λ.χ. τη δεύτερη σημασία στο λήμμα φύλο του λεξικού της Θεσσαλονίκης.

Έδωσα, λοιπόν, μια εικόνα του βιβλίου. Φοιτητές γλωσσολογίας, στο πλαίσιο λ.χ. ενός μεταπτυχιακού μαθήματος, ας αναλάβουν εργασίες όπου θα καταδεικνύεται ο αντιεπιστημονικός, ερασιτεχνικός χαρακτήρας των ετυμολογήσεων των Φίλια–Πρινιανάκη. Από την άποψη αυτή και μόνο, πρόκειται για χρήσιμο βιβλίο. Ένας φοιτητής μπορεί να δει τι σημαίνει δημόσιος λόγος για τη γλώσσα, ερήμην της γλωσσολογίας.

Σχετικοί σύνδεσμοι:

1) «Χλ χλ χλ το κύμα και να ο μοχλός!»

2)

α. «Τα ημαρτημένα…»

β. «Ου γαρ έρχεται μόνον…»

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

15/12/2011

«Όταν συγκρούεται το επιστημονικό με το παραεπιστημονικό και το αντιεπιστημονικό, δεν χρειάζεται να πω ποιος βγαίνει ηττημένος και ταπεινωμένος… Είναι όμως όλη αυτή η ένταση μια καλή αφετηρία για συστηματική και αμερόληπτη ενημέρωση, γιατί πιστεύω ότι φίλη η φιλοπατρία μας, φιλτάτη δε η αλήθεια. Τα τελευταία χρόνια έχει ξεκινήσει από κάποιους ύποπτους –κατά τη γνώμη μου– κύκλους μια προσπάθεια απόδειξης του αναπόδεικτου. Μια προσπάθεια να τραβήξουμε και να μακρύνουμε προς τα πίσω την ιστορία του Ελληνισμού (λες κι αυτό σημαίνει τίποτα για την αξία του), να διακηρύξουμε ότι εμφανιστήκαμε από το πουθενά, λίγο πριν από τον homo habilis, ότι ανέκαθεν ήμασταν μοναχικοί και ανάδελφοι, μια μοναχική φυλή χωρίς συγγενείς και επιρροές, κι ότι παραδόξως αυτή η αυτοφυής γλώσσα υιοθετήθηκε αίφνης από όλους τους άλλους λαούς που περίμεναν στη γωνία, άγλωσσοι και απολίτιστοι, τα δικά μας φώτα. Κι αυτό γιατί αυτοί οι κύριοι στάθηκαν ανίκανοι να κατανοήσουν και να εκτιμήσουν την αξία και το μεγαλείο της Αρχαίας Ελλάδας στις πραγματικές του διαστάσεις, γι’αυτό και επεχείρησαν να της προσδώσουν ψεύτικη και ασύστατη αίγλη με εικοτολογίες και ανεύθυνους κομπογιαννιτισμούς. Αξία για μια γλώσσα δεν έχει τόσο η αρχή της και η προϊστορία της, όσο η εξέλιξή της, η καλλιέργειά της και η γραμματειακή παραγωγή της (και εκεί έγκειται η θαυμαστή ιδιαιτερότητα της Ελληνικής)».
Δημήτρης Μιχελιουδάκης

«Ας σταθούμε ικανοί να τη γνωρίσουμε αυτήν την έρμη την Eλληνική, που και εδώ τραυματίζεται, και ας τη δούμε όπως πραγματικά είναι: μια απ’τις αρχαιότερες γλώσσες του κόσμου, κλάδος της μεγαλύτερης γλωσσικής οικογένειας, με μεγάλη επιρροή διαχρονικώς, αλλά και με κοινή καταγωγή, όπως είναι φυσικό, με τις γλώσσες αυτές που παρουσιάζουν συστηματικές ομοιότητες στο λεξιλόγιο και τη δομή, τέτοιου βάθους ομοιότητες που δεν μπορούν να οφείλονται σε δανεισμό. Επίσης, είναι αφελές να μιλάμε για αιτιακή / φυσική σχέση σημαίνοντος και σημαινομένου στη γλώσσα και ειδικά στην Ελληνική. Η γλώσσα είναι κοινωνικό προϊόν, δεν δόθηκε απ’τους θεούς για νά’χει …μεταφυσικές ιδιότητες, η σύναψη σημασιών στις λέξεις είναι μια σύμβαση, μια συμφωνία, ένα σιωπηρό συμβόλαιο των ομιλητών μιας γλώσσας κι αυτό είναι που τους ενώνει. Ποια (μετα)φυσική σχέση υπάρχει ανάμεσα στον ήχο [΄tria] και στα τρία παιδιά βολιώτικα; Και τι το “φυσικό” έχει το ελληνικό τρία, που δεν το’χει το κινέζικο san; Αλίμονο, η γλώσσα δεν είναι πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης, ας εμπιστευόμαστε τους ειδικούς και όχι τις περιθωριακές και ύποπτες φωνές, γιατί είναι γελοίο και μας υποβιβάζει. Όποιος έχει επιφυλάξεις, ας ανατρέχει στα σοβαρά εγχειρίδια, στα Πανεπιστήμια και τις βιβλιοθήκες και όχι στα πανέρια όπου συνωστίζονται φυλλάδες φανατισμένες, οι οποίες παραδοξολογούν για να προσηλυτίσουν και να κολακέψουν αυτούς που ζητάνε την πρόχειρη αυτεπιβεβαίωση. Η -αληθινή- γνώση δεν έχει ιδεολογία και δεν απειλεί, μόνο παρεξηγήσεις διαλύει και μπορεί (αν όχι πρέπει) να είναι προσιτή στον καθένα που έχει μάτια ανοιχτά. Εκεί είναι η ομορφιά του Ελληνισμού, στις σχέσεις του, στις αμφίδρομες επιρροές του, στην ελεύθερη επικοινωνία του και όχι στον αμυντικό απομονωτισμό που μας προτείνουν οι υπερεθνικόφρονες, αυτοί που γίναν υπερπατριώτες γιατί δεν στάθηκαν ικανοί να δουν την αντικειμενική αξία των ελληνικών γραμμάτων, με αποτέλεσμα να ισοπεδώνουν, να απλουστεύουν και να φτωχαίνουν την αξία του Ελληνισμού, με μόνο μέλημα μια υποτιθέμενη αυτοχθονία και αυτάρκεια, που καταλήγει σε αυτισμό. Ποιος από τους εθνικιστές μπορεί να χαρεί αληθινά τον Όμηρο, τον Καβάφη, τον Ρωμανό, τον Πλάτωνα, τον Ευριπίδη, τον Καζαντζάκη, τον Παπαδιαμάντη (για να μην πω να τους καταλάβει); Από αυτούς ζητάνε το αίμα τους και όχι το φως ή τη δροσιά τους».
Δημήτρης Μιχελιουδάκης

«Γράφει ο συγγραφέας Πέτρος Τατσόπουλος: “Δίπλα σε κάθε μαγαζί της Επιστήμης, χτισμένο με τον ιδρώτα αιώνων, η “Νέα Εποχή”, αυτό το γραφικό κίνημα ηλιθίων, έχει χτίσει και το δικό της …παραμαγαζάκι: δίπλα στην αστρονομία η αστρολογία, δίπλα στη φιλοσοφία ο διαλογισμός, δίπλα στην κλασική ιατρική οι ολιστικές θεραπείες και παραδίπλα ο αποκρυφισμός, η ψυχοκίνηση και πάσης άλλης μορφής τσαρλατανισμός” (Η μεγάλη σύγχυση, εφημ. Εξουσία 11.6.1999 και στο Πιπέρι στη γλώσσα, σελ. 106, Καστανιώτης, 2000). Αν θέλαμε να κάνουμε λίγο πιο …πλήρη την παραπάνω παράγραφο, θα έπρεπε να προσθέσουμε μία ακόμη σειρά: “δίπλα στους αρχαιολόγους, τους ιστορικούς, τους φιλολόγους και τους γλωσσολόγους οι “αρχαιολάτρες”, οι ερασιτέχνες της ιστορίας και της γλώσσας”.

»Όλοι αυτοί που απορρίπτουν τα επιστημονικά πορίσματα περί γλώσσας, επειδή δεν ταιριάζουν στις μεγαλοϊδεατικές τους αντιλήψεις, ουσιαστικά εφαρμόζουν τον εθνικισμό στη γλώσσα. Όταν δεν μπορείς να αγαπάς την πατρίδα σου χωρίς να μισείς τις πατρίδες των άλλων, τότε δεν μπορείς και να αγαπάς τη γλώσσα σου χωρίς να απαξιώνεις τις γλώσσες των άλλων.

»Η Ελληνική είναι μία πανάρχαια, πλουσιότατη, αδιάκοπα ομιλούμενη γλώσσα στην οποία γράφτηκαν αξεπέραστα έργα του παγκόσμιου πολιτισμού και η οποία τροφοδότησε πολλές άλλες γλώσσες. Αυτά τα αναμφισβήτητα γεγονότα δεν είναι αρκετά για τον εθνικιστή της γλώσσας. Η Ελληνική, λένε, είναι η μήτρα που γέννησε όλες τις άλλες γλώσσες (και τα Κινέζικα; και τα Αραβικά;). Ό,τι μιλάνε όλοι οι άλλοι λαοί δεν είναι παρά ελληνικές διάλεκτοι! Η Ελληνική έδωσε σε όλες τις γλώσσες αλλά δεν πήρε από τις άλλες ούτε μία λέξη!

»Όταν αυτά είναι τα συμπεράσματα στα οποία πρέπει οπωσδήποτε να καταλήξουμε, κάθε καλοπροαίρετος καταλαβαίνει πόσο επιστημονική θα είναι και η μέθοδος που θα χρησιμοποιηθεί προς απόδειξη (;): Πιάνουμε μία λέξη ομηρική που μοιάζει με κάποια ξένη (δυο-τρεις κοινοί φθόγγοι αρκούν) και αμέσως έτοιμο το συμπέρασμα: ελληνικότατη η λέξη! Αν τώρα, η λέξη αυτή λείπει τελείως από την αττική διάλεκτο, αν λείπει από την Ελληνιστική Κοινή, αν λείπει από τη Μεσαιωνική, την Καθαρεύουσα, τη Δημοτική δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Τόσους αιώνες τελούσε εν υπνώσει για να ξεπηδήσει ως εκ θαύματος στα χείλη ενός άλλου λαού χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και να δικαιώσει τις δοξασίες των ελληνοφρόνων ερασιτεχνών της γλώσσας και της ιστορίας».
Χρήστος Μουλώτσιος

«Με θλίβει ότι η διάδοση της ημιμάθειας (δυστυχώς ακόμη και μεταξύ φιλολόγων) είναι τόσο ευρεία, ώστε προσφέρει λαβές στους ελληνολάτρες, ακόμη και σε αυτούς που ξεκίνησαν με αγαθές προθέσεις. Χωρίς γλωσσολογικά εφόδια, με απλή παράθεση τύπων που μοιάζουν και σημασιών που ταιριάζουν, ο ατυχής “Εσκιμώος” ανάγεται αβίαστα στο επίθ. “άσχημος” και το αγγλ. “sin” στο ομηρικό “σίνομαι” «βλάπτω»! Η τεκμηρίωση των ενδιαμέσων σταδίων δεν θεωρείται απαραίτητη, η δε ερμηνεία τής μεσολάβησης αιώνων μεταξύ των συγκρινομένων αντιμετωπίζεται σαν περιττή πολυτέλεια. Με ανησυχεί ότι, ως φαίνεται, δεν κατορθώσαμε να διδάξουμε στους μαθητές και τους φοιτητές μας τη μέθοδο ελέγχου τέτοιων έωλων σοφισμάτων».
Θεόδωρος Μωυσιάδης



Τα όσα γράφονται στο προηγούμενο υποκεφάλαιο είναι ικανά να διαφωτίσουν για την ετυμολογική προέλευση της λέξης ορθοπαιδική. Ωστόσο, με αφορμή κάποια σημεία των κειμένων του Κ.Π., ας προστεθούν τα εξής:

1. Η εργασία Θέματα ετυμολογίας και ορθογραφίας δεν είναι επίσημη διπλωματική εργασία, όπως εσφαλμένα νομίζει ο Κ.Π. –πρόκειται για μια απλή γλωσσολογική εργασία, μη κατατεθειμένη στο Πανεπιστήμιο, που δημιουργήθηκε με σκοπό να κατακριθεί η μέθοδος μερικών ιδεολόγων σε θέματα ετυμολογίας και ορθογραφίας. Κάθε εχέφρων και απροκατάληπτος αναγνώστης της εργασίας αυτής μπορεί να διαπιστώσει ότι έχει γλωσσολογικό χαρακτήρα και ότι σε αυτήν αναιρούνται με συγκεκριμένα στοιχεία οι εσφαλμένες αντιλήψεις των «αρχαιολατρών» σε διάφορα θέματα γλώσσας. Στόχος της εργασίας δεν είναι, φυσικά, οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, αλλά οι γλωσσικές τους απόψεις. Από την εργασία προκύπτει, όμως, ότι οι βασικές τους θέσεις (π.χ. για την προέλευση του αλφαβήτου) έχουν σαφέστατο ιδεολογικο-πολιτικό υπόβαθρο. Ακόμη και για το θέμα της ορθοπαιδικής, μερικοί μη γλωσσολόγοι εκφέρουν σαφέστατα ιδεολογικό λόγο, όπως αποδεικνύεται π.χ. στο παραπάνω κείμενο του Κώστα Πνευματικού. Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις των «αρχαιολατρών» δεν μας απασχολούν. Είναι γεγονός, ωστόσο, ότι μερικοί από αυτούς είναι δωδεκαθεϊστές –αυτό γιατί να αποσιωπηθεί; Και γιατί ο Κ.Π. σπεύδει να υπερασπιστεί όσους έχουν «υπερβάλλον αντισιωνιστικό και αντιχριστιανικό πνεύμα» και είναι «δωδεκαθεϊστές»; Γλωσσολογικά στοιχεία περιλαμβάνει η εργασία, τα οποία βέβαια δεν κατόρθωσε να αναιρέσει ο Κώστας Πνευματικός.

2. Ο Κ.Π., αδυνατώντας να εκφέρει επιστημονικό λόγο, εξακολουθεί να επιλέγει την τακτική της στομφώδους κενολογίας και της επανάληψης στοιχείων για τα οποία έχουν δοθεί αναλυτικές απαντήσεις. Δεν έχουμε αφήσει τίποτε αναπάντητο σχετικά με το θέμα της ορθοπαιδικής. Το γεγονός ότι ο Κ.Π. επιμελώς αποκρύπτει τη συνολική απάντηση που του έχει δοθεί για το εν λόγω θέμα τα λέει όλα.

3. Ο Κ.Π., με αφορμή την παρατήρηση ότι η ετυμολογική ορθογραφία της ορθοπαιδικής δεν είναι θέμα ποσοτικό, δεν καθορίζεται δηλ. από το ποσοστό των λεξικών που επιλέγουν τη γραφή με –ε-, κάνει την εξής πρόβλεψη: ότι στο μέλλον, αν ακολουθηθεί στα περισσότερα λεξικά η γραφή με –αι-, θα επικαλούμαστε το ποσοτικό αυτό κριτήριο που τώρα απορρίπτουμε! Μας καταλογίζει δηλ. ασυνέπεια προκαταβολικά! Δεν αξίζει να ασχολούμαστε με τέτοια επιχειρήματα.

4. Ο Κ.Π. εξακολουθεί να ισχυρίζεται ότι η γραφή της επίμαχης λέξης με –ε– «έχει γερά και λογικά θεμέλια»… Σε ερώτηση ενός συνομιλητή του ποιο στοιχείο υπάρχει για το ορθοπεδικός, δηλ. για την ετυμολογική σύνδεση της λέξης με το πεδάω, ο Κ.Π. απαντά: «αφού όμως ζητούνται στοιχεία, ας μάθουν, λοιπόν, ότι στοιχείο για τη λέξη ορθοπεδικός με –ε– είναι το γεγονός ότι η λέξη με –ε– επικράτησε και στην Ελλάδα». Τον ρωτούν ποιο στοιχείο τεκμηριώνει την ετυμολογική σχέση του ορθοπαιδικού με το πεδάω και αυτός απαντά ότι τέτοιο στοιχείο είναι το γεγονός ότι επικράτησε η γραφή με –ε-! Με αυτήν τη λογική, το γεγονός ότι επέδωσε η γραφή αγόρι (αντί αγώρι, που ανάγεται στο άωρος) θα ήταν στοιχείο που καθιστά ετυμολογικά βάσιμο τον τύπο αγόρι! Φυσικά, με βάση το κριτήριο της χρήσης, μπορούμε κάλλιστα να γράφουμε αγόρι. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ακολουθούμε ετυμολογική ορθογραφία στην προκειμένη περίπτωση! Η χρήση είναι κριτήριο για την απόκλιση από το συγκεκριμένο είδος ορθογραφίας.

5. Ο Κ.Π. στο γεμάτο φανατισμό κείμενό του (βλ. παραπάνω) για την ορθοπαιδική έκανε λόγο και για ανενημέρωτους «φωστήρες». Είναι δεδομένο, όμως, ότι ένα από τα μεγαλύτερα σύγχρονα λεξικά επιλέγει και τεκμηριώνει ετυμολογικά σε εκτενές σχόλιο εκτός λήμματος τη γραφή ορθοπαιδική. Οπότε, με βάση το στοιχείο αυτό, εύλογα ετέθη στον Κ.Π. το ερώτημα αν χαρακτηρίζει ανενημέρωτους «φωστήρες» τους ειδικούς γλωσσολόγους που υποστηρίζουν τη γραφή με –αι-. Ο Κ.Π. αντιστρέφει το ερώτημα ως εξής: «ποιοι είναι ανενημέρωτοι φωστήρες; Οι πάμπολλοι γλωσσολόγοι, φιλόλογοι, λεξικογράφοι που υποστηρίζουν τη γραφή ορθοπεδικός με –ε-;». Και ακολούθως γράφει: «η απάντηση είναι μία: κανείς! Ούτε οι μεν, ούτε οι δε, είναι ανενημέρωτοι φωστήρες». Μα, ο ίδιος έκανε λόγο πρώτος για ανενημέρωτους «φωστήρες»! Τώρα υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν τέτοιοι! Ας αποφασίσει τελικά… Και το πιο σημαντικό: «οι πάμπολλοι γλωσσολόγοι, φιλόλογοι, λεξικογράφοι που –σύμφωνα με τον Κ.Π.– υποστηρίζουν τη γραφή ορθοπεδικός με –ε-» δεν την υποστηρίζουν ως ετυμολογικά δικαιολογημένη. Κανείς ειδικός γλωσσολόγος δεν υποστηρίζει ότι η ορθοπαιδική θα πρέπει να γράφεται με –ε– σύμφωνα με την ετυμολογία της. Μερικοί προτιμούν τη γραφή με –ε-, που βασίζεται στο κριτήριο της χρήσης. Ενώ άλλοι θεωρούν προτιμότερη την ετυμολογική γραφή, αυτήν με –αι-, αφού άλλωστε η έννοια της ρύθμισης στον χώρο της ορθογραφίας δεν έχει τόσο αρνητικό χαρακτήρα όσο σε άλλες περιοχές της γλώσσας. Είναι αδύνατον να γίνει σοβαρός επιστημονικός διάλογος με ανθρώπους που δεν μπορούν να αντιληφθούν τέτοιες λεπτές διακρίσεις και κάνουν λόγο, γενικά και αόριστα, για πάμπολλους γλωσσολόγους που υποστηρίζουν τη γραφή με –ε-.

Την εσφαλμένη γραφή του όρου ορθοπαιδική με –ε– υποστήριξε σε ατυχές κείμενο που έστειλε στους καθηγητές τής Φιλοσοφικής Αθηνών τον Μάιο του 2003 ο Κώστας Πνευματικός, φοιτητής τότε του τμήματος ιστορίας-αρχαιολογίας. Το βασικότερο χαρακτηριστικό του εν λόγω άρθρου είναι η στομφώδης κενολογία, δείγμα ιδεολογικού φανατισμού και επιστημονικής άγνοιας. Ο αρθρογράφος σχολιάζει την πρωτοβουλία των γλωσσολόγων και των ορθοπαιδικών να ενημερώσουν για τη σωστή γραφή της λέξης και τη σχετική αρθρογραφία τους ως «θνησιγενείς σταυροφορίες», «προκατασκευασμένα εθνικά θέματα» και άλλα ηχηρά ευτράπελα. Επίσης, συνδέει αυθαίρετα τη δραστηριότητα αυτή με …το κίνημα του αττικισμού, που πρέσβευε στη μετακλασική Ελλάδα τη μίμηση της γλώσσας των κλασικών χρόνων, κάτι εντελώς άσχετο με το συζητούμενο θέμα. O K.Π. σχολιάζοντας τη γρ. ορθοπαιδική, που επιδίδει τα τελευταία χρόνια, κάνει λόγο γενικά κι αόριστα για «αλλαγή της ελληνικής γλώσσας», «άλωση του γλωσσικού μας πλούτου», ενώ παραθέτει και στίχους από τις Ευμενίδες του Αισχύλου, όπως τον στίχο 539 (βωμὸν αἴδεσαι δίκας, δηλ. «στης Δίκης τον βωμό να ’χεις σέβας»).

Η ρύθμιση της γραφής μιας λέξης με βάση την ετυμολογία της δεν συνιστά βεβαίως «αλλαγή της γλώσσας». Ο ισχυρισμός αυτός, όχι μόνο αποτελεί δείγμα υπεργενίκευσης, αλλά έχει και αντιεπιστημονικό υπόβαθρο, την ταύτιση γλώσσας και γραφής. Ως προς την υποτιθέμενη άλωση του γλωσσικού μας πλούτου, κάθε εχέφρων άνθρωπος είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι η γραφή του όρου ορθοπαιδική με –αι-, ακόμη κι αν δεν ήταν ετυμολογικά βάσιμη όπως πράγματι είναι, σε καμιά περίπτωση δεν θα είχε ως επακόλουθο την άλωση του πλούτου της Ελληνικής! Σχετικά με το απόσπασμα από τον Αισχύλο, κανείς δεν είπε ότι ένας αρθρογράφος δεν μπορεί να διανθίσει το κείμενό του με ένα εισαγωγικό απόφθεγμα ή μερικούς στίχους, όπως αναφέρει σε μεταγενέστερο σημείωμά του ο K.Π. Κριτική ασκείται, γιατί απλούστατα το συγκεκριμένο χωρίο του Αισχύλου για την απονομή της δικαιοσύνης, πέρα από δείγμα αλαζονείας του Κ.Π., είναι τελείως άσχετο με το συζητούμενο θέμα. Σε διευκρινιστικό του σχόλιο για το κομμάτι από τον Αισχύλο, ο K.Π. συνιστά να διαβαστεί η Δίκη ως Λογική! Φυσικά, είναι ο τελευταίος που μπορεί να επικαλείται μια τέτοια έννοια… Άτοπο είναι και ένα χωρίο από τον Γάλλο φιλόσοφο Auguste Comte (1798-1857) που παραθέτει ο K.Π.: «Δεν μπορεί κανείς να κατέχει μιαν επιστήμη, παρά μόνον όταν γνωρίζει την ιστορία της». Εδώ το θέμα δεν είναι η ιατρική γνώση, αλλά η εξακρίβωση μιας ετυμολογίας.

Ακόμη, ο K.Π. σχολιάζει υποτιμητικά τα του Andry γράφοντας ότι αποτελούν το ένα και μοναδικό επιχείρημα για τη γραφή του όρου με –αι-. Στην πραγματικότητα, αυτό το ένα και μοναδικό στοιχείο που τόσο υποτιμά ο Κ.Π. είναι αδιάσειστο, αφού αποτελεί ρητή μαρτυρία του ίδιου του καθηγητή ότι έπλασε τη λέξη ορθοπαιδική με βάση το παιδίον. Η ομολογία αυτή, που έχει καταγραφεί στο βιβλίο του Andry, στηρίζει τη γραφή του όρου με –αι-. Ο K.Π. αρνούμενος πεισματικά να δεχθεί ένα γεγονός, τη δημιουργία του όρου από τον καθηγητή Αndry, έκανε τον περιττό κόπο να γράψει πενήντα σελίδες, προκειμένου να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, δηλ. τη γραφή με –ε-. Ο Αndry ομολογεί ότι έπλασε τον όρο ορθοπαιδική βασιζόμενος στο παιδίον. Δικαίωμα του καθενός είναι να εθελοτυφλεί.

Ακολούθως, ο Κ.Π. επικαλείται το άτοπο επιχείρημα ότι «το γλωσσικό ένστικτο του ελληνικού λαού, του συνόλου δηλαδή των ζώντων ομιλητών της σύγχρονης ελληνικής γλώσσας, σε τελική ανάλυση, αποφασίζει πώς γράφεται μία λέξη». Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ δύο διαφορετικών θεμάτων που φαίνεται να συγχέονται από τον Κ.Π.: το ένα είναι η επιστημονική ετυμολογία μιας λέξης, ενώ το άλλο η ορθογραφική της απόδοση, που μπορεί πράγματι σε μερικές περιπτώσεις να μη ρυθμίζεται από την ετυμολογική προέλευσή της. Η αλήθεια είναι ότι στη γλωσσική κοινότητα υπάρχουν κάποιες ορθογραφικές τάσεις που οδηγούν σε γραφές ετυμολογικά αβάσιμες (βλ. τη λ. τραβώ), όμως το θέμα αυτό διαφέρει από την επιστημονική ετυμολόγηση μιας λέξης, που γίνεται ασφαλώς από τους ειδικούς επιστήμονες και κατά κανόνα καθορίζει τη γραφή της (βλ. τη λ. καλύτερος). Στην προκειμένη περίπτωση, εκείνο που πρωτίστως μας ενδιαφέρει είναι η ετυμολογία της λέξης. Και για το θέμα αυτό τον πρώτο λόγο δεν μπορεί παρά να τον έχουν οι αρμόδιοι γλωσσολόγοι. Αυτό δεν δηλώνει καμία περιφρόνηση για τον καθ’ όλα σεβαστό απλό ομιλητή μιας γλώσσας, αλλά είναι σύμφωνο με την κοινή λογική. Το συζητούμενο θέμα είναι η ετυμολογική προέλευση της ορθοπαιδικής. Εφόσον είναι δεδομένο ότι συνδέεται ετυμολογικά με το παιδίον, η λέξη θα μπορούσε να γραφεί από όλους με –ε-, μόνο αν συμφωνούσαμε να ακολουθήσουμε στη γραφή της το κριτήριο της χρήσης (αυτό που υπαγορεύει να γράφουμε αγόρι και όχι αγώρι, μολονότι ανάγεται στο αρχ. ἄωρος) ή το κριτήριο της παρετυμολογικής γραφής (αυτό που οδηγεί στη γρ. πολυθρόνα αντί πολιθρόνα, από παρετυμολογική σύνδεση με τα πολύς και θρόνος, ενώ η λέξη προέρχεται από το ιταλ. poltrona).

Επίσης, για επιστημονικά θέματα είναι σωστό να μην αρθρογραφεί κανείς χάριν εντυπώσεων, αλλά να επικαλείται συγκεκριμένα επιχειρήματα. Ο Κ.Π. αποφαίνεται δημαγωγικά ότι «την αλλαγή στη γραφή έστω και μιας λέξης την αποφασίζει όλος ο ελληνικός λαός». Και μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός δείχνει για αυτόν που τον διατυπώνει πόσο ανυποψίαστος είναι σχετικά με θέματα ορθογραφίας της Νέας Ελληνικής και ιστορίας της νεοελληνικής ορθογραφίας. Αν ίσχυε αυτό το «παλλαϊκό» κριτήριο, θα έπρεπε να νεκραναστήσουμε όλες τις εσφαλμένες γραφές που υπήρχαν παλαιότερα, όπως καλλίτερος, παληός, αλλά αναθεωρήθηκαν με βάση την επιστήμη της γλώσσας από ειδικούς γλωσσολόγους, επειδή οι τελευταίοι …αρθρογραφούσαν στα «κρυφά» και δεν εξασφάλισαν τη σύμφωνη γνώμη του συνόλου του ελληνικού λαού, όπως ορίζει το κριτήριο του Κ.Π.! Αν όμως ο Κώστας Πνευματικός ήταν γλωσσολόγος, θα είχε υπ’ όψιν του την ιστορική παράμετρο της ορθογραφικής ρύθμισης της Νέας Ελληνικής και δεν θα έλεγε τέτοιες ανακρίβειες…

Επιπροσθέτως, ο Κ.Π. αναφέρει ότι ένα και μοναδικό λεξικό, το ΛΝΕΓ2, γράφει την ορθοπαιδική με –αι-. Ωστόσο, και κανένα λεξικό να μην την έγραφε έτσι, αυτό δεν θα αποδείκνυε τη βασιμότητα της γραφής με –ε-. Η ετυμολογική ορθογράφηση μιας λέξης δεν είναι θέμα «ποσοτικό». Η ανακολουθία, όμως, του Κ.Π. φαίνεται από το εξής: ενώ αναγκάζεται να ισχυριστεί ότι δεν τον ενδιαφέρει το «ποσοτικό» αυτό κριτήριο, δηλ. πόσα λεξικά λημματογραφούν τη λέξη με –ε– και πόσα με –αι-, παραθέτει έναν κατάλογο από λεξικά και εγκυκλοπαίδειες που περιλαμβάνουν τη γραφή με –ε-. Αφού δεν αναγνωρίζει το προαναφερθέν «ποσοτικό» κριτήριο, προς τι αυτός ο κατάλογος; Η δική μας στάση, απεναντίας, δεν είναι καθόλου ανακόλουθη, όπως νομίζει ο Κ.Π., αφού το κρίσιμο στοιχείο για την ορθογράφηση του τύπου είναι η καταγεγραμμένη ομολογία του Andry ότι έπλασε τον όρο με βάση το παιδίον και όχι η λημματογράφηση του τ. ορθοπαιδική σε κάποιο λεξικό. Επιπλέον, μπορεί να μη μας ενδιαφέρει το «ποσοτικό» κριτήριο, μπορεί η επίκληση ενός λεξικού από μόνη της να μην έχει μεγάλη σημασία, θα πρέπει όμως να γίνει μια λεπτή διάκριση: δεν είναι δυνατόν να εξισώνεται η επίκληση ενός λεξικού που για διαφόρους λόγους καταγράφει ως λήμμα τον τ. ορθοπεδική, χωρίς περαιτέρω εξήγηση, με την επίκληση ενός άλλου λεξικού, το οποίο παραθέτει αναλυτικότατο σχόλιο για την ετυμολογική προέλευση του όρου. Το αναλυτικό και κατατοπιστικό αυτό σχόλιο του ΛΝΕΓ2, που μάλιστα τίθεται εκτός λήμματος, αποτελεί πράγματι μια πηγή πληροφόρησης με μεγαλύτερη αξία από ένα απλό λ. ορθοπεδική κάποιου άλλου λεξικού. Άρα, δεν παραπέμπουμε έτσι γενικά και αόριστα στο «ένα και μοναδικό λεξικό», όπως ανακριβώς γράφει ο Κ.Π., αλλά στο αναλυτικότατο σχόλιο αυτού του λεξικού.

Και τώρα κάτι πάρα πολύ σοβαρό: Στην υποσημείωση 19 της εργασίας του ο Κ.Π. συγκαταλέγει το λεξικό Σταματάκου της Αρχαίας σε αυτά που γράφουν την ορθοπαιδική με –ε-. Αναρωτιέται κανείς πώς είναι δυνατόν ένα λεξικό της Αρχαίας να περιλαμβάνει έναν νεότερο όρο του 1741, όπως είναι ο όρος ορθοπαιδική. Όποιος ανατρέξει στο λεξικό Σταματάκου της Αρχαίας θα διαπιστώσει φυσικά ότι δεν υπάρχει λ. ορθοπεδική! Ο Κ.Π. παραθέτει βιβλιογραφική αναφορά που δεν στηρίζει τον ισχυρισμό του για τη γραφή της λέξης με –ε-. Ο καθένας, βέβαια, μπορεί να αναλογιστεί τι θα σήμαινε να καταγραφόταν τ. ορθοπεδική σε λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής, όπως του Σταματάκου. Ο Κώστας Πνευματικός με αυτό το συνειδητό ψέμα του αφήνει να εννοηθεί ότι ο επίμαχος όρος είναι της Αρχαίας και πάντως προγενέστερος του 1741! Η αλήθεια, όμως, είναι ότι ο όρος αυτός δεν απαντά σε κείμενο της Ελληνικής πριν από το 1741!

Ο K.Π. γράφει για τη δημιουργία του όρου ορθοπαιδική από τον Andry τα εξής: «εδώ το ζητούμενο είναι το κατά πόσον η λέξη που δημιούργησε ήταν επιτυχής κι αυτό είναι σίγουρα ένα άλλο ζήτημα… Πώς είμαστε τόσο σίγουροι ότι επέλεξε τις κατάλληλες λέξεις για τον σχηματισμό και ότι η λέξη αυτή που παρήγαγε περιγράφει ορθά το ζητούμενο;». Αξίζει να επισημανθεί ότι δεν είναι καθόλου ζητούμενο το αν η συγκεκριμένη λέξη περιγράφει επιτυχώς το δηλούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η επίμαχη λέξη απλώς βασίζεται σε ελληνικά στοιχεία, αλλά δημιουργήθηκε στο εξωτερικό, στα πλαίσια μιας ξένης γλώσσας. Η ορθοπαιδική αποτελεί περίπτωση ελληνογενούς ξένου όρου ή διεθνισμού internationalism): ο σχετικός όρος δηλώνει γενικά μια λέξη που έχει σχηματιστεί από στοιχεία της Ελληνικής ή / και της Λατινικής (ή άλλων γλωσσών) και απαντά στο λεξιλόγιο αρκετών γλωσσών. Συνήθως, οι λέξεις της κατηγορίας αυτής, ακριβώς επειδή έχουν πλασθεί για τις ανάγκες άλλων γλωσσών, δεν συμμορφώνονται με τους μορφολογικούς και σημασιολογικούς κανόνες της Αρχαίας Ελληνικής, μολονότι μπορεί να βασίζονται σε αρχαιοελληνικά στοιχεία. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της λέξης μικρόβιον (< γαλλ. microbe), που θα έπρεπε να είναι βραχύβιον ή μικρόζωον, προκειμένου να προσαρμοστεί στο σύστημα της αρχαίας Ελληνικής (βλ. ΛΚΝ, λ. μικρόβιο). Περαιτέρω, ο Κ.Π., που θέτει τέτοια ερωτήματα, γνωρίζει άραγε ότι στην ιστορία της Ελληνικής παρατηρείται το φαινόμενο να αναβιώνουν τύποι σε νεότερους χρόνους και να χρησιμοποιούνται με σημασία διαφορετική από αυτήν που είχαν στην αρχαιότητα; Η λ. οικογένεια αποτελεί τέτοια περίπτωση: ενώ στους ελληνιστικούς χρόνους χρησιμοποιήθηκε με τη σημασία «ιδιότητα του οικογενούς, δηλ. του δούλου που έχει γεννηθεί σε συγκεκριμένο σπίτι και δεν έχει αγορασθεί» (βλ. ΛΚΝ και ΛΝΕΓ2, λ. οικογένεια), τον 19ο αι. επανεισάγεται στο λεξιλόγιο της ελληνικής γλώσσας με ολότελα διαφορετική σημασία, τη γνωστή σημερινή. Ο Κ.Π., που διατυπώνει λοιπόν τέτοια ερωτήματα, αναρωτήθηκε αν περιγράφει σωστά το δηλούμενο η οικογένεια, μια λέξη δηλ. που άλλαξε εντελώς σημασία; Όπως δεν υφίσταται θέμα για το μικρόβιο και την οικογένεια, ομοίως ανύπαρκτο είναι και το ζήτημα που γέννησε ο Κ.Π. για την επιτυχή ή μη δημιουργία του όρου ορθοπαιδική.

Εν συνεχεία ο Κ.Π. αναρωτιέται αν η επινόηση του όρου από τον Αndry έγινε για τις ανάγκες του βιβλίου του ή για τη δήλωση ενός επιστημονικού κλάδου. Αυτό είναι ψευδοδίλημμα, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς ανατρέχοντας στην προαναφερθείσα ιστοσελίδα με τα κείμενα των καθηγητών Ιατρικής. Ο Κώστας Πνευματικός τελικά ισχυρίζεται ότι αναφορά σε παιδιά γίνεται μόνο στον τίτλο του βιβλίου του Andry. O K.Π. θα αποδείκνυε τη βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού, αν είχε ανατρέξει στο ίδιο το βιβλίο και έβλεπε ότι δήθεν απουσιάζουν από αυτό οι αναφορές σε παιδιά. Αντ’ αυτού, περιορίστηκε στο να διαβάσει το άρθρο μιας εγκυκλοπαίδειας Ιατρικής για τον Andry και από εκεί έβγαλε παραπλανητικά το συμπέρασμα ότι μόνο για τον τίτλο του βιβλίου
δημιουργήθηκε η λ. ορθοπαιδικός (από το παιδί). Απάντηση: Και μόνο το γεγονός ότι στον τίτλο υπάρχει μια τέτοια λέξη αποδεικνύει ότι σε όλο το βιβλίο και όχι μόνο στον τίτλο υπάρχουν αναφορές στα παιδιά. Ποια είναι η αλήθεια, που σκόπιμα συσκοτίζει ο Κ.Π.; Ότι σε όλο το βιβλίο του Andry υπάρχουν συμβουλές σε τροφούς και παιδαγωγούς, αφού ο καθηγητής πίστευε ότι τα αίτια των σωματικών δυσπλασιών εντοπίζονται στην παιδική ηλικία. Άλλωστε, και η εικόνα ενός ραβδιού που χρησιμοποιείται για το ίσιωμα ενός αναπτυσσόμενου δενδρυλλίου (το διεθνές έμβλημα των ορθοπαιδικών εταιρειών) είναι προφανές ότι συμβολίζει τη διόρθωση δυσμορφιών στον άνθρωπο που αναπτύσσεται, δηλ. στο παιδί! Και έτσι, με όλα αυτά, καταρρίπτεται πανηγυρικά άλλος ένας ψευδέστατος ισχυρισμός του Κ.Π., ότι δήθεν δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά σε παιδιά, το παραμικρό υπονοούμενο για παιδιά (διατύπωση του Κ.Π.), πέρα από τον τίτλο του βιβλίου του Andry. Όλο το βιβλίο μιλάει για παιδιά, όχι μόνο ο τίτλος! Και γενικότερα ο κλάδος της ορθοπαιδικής αρχικά αφορούσε κυρίως σε παιδιά.

Ο Κ.Π. θέτει επίσης το ερώτημα αν ο Andry ήταν σε θέση να διακρίνει το ελλην. παῖς από το λατ. pes «πόδι», σε μια ατυχή προσπάθεια να συνδέσει τον όρο ορθοπαιδική με το pes και το πόδι. Δεν αξίζει να επιμείνει κανείς σε αυτό το σημείο.

Ακόμη, ο Κ.Π. εξακολουθεί να αναρωτιέται: «σήμερα οι ορθοπεδικοί θεραπεύουν αποκλειστικά και μόνο παιδιά; Εδώ και πόσα χρόνια (ή αιώνες;) θεραπεύουν ανθρώπους όλων των ηλικιών;» και διαπιστώνει «οι ορθοπεδικοί δεν γιατρεύουν μόνο παιδιά». Μα, πόσες φορές πρέπει να εξηγήσουμε ότι η σημερινή σημασία του όρου δεν είναι δεσμευτική για την ορθογράφησή του, η οποία μπορεί κάλλιστα να εξαρτηθεί από την πρωταρχική σημασία του, ακόμη κι αν αυτή ανάγεται στο μακρινό παρελθόν; Ύστερα και από αυτό, δεν μας κάνει εντύπωση η αδυναμία του Κ.Π. να δει στην πλευρά μας επιχειρήματα για την αναίρεση της γραφής με -ε-. Γράφει ο Κώστας Πνευματικός: «αν αποδεικνυόταν, με πραγματικά επιχειρήματα όμως, ότι η λέξη ορθοπεδικός ήταν λανθασμένη και έπρεπε να γράφεται με –αι-, τότε θα συμμετείχε και ο γράφων σε αυτήν την προσπάθεια, κι ας μετριόμασταν, όλοι κι όλοι, στα δάχτυλα του ενός χεριού». Σχόλιο: Αυτό που γράφτηκε για τη μη λειτουργία του «σημασιολογικού κριτηρίου» σε συγχρονικό επίπεδο δεν είναι πραγματικό επιχείρημα, γλωσσολογικό μάλιστα, που αποδεικνύει εσφαλμένη τη σύνδεση του νεότερου (του 18ου αι.) όρου ορθοπαιδική με το πεδώ, την πέδηση, το πόδι κ.ά.; Δεν είναι πραγματικό επιχείρημα το ότι η γραφή ενός όρου δεν ρυθμίζεται από τη συγχρονική του σημασία, πράγμα άγνωστο σε μερικούς μη γλωσσολόγους; Δεν είναι πραγματικό επιχείρημα ότι η παλαιότερη μαρτυρία του όρου είναι με –αι-, που απαντά στον ίδιον τον Andry; Αν όλα αυτά που έχουμε γράψει δεν συνιστούν πραγματικά και επιστημονικά επιχειρήματα που αντικρούουν τη γραφή με –ε-, τότε οι λέξεις έχουν χάσει τις σημασίες τους. Ύστερα, ποιες είναι οι «ιστορικές-φιλολογικές προσεγγίσεις» που κατά τον Κ.Π. ενισχύουν τη γρ. ορθοπεδική; Το γεγονός ότι ένας φοιτητής του ιστορικού τμήματος ή ένας φιλόλογος προβάλλουν αβάσιμους ισχυρισμούς για τη γραφή μιας λέξης δεν καθιστά αυτομάτως «ιστορική» ή «φιλολογική» την προσέγγιση ενός θέματος ετυμολογίας από την πλευρά τους. Και ποια είναι επιτέλους τα …«γλωσσικά τεκμήρια που παραθέτουν φιλόλογοι και γλωσσολόγοι» για τη γρ. ορθοπεδική; Δεν υπάρχει ούτε ένα τέτοιο τεκμήριο και, επίσης, δεν υπάρχει ούτε ένας γλωσσολόγος που να υποστηρίζει τη γραφή με –ε– ως ετυμολογικά δικαιολογημένη.

Ο Κώστας Πνευματικός θίγει και το θέμα της μεταγραφής της λέξης σε ευρωπαϊκές γλώσσες, διαστρεβλώνοντας όμως την αλήθεια. Αφού διευκρινιστεί ότι η απόδοση της ορθοπαιδικής σε ξένες γλώσσες δεν είναι το κυρίαρχο στοιχείο για τη γραφή της με –αι-, ας σημειωθεί ότι κανείς ποτέ δεν είπε ότι «το γαλλικό –é– αντιστοιχεί πάντοτε στο ελληνικό –αι– » και ότι «στη Γαλλική, accent aigu παίρνουν μόνο τα –e– που δηλώνουν –ae-». Κανείς ποτέ δεν είπε ότι δεν υπάρχει στην Αγγλική η γρ. pedagogue. Η απόδοση της ελληνικής λέξης σε ξένες γλώσσες είναι απλώς ένα επιπρόσθετο στοιχείο. Η αγγλική γρ. orthopaedics δεν είναι φυσικά η μοναδική, αλλά κάτι δηλώνει. Και στο οικείο λ. του ΛΝΕΓ2 επισημαίνεται ότι «στην Αγγλική ο όρος orthopaedics (από το orthopédie) τείνει να επικρατήσει», άρα η γραφή με -ae- δεν είναι η μοναδική. Yπάρχουν και αντίστοιχες γραφές με –e– σε ευρωπαϊκές γλώσσες. Kαι στα αμερικανικά Αγγλικά συνηθίζεται η γραφή με –e-. Ο καθηγητής Πουρνάρας γράφει εύστοχα όμως: «και αν ακόμη στη Γαλλική ή άλλες γλώσσες η λέξη γράφεται με –e-, κανείς και ουδέποτε αμφισβήτησε την προέλευσή της από τις δύο ελληνικές ορθός και παιδίον». Ο Κώστας Πνευματικός ασκεί δημαγωγία, διαστρεβλώνει τα γραφόμενα των άλλων χάριν εντυπώσεων, αλλά παραβιάζει ανοικτές θύρες. Ακολουθούν όμως πιο συγκεκριμένα παραδείγματα της τακτικής που εφαρμόζει:

Ο Κώστας Πνευματικός υποστηρίζει για τον υποφαινόμενο ότι αφενός έγραψε πως «κανείς ποτέ δεν είπε ότι το –é– της Γαλλικής αντιστοιχεί στο –αι– της αρχαίας Ελληνικής» και αφετέρου «προσπάθησε στη συνέχεια να το αναιρέσει». Σχόλιο: Ο Κ.Π. διαστρεβλώνει την αλήθεια. Ιδού τι είχε γραφτεί από τον υποφαινόμενο: κανείς ποτέ δεν είπε ότι «το γαλλικό –é– αντιστοιχεί πάντοτε στο ελληνικό -αι-». Ο Κ.Π. δηλ. παρέθεσε το χωρίο παραλείποντας την κρίσιμη λέξη πάντοτε! Δυστυχώς, όμως, για τον Κ.Π., scripta manent. Και τα γραπτά που μένουν αποδεικνύουν ότι και σε αυτήν την περίπτωση παραποίησε το περιεχόμενο του σχολιαζόμενου κειμένου παραλείποντας μια λέξη που αλλάζει τη σημασία, τη λ. πάντοτε.

Ακόμη, γράφει ο Κ.Π. στο κείμενό του: «τη λέξη αυτή [ενν. othopaedics] χρησιμοποιεί παραπλανητικά ο κ. Β.Α., αφήνοντας να εννοηθεί από τους Έλληνες που δεν έχουν τον χρόνο, τη δυνατότητα ή τη διάθεση να ψάξουν τα διάφορα ξενόγλωσσα λεξικά, ότι όλα τα ξενόγλωσσα λεξικά έχουν τη γραφή με –ae-». Σχόλιο: Ο Κώστας Πνευματικός διαστρεβλώνει για άλλη μια φορά την αλήθεια. Ιδού τι είχε γραφτεί από τον υποφαινόμενο: «ο συντάκτης της εφημ. Η γλώσσα μας σημειώνει ακόμη ότι σε δύο γαλλικά λεξικά ο όρος γράφεται με –e-. To ακριβές είναι ότι γράφεται με –é– (με accent aigu), το οποίο αντιστοιχεί στο ελληνικό –αι– (πβ. το γαλλ. pédiatrie «παιδιατρική»· πβ. επίσης και την αγγλική γραφή orthopaedics, που θα έπρεπε να λέει πολλά σε όσους ανατρέχουν σε ξενόγλωσσα λεξικά, για να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα σχετικά με την ετυμολογική προέλευση του όρου ορθοπαιδική)». Από αυτό το χωρίο δεν προκύπτει σε καμιά περίπτωση το συμπέρασμα ότι κατά τον υποφαινόμενο όλα τα ξενόγλωσσα λεξικά έχουν τη γραφή με -ae-. Απλώς, κάναμε παραπομπή σε μια γραφή, αυτήν με -ae-, που αποσιωπήθηκε σε άρθρο μιας πειραϊκής εφημερίδας. Και γράψαμε «παράβαλε και την αγγλική γραφή orthopaedics». Κανείς δεν είπε ότι η γραφή με –ae– απαντά σε όλα τα ξενόγλωσσα λεξικά. Η λ. όλα αποτελεί παραπλανητική προσθήκη του Κώστα Πνευματικού, που και αυτή παραποιεί το περιεχόμενο του σχολιαζόμενου κειμένου.

Πάντως, αξιοσημείωτη είναι και η απόδοση της ορθοπαιδικής στη Γερμανική ως Οrthopädie. Ο συγκεκριμένος τύπος παριστάνεται με το –ä-, τη σύγχρονη μορφή της διφθόγγου –ae– που υπήρχε παλιότερα στη γερμανική ορθογραφία. Tην ετυμολογική αυτή ορθογραφία, όπως και την επιστημονική ετυμολογία της λέξης, καταγράφουν τα έγκυρα λεξικά της γερμανικής γλώσσας. Γράφει ο Χρυσόστομος Παπασπύρου, διδάκτωρ φιλοσοφίας της σχολής γλωσσικών επιστημών του Πανεπιστημίου Αμβούργου:

«εκείνο που κατά τη γνώμη μου έχει προκαλέσει σύγχυση με αποτέλεσμα την ενίσχυση της παραδοχής ότι αυτοί οι όροι [logopedics και orthopedics] έχουν σχέση με το πόδι και όχι με το παιδί, πράγμα που οδήγησε στην εσφαλμένη ορθογραφία, είναι η απλοποίηση του γραφηματικού συμπλέγματος –ae– (διά του οποίου απεδίδετο αρχικά το –αι– της Ελληνικής στην αγγλική γλώσσα) σε απλό –e– (πρβλ. aequilibration > equilibration, haematology > hematology, laevorotatory > levorotatory, κ.τ.λ.). Στη γερμανική γλώσσα, αντίθετα, η ορθογραφία έχει διατηρηθεί με το –ä-, διά του οποίου απεδόθη αρχικά –ορθότατα– το –αι-της ελληνικής (Logopädie, Orthopädie), οπότε, αν γινόταν η διατύπωση του αντιδανείου απευθείας από τη Γερμανική, δεν θα είχε προκύψει σύγχυση».

Ισχυρίζεται ο Κώστας Πνευματικός ότι:

«το «ä» (a umlaut), όπως και τα υπόλοιπα φωνήεντα της γερμανικής που παίρνουν umlaut (ö,ü), συναποτελούν το φαινόμενο της Γερμανικής που ονομάζεται Μεταφωνία ή Φωνηεντική Αλλοίωση και χρησιμοποιείται, για να δηλώσει χίλια δυο πράγματα και δεν αποτελεί την αντίστοιχη της αρχαιοελληνικής “αι” (ή της λατινικής “ae”) δίφθογγο».

Και ο Παρασκευάς Σταυρόπουλος απαντά εύστοχα:

«Πράγματι, το ä χρησιμοποιείται ποικιλοτρόπως, ωστόσο η Γερμανική σε λέξεις που έχει δανειστεί από την Ελληνική αποδίδει πάντα τον δίφθογγο -αι- ως ä. Απόδειξη είναι οι παρακάτω λέξεις: Pädagogik (< Παιδαγωγική), Enzyklopädie (< Εγκυκλοπαίδεια), Logopädie (< λογοπαιδεία). Προσπαθώντας να θολώσει τα νερά [ενν. ο Κώστας Πνευματικός] αναφέρει διάφορες δάνειες λέξεις της Γερμανικής όπου το ä προέρχεται από το a, π.χ.: Käse (< caseus), Sekretär (< secretarius) κ.λπ. και διατείνεται πως «το “ä” δεν μπορεί να μας πει πολλά πράγματα για την ετυμολογία της λέξης στην οποία εμπεριέχεται.» Αυτή η διαπίστωση στην οποία προβαίνει είναι πολύ βολική για την ορθογραφική του θεωρία, αλλά με βάση τα παραδείγματα που φέραμε εδώ (όπου το ελλ. αι αποδίδεται ως ä), αλλά και με βάση τα παραδείγματα που προτείνει ο ίδιος στο άρθρο του (όπου το λατ. a αποδίδεται επίσης ως ä), πουθενά δεν αποδεικνύεται πως το ε [e] ελληνικών και άλλων δάνειων λέξεων της Γερμανικής αντιστοιχεί στο ä, επομένως η ορθογραφία ορθοπεδική αποδεικνύεται εσφαλμένη (γερμ. Orthopädie).

»Μολονότι ο ίδιος υπονομεύει την επιχειρηματολογία του, σπεύδει να ειρωνευτεί διερωτώμενος σχετικά με τη λέξη Känguruh (= καγκουρό) εάν “στην Αυστραλιανή ιθαγενή γλώσσα Guugu Yimidhir […] υπάρχει η αρχαιοελληνική δίφθογγος αι”; Η ρητορική ερώτηση και το φαιδρό ύφος δεν χρειάζονται απάντηση. Ο κ. Πνευματικός προφανώς δεν μπορεί να καταλάβει ότι το ελληνικό αι έχει αποδοθεί ως ä, αλλά αυτό επ’ ουδενί συνεπάγεται πως κάθε εμφάνιση του ä στη Γερμανική προέρχεται από την ελληνική δίφθογγο αι».

Επίσης, ο Κ.Π. φαντάζεται τους φιλολόγους «να αποφασίζουν ότι πρέπει να λέγονται φυλόλογοι (sic), επειδή κάποιος Αλεξανδρινός γραμματικός συνέγραψε μια πραγματεία με τον τίτλο Περί Φύλου Λόγος». Ο καθένας αντιλαμβάνεται πόσο άστοχος και παιδαριώδης είναι αυτός ο παραλληλισμός, που δεν αξίζει καν άλλης αντικρούσεως.

Ακόμη, η υπόθεση του Κ.Π. ότι την εποχή που έπλασε ο Andry τη λέξη υπήρχαν δύο «ελευθέρως εναλλασσόμενοι τύποι», ορθοπαιδική και ορθοπεδική, δύο παράλληλες γραφές που εμφανίζονταν ανάλογα με την ερμηνεία της λέξης, είναι εντελώς αυθαίρετη και δεν προκύπτει από πουθενά. Ο Παρασκευάς Σταυρόπουλος σε άρθρο με τον εύγλωττο τίτλο «Λογικές ακροβασίες» σχολιάζει ακριβώς αυτή την υπόθεση του Κώστα Πνευματικού:

«Ο κ. Πνευματικός αναρωτιέται: «Πώς είμαστε τόσο σίγουροι ότι δεν υπήρχαν, την εποχή εκείνη, που ο Andry επινόησε την εν λόγω λέξη, δύο “ελευθέρως εναλλασσόμενοι τύποι” με δυνατότητα διπλής γραφής, […] είτε “ορθοπεδική”, είτε “ορθοπαιδική”;» Η αλήθεια είναι πως για τίποτα δεν μπορούμε να είμαστε απολύτως σίγουροι. Η αμφιβολία είναι βάση της επιστημονικής έρευνας, ωστόσο κινούμαστε με βάση τις αποδείξεις που υπάρχουν. Η γραφή ορθοπαιδική μαρτυρείται από το 1741. Η γραφή ορθοπεδική παραμένει αμάρτυρη σε αυτό το βάθος χρόνου. Το να μετατρέπουμε την άγνοια για την ύπαρξη μιας λέξης σε βεβαιότητα θα μπορούσε να μας οδηγήσει σε παραλογισμό, αφού με την ίδια λογική δεν μπορούμε να αποδείξουμε ότι δεν υπήρχε και γραφή *ωρθωπαιδική! Εξάλλου δεν είμαστε εμείς αυτοί που υποστηρίζουμε τη γραφή ορθοπεδική, επομένως δεν είμαστε αναγκασμένοι να αποδείξουμε ότι δεν υπήρχε! Το βάρος της απόδειξης το φέρει ο ίδιος ο κ. Πνευματικός, όσο κι αν προσπαθεί να απαλλαγεί από αυτό με τεχνάσματα».

Στο τέλος του άρθρου του, ο Κ.Π. ισχυρίζεται δογματικά ότι η ορθοπαιδική θα πρέπει να γράφεται με –ε-, γιατί ετυμολογείται από το αρχ. πεδῶ «περιδένω». Φυσικά, μόνο αυτό δεν απέδειξε στο εκτενές κείμενό του. Για να αποδείξει ένας αρθρογράφος ότι η επίμαχη λέξη είναι σωστό να γράφεται με –ε-, θα πρέπει να αναιρέσει με συγκεκριμένα, σοβαρά, επιστημονικά επιχειρήματα ένα προς ένα τα στοιχεία που τεκμηριώνουν την ετυμολογική σύνδεση του ορθοπαιδική με το παιδίον και τη διάκρισή του από το πεδῶ «περιδένω» ή άλλους τύπους με –ε-. Μερικά από τα προαναφερθέντα στο κεφάλαιο αυτό αποτελούν ήδη απάντηση στον Κ.Π., ο οποίος δεν τα λαμβάνει υπ’ όψιν. Για παράδειγμα, ανατρέχει σε λεξικά και επικαλείται τη σημερινή σημασία της ορθοπαιδικής, ενώ έχουμε εξηγήσει επανειλημμένως ότι τη γραφή του όρου ρυθμίζει η αρχική του σημασία. Eπίσης, ασχολείται με την ετυμολογία του αρχ. πεδῶ, χωρίς όμως να τεκμηριώνει την παραμικρή σχέση του με τον νεότερο όρο ορθοπαιδική. Και η εμφάνιση του ὀρθοποδῶ ή παρεμφερών τύπων στον Σοφοκλή ή την Καινή Διαθήκη επίσης δεν αποδεικνύει απολύτως τίποτε για την ετυμολογική σύνδεση της ορθοπαιδικής με το πεδῶ, εφόσον δεν μαρτυρείται τ. ορθοπεδική πριν από το 1741. Το κείμενο του Κ.Π., στο οποίο υποστηρίζεται η γραφή με –ε-, δεν έχει επιστημονικό χαρακτήρα. Δεν διαθέτει αποδεικτική δύναμη. Το μόνο που αποδεικνύει περίτρανα είναι το φαινόμενο του γλωσσικού ερασιτεχνισμού, η καταγγελία του οποίου ήταν ο σκοπός αυτού του βιβλίου. Ο Κ.Π. για δικούς του λόγους ενοχλήθηκε από την πρωτοβουλία ορισμένων γλωσσολόγων να δώσουν επιτέλους απαντήσεις για θέματα γλώσσας σε υποστηρικτές συγκεκριμένης ιδεολογίας και νόμισε ότι τα γραφόμενα για την ορθοπαιδική ήταν η «αχίλλειος πτέρνα».

Στα πλαίσια της αφελούς προσπάθειάς του να αναιρέσει τη γρ. ορθοπαιδική, ο Κώστας Πνευματικός φτάνει στο σημείο να παραθέσει κριτικά σχόλια για τον Γάλλο Νicolas Andry (1658-1742) και να τον συγκρίνει με έναν άλλον επιστήμονα, τον Ελβετό Jean-André Venel (1740-1791). Ο Κ.Π. παρατηρεί ότι σε μια εγκυκλοπαίδεια Ιατρικής, από όπου απουσιάζει τοόνομα του Andry, αναφέρεται ο Venel ως ο επιστήμονας χάρη στον οποίον άρχισε να εμφανίζεται στο προσκήνιο ο σχετικός κλάδος της Ιατρικής! Διαπιστώνει επίσης ότι και άλλες εγκυκλοπαίδειες του χώρου δεν αναφέρουν τον Andry. Ομολογεί, όμως, ότι σε μία εγκυκλοπαίδεια εντοπίζεται το όνομα Andry. Βεβαίως, η απουσία του Andry από το λημματολόγιο μιας, δύο ή δέκα εγκυκλοπαιδειών δεν αποδεικνύει απολύτως τίποτα! Πάλι επιστρατεύονται από τον Κώστα Πνευματικό περίεργα «ποσοτικά» κριτήρια για λόγους εντυπώσεων. Τελικά, ο Κ.Π. παραδέχεται ότι σε μια Ιστορία της Ιατρικής πράγματι λημματογραφείται ο Andry. Άρα, λοιπόν, υπάρχει Andry! Αλλά, τότε, γιατί γράφτηκαν όλα τα προηγούμενα; Επίσης, η συμβολή του Andry στην επιστήμη σε σύγκριση με του Venel τι σχέση έχει με το συζητούμενο θέμα και με ποιον τρόπο αναιρεί ότι ο Andry έπλασε τον επίμαχο όρο; Η εμμονή μερικών στην εσφαλμένη γρ. ορθοπεδική αντί της ορθής ορθοπαιδική, και μάλιστα ενώ έχει προηγηθεί εκτενής συζήτηση και έχουν ξεκαθαριστεί τα πράγματα, αποδεικνύει τη δύναμη της ορθογραφικής συνήθειας, αλλά και τον ισχυρό ρόλο του ιδεολογικού παράγοντα στην πραγμάτευση γλωσσικών θεμάτων. Ο φανατικός ιδεολόγος θα επιστρατεύσει τα πιο απίθανα επιχειρήματα, για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Ο ίδιος ο Andry ομολογεί ρητά ότι έπλασε τη λ. ορθοπαιδική με βάση τα ορθός και παιδίον και ο συνομιλητής μας φτάνει στο σημείο να επικαλεσθεί το εξής επιχείρημα: ότι από μερικές εγκυκλοπαίδειες Ιατρικής απουσιάζει το όνoμα Andry! Και αυτό τι αποδεικνύει άραγε; Ότι δεν υπήρξε ο Andry; Ο K.Π. κλείνει τα μάτια σε μια ρητή μαρτυρία. Και αντιτάσσει φλύαρα κείμενα με σαθρά επιχειρήματα.

Μια απλή περιδιάβαση σε ξενόγλωσσες ιστοσελίδες οδηγεί στα εξής συμπεράσματα:

α) ο όρος ορθοπαιδική δημιουργήθηκε από τον καθηγητή Αndry με βάση τη λέξη παιδίον. Δεν υπάρχει ούτε μία ξενόγλωσση πηγή στο διαδίκτυο που να περιλαμβάνει την ετυμολογική σύνδεση του όρου ορθοπαιδική με τα πεδώπέδηση, πουςποδός κ.λπ.

β) η ορθοπαιδική στην αρχική της φάση αφορούσε πράγματι μόνο σε παιδιά, ενώ σήμερα αφορά σε ανθρώπους κάθε ηλικίας. Ο σχετικός όρος δηλ. έχει πλέον επεκταθεί σημασιολογικά.

γ) ακόμη και αν στην Αγγλική η γρ. orthopaedics δεν είναι η μοναδική, είναι η ετυμολογικά σωστή. Η αντίστοιχη γρ. orthopedics θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς παρετυμολογική με βάση το λατινικό pespedis «πους-ποδός».

δ) Όποια κι αν ήταν η συμβολή του Andry στην ορθοπαιδική επιστήμη, όποια κι αν ήταν η επιστημονική του οντότητα και αξία, ένα είναι γεγονός: ότι ο συγκεκριμένος καθηγητής δημιούργησε τον σχετικό όρο. Ακόμη κι αν θεωρηθεί πατέρας της ορθοπαιδικής επιστήμης ο Venel, δημιουργός του όρου είναι ούτως ή άλλως ο Andry! Ακόμη κι αν έχει αμφισβητηθεί ο επιστημονικός χαρακτήρας του έργου τού Andry, κανείς δεν έχει αρνηθεί ότι ο συγκεκριμένος καθηγητής χρησιμοποίησε πρώτος τον όρο ορθοπαιδική.

 

Σε παλιά μου ιστοσελίδα είχα παραθέσει την πρώτη βασική αρχή της επιστημονικής ετυμολογίας, «αυτή που ορίζει ότι η σχέση ανάμεσα στο περιεχόμενο και τη μορφή μιας λέξης είναι συμβατική».

Ο Φειδίας Ν. Μπουρλάς, ηλεκτρολόγος–μηχανικός, έγραψε στο ιστολόγιό του (δικά του τα έντονα γράμματα):

«Ανακρίβεια: Δεν είναι η άποψη της γλωσσολογίας· είναι μία, βασική βεβαίως, γλωσσολογική προσέγγιση, σε αντιδιαστολή με άλλες, εξίσου επιστημονικές, όπως οι νατουραλιστικές και γνωσιολογικές προσεγγίσεις. Και ούτε αφορά ολόκληρο το ζήτημα της σχέσεως λόγου και φύσεως».

Απάντηση: Η θέση ότι το περιεχόμενο και η μορφή μιας λέξης έχουν μεταξύ τους συμβατική σχέση αποτελεί πράγματι την άποψη της γλωσσολογίας. Κανείς γλωσσολόγος δεν διδάσκει ότι η σχέση αυτή είναι φυσική. Άλλωστε, δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι η σχέση σημαινομένου–σημαίνοντος είναι φυσική. Οι άλλες (μάλλον διεπιστημονικές) προσεγγίσεις δεν αναιρούν το γεγονός ότι η συμβατικότητα της σχέσης σημαινομένου–σημαίνοντος αποτελεί την άποψη της γλωσσολογίας. Τέλος, είπαμε ποια είναι η γλωσσολογική προσέγγιση του θέματος (βλ. τα προαναφερθέντα για την εσωτερική σχέση σημάνσεως).

Ο συνομιλητής μας ανέτρεξε σε μια ιστοσελίδα όπου γίνεται λόγος για το γλωσσικό σημείο. Φυσικά, δεν είναι σε θέση να καταλάβει τις «νατουραλιστικές και γνωσιολογικές προσεγγίσεις» για τις οποίες κάνει λόγο. Στην ίδια την ιστοσελίδα όπου παραπέμπει, αναφέρονται τα εξής (δικά μου τα έντονα γράμματα):

«Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι μέχρι τώρα δεν έχει βρεθεί ούτε ένα παράδειγμα λέξης η οποία να έχει κάποιο φυσικό δεσμό με το αντικείμενο που συμβολίζει. Θα μπορούσε κανείς να εξαιρέσει την ονοματοποιία, παρόλο που είναι συζητήσιμο κατά πόσο οι λέξεις που υποτίθεται [ότι] αποτελούν μίμηση φυσικών ήχων τούς μιμούνται πραγματικά».

«Η κριτική αυτή [ενν. η μαρξιστική] δεν αναφερόταν […] στη σχέση ανάμεσα στο σημαίνον και το σημαινόμενο, όπως τα προσδιόριζε ο de Saussure, αλλά στη σχέση ανάμεσα στο σημείο και την αντικειμενική πραγματικότητα. Ούτε όμως η ανάλυση του Benveniste αναφέρεται στο είδος της αυθαιρεσίας που προσδιόρισε ο de Saussure».

«Τόσο ο de Saussure, όσο και ο Benveniste είχαν δίκιο, για τον απλούστατο λόγο ότι έβλεπαν το ίδιο πράγμα από διαφορετική οπτική γωνία».

Ο σχολιαστής των κειμένων μας, αφού παραπέμπει στην ανωτέρω ιστοσελίδα, συμπεραίνει: «Κριτική επιδέχεται και ο de Saussure, λοιπόν». Απάντηση: και βέβαια επιδέχεται κριτική. Είναι γνωστό ότι βασικές θέσεις του Saussure έχουν τροφοδοτήσει συζητήσεις. Στον ίδιον, όμως, τον Ελβετό ανήκει μια χαρακτηριστική ρήση: «συχνά είναι ευκολότερο να ανακαλύψεις μιαν αλήθεια από το να βρεις τη σωστή της θέση». Ο συνομιλητής μας έκανε το πιο εύκολο: Ανακάλυψε σε κάποια ιστοσελίδα μιαν αλήθεια (την κριτική που έχει ασκηθεί στον Saussure). Δεν κατάφερε, όμως, να κάνει το λιγότερο εύκολο: Να βρει τη σωστή θέση αυτής της αλήθειας. Με άλλα λόγια, οι «νατουραλιστικές και γνωσιολογικές προσεγγίσεις» δεν έχουν καμία σχέση με τη συζήτηση που γίνεται μεταξύ γλωσσολόγων και «αρχαιολατρών» για θέματα γλώσσας. Οι «νατουραλιστικές και γνωσιολογικές προσεγγίσεις» δεν μπορούν να δώσουν επιχειρήματα στους «αρχαιολάτρες». Ακόμη κι αν «κατατροπωθεί» o Saussure, οι ισχυρισμοί των «αρχαιολατρών» παραμένουν αντιεπιστημονικοί. Για παράδειγμα, ακόμη κι αν μπορούσε να αποδειχθεί η φυσική σχέση των μερών του γλωσσικού σημείου, η άποψη του Τζαφερόπουλου ότι η Ελληνική είναι η μοναδική γλώσσα στον κόσμο με φυσική σχέση σημασίας–μορφής των λέξεων εξακολουθεί να είναι πέρα για πέρα αντιεπιστημονική. Ακόμη κι αν μπορούσαν να αναιρεθούν πλήρως τα διδάγματα του Saussure, με αποδείξεις για τη φυσική σχέση σημαινομένου- σημαίνοντος, αυτός ο φυσικός δεσμός θα ίσχυε για όλες τις γλώσσες του κόσμου και όχι βεβαίως μόνο για την Ελληνική… Άρα, καλό είναι να ξέρουμε τι λέμε και γιατί το λέμε. Όχι να παπαγαλίζουμε (χωρίς φυσικά να τις καταλαβαίνουμε) τις κριτικές στον Saussure, νομίζοντας ότι κάτι πετύχαμε. Οι «νατουραλιστικές και γνωσιολογικές προσεγγίσεις» στη θεωρία του γλωσσικού σημείου δεν δικαιώνουν τους «αρχαιολάτρες»!

Χαρακτηριστικά παραδείγματα ερασιτεχνισμού στον χώρο της θεωρίας της γλώσσας και, ειδικότερα, της ετυμολογίας που θα μας απασχολήσουν εδώ είναι: η ιδεολογική στάση έναντι του Κρατύλου· επίσης, η προβολή διαφόρων επιχειρημάτων με τα οποία υποστηρίζονται οι ετυμολογίες του συγκεκριμένου έργου και αμφισβητείται η συμβατικότητα του γλωσσικού σημείου, δηλ. η μία από τις δύο αρχές που διακρίνουν την επιστημονική από τη μη επιστημονική φάση στην ετυμολόγηση των λέξεων.

Ο αβάσιμος ισχυρισμός ότι η Ελληνική είναι «η μόνη μη συμβατική γλώσσα του κόσμου, η μόνη γλώσσα δηλαδή που παρουσιάζει αιτιώδη σχέση μεταξύ του σημαίνοντός της (λέξεως) και του σημαινομένου της (του πράγματος που ονομάζει η λέξη)» έχει προβληθεί για την αναίρεση της ινδοευρωπαϊκής θεωρίας, ενώ για την Ελληνική έχει υποστηριχθεί από τον ίδιο ατυχώς και ότι «είναι η πρώτη και η μόνη δημιουργηθείσα γλώσσα του ανθρωπίνου είδους, από την παραφθορά της οποίας απέρρευσαν οι συμβατικές γλώσσες (δηλαδή αυτές όπου υπάρχει αναιτιώδης σχέση μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου), όπως είναι όλες ανεξαιρέτως οι λοιπές γλώσσες του πλανήτη». Στο πρώτο μέρος της εργασίας μας, φαίνεται ότι αυτοί οι ισχυρισμοί δεν έχουν κανένα επιστημονικό-γλωσσολογικό υπόβαθρο. Αναλυτικά:

Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΤΑΣΗ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΩΝ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΥΛΟΥ
Με αφορμή την αναθεώρηση από τη σύγχρονη γλωσσολογία των ετυμολογιών του πλατωνικού Κρατύλου, ο φιλόλογος Απόστολος Τζαφερόπουλος (εφημ. Ελληνική Αγωγή, φύλλο Νοεμβρίου 1999) έχει διατυπώσει δύο ιδεολογικές απόψεις. Σύμφωνα με την πρώτη, ο Κρατύλος του Πλάτωνα, εφόσον είναι ένα τόσο αξιόλογο αρχαιοελληνικό κείμενο, δεν μπορεί να δίνει αντιεπιστημονικές ετυμολογικές πληροφορίες, όπως διδάσκει η σύγχρονη γλωσσολογία. Πράγματι, ο Κρατύλος αποτελεί πολύτιμο κείμενο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, γιατί αποκαλύπτει έντονο προβληματισμό και περιλαμβάνει ενδιαφέρουσες φιλοσοφικές θέσεις για τη γλώσσα. Το συγκεκριμένο έργο είναι αξιόλογο φιλοσοφικό κείμενο, που πραγματεύεται ένα σημαντικό θέμα, το είδος της σχέσης που συνδέει τα ονόματα και τα πράγματα, δηλ. τον φυσικό ή συμβατικό χαρακτήρα της σχέσης αυτής. Ο πλατωνικός αυτός διάλογος, όμως, δεν έχει την αξία ειδικού γλωσσολογικού εγχειριδίου, που μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστη πηγή ετυμολογικών πληροφοριών· η αξία του είναι γενικότερη, αφού ένα αρχαίο κείμενο δεν αξιολογείται μόνο με βάση την επιστημονική του εγκυρότητα ή την απόκλισή του από γλωσσολογικά διδάγματα, που εμφανίστηκαν τον 19ο και τον 20ό μόλις αιώνα. Για τις εσφαλμένες ετυμολογίες που απαντούν σε μερικά αρχαία κείμενα, ο Χατζιδάκις (1977: 127) επισημαίνει μάλιστα:

«ἄν τις θελήσῃ να λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ταῦτα συνέβαινον ὅτε οὔτε τὰ μέρη τοῦ
λόγου εἶχον διακριθῆ οὔτε αἱ καταλήξεις, πτωτικαί, προσωπικαί, παραγωγικαὶ κ.λπ. οὔτε ῥίζαι ἢ θέματα, οὔτε χρόνοι ἢ συζυγίαι ἢ ἐγκλίσεις κ.λπ. κ.λπ. εἶχον
διευκρινηθῆ, τ.ἔ. ὅτε ἡ γραμματική ἦτο ἔτι ἐν τοῖς σπαργάνοις, τότε μᾶλλον θὰ
θαυμάσῃ διὰ τὸ γλωσσικὸν διαφέρον ἐκείνων […]. Μομφῆς ἄξιοι θὰ φανῶσιν εἴς τινα μᾶλλον οἱ μετέπειτα Γραμματικοί, οἵτινες εἰ καὶ ἡ γραμματικὴ ἐπ’αυτῶν εἶχε καλλιεργηθῆ καὶ ἀναπτυχθῆ, οὐχ ἧττον ἐπὶ αἰῶνας ἐξηκολούθουν διαστρέφοντες καθ’ ὅμοιον πάντοτε τρόπον τὰ τῆς γλώσσης».

Συν τοις άλλοις, όπως επισημαίνει ο Robins (1989: 42), θα ήταν άδικο να μην ειπωθεί ότι ο Πλάτων πολλές φορές αστειεύεται, όταν δίνει μερικές από τις ετυμολογίες του Κρατύλου. Το να λεχθεί πάντως η επιστημονική αλήθεια, ότι δηλ. αυτό το αξιόλογο, κατά τα άλλα, φιλοσοφικό κείμενο δεν δίνει σωστές ετυμολογίες, δεν υποτιμά σε καμιά περίπτωση τη σημασία του ούτε το μέγεθος του δημιουργού του. Εδώ ταιριάζει να παρατεθούν όσα έγραψε ο Χατζιδάκις (1924: 132) με άλλη αφορμή, τις επιθέσεις που είχε δεχθεί «διὰ κακῶς νοουμένην φιλοπατρίαν», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, όταν δίδαξε την επιστημονική αλήθεια ότι η προφορά της Αρχαίας ήταν πολύ διαφορετική από τη σημερινή προφορά της Ελληνικής:

«[…] καιρὸς εἶναι πλέον νὰ λήξῃ ἡ τῶν ἀτόπων ὑπεράσπισις, νὰ πεισθῶμεν δὲ πάντες ὅτι καὶ περὶ τούτων ὡς καὶ περὶ παντὸς ἄλλου ἡ αλήθεια πρέπει νὰ λέγηται καὶ ὅτι αὕτη οὐ μόνον δὲν βλάπτει ἀλλὰ κατ’ ἀλήθειαν καὶ τιμᾷ καὶ
σῴζει».

Για τον πλατωνικό Κρατύλο διαφωτιστικά είναι και τα έργα (εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια) του Γιώργου Κεντρωτή, καθηγητή Θεωρίας της Μετάφρασης στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου, και του αείμνηστου ποιητή Ηλία Λάγιου (από τις εκδόσεις Πόλις και Ζαχαρόπουλου αντίστοιχα).

Σύμφωνα με μια δεύτερη ιδεολογική άποψη του Aπόστολου Tζαφερόπουλου, ο Πλάτων, οι Στωικοί κ.ά. ερμήνευσαν σωστά την προέλευση διαφόρων λέξεων της Ελληνικής, γιατί «βίωναν τή γλῶσσα πιό ἄμεσα καί κοντύτερα στίς ρίζες της». Κάτι παρόμοιο έχει γράψει και ο Άδωνις Γεωργιάδης (εφημ. Ελληνική Αγωγή, φύλλο Νοεμβρίου 1999), ότι δηλ. οι αρχαίοι μας πρόγονοι έχουν εκφράσει αξιόπιστες απόψεις για τη γλώσσα, γιατί «καί πιό κοντά στήν Γένεσι τῆς γλώσσης μας βρίσκονταν καί πολύ καλύτερη αἴσθησι τοῦ Ἑλληνικοῦ Λόγου εἶχαν». Ωστόσο, για κάθε γλωσσολόγο και ενημερωμένο γλωσσολογικά φιλόλογο, η άποψη ότι οι Αρχαίοι ετυμολογούσαν σωστά τις λέξεις της Ελληνικής, γιατί βρίσκονταν πιο κοντά από εμάς στις ρίζες της, δεν έχει, βεβαίως, καμία επιστημονική βάση. Ο Χατζιδάκις και πάλι (1905: 96- 98), αντικρούοντας αυτό που δίδασκαν άλλοτε μερικοί ετυμολόγοι, ότι δηλ. ο λαός κάποτε είχε «συνείδησιν τῶν ἀρχαίων ῥιζῶν», γράφει μεταξύ άλλων τα εξής:

«[…] τούτοις θὰ ἐπίστευον προθύμως, ἄν τις ἠδύνατο νά με πείσῃ, τίς ἦτο ἡ
Ἑλληνική γενεά, ἥτις ὑπὸ τῶν μητέρων αὐτῆς ἀντὶ λέξεων ὅλων ἑτοίμων καὶ κλιτῶν ἐδιδάχθη ῥίζας· πότε ἔζη ἡ γενεὰ ἐκείνη ἥτις εἶχεν ἀκόμη συνείδησιν τῶν ἀρχαίων ῥιζῶν; […] Πᾶς ἐπί μικρόν ἐπιστήσας τούτοις τὸν νοῦν νοεῖ ὅτι ἡμεῖς οὐδέν γινώσκομεν περὶ ῥιζῶν καὶ τελῶν καὶ καταλήξεων, ἂν μὴ διδαχθῶμεν τὴν Γραμματικήν. […] Οὐδέποτε ὁ ἄνθρωπος ἐλάλησε διὰ ῥιζῶν. […] Ἡ περίοδος τῶν ῥιζῶν εἶναι καθαρὰ φαντασιοπληξία. […] Ὅσα ἡμεῖς σήμερον κατ’ ἀφαίρεσιν σχηματίζομεν καὶ ὀνομάζομεν ῥίζας, εἶναι οὐδέν ἄλλο ἢ ἁπλᾶ Γραμματικῶν παρασκευάσματα νοούμενα κατὰ συνθήκην».

Επομένως, είναι αντιεπιστημονική η άποψη ότι οι αρχαίοι Έλληνες, και ειδικότερα ο Πλάτων, ετυμολογούσαν σωστά τις λέξεις της Ελληνικής, επειδή δήθεν ήταν κοντύτερα στις ρίζες της. Η γνώση των ριζών προκύπτει από την επιστημονική διδασκαλία της Ιστορικής Γραμματικής μιας γλώσσας. Τα γραφόμενα από τον Χατζιδάκι στο προαναφερθέν χωρίο και αλλού (1905: 3, 1915α: 499) πείθουν ότι το επιχείρημα αυτό περί ριζών, που προέβαλε o Απόστολος Τζαφερόπουλος, για να υποστηρίξει τις ετυμολογίες του Κρατύλου, είναι αβάσιμο, όπως αβάσιμα είναι και τα γραφόμενα από τον εκδότη της Ελληνικής Αγωγής Άδ. Γεωργιάδη περί γενέσεως της γλώσσας, που προαναφέρθηκαν.* Tι θα πει ότι οι αρχαίοι Έλληνες ήταν πιο κοντά στη δημιουργία της γλώσσας και διέθεταν πολύ καλύτερη αίσθηση του ελληνικού λόγου; Η ερασιτεχνική προσέγγιση της γλώσσας φαίνεται και από την αοριστολογία που χαρακτηρίζει μερικούς ισχυρισμούς.

* Ένας βασικός λόγος για τον οποίον οι Αρχαίοι παρετυμολογούσαν τις λέξεις της Ελληνικής και δεν ανάγονταν στις πραγματικές τους ρίζες ήταν η έλλειψη επαφής με διάφορες ξένες γλώσσες. Ο αρχαίος ελληνικός κόσμος είχε μιαν αυτάρκεια, που δεν καθιστούσε αναγκαία τη γνώση ξένων γλωσσών, όπως συμβαίνει σήμερα. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα αναφέρει ο Φαναριώτης λόγιος Σκαρλάτος Βυζάντιος (1852(2): ε), του οποίου, βεβαίως, τη φιλοπατρία δύσκολα θα αμφισβητούσε κανείς: «ἀναγινώσκοντες τὸν Κρατύλον, ἐνεθυμήθημεν πολλάκις τίνες ἄν ἤθελον καταστῇ οἱ πρωτότυποι ἐκείνοι ἄνδρες, οἱ Πλάτωνες, οἱ Αριστοτέλεις, οἱ Ἱπποκράτεις, ἐὰν ἐγνώριζον καὶ ἐσπούδαζον τὰς διαλέκτους [ενν. τις γλώσσες] τῶν συγχρόνων αὐτοῖς βαρβάρων, καθώς ’τοὺς ἔλεγον, καὶ μέχρι τίνος ἤθελον προαγάγῃ τὴν περί θεωρίας τῶν γλωσσῶν ἐπιστήμην, ἐὰν ἐξῆγον τὰ συμπεράσματά των ἐκ τῆς ἀντιπαραθέσεως αὐτῶν πρὸς ἀλλήλας, κατὰ τὸ σημερινὸν σύστημα τῆς Linguistique [γλωσσολογίας]. Ἀλλ’ εἰς τοὺς χρόνους ἐκείνους ὁ δίγλωσσος ἄνθρωπος ἦτον εὕρημα σπανιώτατον».

 

ΟΙ ΗΧΟΜΙΜΗΤΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
Προκειμένου να αποδείξει ότι η σχέση σημασίας και μορφής των λέξεων είναι φυσική, ο Απόστολος Τζαφερόπουλος στο ίδιο άρθρο του επικαλείται τις ηχομιμητικές λέξεις.

Προηγουμένως, όμως, προέβαλε το δημαγωγικό επιχείρημα ότι «ἡ γλῶσσα δέν πλάσθηκε μέσα σέ ἐργαστήρια γλωσσολόγων, ἀλλά μέσα στή φύσι»! Η γλώσσα, βεβαίως, δεν δημιουργήθηκε από γλωσσολόγους σε εργαστήρια, αλλά συνήθως οι γλωσσολόγοι κατέχουν τα γνωστικά εφόδια, ώστε να ετυμολογούν με έγκυρο τρόπο. Και αυτό μας ενδιαφέρει εδώ, ποια είναι η σωστή ετυμολογική μέθοδος. Το ότι πλάστηκε στη φύση η γλώσσα δεν αποδεικνύει ότι σημασίες και μορφές συνδέονται μεταξύ τους με φυσικό τρόπο. Αλλά για τον αβάσιμο ισχυρισμό ότι η σχέση σημασίας και μορφής των λέξεων σε μια γλώσσα –και μάλιστα ειδικά στην Ελληνική– είναι φυσική θα γίνει λόγος και στη συνέχεια της εργασίας.

Τα παραδείγματα ηχομιμητικών λέξεων που παραθέτει ο Απόστολος Τζαφερόπουλος είναι αυτά των λέξεων βροντή, μυκῶμαι και μηκῶμαι, κρατήρ, δοῦπος. Κατ’ αρχάς, η λ. κρατήρ δεν συγκαταλέγεται καν στις ηχομιμητικές, όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια. Γενικά, όμως, η συμβατικότητα του γλωσσικού σημείου δεν αναιρείται από την ύπαρξη ηχομιμητικών και επιφωνηματικών στοιχείων, όπως είναι, π.χ., τα γαβγίζω, βρεκεκεκέξ κοάξ κοάξ, ε ;, εε…, μπα κ.λπ. Μερικά από αυτά, μολονότι λειτουργούν ως σύμβολα, ως στοιχεία δηλ. που εμφανίζουν φυσική και όχι αιτιακή σχέση σημαινομένου- σημαίνοντος, δεν αντικρούουν τον εν γένει συμβατικό χαρακτήρα του σημείου για τους ακόλουθους λόγους (Saussure 1979: 103- 104):

α) τα εν λόγω στοιχεία αντιπροσωπεύουν πολύ μικρό αριθμό λέξεων σε σχέση με τον λεξιλογικό πλούτο που μπορεί να διαθέτει μια γλώσσα. Ο αριθμός τους μάλιστα γίνεται ακόμη μικρότερος, εφόσον η επιστημονική ετυμολογία αποκαλύπτει ότι ορισμένες λέξεις δεν είναι στην πραγματικότητα ηχομιμητικές, όπως θα μπορούσε να φανταστεί κανείς: το αρχ. κρατήρ, π.χ., συνδέεται με το ρ. κεράννυμι «αναμειγνύω», ενώ το γαλλ. glas προέρχεται από το λατ. classicum «σάλπιγγα»·

β) οι λέξεις αυτές δεν έχουν χάσει πλήρως τον συμβατικό τους χαρακτήρα, πράγμα που αποδεικνύεται από την ποικιλία που εμφανίζουν σε διάφορες γλώσσες: π.χ. το ελλην. γαβγίζω αντιστοιχεί στο γαλλ. aboyer. Η απόδοση της φωνής των ζώων, άλλωστε, είναι κατ’ανάγκην εν μέρει συμβατική: το αριστοφανικό βρεκεκεκέξ κοάξ κοάξ, για παράδειγμα, αποδίδει μόνο αδρομερώς τη φωνή του βατράχου (Χατζιδάκις 1924(2): 92- 93), αφού άλλωστε δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Επίσης, το επιφώνημα ε ; της Ελληνικής, με το οποίο κάποιος ρωτάει τον συνομιλητή του, όταν δεν άκουσε κάτι, είναι αντίστοιχο με το αγγλ. huh?, ενώ το ελλην. εε…, που δηλώνει δισταγμό, στην Αγγλική είναι hm…Τέλος, το μπα, που εκφράζει εμφατική άρνηση στην Ελληνική, αντιστοιχεί στο αγγλ. nah·

γ) οι ηχομιμητικές λέξεις και τα επιφωνήματα αποτελούν δευτερεύοντα στοιχεία, που δεν παίζουν σπουδαίο ρόλο στα πλαίσια του συστήματος μιας γλώσσας.*

Η φιλόλογος Άννα Τζιροπούλου-Ευσταθίου (Ελληνική Αγωγή, φύλλο Σεπτεμβρίου 1997) προσπαθεί μάλιστα να ετυμολογήσει τα ονόματα των γραμμάτων του αλφαβήτου από την Ελληνική ανατρέχοντας και πάλι στον Κρατύλο · στον πλατωνικό αυτόν διάλογο προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι τα γράμματα του αλφαβήτου δηλώνουν μερικές γενικές σημασίες: το ἄλφα το «μέγεθος», το ἰῶτα τη «λεπτότητα», το ταῦ τη «στάση», το λάμδα το «λείον», το «λιπαρόν» και το «κολλώδες» κ.λπ. Ωστόσο, η γλωσσική επιστήμη διδάσκει ότι ανάμεσα στις σημασίες αυτές και τους αντίστοιχους φθόγγους δεν υφίσταται αιτιακή σχέση. Απόδειξη γι’ αυτό αποτελεί το γεγονός ότι στην Αγγλική τη σημασία του «μεγάλου μεγέθους» δεν δηλώνει μόνο η λέξη large, που περιλαμβάνει το -a-, αλλά και η big, που περιέχει το -i-· επίσης, τη σημασία του «μικρού μεγέθους» εκφράζουν στην ίδια γλώσσα όχι μόνο το little (με -i-), αλλά και το small (με -a-, που αρχικά υπήρχε και στην προφορά της συγκεκριμένης λέξης). Και, φυσικά, δεν έχει την παραμικρή σημασία αυτό που αναρωτιέται ο Τζαφερόπουλος, δηλ. το …«τί μορφή εἶχε ἡ Ἀγγλική κατά τήν ἐποχή τοῦ Πλάτωνος» ή …«τί συνονθύλευμα ἀποτελεῖ ἡ σύγχρονη Ἀγγλική»: το θέμα της σύνδεσης ενός φθόγγου με μια ορισμένη σημασία δεν έχει καμία σχέση με την καλλιέργεια μιας γλώσσας ή τις πηγές του λεξιλογίου της. Η αρχαία Ελληνική ήταν πολύ καλλιεργημένη γλώσσα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι, π.χ., το –ι– δήλωνε αποκλειστικά αυτήν ή εκείνη τη σημασία. Η μέθοδος με την οποία προσεγγίζει αυτά τα θέματα ο Τζαφερόπουλος δεν είναι επιστημονική, εφόσον συγχέει πράγματα άσχετα μεταξύ τους. Αντιεπιστημονική είναι και η μέθοδος του Γεωργιάδη, ο οποίος εντελώς δογματικά ισχυρίζεται ότι μόνο στην Ελληνική συγκεκριμένοι φθόγγοι συνδέονται με συγκεκριμένες σημασίες. Λες και όλες ανεξαιρέτως οι λέξεις της Ελληνικής που περιλαμβάνουν, π.χ., το γράμμα –τ– δηλώνουν …στάση.

*Ο ισχυρισμός που έχει προβληθεί, ότι δηλ. οι πρωταρχικές ρίζες της γλώσσας είναι ηχομιμητικές, είναι αβάσιμος. Κατά τον Robins (1989: 37), «κάθε υπόθεση που θα δεχόταν πως η γλώσσα στα πρώτα της στάδια στηριζόταν στην ονοματοποιία πολύ περισσότερο απ’ όσο σε όποια άλλη γνωστή περίοδο είναι και θα παραμείνει μία υπόθεση ουσιαστικά αναπόδεικτη και δίκαια έγινε αντικείμενο σαρκαστικής κριτικής από τον Max Müller [1823-1900] τον περασμένο αιώνα».

Η «ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΙΤΙΟΤΗΤΑ»
Ο Απόστολος Τζαφερόπουλος (Ελληνική Αγωγή Νοεμβρίου 1999) γράφει επίσης:

«δέν γνωρίζω τί συμβαίνει μέ τούς Ἑλβετούς. Ἀλλά γιά τούς Ἕλληνες ἡ λέξι ἀδελφή δέν εἶναι καθόλου συμβατική, ἀλλά ἔχει αἰτιώδη σχέση μέ τό σημαινόμενο. Ἤδη χωρίς ἀμφιβολία γνωρίζουμε ὅτι εἶναι σύνθετη ἀπό τό – ἀθροιστικό (πβ. κόλουθος, λοχος κ.λπ.) καί δελφύς =μήτρα καί, ἐπομένως, ἀδελφή εἶναι αὐτή πού προέρχεται ἀπό τήν ἴδια μήτρα μέ κάποιον ἄλλο. Δέν εἶναι λοιπόν δυνατόν νά συγκρίνεται ἡ «συμβατική» ἑλβετική [sic, όχι γαλλική!] λέξι soeur μέ τή «σημαντική» λέξι ἀδελφή. Καί γενικώτερα τά ὅσα ἰσχύουν γιά την Ἑλβετική [sic, όχι τη Γαλλική!], δέν εἶναι δυνατόν νά τά ἐπεκτείνουμε σέ μία γλῶσσα ἱστορική καί ἐντελῶς πρωτότυπη, ὅπως εἶναι ἡ Ἑλληνική […]. Ὑπάρχει αἰτιώδης σχέσι μέ τά δελφίς, –ῖνος (), δέλφαξ, –ακος () = μικρός χοῖρος, Δελφοί κ.λπ.».

Μια πρώτη παρατήρηση για τα παραπάνω είναι ότι ο συγκεκριμένος φιλόλογος, ως μη ειδικός, δεν χρησιμοποιεί ακριβή ορολογία: κάνει λόγο για τη (συμβατική ή αιτιώδη) σχέση μιας λέξης με ένα σημαινόμενο (και, βέβαια, το θέμα δεν είναι τυπικό, αλλά oυσιαστικό. Όπως είχε ειπωθεί χαρακτηριστικά κάποτε, η ορολογία δεν υπάρχει για την ορολογία, αλλά γιατί αποτελεί έναν τρόπο να μιλάμε την ίδια γλώσσα, όταν αναφερόμαστε σε διάφορα επιστημονικά θέματα). Στην πραγματικότητα, λοιπόν, υπάρχουν δύο ειδών σχέσεις: πρώτον, η εξωτερική σχέση δηλώσεως, που ενώνει συνολικά το γλωσσικό σημείο με το αντίστοιχο αντικείμενο αναφοράς, και, δεύτερον, η εσωτερική σχέση σημάνσεως, που συνδέει τη σημασία με τη μορφή. Η πρώτη σχέση είναι πράγματι εν μέρει αιτιακή: για παράδειγμα, μια ονομασία μπορεί να συνδέεται αιτιωδώς με το δηλούμενο, εφόσον αποδίδει, π.χ., μία ιδιότητά του. Και στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η συμβατικότητα είναι μεγαλύτερη από την αιτιότητα, αφού το δηλούμενο έχει και άλλες ιδιότητες που δεν εκφράζονται στη συγκεκριμένη ονομασία. Επίσης, στη γλώσσα κατά κανόνα είναι αδύνατη η αναγωγή στη δημιουργία των «πρώτων ονομάτων» και η εξακρίβωση της τυχόν αιτιακής τους σχέσης με τα αντικείμενα αναφοράς× αυτή η αναγωγή συνεπάγεται πέρασμα στον χώρο της «γλωσσογονίας», στον οποίον δεν μπορεί να έχει πρόσβαση ένας επιστήμονας. Ποια η αιτιακή σχέση ονόματος- δηλουμένου σε χιλιάδες περιπτώσεις λέξεων; Τέλος, ακόμη κι αν η εξωτερική σχέση δηλώσεως γινόταν αποδεκτή ως αιτιώδης, η εσωτερική σχέση σημάνσεως, αυτή που απασχολεί τον Saussure, είναι καθαρά συμβατική. Δεν υπάρχει καμία απολύτως αιτία για την οποία η σημασία «μήτρα» στο αρχ. () δελφύς δηλώθηκε με τα συγκεκριμένα φωνήματα και όχι με κάποια άλλα. Ας έλθουμε, όμως, ξανά στη σύνθετη λέξη αδελφή.

Στην πραγματικότητα και χωρίς, βεβαίως, να το υποψιάζεται, ο Απ. Τζ. δεν ανακαλύπτει κάτι καινούργιο με τα γραφόμενά του, αλλά θίγει ένα θέμα πολύ γνωστό στους ειδικούς γλωσσολόγους, τη λεγόμενη «σχετική αιτιότητα», που αφορά στην παραγωγή (λ.χ. αδελφικός, αδελφάκι) και τη σύνθεση (λ.χ. συνάδελφος, ανάδελφος). Πιο συγκεκριμένα, υπήρχε παλαιότερα η εντύπωση ότι σε περιπτώσεις λέξεων που είναι οφθαλμοφανώς παράγωγες ή σύνθετες, η σχέση σημασίας και μορφής δεν είναι συμβατική, αλλά αιτιακή. Ωστόσο, η συμβατικότητα του γλωσσικού σημείου δεν καταρρίπτεται ούτε από τις περιπτώσεις παράγωγων και σύνθετων λέξεων ούτε από την ένταξη του σημείου σε ένα γλωσσικό σύστημα. Κατά τον Saussure (1979: 171- 173), ένα γλωσσικό σημείο μπορεί να θεωρηθεί σχετικά αιτιολογημένο, χωρίς όμως να χάσει πλήρως τον συμβατικό του χαρακτήρα. Για παράδειγμα, η αρχ. λ. ἀδελφός «ομομήτριος», σύνθετη από το αθροιστικό «τὸ ὁμοῦ» και τον τ. *δέλφος που συνδέεται με το αρχ. () δελφύς «μήτρα», εμφανίζει «σχετική αιτιότητα», εφόσον είναι γνωστά τα επιμέρους στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται ως προς τη σημασία και τη μορφή της. Αν εξεταστούν, όμως, τα δύο μέρη του σημείου αδελφός καθ’ εαυτά, θα διαπιστωθεί ότι παραμένουν συμβατικά ως προς τη σχέση σημαινομένου- σημαίνοντος: δεν υπάρχει, για παράδειγμα, καμία αιτιακή σχέση ανάμεσα στη σημασία «τὸ ὁμοῦ» του αθροιστικού α– και το συγκεκριμένο φώνημα /α/ με το οποίο δηλώνεται αυτή. Η εν λόγω σημασία θα μπορούσε να αντιπροσωπεύεται στην αρχαία Ελληνική από κάποιο άλλο φωνολογικό στοιχείο (λ.χ. το /ε/ ή το /ι/), ώστε να μιλάμε για το αθροιστικό ε– ή ι-. Ο τύπος θα μπορούσε δηλ. να μην έχει τη μορφή αδελφός, αλλά *εδελφός ή *ιδελφός. Ακόμη, ο δεσμός που ενώνει τη σημασία «μήτρα» και τα φωνήματα που την αντιπροσωπεύουν στο αρχ. δελφύς δεν είναι σε καμιά περίπτωση φυσικός. Η συγκεκριμένη σημασία θα μπορούσε να είχε δηλωθεί στην Αρχαία με άλλα φωνήματα, λ.χ. με το /μ/ αντί του αρχικού /δ/, με το /α/ αντί του /ε/ κ.λπ. Επίσης, η σύναψη παραδειγματικών, όπως λέγονται, σχέσεων του αρχ. αδελφός με ομόρριζα όπως () δελφίς «το δελφίνι», () δέλφαξ «μικρός χοίρος», Δελφοί κ.λπ., με σύνθετα όπως αδελφοποιτός, αδελφοκτόνος κ.λπ. και με παράγωγα όπως αδελφάκι, αδελφικός κ.λπ. επίσης δεν αναιρεί τη συμβατική σχέση των συστατικών του γλωσσικού σημείου για τον λόγο που προαναφέρθηκε. Για παράδειγμα, η υποκοριστική κατάληξη –άκι στο αδελφάκι δεν συνδέεται αιτιακά με τη «σμίκρυνση», αφού η σημασία αυτή θα μπορούσε κάλλιστα να αντιπροσωπεύεται από κάποια άλλη φωνολογική δήλωση.

Και κάτι ακόμη, που αποτελεί απάντηση σε μια συγκριτική θεώρηση εκ μέρους του Τζαφερόπουλου των γλωσσών με βάση το «είδος» των λέξεων, «σημαντικών» ή «συμβατικών», που χαρακτηρίζουν το λεξιλόγιό τους: η Ελληνική δεν είναι η μοναδική γλώσσα που διαθέτει «σημαντικές» λέξεις έναντι των ξένων γλωσσών που τάχα έχουν μόνο «συμβατικές», κατά την ορολογία του φιλολόγου αυτού. Για παράδειγμα, στην Αγγλική, γλώσσα γερμανικής προελεύσεως, η λ. world «κόσμος» είναι σύνθετη από τα wer «άνθρωπος» και old «ηλικία, ζωή», δηλ., σε ένα πρώιμο στάδιο, world σήμαινε «age of man» [«η ζωή του ανθρώπου»] (βλ. DSS). Άρα, και το αρχαιοελληνικό κόσμος «order», «orderly arrangement» [«τάξη», «εύτακτη διευθέτηση»] (βλ. DSS) και το πρωτογερμανικό world «η ζωή του ανθρώπου» είναι «σημαντικές» λέξεις, για να χρησιμοποιήσουμε και εμείς την ίδια ορολογία.

Και τι σημαίνει άραγε ο ισχυρισμός ότι η Ελληνική είναι «γλῶσσα ἱστορική καί ἐντελῶς πρωτότυπη»;

Όπως φάνηκε ξεκάθαρα από τα προηγούμενα, τα επιχειρήματα που προέβαλε ο φιλόλογος Απόστολος Τζαφερόπουλος, ήδη πολύ γνωστά σε όσους ασχολούνται επιστημονικά με τη γλώσσα, δεν αναιρούν τον συμβατικό χαρακτήρα του σημείου ούτε αποδεικνύουν ότι τάχα η εν λόγω αρχή του Saussure ισχύει για άλλες γλώσσες, αλλά όχι για την Ελληνική. Τα προαναφερθέντα γλωσσολογικά διδάγματα δεν συντελούν σε καμία «απομυθοποίηση της γλώσσας μας». Η ιδιαιτερότητα της Ελληνικής έγκειται σε άλλους παράγοντες (βλ. το Α’, 2.11.) και όχι στην πέρα για πέρα αντιεπιστημονική αρχή ότι είναι η μοναδική γλώσσα στον κόσμο που δεν εμφανίζει συμβατική, αλλά φυσική σχέση σημασίας- μορφής των λέξεων. Η δημαγωγία, που εδώ οφείλεται και σε ελλιπή γνώση του αντικειμένου, δεν αποτελεί δείγμα φιλοπατρίας ούτε τρόπο προβολής της ελληνικής γλώσσας. Επίσης, τα επιστημονικά διδάγματα που προαναφέρθηκαν είναι καθολικώς αποδεκτά στους κύκλους των επιστημόνων και δεν αποτελούν προσωπική υπόθεση αυτού ή εκείνου του γλωσσολόγου, ο οποίος με την αρθρογραφία του «πήρε το μέρος» δήθεν κάποιου ή έθιξε τάχα τον Πλάτωνα. Ακόμη, κανείς ποτέ δεν είπε ότι «οι σοφοί μας είναι άχρηστοι» και «για πέταμα», όπως και πάλι δημαγωγικά συμπεραίνει ο Απ. Τζ. στα πλαίσια επίδειξης δήθεν φιλοπατρίας. Αλήθεια, ο φιλόλογος αυτός γνωρίζει άραγε ότι τη συμβατική προέλευση της γλώσσας δεχόταν όχι μόνο ο Σέξτος Εμπειρικός, αλλά και ο ίδιος ο Αριστοτέλης; Κατά τον μεγάλο φιλόσοφο (Περί ερμηνείας, 2), η γλώσσα δημιουργήθηκε «κατά συνθήκην, ὅτι φύσει τῶν ὀνομάτων οὐδέν ἐστιν» [«κατά σύμβαση, αφού κανένα όνομα δεν έχει δημιουργηθεί με φυσικό τρόπο»] (βλ. και Robins 1989: 37, 65).

Τα προαναφερθέντα αποτελούν απάντηση και στον εκδότη της Ελληνικής Αγωγής Άδ. Γεωργιάδη, ο οποίος σε άρθρο του στην ομώνυμη εφημερίδα (φύλλο Νοεμβρίου 1999) εξίσου δημαγωγικά και «πατριωτικά» συμπεραίνει ότι οι προερχόμενες από την αρχαία και μεταγενέστερη Ελλάδα ετυμολογίες είναι «για πέταμα» και ανακριβώς αποδίδει σε συγκεκριμένο γλωσσολόγο θέσεις που δεν εξέφρασε αυτός πρώτος, αλλά αποτελούν κοινό τόπο για κάθε σοβαρό επιστήμονα της γλώσσας, γι’ αυτό και δεν έχουν καμία μα καμία «προσωπική διάσταση». Κανείς δεν είπε ότι όλες οι ετυμολογικές προσπάθειες των Ελλήνων μέχρι τον 19ο αι. είναι «για πέταμα». Ο αληθινός επιστήμονας, όμως, που δεν επηρεάζεται από δοξασίες όπως οι «αρχαιολάτρες» και άλλοι πιστοί διαφόρων θρησκειών, μπορεί να πει αντικειμενικά, θαρραλέα και έντιμα ότι οι περισσότερες από αυτές τις ετυμολογήσεις δεν είναι επιτυχημένες με αυστηρούς, σύγχρονους γλωσσολογικούς όρους, αλλά έχουν μόνο γενικότερη, φιλοσοφική αξία. Επίσης, κανείς δεν είπε ότι ένας συγκεκριμένος γλωσσολόγος είναι ο μόνος που έχει την αξιοπιστία, άρα και το δικαίωμα να μιλάει για ετυμολογικά θέματα στην Ελλάδα σήμερα. Τέτοια ανυπόστατα και στρεβλωτικά συμπεράσματα βγάζουν όμως οι ερασιτέχνες της γλωσσικής επιστήμης, αφού αδυνατούν να επικαλεσθούν βάσιμα επιχειρήματα, προκειμένου να αντικρούσουν τις κοινώς αποδεκτές θέσεις της γλωσσολογίας για το θέμα της ετυμολογίας.

Τα όσα σημειώσαμε για τη «σχετική αιτιότητα» δίνουν απάντηση και σε κάποιον υπάλληλο του Υπουργείου Πολιτισμού, τον Αδαμάντιο (Μάκη) Κρασανάκη, ο οποίος σε κείμενό του στο διαδίκτυο προσπαθεί να αναιρέσει τη συμβατικότητα του γλωσσικού σημείου επικαλούμενος μεταξύ άλλων το παράδειγμα της σύνθετης λέξης άλογο «άνευ λογικής».