Ξενοφών Τζαβάρας: Λεξικό του Ιμβριακού Ιδιώματος, ερμηνευτικό–ετυμολογικό (βιβλιοκριτική παρουσίαση)

Εισαγωγή

Το περιεχόμενο του εν λόγω λεξικού παραπέμπει στην ακόλουθη ρήση του Αμερικανού λεξικογράφου  James R. Hulbert: «Δεν ξέρω πιο απολαυστική διανοητική δραστηριότητα από το να εργάζεται κανείς σε λεξικό». Μόνο κάποιος που συμμερίζεται την παραπάνω δήλωση θα δημιουργούσε ένα τόσο αξιόλογο λεξικό. Και μόνο αν συμφωνεί με τον Hulbert θα μπορούσε να αναμετρηθεί με τα προβλήματα που καλείται να επιλύσει όχι απλώς ένας συντάκτης λημμάτων, αλλά ο δημιουργός ενός ολόκληρου λεξικού. Μια εικόνα για τα προβλήματα αυτά μπορεί να σχηματίσει ο αναγνώστης των εισαγωγικών σημειωμάτων του συγγραφέα που παρατίθενται στην αρχή του λεξικού, ενώ όποιος έχει εργαστεί ως λεξικογράφος μπορεί να αντιληφθεί ακόμη καλύτερα τον ερευνητικό μόχθο που κρύβεται στη δημιουργία έστω και μιας στήλης ενός λεξικού. Προτού βέβαια αναπτύξει τη λεξικογραφική του δραστηριότητα, ο Ξ. Τζ., διδάκτωρ γλωσσολογίας και φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση, συνέλεγε επί σειρά ετών, αθόρυβα και μεθοδικά, ιδιωματικά γλωσσικά στοιχεία προερχόμενα από την Ίμβρο, τον τόπο καταγωγής του, αποδεικνύοντας και με αυτόν τον τρόπο ότι είναι ένας γλωσσολόγος–ερευνητής που δουλεύει με μεράκι, και έθετε τις βάσεις για τη δημιουργία του λεξικού του. Το συγκεκριμένο λεξικό αποτελεί καρπό της στέρεης επιστημονικής–γλωσσολογικής κατάρτισης του συγγραφέα του, του λεξικογραφικού του ταλέντου, της βαθιάς γνώσης του ιμβριακού γλωσσικού ιδιώματος, αλλά φυσικά και της αγάπης του για την ιδιαίτερη πατρίδα του, την Ίμβρο.

Σημειωτέον ότι στόχος αυτού εδώ του κειμένου  είναι να δοθεί έμφαση στον επιστημονικό χαρακτήρα του εν λόγω λεξικού.

1) Τυπολογικά στοιχεία

Το Λεξικό του Ιμβριακού Ιδιώματος (εφεξής: ΛΙΙ) είναι ιδιωματικό, γλωσσικό και συγχρονικό.

Ανήκει στην κατηγορία των λεξικών που περιγράφουν διαλέκτους ή γεωγραφικές ποικιλίες (dialects / regional variants).

Επίσης, είναι γλωσσικό λεξικό (linguistic dictionary), δηλ. έργο αναφοράς που δίνει γλωσσικές πληροφορίες, π.χ. για τη σημασία και τη σύνταξη μιας λέξης, περιλαμβάνει όμως και εγκυκλοπαιδικά στοιχεία, όπως κύρια ονόματα, λ.χ. τα εξής αρσενικά ουσιαστικά που δηλώνουν μήνες του χρόνου: Θιρ’νός («Ιούνιος»), Αλουνάρ’ς («Ιούλιος»), Αλουν’τής (επίσης «Ιούλιος»), Άχ’στους («Αύγουστος»), Τρυγ’τής («Σεπτέμβριος»), Α’δημ’τριάτ’ς («Οκτώβριος») και Θ’κέβιρ’ς («Δεκέμβριος»).[1] Κύρια ονόματα απαντούν και ως «ενδολήμματα» ή «εσωτερικά λήμματα», λ.χ. στο λήμμα γκρέμνους (ο) («γκρεμός»), στο πεδίο της δεύτερης σημασίας, σημειώνεται ως ιμβριακό τοπωνύμιο ο τύπος Γκρέμνους, με κεφαλαίο το αρχικό γράμμα, ενώ προστίθενται σε παρένθεση τα ονόματα των χωριών όπου εντοπίζεται ο τύπος. Άλλωστε, σύμφωνα με τα όσα επισημαίνει ο Ξ. Τζ. στη σελ. 47 του ΛΙΙ, ήταν συνειδητή η επιλογή του να ενσωματώσει ιμβριακά τοπωνύμια και βαφτιστικά ονόματα σε πολλά λεξικογραφικά παραδείγματα, αφού ένα από τα γνωρίσματα του ΛΙΙ είναι η παροχή ονοματολογικών πληροφοριών. Φερειπείν, στα παραδείγματα του λήμματος γιαλεύου («ψαρεύω» και «μαζεύω – βγάζω διάφορα θαλασσινά μαλάκια – οστρακόδερμα») διαβάζουμε συνολικά τρία ιμβριακά τοπωνύμια, ενώ στο λουμακιρός («ψηλός και λεπτός / ευθυτενής») και στο σουγ’λής («άνθρωπος ευγενικής καταγωγής») ένα ανδρικό και ένα γυναικείο βαφτιστικό όνομα αντίστοιχα. Το ΛΙΙ όμως δίνει –θα έλεγε κανείς– και με έμμεσο τρόπο εγκυκλοπαιδικές πληροφορίες, εφόσον τα λεξικογραφικά παραδείγματα του ΛΙΙ περιλαμβάνουν λαογραφικά στοιχεία σχετικά με διάφορες παραδοσιακές δραστηριότητες της ιμβριακής κοινωνίας κατά την πεντηκονταετία 1920-1970, όπως η γεωργία, η κτηνοτροφία, η μελισσοκομία, η υφαντική κτλ. Πρόκειται για έξοχη ιδέα, που μπορεί να οδηγήσει στην εξοικείωση του αμύητου αναγνώστη με την ιμβριακή κοινωνία της εν λόγω εποχής. Λαογραφικό ενδιαφέρον λ.χ. παρουσιάζουν τα επιλεγμένα παραδείγματα για το λήμμα σαραντακούλλ’κου (πρόκειται για αρτοσκεύασμα), που αφορούν ένα τοπικό έθιμο (για τις ονοματολογικές και λαογραφικές πληροφορίες του λεξικού γίνεται λόγος από τον ίδιο τον συγγραφέα στο πρώτο τμήμα του ΛΙΙ, ειδικότερα στις σελ. 47-48).

Επιπλέον, το ΛΙΙ είναι κατά βάση συγχρονικό (synchronic) λεξικό.[2] Γενικά, από τις πληροφορίες που δίνονται στο εσωτερικό του λήμματος ενός λεξικού, κανονικά μόνο οι ετυμολογικές είναι διαχρονικού χαρακτήρα. Σχετικά με το ΛΙΙ, από τα προλεγόμενά του (σελ. 35, 37 και 47) μπορεί να πληροφορηθεί ο αναγνώστης ότι καλύπτεται μια συγκεκριμένη χρονική περίοδος, αν και παλαιότερη, η πεντηκονταετία 1920-1970. Το εν λόγω ιδιωματικό λεξικό λοιπόν είναι συγχρονικό. Θεωρητικά, μπορεί  να περιλαμβάνει και ορισμένα γλωσσικά στοιχεία παλαιότερα από την ανωτέρω περίοδο, αν οι γραπτές πηγές συλλογής υλικού περιέχουν οι ίδιες και ακόμη παλαιότερα στοιχεία. Γενικά, σε διαλεκτικά λεξικά διαπιστώνεται ότι περικλείονται και παρωχημένα λήμματα με σκοπό την αποθησαύρισή τους. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, το υλικό που προέρχεται από γραπτές μαρτυρίες έχει διασταυρωθεί με προφορικές, ώστε να μην παρεισφρήσουν στο λεξικό γλωσσικά στοιχεία είτε παλαιότερα από το 1920 είτε και μη ιμβριακά ακόμη. Ωστόσο, και να υπήρχαν στο ΛΙΙ λ.χ. λέξεις ή φράσεις αναγόμενες σε χρόνους πριν από το 1920, θα άξιζε να καταγραφούν και αυτές, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι το ιμβριακό ιδίωμα φθίνει και ότι ούτως ή άλλως ένα λεξικό της Ίμβρου δεν προορίζεται να αποτελέσει σύγχρονο χρηστικό βοήθημα, ώστε να υπάρχει η απαίτηση να περιλαμβάνει μόνο σημερινά στοιχεία. Άλλωστε, στην προκειμένη περίπτωση η πεντηκονταετία που καλύπτεται ανήκει στο παρελθόν.

2) Δομή λεξικού

Το εισαγωγικό μέρος (front matter) του ΛΙΙ, το τμήμα δηλ. που σε κάθε λεξικό βρίσκεται πριν από τον κατάλογο των λημμάτων (word list), περιλαμβάνει: (α) το βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, το οποίο αποκαλύπτει τη στέρεη επιστημονική του κατάρτιση και την αφοσίωσή του στη γλωσσολογική μελέτη του ιμβριακού ιδιώματος, (β) απόσπασμα της έκθεσης του Γενικού Γραμματέα της Ακαδημίας Αθηνών (28/12/2010), το οποίο αφορά τη βράβευση του –ακόμη ανέκδοτου τότε– έργου «Συλλογή γλωσσικού υλικού από την Ίμβρο» του Ξ. Τζ. από το Κέντρο Ερεύνης Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών, (γ) το σύντομο προλογικό σημείωμα του επίσης καταγόμενου από την Ίμβρο Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, ο οποίος εξαίρει το λεξικό ως σημαντική συμβολή στη μελέτη και ανάδειξη της ιμβριακής γλωσσικής κληρονομιάς, (δ) το επίσης σύντομο προλογικό σημείωμα της διευθύντριας του Κέντρου Ερεύνης Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών Χριστίνας Μπασέα–Μπεζαντάκου, η οποία επισημαίνει μεταξύ άλλων ότι ο Ξ. Τζ. δημιούργησε ένα λεξικό που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της σύγχρονης λεξικογραφίας, (ε) το εκτενέστερο προλογικό σημείωμα που υπογράφει ο Γενικός Γραμματέας του Συλλόγου Ιμβρίων Πάρις Ασανάκης, ο οποίος δίνει πολύ κατατοπιστικές πληροφορίες για την υπόθεση της Ίμβρου, (στ) τον πρόλογο και τις ευχαριστίες του συγγραφέα, ο οποίος μάλιστα μας αποκαλύπτει και το ανθρώπινο πρόσωπό του, ειδικά στο σημείο όπου ευχαριστεί με συγκινητικά λόγια τη γιαγιά του για την προθυμία με την οποία συνεισέφερε με πληροφορίες στη διαμόρφωση του λεξικού επί σειρά ετών ως τα τελευταία χρόνια της ζωής της, (ζ) κατάλογο συντομογραφιών, (η) κατάλογο συμβόλων, (θ) το άκρως απαραίτητο για ιδιωματικό λεξικό και πολύ διαφωτιστικό άρθρο με τίτλο «Γενικά χαρακτηριστικά του Ιμβριακού Ιδιώματος»,[3] (ι) σύντομο σημείωμα για τη στοχοθεσία του λεξικού, (ια) κείμενο με χρήσιμα στοιχεία για τον τρόπο συγκέντρωσης του υλικού και (ιβ) εκτενές κείμενο με διαφωτιστικά στοιχεία για τον τρόπο συγκρότησης του λημματολογίου του ΛΙΙ, τη δομή των λημμάτων και τις διάφορες πληροφορίες –γραμματικές, σημασιολογικές κ.ά.– που αυτά περιλαμβάνουν.

Ως προς τον κατάλογο λημμάτων (word list), ο Ξ. Τζ. (σελ. 37) δηλώνει ότι το ΛΙΙ περιλαμβάνει όλες –κατά το δυνατόν– τις ιμβριακές λέξεις της περιόδου 1920-1970, ενώ ο Π. Ασανάκης (σελ. 17) κάνει λόγο για 10.οοο λήμματα. Ομοίως και στο οπισθόφυλλο του λεξικού: Και εκεί αναφέρεται ότι τα λήμματά του είναι 10.000. Η κατάταξη των λημμάτων είναι αλφαβητική και όχι λ.χ. εννοιολογική. Η αλφαβητική ταξινόμηση των λημμάτων ενός λεξικού, μολονότι συμβατική, είναι η συνηθέστερη στη λεξικογραφία και η πιο οικεία στο αναγνωστικό κοινό.[4] Στον κατάλογο των λημμάτων έχουν ενταχθεί και πρώτα ή δεύτερα συνθετικά, λ.χ. πουλυ–, που σημαίνει ό,τι και το πολυ– της ΝΕ.Κ., και –άπ’δου, που ορίζεται ως «ποικιλία αχλαδιού». Η λημματογράφηση και των δύο είναι δικαιολογημένη, γιατί αμφότερα χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία λέξεων που πληρούν τα κριτήρια λημματογράφησης του ΛΙΙ.

Στο τελευταίο μέρος (back matter) του ΛΙΙ παρατίθεται η πλούσια βιβλιογραφία που αξιοποιήθηκε από τον δημιουργό του λεξικού, χωρισμένη σε τρία τμήματα: (α) μελέτες, (β) εφημερίδες–περιοδικά–λευκώματα και (γ) χειρόγραφα. Ο κατάλογος των πηγών αυτών είναι εξαιρετικά χρήσιμος για έναν γλωσσολόγο ερευνητή που ενδιαφέρεται για το ιδίωμα της Ίμβρου και γενικά για διαλέκτους και ιδιώματα της Νέας Ελληνικής.[5]

3) Συλλογή υλικού

Ο συστηματικός χαρακτήρας της συγγραφής του ΛΙΙ φαίνεται από τις πηγές συλλογής του υλικού του, για τις οποίες κάνει λόγο ο Ξ. Τζ. στις σελίδες 35-37. Ο δημιουργός του λεξικού παρουσιάζει εκεί αναλυτικά τις γραπτές και προφορικές πηγές όπου βασίστηκε. Πρόκειται για κείμενα γλωσσικού, γλωσσολογικού, ονοματολογικού και λαογραφικού ενδιαφέροντος (γραπτές πηγές), αλλά και για συνεντεύξεις και ερωτηματολόγια (προφορικές πηγές). Το ΛΙΙ δηλ. δημιουργήθηκε με βάση συγκεκριμένο γραπτό και προφορικό corpus. Ας σημειωθεί μάλιστα ότι η νεότερη γλωσσολογία ενδιαφέρεται για τη συγκρότηση σωμάτων γλωσσικού υλικού όπου καταγράφεται φυσικός, προφορικός λόγος και αποτυπώνεται η ζωντανή χρήση της γλώσσας. Άλλωστε, μία από τις θεμελιώδεις σύγχρονες γλωσσολογικές αρχές που επηρεάζουν τη λεξικογραφία είναι ότι η έμφαση της περιγραφής εκ μέρους του λεξικογράφου δίνεται στην πραγματική χρήση της γλώσσας, που γίνεται και σε επίπεδο προφορικού λόγου. Η αξιοποίηση από τον λεξικογράφο πλούσιων γραπτών και προφορικών πηγών επιδρά θετικά και στη συγκρότηση του λημματολογίου και στον εμπλουτισμό του κάθε λήμματος με διάφορες πληροφορίες, π.χ. γραμματικές και σημασιολογικές. Γενικά, η θεμελίωση της λεξικογραφικής εργασίας σε σώμα κειμένων της περιγραφόμενης γλώσσας αναμένεται να οδηγήσει σε σύνθεση ενός λημματολογίου που περιλαμβάνει τις πιο βασικές ή τις συχνότερες λέξεις, αλλά και στην παροχή έγκυρων πληροφοριών στο εσωτερικό του κάθε λήμματος. Ειδικά στο ΛΙΙ η αξιοποίηση συγκεκριμένου γραπτού και προφορικού corpus είχε ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση σχεδόν όλων των ιμβριακών λέξεων και την παροχή διασταυρωμένων πληροφοριών γι’ αυτές.

4) Λημματολόγιο

Ως προς το λημματολόγιο, ο επιστημονικός χαρακτήρας του ΛΙΙ φαίνεται από τα κριτήρια επιλογής λημμάτων, από τα είδη λημμάτων που περιλαμβάνονται σε αυτό και από την εσωτερική δομή των λημμάτων.

Τα κριτήρια λημματογράφησης λέξεων, όπως παρουσιάζονται στη σελ. 37, είναι συγκεκριμένα και σαφή: Το ΛΙΙ καταγράφει είτε αποκλειστικά ιμβριακές λέξεις, άγνωστες στη Νεοελληνική Κοινή (ΝΕ.Κ.), είτε λέξεις που απαντούν και στη ΝΕ.Κ. και στο τοπικό ιδίωμα της Ίμβρου, αλλά στο ιμβριακό ιδίωμα χρησιμοποιούνται με τουλάχιστον μία διαφορετική σημασία ή μορφοφωνολογικά διαφοροποιημένες (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη η αποβολή των άτονων [ι] και [ου] και η στένωση των άτονων [ε] και [ο] σε [ι] και [ου] αντίστοιχα).

Από την άλλη, με τους όρους αυτούς, ο αναγνώστης του λεξικού δεν μπορεί να πληροφορηθεί ποιες λέξεις χρησιμοποιούσαν οι Ίμβριοι την περίοδο 1920–1970 οι οποίες όμως δεν εμπίπτουν σε μία από τις τρεις κατηγορίες που προαναφέρθηκαν. Δηλ. αν σκεφτούμε μία οποιαδήποτε λέξη της ΝΕ.Κ. που δεν απαντά στο ΛΙΙ, δεν είμαστε απόλυτα βέβαιοι για το αν λεγόταν στην Ίμβρο. Μπορεί να ανήκε στο τοπικό λεξιλόγιο, αλλά να μην καταγράφηκε στο ΛΙΙ γιατί οι Ίμβριοι τη χρησιμοποιούσαν με την ίδια σημασία. Δεν μπορούμε όμως να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο να απουσιάζει η λέξη αυτή από το λεξιλόγιο του τοπικού ιδιώματος.

Ωστόσο, η καταγραφή όλου του λεξιλογίου σε ένα ιδιωματικό λεξικό όπως το ΛΙΙ, και των ιδιωματικών λέξεων και των λέξεων της ΝΕ.Κ. που λέγονταν στο νησί, θα οδηγούσε σε τεράστια αύξηση των λημματογραφούμενων λέξεων και του όγκου του λεξικού. Ο αναγνώστης ενδιαφέρεται κυρίως να μάθει ποιες είναι οι αποκλειστικά ιμβριακές λέξεις ή οι διαφορετικές σημασίες που έχουν στο τοπικό ιδίωμα λέξεις της ΝΕ.Κ. και όχι να ανατρέξει σε ένα λεξικό με πληροφορίες για χιλιάδες λήμματα τις οποίες μπορεί να εντοπίσει και σε ένα ερμηνευτικό λεξικό της ΝΕ.Κ.

5) Είδη λημμάτων

Τα είδη λημμάτων που περιλαμβάνονται στο ΛΙΙ και η εσωτερική δομή τους πιστοποιούν ότι το ΛΙΙ έχει δημιουργηθεί σύμφωνα με τις προδιαγραφές της σύγχρονης λεξικογραφίας, που ισχύουν και για μη διαλεκτικά ή μη ιδιωματικά ερμηνευτικά λεξικά. Στο ΛΙΙ, όπως σε ένα σύγχρονο λεξικό, τα λήμματα διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες:

Η πρώτη κατηγορία λημμάτων είναι τα κυρίως λήμματα, οι λεγόμενες κεφαλές των λημμάτων και το σύνολο των πληροφοριών –γραμματικών, σημασιολογικών κ.ά.– που δίνονται στο πλαίσιο κάθε λήμματος.

Η κεφαλή του λήμματος, όπως και τα λοιπά είδη λημμάτων που θα δούμε στη συνέχεια, αποδίδεται σε γενικές γραμμές με την παραδοσιακή ορθογραφία, με μερικές όμως εύλογες εξαιρέσεις. Παραδείγματα απόκλισης από την καθιερωμένη ορθογραφία αποτελούν η χρήση εκθετικού συμβόλου και αποστρόφου για τη δήλωση του ημίφωνου ι και της αποβολής γράμματος-φθόγγου αντίστοιχα, όπως στο Α’δημ’τριάτ’ς, που εμφανίζει το προαναφερθέν εκθετικό σύμβολο μετά το ρ και τρεις αποστρόφους. Η πληροφορία ότι πρόκειται για ημίφωνο θα μπορούσε να δίνεται μόνο στο πεδίο της φωνητικής μεταγραφής, αλλά έτσι η φωνητική πληροφορία είναι πιο εύληπτη από τον χρήστη του λεξικού, χωρίς να δυσχεραίνεται η ανάγνωση της λέξης-κεφαλής. Δικαιολογημένη απόκλιση από την καθιερωμένη ορθογραφία της ΝΕ.Κ. σημειώνεται στην κεφαλή του λήμματος και στις σπάνιες περιπτώσεις όπου εμφανίζεται έρρινος φθόγγος [μ], [ν] πριν από ηχηρό κλειστό, όπως [μπ], [νπ], [γκ]. Τότε η προφορά δηλώνεται και στη γραφή της κεφαλής του λήμματος, λ.χ. στο λήμμα ζιμμπιρέκ’, με δύο συνεχόμενα μΆλλη ορθογραφική απόκλιση συνιστά η χρήση παύλας που χωρίζει λ.χ. το ν από το τ, ώστε να φανεί και στην κεφαλή ότι το ντ δεν αντιπροσωπεύει φθόγγο [ντ], π.χ. στο λήμμα ικάντου.

Σε μερικές περιπτώσεις, η ορθογραφία που ακολουθεί το ΛΙΙ είναι –και σωστά– σε μεγαλύτερο βαθμό ετυμολογική σε σύγκριση με τη σχολική. Για παράδειγμα, το λήμμα καννόν’, που δηλώνει το –κατά το κοινώς λεγόμενο– καλάμι του ποδιού, ορθογραφείται με δύο ν ως αναγόμενο στη λέξη κάννη και έτσι ο τύπος της κεφαλής του λήμματος συνδέεται, κατά κάποιον τρόπο, με το ετυμολογικό πεδίο. Επιπλέον, για την ιμβριακή λέξη καννόν’ δεν μπορεί να λειτουργήσει το κριτήριο της χρήσης, που παίζει ρόλο στην ορθογραφία της ΝΕ.Κ. και εν προκειμένω οδηγεί στη γραφή κανόνι. Η χρήση εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να ρυθμίσει την ορθογραφία ενός ιδιώματος που συρρικνώνεται, και μάλιστα δεν διαθέτει καν γραπτή μορφή ούτε διδάσκεται στα σχολεία.

Σε άλλες περιπτώσεις όμως, η ορθογραφία χρειάζεται να αποδίδει την πραγματική προφορά και όχι να αντανακλά την ετυμολογία. Γι’ αυτό καταγράφονται λήμματα σταβ’δέλκαι σταβ’διάζου, όχι σταφ’δέλκαι σταφ’διάζου, όπως θα επέβαλλε η αναγωγή στο σταφιδέλι και το σταφιδιάζω αντίστοιχα. Δεν θα ήταν λογικό να σημειωθούν οι δύο αυτοί τύποι με φ στην κεφαλή λόγω ετυμολογίας, εφόσον το β (και όχι το φ) αντιπροσωπεύει πράγματι φθόγγο στην προκειμένη περίπτωση.

Όταν υπάρχουν παρεμφερείς τύποι φωνολογικά διαφοροποιημένοι, τότε εύστοχα, για πρακτικούς λόγους, επιλέγεται με ετυμολογικό κριτήριο ως κεφαλή της λέξης-λήμματος ο τύπος που φαίνεται να αποτελεί τον αρχικό, ενώ έπονται οι υπόλοιποι.

Κατά τα άλλα, στο ΛΙΙ σωστά ακολουθούνται διάφορες λεξικογραφικές συμβάσεις, λ.χ. στην κεφαλή του λήμματος σημειώνεται το ρήμα στο πρώτο ενικό πρόσωπο ενεστώτα ενεργητικής φωνής, ενώ το ουσιαστικό στην ονομαστική πτώση ενικού αριθμού (λ.χ. σιτιμιάζου, που σημαίνει «βρίζω», και σουμός (ο), που έχει τη σημασία «τελειωμός»).

Η δεύτερη κατηγορία λημμάτων αφορά τα λεγόμενα ενδολήμματα ή εσωτερικά λήμματα, όπως φράσεις (λ.χ. δεν έμεινι ρύπουδου, που σημαίνει «δεν έμεινε κανείς – «ψυχή»»).[6]

Η τρίτη κατηγορία λημμάτων είναι τα λεγόμενα υπολήμματα, που κατά κανόνα δεν έχουν δικό τους ερμήνευμα, όπως τα επιρρήματα (λ.χ. το ξανοιχτά στο κυρίως λήμμα ξανοιχτός).

Ακόμη, τα λήμματα του ΛΙΙ ως προς την εσωτερική τους δομή είναι πολυσύνθετα, αφού περιλαμβάνουν ποικίλες πληροφορίες, λ.χ. φωνητικές, γραμματικές, σημασιολογικές και ετυμολογικές, όπως υπαγορεύει η σύγχρονη λεξικογραφία.

Σχετικά με την ορθογραφία, αξιοπρόσεκτη είναι η χρήση κυματοειδούς γραμμής με την οποία δηλώνεται η ουρανική προφορά συμφωνικού φθόγγου. Το σύμβολο αυτό σημειώνεται, όταν χρειάζεται, όχι μόνο στο πεδίο της φωνητικής μεταγραφής, αλλά και στα ενδολήμματα, στα υπολήμματα, στα συνώνυμα, στα αντώνυμα, στα παραδείγματα χρήσης, στις παροιμίες, όχι όμως και στη λέξη-κεφαλή. Έτσι, αφενός ο αναγνώστης του ΛΙΙ αποκτά μια πολύ καλή εικόνα του ιδιώματος σε επίπεδο προφοράς και αφετέρου η γραφή των λέξεων που συγκροτούν το λημματολόγιο είναι τέτοια, ώστε να μη θυμίζει φωνητική και να μη δυσχεραίνει την αναζήτηση λέξεων.

6) Εσωτερική δομή λημμάτων

Δύο είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του ΛΙΙ ως προς την εσωτερική δομή των λημμάτων που περιλαμβάνει: η καταγραφή ποικίλων γλωσσικών πληροφοριών για τη λημματογραφούμενη λέξη, σύμφωνα με τις επιταγές της σύγχρονης λεξικογραφίας, και η συνέπεια με την οποία καταγράφονται οι πληροφορίες αυτές, όπως σε κάθε λεξικό συνταγμένο με επιστημονικές προδιαγραφές.

Οι φωνητικές πληροφορίες που παρατίθενται στο λήμμα ενός λεξικού αφορούν την προφορά, που αντιδιαστέλλεται με τη γραφή της λημματογραφούμενης λέξης, όπως τουλάχιστον καταγράφεται στην κεφαλή του λήμματος. Τέτοιες πληροφορίες δεν συγκαταλέγονται στις πιο βασικές, που αναζητούν οι φυσικοί ομιλητές της Ελληνικής συμβουλευόμενοι ένα γενικό ερμηνευτικό λεξικό της Νέας Ελληνικής. Γι’ αυτό άλλωστε υπάρχουν νεοελληνικά λεξικά όπου η φωνητική µεταγραφή, η απόδοση της προφοράς µε βάση κυρίως λατινικούς και δευτερευόντως ελληνικούς χαρακτήρες, δεν σημειώνεται, ενώ απλώς δίνονται ορισμένα στοιχεία για την προφορά λέξεων κατ’ εξαίρεση, σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Ωστόσο, σε ένα διαλεκτικό ή ιδιωματικό λεξικό, οι πληροφορίες για τον τρόπο προφοράς των λέξεων έχουν αυτονόητη αξία. Ειδικά μάλιστα σε ένα λεξικό του ιμβριακού ιδιώματος είναι αναγκαίες, αφού το ιδίωμα αυτό εμφανίζει πλήθος αποκλίσεων από τη ΝΕ.Κ. ως προς την προφορά. Φωνητικές πληροφορίες δίνει το ΛΙΙ κυρίως μέσω της φωνητικής μεταγραφής. Χαρακτηριστικά σύμβολα χρησιμοποιούμενα για παροχή φωνητικών πληροφοριών είναι η κυματοειδής γραμμή, που δηλώνει την ουρανική προφορά συμφώνου, και το i σε μορφή εκθέτη, που δηλώνει ημίφωνο. Εκτός του πεδίου της φωνητικής μεταγραφής, το ΛΙΙ δίνει πληροφορίες για θέματα προφοράς στις περιπτώσεις που αναφέραμε προηγουμένως, όταν κάναμε λόγο για τα είδη λημμάτων.

Οι γραμματικές πληροφορίες, ένα από τα βασικά είδη γλωσσικών πληροφοριών ενός λήμματος, που είναι πάντως πιο χρήσιμες για όσους μαθαίνουν μια ξένη γλώσσα με τη βοήθεια λεξικού και όχι για φυσικούς ομιλητές, μπορεί να αφορούν: το μέρος του λόγου όπου ανήκει η λημματογραφούμενη λέξη, τη μορφολογική δομή ή τον τονισμό της, καθώς και τη συντακτική συμπεριφορά της – οι συντακτικές πληροφορίες περιλαμβάνονται στις γραμματικές. Σύμφωνα με τη βασική θεωρητική διάκριση γραμματικής και λεξικού, η γραμματική έχει ως αντικείμενο το σύστημα της γλώσσας συνολικά, ενώ οι γραμματικές πληροφορίες που περικλείονται στο λήμμα ενός λεξικού αφορούν τη γραμματική διάσταση συγκεκριμένων λέξεων, των λημματογραφούμενων. Ενδεικτικό στοιχείο του επιστημονικού χαρακτήρα του ΛΙΙ είναι μεταξύ άλλων η συνέπεια ως προς την καταγραφή γραμματικών και συντακτικών πληροφοριών, π.χ. με τις σχετικές συντομογραφίες δηλώνεται τι μέρος του λόγου είναι η λέξη-λήμμα και αν πρόκειται για μεταβατικό ή αμετάβατο ρήμα. Επίσης, το άρθρο σε παρένθεση υποδηλώνει ότι η λημματογραφούμενη λέξη είναι ουσιαστικό.

Σημειωτέον –ως προς τον τρόπο παρουσίασής τους– ότι γραμματικές και συντακτικές πληροφορίες διαφόρων ειδών σε πολλές περιπτώσεις μπορούν να δοθούν και έμμεσα, μέσω παραδειγμάτων χρήσης.

Η επιστημονικότητα του ΛΙΙ επιβεβαιώνεται και από την αντιστοιχία συντακτικών πληροφοριών και παραδειγμάτων χρήσης ως προς τις συντακτικές ακριβώς πληροφορίες που αυτά δίνουν έμμεσα. Στο λήμμα ρουδανίζου λ.χ., το ρήμα χαρακτηρίζεται μεταβατικό και αμετάβατο, ενώ καταγράφονται δύο σημασίες, μία κυριολεκτική, από τον χώρο της υφαντικής, και μία μεταφορική. Τα καταγεγραμμένα παραδείγματα χρήσης είναι συνολικά τέσσερα, δύο για κάθε σημασία, και έχουν επιλεγεί με πολλή προσοχή, ώστε να φωτίσουν και τη μεταβατική και την αμετάβατη χρήση του ρήματος. Σε καθεμιά από τις δύο σημασίες δηλ. έχουν προστεθεί δύο παραδείγματα, από τα οποία στο πρώτο το ρουδανίζου χρησιμοποιείται ως μεταβατικό και στο δεύτερο ως αμετάβατο.

Ως προς τις σημασιολογικές πληροφορίες, ας σημειωθεί ότι το κύριο αντικείμενο της λεξικογραφίας είναι ο ορισμός της σημασίας που έχει μια λέξη ή φράση. Οι δύο πιο βασικοί λόγοι για τους οποίους συμβουλεύεται κανείς λεξικό είναι η ανακάλυψη της σημασίας μιας λέξης και ο έλεγχος της ορθογραφίας της. Το λήμμα ενός λεξικού μπορεί να περιλαμβάνει και άλλες σημασιολογικές πληροφορίες, π.χ. τα συνώνυμα και τα αντώνυμα του λήμματος, ωστόσο ο ορισμός της σημασίας αποτελεί το πιο σημαντικό στοιχείο στο εσωτερικό ενός λήμματος. Και μάλιστα, η αναγνώριση σημασιών και η αντιστοίχιση σημασιών–παραδειγμάτων σε μερικές περιπτώσεις αποτελούν ιδιαίτερα απαιτητικές διαδικασίες.[7] 

Σχετικά με τη διατύπωση του ορισμού, ένας επιτυχημένος ορισμός δεν θα πρέπει να είναι ούτε ασαφής ούτε υπέρμετρα λεπτομερής. Ο λεξικογράφος καλείται να ακολουθήσει τη μέση οδό, προκειμένου να συντάξει έναν ορισμό που να χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και πληρότητα. Μία από τις αρετές του ΛΙΙ είναι ακριβώς αυτή η ισορροπία για την οποία έγινε λόγος προηγουμένως. Οι ορισμοί είναι καλογραμμένοι, σε λιτή γλώσσα, με σωστή σύνταξη και με την αναγκαία σε λεξικό –ή τη μεγαλύτερη δυνατή– συντομία. Για παράδειγμα, το θηλυκό ουσιαστικό ξ’νήθρα ορίζεται σημασιολογικά ως «είδος φαγώσιμου αγριόχορτου με σκούρο πράσινο χρώμα και βελονοειδείς βλαστούς που καταλήγουν σε μικρά, στρογγυλά φύλλα, χαρακτηριστικό του οποίου είναι η ελαφρώς ξινή γεύση».[8] Αλλού βέβαια ως καταλληλότερος ορισμός επιλέγεται η λέξη της ΝΕ.Κ. που αντιστοιχεί στην ιμβριακή, λ.χ. το ξ’λουκουφτής δεν θα μπορούσε να οριστεί καλύτερα από το μονολεκτικό «ξυλοκόπος».[9] Και αλλού, εύστοχα δίνεται ως ορισμός μια σειρά από συνώνυμες λέξεις ή και φράσεις, αφού έτσι φωτίζεται καλύτερα η σημασία, λ.χ. το αλιβρουγυρίζου ως αμετάβατο ορίζεται ως εξής: «περιφέρομαι / χασομερώ / γυρίζω άσκοπα εδώ κι εκεί / περιπλανιέμαι».

Αξιοσημείωτο είναι ότι η σημασία στα λεξικά φωτίζεται και μέσω παραδειγμάτων χρήσης, σε επίπεδο συνταγματικών σχέσεων (syntagmatic relations), σχέσεων μεταξύ στοιχείων που εμφανίζονται από κοινού στον λόγο. Ένα θέμα λεξικογραφικού ενδιαφέροντος είναι και η προέλευση των λεξικογραφικών παραδειγμάτων, τα οποία καλό είναι να αντλούνται από σώμα κειμένων. Στην περίπτωση του ΛΙΙ, με βάση τα όσα σημειώνονται στη σελ. 46, άλλα παραδείγματα του ΛΙΙ είναι αυθεντικά, και μάλιστα βασισμένα σε προφορικό σώμα κειμένων, πράγμα πολύ θετικό, ενώ άλλα έχουν επινοηθεί από τον λεξικογράφο. Το τελευταίο ήταν πιθανότατα αναπόφευκτο, ειδικά αν ληφθεί υπόψη πόσο δύσκολη εν προκειμένω είναι όχι μόνο η συλλογή υλικού, αλλά και η επιλογή του κατάλληλου παραδείγματος από ένα κάπως περιορισμένο corpus.

Επικουρικό ρόλο στην παροχή σημασιολογικών πληροφοριών παίζουν τα συνώνυμα και τα αντώνυμα, σε επίπεδο παραδειγματικών σχέσεων (paradigmatic relations), σχέσεων μεταξύ στοιχείων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικά. Ο Ξ. Τζ. στο ΛΙΙ ασχολείται συστηματικά και διεξοδικά με την καταγραφή τους. Στο αλιβρουγυρίζου ως αμετάβατο λ.χ., καταγράφει οκτώ συνώνυμα και μία συνώνυμη φράση, ενώ στο ξ’λουφουρτώνου, στη μεταφορική του σημασία, είκοσι εννέα συνώνυμα και δεκαοκτώ συνώνυμες φράσεις!

Στις σημασιολογικές πληροφορίες ενός λεξικού υπάγονται και διάφοροι χαρακτηρισμοί λημμάτων και σημασιών, όπως αυτοί που δηλώνουν τη στάση του ομιλητή, π.χ. ειρωνικό, μειωτικό, ή –ειδικά για τις σημασίες– τον τρόπο μετάβασης από τη μια σημασία στην άλλη, π.χ. μεταφορικό, συνεκδοχικό. Εκ των πραγμάτων, μερικοί χαρακτηρισμοί τέτοιου είδους που απαντούν σε μεγάλα ερμηνευτικά λεξικά της Νέας Ελληνικής δεν έχουν θέση στο λεξικό ενός προφορικού ιδιώματος, π.χ. λόγιο ή αρχαϊστικό. Γενικά πάντως, στο ΛΙΙ δεν γίνεται εξαντλητική χρήση τέτοιων χαρακτηρισμών, ίσως για να μην κουραστεί ή να μη δυσκολευτεί ο μη ειδικός, π.χ. δηλώνονται το ειρωνικό και το μεταφορικό, όχι όμως το μειωτικό και το συνεκδοχικό.

Ένα ζήτημα που αντιμετωπίζουν οι λεξικογράφοι είναι η ιεράρχηση των σημασιών μιας λέξης, οι οποίες αναγνωρίζονται και καταγράφονται στο λήμμα. Η κατάταξη των σημασιών αποτελεί και έμμεσο τρόπο με τον οποίο η μία αξιολογείται ως πιο σημαντική από την άλλη. Τα κριτήρια για την ιεράρχηση των σημασιών είναι μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: πρώτον, το κριτήριο της συχνότητας, σύμφωνα με το οποίο προτάσσεται η σημασία που διαπιστώνεται ότι είναι η πιο συχνή σε χρήση· δεύτερον, το κριτήριο της λογικής σχέσης μεταξύ των σημασιών, σύμφωνα με το οποίο π.χ. καταγράφεται αρχικά η κυριολεκτική και ακολούθως η μεταφορική σημασία της λέξης· τρίτον, το ιστορικό κριτήριο, σύμφωνα με το οποίο προτάσσεται η σημασία που εμφανίζεται νωρίτερα στη γλώσσα. Στο ΛΙΙ,  όπου μια σημασία ανήκει και στη ΝΕ.Κ. και στο τοπικό ιδίωμα, αυτή καταγράφεται πρώτη, ενώ η αποκλειστικά ιδιωματική σημειώνεται δεύτερη. Παράδειγμα: λήμμα κάδ’σμα. Επίσης, όπου υπάρχει το ζεύγος κυριολεκτικής και μεταφορικής σημασίας, πρώτη δίνεται η κυριολεκτική. Παράδειγμα: λήμμα μπουρέκ. Φαίνεται όμως ότι λειτούργησε και το κριτήριο της χρήσης: Λ.χ. στο ξιψουμίζου καταγράφεται ως πρώτη σημασία η μεταφορική, ενδεχομένως γιατί είναι σαφώς συχνότερη.

Στο τελευταίο τμήμα του λήμματος ενός λεξικού καταγράφονται πληροφορίες, οι μόνες μη συγχρονικές, για την ετυμολογική προέλευση της λημματογραφούμενης λέξης ή φράσης. Η θέση που καταλαμβάνει η ετυμολογία στο λήμμα ποικίλλει από λεξικό σε λεξικό. Το ΛΙΙ ανήκει στα λεξικά όπου δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στις ετυμολογικές πληροφορίες. Η ετυμολογική ιστορία εκτείνεται τόσο, ώστε να φανεί –ει δυνατόν– και η απώτατη προέλευση των ιδιωματικών λέξεων-λημμάτων. Στο λήμμα Θ’κέβιρ’ς («Δεκέμβριος») λ.χ., ετυμολογείται και ο ίδιος ο λατινικός τύπος December. Είναι θέμα υποκειμενικής εκτίμησης το αν είναι αναγκαίο κάτι τέτοιο. Θα μπορούσε η ετυμολογική πληροφορία να είναι απλώς η αναγωγή στον λατινικό τύπο και ο αναγνώστης να ανέτρεχε σε άλλο λεξικό για να δει από πού προέρχεται ο τύπος αυτός. Από την άλλη, είναι καλό να υπάρχουν αρκετές πληροφορίες συγκεντρωμένες σε μία πηγή. Πάντως, το πιο σημαντικό είναι ότι και στον τομέα της ετυμολογίας το ΛΙΙ έχει επιστημονικό–γλωσσολογικό υπόβαθρο, αφού ως πηγές υλικού ετυμολογικού ενδιαφέροντος αξιοποιήθηκαν έγκυρα έργα.

Συμπέρασμα – επίλογος

Το ΛΙΙ, δημιούργημα ενός ειδικού γλωσσολόγου και λεξικογράφου, και μάλιστα γνώστη του τοπικού ιδιώματος, είναι ένα σπουδαίο λεξικό. Ο συγγραφέας του ακολούθησε αρχές της σύγχρονης λεξικογραφίας και εργάστηκε με την απαιτούμενη για ένα λεξικό μεθοδικότητα. Το ιδιωματικό αυτό λεξικό είναι πολύτιμο συν τοις άλλοις και γιατί αποθησαυρίζει υλικό από ένα νεοελληνικό ιδίωμα που έχει προφορικό χαρακτήρα και συρρικνώνεται. Το ΛΙΙ δείχνει τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουν και άλλοι λεξικογράφοι στο μέλλον, στον χώρο της διαλεκτικής λεξικογραφίας.

Όπως φαίνεται στο προλογικό σημείωμα του συγγραφέα (σελ. 23), ο Ξ. Τζ. έχει επίγνωση ότι ένα τέτοιο λεξικό δεν είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει και ορισμένα λάθη, όπως άλλωστε κάθε λεξικό. Η μεγάλη έκταση του λημματολογίου και η επεξεργασία του υλικού του από κάθε πλευρά, σημασιολογική, ετυμολογική κ.ά., καθιστούν αναπόφευκτη την εμφάνιση αβλεψιών ή άλλων σφαλμάτων. Ο Ξ. Τζ. όμως έχει την επιστημονική ωριμότητα να δηλώσει ότι σε τυχόν δεύτερη έκδοση του ΛΙΙ θα δεχτεί με ιδιαίτερη ικανοποίηση παρατηρήσεις και προτάσεις διατυπωμένες από ειδικούς ερευνητές.

—-

Το Λεξικό του Ιμβριακού Ιδιώματος πωλείται μόνο από τον Σύλλογο Ιμβρίων, που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη (διεύθυνση: Ελευθερίου Βενιζέλου 80, τηλέφωνα: 2109345096 και 2109347957, email: info@imvrosisland.org).

Σημειώσεις

[1] Ας σημειωθεί παρενθετικά ότι σε μια τέτοια περίπτωση χρήσιμο θα ήταν να παραπέμπεται ο αναγνώστης λ.χ. σε έναν πίνακα όπου να έχουν συγκεντρωθεί τα ονόματα και των δώδεκα μηνών, για να γνωρίζει πώς λέγονται στο τοπικό ιδίωμα, είτε πληρούν τα κριτήρια λημματογράφησης (π.χ. Θ’κέβιρ’ς, λήμμα του ΛΙΙ), είτε όχι (π.χ. Γινάρ’ς, που σημαίνει «Γενάρης», «Ιανουάριος», και δικαιολογημένα δεν υπάρχει ως λήμμα στο ΛΙΙ).

[2] Το συγχρονικός αποτελεί γλωσσολογικό όρο, αντίθετο σημασιολογικά με το διαχρονικός, και αφορά τη λεγόμενη συγχρονία, το σύνολο των στοιχείων ενός γλωσσικού συστήματος, που συνεμφανίζονται και αλληλοσυνδέονται σε μια ορισμένη χρονική περίοδο και στον ίδιο τόπο. Ο όρος συγχρονικός δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην «σύγχρονος», αφού πιθανώς αφορά μια συγχρονία που ανήκει στο παρελθόν.

[3] Σε τυχόν δεύτερη έκδοση του λεξικού θα πρότεινα να προστεθεί στην αρχή του κειμένου αυτού η πληροφορία ότι το ιμβριακό ιδίωμα ανήκει στα βόρεια νεοελληνικά, χαρακτηριστικά των οποίων είναι η αποβολή των άτονων [ι] και [ου] (λ.χ. μαράζ’, λήμμα του ΛΙΙ, δηλ. «μαράζι») και η στένωση των άτονων [ε] (ε και αι) και [ο] (ο και ω) σε [ι] και [ου] αντίστοιχα (λ.χ. κουπέλα, λήμμα του ΛΙΙ, δηλ. «κοπέλα»).

[4] Αν πραγματοποιηθεί δεύτερη έκδοση του ΛΙΙ, μια ιδέα θα ήταν να εμπλουτιστεί το κυρίως μέρος του λεξικού με πλαισιωμένα σχόλια που να περιλαμβάνουν διάφορες εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα πληροφορίες, σχετικές είτε με το ιδίωμα της Ίμβρου είτε με το νησί γενικότερα.

[5] Σε τυχόν επόμενη έκδοση του ΛΙΙ, το συγκεκριμένο τμήμα του λεξικού θα μπορούσε να εμπλουτιστεί μεταξύ άλλων με έναν χάρτη όπου να σημειώνονται όλα –ει δυνατόν– τα καταγεγραμμένα στο ΛΙΙ τοπωνύμια της Ίμβρου.

[6] Σημειωτέον ότι η διάκριση φράσης και περιστασιακής λεξιλογικής σύναψης αποτελεί μία από τις εκφάνσεις του βασικού λεξικογραφικού διλήμματος που αφορά τη διαφοροποίηση περιστασιακής και παγιωμένης χρήσης.

[7] Η διάκριση σημασίας–χρήσης συνιστά μία ακόμη όψη του καίριου λεξικογραφικού διλήμματος που αφορά τη διαφοροποίηση ευκαιριακής και παγιωμένης χρήσης στη γλώσσα.

[8] Η ίδια ευστοχία διαπιστώνεται και στη διατύπωση του ορισμού της σημασίας διαφόρων παροιμιών που καταγράφονται σε μερικά λήμματα.

[9] Από άποψη τυπολογίας των λεξικών, εδώ φαίνεται ότι τα διαλεκτικά λεξικά συγγενεύουν με τα δίγλωσσα.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

α)

Μπάτζιος Γ. 1999: Λεξικογραφία, λεξικολογία και γλωσσολογία. Αδημοσίευτη εργασία εξαμήνου στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού προγράμματος γλωσσολογίας (Αθήνα).

Ξυδόπουλος Γ. 2008: Λεξικολογία. Εισαγωγή στη μελέτη της λέξης και του λεξικού (Αθήνα:Πατάκης).

Ξυδόπουλος Γ. 2011: «Μεταλεξικογραφικές παρατηρήσεις στα διαλεκτικά λεξικά Μ. Μπεναρδή και Α. Σύρκου», Patras Working Papers in Linguistics, Vol. 2.1 (2011:96-113), τόμος αφιερωμένος στη διαλεκτική ποικιλία των Μεγάρων.

β)

Béjoint H. 2000: Modern Lexicography. An Introduction (Oxford:Oxford University Press).

Jackson H. 2002: Lexicography. An Introduction (London: Routledge).

Landau S. 2001: Dictionaries. The Art and Craft of Lexicography (Second Edition. Cambridge:Cambridge University Press).

Advertisements

Τις προάλλες, ενώ ήμουν σε διακοπές, για κακή μου τύχη έπεσα στο άρθρο του Απόστολου Διαμαντή «Αγανακτισμένα πνεύματα» (Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 10/7/2011).

Μέλος της διαδικτυακής λίστας glosinform αναρωτήθηκε εύλογα:

«Χωρίς… σχόλια, αλλά με μία απορία: Από πού και ως πού διδάσκει Ιστορία σε ελληνικό πανεπιστήμιο ο εν λόγω κύριος;»

Από διδάσκοντα σε πανεπιστήμιο θα περίμενε κανείς μεγαλύτερη ενημέρωση, πιο λογικούς ισχυρισμούς και πιο στέρεα επιχειρήματα. Ήδη από την πρώτη παράγραφο ξεκινούν τα αρνητικά στοιχεία του άρθρου, καθώς επιχειρείται ο άστοχος παραλληλισμός της οικονομικής και της γλωσσικής επιβίωσης της Ελλάδας. Όπως έχουμε ξαναπεί, δεν υπάρχει θέμα γλωσσικής επιβίωσης, δεν διατρέχει κανέναν τέτοιο κίνδυνο η ελληνική γλώσσα. Στη δεύτερη και την τρίτη παράγραφο, με αφορμή την καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος, γίνεται λόγος για «τις επιπτώσεις της κατάργησης της ιστορικής τους ορθογραφίας» (ενν. των Ελληνικών). Εδώ υπονοείται ένας άτοπος ισχυρισμός, ότι με την κατάργηση του πολυτονικού καταργήθηκε και η ιστορική ορθογραφία, ότι δηλ. σε τελευταία ανάλυση πολυτονικό σύστημα και ιστορική ορθογραφία ταυτίζονται μεταξύ τους. Λίγη ενημέρωση για γλωσσικά θέματα δεν θα έβλαπτε. Στην επόμενη παράγραφο γίνεται παραπομπή στο εξής έργο: Ιωάννης Τσέγκος-Θαλής Παπαδάκης-Δήμητρα Βεκιάρη, «Η εκδίκηση των τόνων», Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2005. Θα επαναλάβω ότι ένας πανεπιστημιακός θα έπρεπε να είναι πιο ενημερωμένος. Στην εργασία του Ιωάννη Τσέγκου έχει ασκηθεί εύστοχη κριτική, την οποία καλό είναι να έχουμε υπόψη. Παραπέμπω στους σχετικούς συνδέσμους:

1) «Η εκδίκηση των τόνων!
Οι συνέπειες απο την κατάργηση του πολυτονικού συστήματος»

2) ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ
«Η εκδίκηση των τόνων ή επιστημονικές ατονίες»

Στο υπόλοιπο κείμενο είναι προφανής η έλλειψη στήριξης σε επιστημονικά στοιχεία, η απουσία λογικής επιχειρηματολογίας και γενικά η συναισθηματική προσέγγιση του θέματος.

Ο Χρήστος Γιανναράς σε αυτήν εδώ τη συνέντευξη ισχυρίζεται ατυχώς ότι η συντελεσμένη «καταστροφή» της γλώσσας τα τελευταία χρόνια είναι χειρότερη από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ειδικοί, δηλαδή οι γλωσσολόγοι, δεν κάνουν ποτέ χρήση τέτοιων όρων, όπως γλωσσική καταστροφή. Η γλώσσα δεν φθείρεται ούτε καταστρέφεται. Απλώς μεταβάλλεται με το πέρασμα του χρόνου. Λ.χ. νέες λέξεις ή σημασίες γεννιούνται, ενώ άλλες εκλείπουν. Ένα ακόμη στοιχείο που αποδεικνύει ότι τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αντιεπιστημονικοί αποτελεί η τάση αυτών που τους προβάλλουν να προβαίνουν σε αβάσιμες ή άτοπες συγκρίσεις. Ισχυρίζονται λ.χ. ότι οι σημερινοί νέοι υποπίπτουν σε γλωσσικά λάθη ή ότι δεν γνωρίζουν πολλές λέξεις ή σημασίες. Οι νέοι της δεκαετίας του ’60 λ.χ. ήταν σε καλύτερο επίπεδο; Και, αν ναι, αυτό πώς αποδεικνύεται; Μια περίπτωση άτοπης σύγκρισης είναι μεταξύ λ.χ. ενός κειμένου του Αριστοτέλη και της γλώσσας των σημερινών νέων. Δεν είναι λογικό όμως να συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα. Σε κάθε εποχή οι νέοι μιλούσαν διαφορετικά από τους μεγαλυτέρους. Και η αδυναμία ή δυσκολία πολλών να αναπτύξουν προβληματισμούς και γενικά να εκφραστούν δεν αποτελεί μόνο σημερινό φαινόμενο. Για να το πω πιο απλά, σε κάθε εποχή το αναμενόμενο είναι οι λιγότεροι μαθητές να αξίζουν πολύ υψηλό βαθμό στο μάθημα της έκφρασης-έκθεσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει όλοι, διδάσκοντες, διδασκόμενοι, γονείς και αρμόδιοι, να προσπαθούν για το καλύτερο. Αλλά ο λόγος για γλωσσική φθορά, παρακμή, καταστροφή κτλ. ή για χειροτέρευση των γλωσσικών πραγμάτων δεν εδράζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία. Έχει κυρίως ιδεολογικά κίνητρα, αλλά μπορεί να οφείλεται και στη συνήθη τάση των μεγαλυτέρων να βλέπουν ότι οι νέοι πάνε από το κακό στο χειρότερο σε όλους τους τομείς, όχι μόνο στη γλώσσα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα γλωσσικής –ειδικότερα, σημασιολογικής– μεταβολής θα αναφέρω στο αυριανό σημείωμα. Ο σκοπός μου είναι να δείξω ότι και με το πέρασμα από την Αρχαία στη Μεσαιωνική Ελληνική ή από τη Μεσαιωνική στη Νέα χάθηκαν γλωσσικά στοιχεία, εν προκειμένω σημασίες. Και έτσι γίνεται σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Η γλωσσική αλλαγή είναι φαινόμενο σύμφυτο με τη γλώσσα. Αν λάβει κανείς υπόψη του τις τεράστιες αυτές μεταβολές, θα πρέπει να συμπεράνει ότι αυτή η γλώσσα διαρκώς καταστρέφεται, εδώ και αιώνες. Προφανώς, κάτι δεν πάει καλά σε αυτούς τους ισχυρισμούς, που προβάλλονται μόνο από μη γλωσσολόγους.

O Χ. Γιανναράς στο άρθρο του «Ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει;» (Η Καθημερινή, 12/12/2010) σχολιάζει με ατυχή τρόπο τη χρήση της ελληνικής γλώσσας εκ μέρους του πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου, παίρνοντας αφορμή από το πολύ καλό άρθρο του γλωσσολόγου Ε.-Φ. Παναγιωτίδη με τίτλο «Ξέρει ο πρωθυπουργός ελληνικά;» (Η Καθημερινή, 5/12/2010). Το άρθρο του Χ. Γιανναρά ανήκει σε ένα πολυπληθές σύνολο κειμένων (άρθρων, σημειωμάτων, επιστολών κ.λπ.) για τη γλώσσα γραμμένων από μη γλωσσολόγους και, ειδικότερα, χαρακτηρίζεται από ανορθολογισμό. Αν ένας μαθητής μου στο μάθημα της έκφρασης-έκθεσης μου είχε παραδώσει τέτοιο γραπτό, είναι βέβαιο ότι θα είχα γεμίσει τα περιθώρια με διάφορες σημειώσεις. Η μόνη αξία του κειμένου του Χ.Γ. έγκειται στο εξής: δείχνει τη διαφορά που έχει στον τρόπο σκέψης ένας γλωσσολόγος από έναν μη γλωσσολόγο, όταν αρθρογραφούν και οι δύο για το ίδιο γλωσσικό θέμα. Καλό είναι να δίνεται το άρθρο αυτό σε πρωτοετείς φοιτητές γλωσσολογίας από διδάσκοντες, προκειμένου να χρησιμεύει ως παράδειγμα αντιεπιστημονικού, ιδεολογικά φορτισμένου λόγου για τη γλώσσα. Με εκφράζει απόλυτα το σχόλιο που δημοσίευσε στην ηλεκτρονική σελίδα της Καθημερινής ένας αναγνώστης με το ψευδώνυμο ΖΑΜ (14/12/2010, 22:05:05): «Νέες καθηγητικές περιττές κουβέντες, κενές ουσίας!». Προσυπογράφω και ένα άλλο σχόλιο (mixpan, 12/12/2010, 21:02:24): «Είναι λυπηρό ο Χ. Γιανναράς να πέφτει στο επίπεδο του λιβελογράφου!». Και αυτό επίσης (sanatorios, 12/12/2010, 21:12:10): «Το όλο άρθρο σας είναι λαϊκιστικό και επιπόλαιο, επιπέδου μεσημεριανάδικου».

Θα προχωρήσω σε σύντομο σχολιασμό των γραφομένων από τον Χ.Γ., γι’ αυτό καλό θα είναι ο αναγνώστης του δικού μου κειμένου να έχει διαβάσει προηγουμένως το άρθρο που θα σχολιάσω. Ο γλωσσολόγος του Πανεπιστημίου Κύπρου (ο Ε.-Φ.Π.) πολύ καλά κάνει και δεν καταλήγει σε συμπέρασμα για την αιτία της δυσκολίας που αντιμετωπίζει στην έκφραση ο Γ. Παπανδρέου, γιατί δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να είναι βέβαιος. Ο Ε.-Φ.Π. πολύ εύστοχα έκανε τη γνωστή διάκριση ανάμεσα στη «γλωσσική ικανότητα» και στη «γλωσσική πραγμάτωση», γιατί έτσι έθεσε τα πράγματα στη σωστή τους βάση. Με τη διάκριση αυτήν ο Ε.-Φ.Π. θέλει να πει ότι τα γλωσσικά λάθη του Γ.Π. δεν μαρτυρούν κατ’ ανάγκην νοητική υστέρηση, πράγμα που ευτυχώς δείχνει να έχει καταλάβει ο Χ.Γ. στην αρχή της πέμπτης παραγράφου του άρθρου του. Δυστυχώς όμως, πιο μετά ο Χ.Γ. παρερμηνεύει τον Ε.-Φ.Π. ισχυριζόμενος ότι «με αυτή τη διάκριση ο κ. Ε.-Φ.Π. κατορθώνει να θέσει ευπρεπέστατα το οξύτατο και δραματικό σήμερα για τον Ελληνισμό πρόβλημα επάρκειας του τιμονιέρη, […]». Ειδικά από την αρχή της 7ης παραγράφου («Η περίπτωση του πρωθυπουργού είναι κάτι άλλο») έως το τέλος, το κείμενο του Χ.Γ. υστερεί σε λογικό ειρμό. Ο Χ.Γ. κάνει λόγο για «άνθρωπο χωρίς γλώσσα». Ποιος είπε ότι ο πρωθυπουργός είναι τέτοιος; Είναι προφανές εδώ ότι τελικά ο Χ.Γ. δεν έχει καταλάβει τι γράφει ο Ε.-Φ.Π. σχετικά με τη διάκριση γλωσσικής ικανότητας και γλωσσικής πραγμάτωσης. Υστερώ στη γλωσσική πραγμάτωση δεν σημαίνει ότι είμαι άνθρωπος χωρίς γλώσσα! Άλλωστε, ο Ε.-Φ.Π. ανέφερε -και σωστά- παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά τη γλωσσική πραγμάτωση, όπως το άγχος, το τρακ, η κόπωση κτλ. Το ότι ο πρωθυπουργός διαβάζει από το χαρτί (αν πράγματι διαβάζει έτσι) το «είμαι πολύ συγκινημένος» πού κολλάει; Είναι επιχείρημα αυτό; Και ποιος είπε ότι ο πρωθυπουργός δεν ελέγχει τη σημασία του μηδέν εις το πηλίκον; Επειδή έκανε ένα σαρδάμ, βγαίνει το συμπέρασμα ότι δεν ξέρει τη σημασία της συγκεκριμένης έκφρασης; Ο λόγος του Χ. Γιανναρά είναι ανορθολογικός. Τα σχετικά με το βλέμμα του Γ.Π. («το βλέμμα, η φυσιογνωμική έκφραση. Το άγλωσσο βλέμμα, σχεδόν βλέμμα πτηνού») κανονικά είναι ανάξια σχολιασμού, θα τα χαρακτήριζα όμως καφενειακού επιπέδου. Τι θα πει «άγλωσσο βλέμμα»; Δηλ. από το βλέμμα του Γ.Π. συμπεραίνει ο Χ.Γ. τι; Τη γλωσσική ανεπάρκεια ή τη νοητική υστέρηση του Γ.Π.; Όσο για το «σχεδόν βλέμμα πτηνού», θεωρώ πολύ χαμηλού επιπέδου αυτήν εδώ τη φράση. Επίσης, κακώς ο Χ.Γ. πιστεύει ότι υπάρχει κίνδυνος να «σκοτωθεί» η γλώσσα. Μια ζωντανή, ομιλούμενη γλώσσα δεν «σκοτώνεται». Δεν είναι τυχαίο ότι αυτοί οι ανυπόστατοι ισχυρισμοί προβάλλονται μόνο από μη γλωσσολόγους. Δεν διατρέχει τέτοιον κίνδυνο η Ελληνική. Τα σχετικά με την …«ασέλγεια του αλητοτουρισμού και της άντλησης πετρελαίων» και μερικά άλλα που παρατίθενται προς το τέλος του άρθρου είναι άσχετα με το θέμα και μου δίνουν την εντύπωση ότι …δεν γινόταν να λείπουν από το άρθρο του Χ.Γ.

Είναι καιρός οι μεγάλες σε κυκλοφορία και ευρύτερα γνωστές εφημερίδες να βελτιωθούν και ως προς αυτό ακόμη το θέμα, δηλ. τον δημόσιο λόγο για τη γλώσσα. Έχω χάσει πολλές ώρες από τη ζωή μου διαβάζοντας σε διάφορες στήλες κείμενα μη γλωσσολόγων για τη γλώσσα τα οποία δείχνουν έλλειψη επιστημονικής μεθόδου ή και κοινής λογικής στην προσέγγιση γλωσσικών θεμάτων. Ως παράδειγμα αναφέρω τα διαφορά σημειώματα για τη γλώσσα που δημοσιεύει στην Ελευθεροτυπία ο Στάθης Σταυρόπουλος. Από καθηγητές πανεπιστημίου όμως έχει κανείς άλλες απαιτήσεις, έστω και αν προσεγγίζουν τη γλώσσα ιδεολογικά και χωρίς να έχουν γνώση των αρχών και των μεθόδων της γλωσσολογίας, γιατί αυτοί τουλάχιστον μπορούν να αρθρώσουν -υποτίθεται- επιστημονικό λόγο. Είναι απαράδεκτος λοιπόν αυτός εδώ ο ανορθολογισμός, η άστατη σκέψη και τα άσχετα επιχειρήματα που βλέπει κανείς στα άρθρα του Χ.Γ. για θέματα γλώσσας. Είναι ανάγκη να δημοσιεύονται σε μεγάλες εφημερίδες άρθρα γλωσσολόγων όσο το δυνατόν περισσότερο. Έχουμε ανάγκη από κείμενα που να παρέχουν έγκυρη ενημέρωση και να καλλιεργούν προβληματισμό για τα γλωσσικά. Το αναγνωστικό κοινό, όσο πιο συχνά γίνεται, θα πρέπει να έρχεται σε επαφή με κείμενα για τη γλώσσα που να βασίζονται σε γλωσσολογικές αρχές και να χαρακτηρίζονται από λογική επιχειρηματολογία. Ευτυχώς, η Καθημερινή φιλοξενεί άρθρα των Σ. Μοσχονά και Ε.-Φ. Παναγιωτίδη. Δεν εννοώ όμως ότι θα ήθελα να διαβάζω κείμενα γραμμένα μόνο από πανεπιστημιακούς. Ευπρόσδεκτα είναι γενικά τα κείμενα για τη γλώσσα που οι δημιουργοί τους έχουν την απαιτούμενη γλωσσολογική ενημέρωση, και ας μη διδάσκουν σε πανεπιστήμια. Έχω φίλους και γνωστούς που είναι πολύ αξιόλογοι γλωσσολόγοι-ερευνητές, αλλά δυστυχώς κανείς μη γλωσσολόγος δεν έχει διαβάσει κείμενά τους. Και απεναντίας, χιλιάδες αναγνώστες εφημερίδων τρέφονται με κείμενα που παραπληροφορούν, π.χ. κάνουν λόγο για τον φανταστικό κίνδυνο να χαθεί η ελληνική γλώσσα. Οι υπεύθυνοι των εφημερίδων με κατάλληλες επιλογές συνεργατών θα πρέπει να αντιτάξουν τη φωνή της γλωσσολογίας στον ανερμάτιστο δημόσιο λόγο για τη γλώσσα.