(Συνέχεια από εδώ.)

Ξεφυλλίζοντας τους επτά τόμους του λεξικού που εκδόθηκαν φέτος, το 2016, για την εφημερίδα Το Βήμα, διαπιστώνω ότι σε διάφορα λήμματα δεν υπάρχει σωστή αντιστοιχία σημασιών και παραδειγμάτων. Στο λήμμα στιγμή λ.χ. οι δύο πρώτες καταγεγραμμένες σημασίες είναι οι ακόλουθες: «πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα» και «συγκεκριμένη περίσταση, ώρα». Στην πρώτη αντιστοιχούν μεταξύ άλλων τα εξής παραδείγματα:

η παρούσα στιγμή. Έλα αυτή τη στιγμή (= αμέσως)! Αυτή τη στιγμή απουσιάζω, αφήστε το μήνυμά σας στον τηλεφωνητή. Τους πέτυχα τη στιγμή του καβγά. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή έπεσε ένας κεραυνός. Τον ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή. Έως/ως τη στιγμή της συνάντησής τους. Όλα πήγαιναν τέλεια, μέχρι τη στιγμή που εμφανίστηκε.

Όλα τα προαναφερθέντα παραδείγματα κακώς αντιστοιχούν στην πρώτη σημασία. Στην πραγματικότητα, ταιριάζουν στη δεύτερη. Τους πέτυχα τη στιγμή του καβγά λ.χ. σημαίνει ότι τους πέτυχα σε μια «συγκεκριμένη περίσταση, ώρα», την ώρα του καβγά! Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι στην πρώτη σημασία αντιστοιχεί το παράδειγμα Εκείνη ακριβώς τη στιγμή έπεσε ένας κεραυνός, ενώ στη δεύτερη το Από κείνη τη στιγμή έπαψα να τον εμπιστεύομαι. Δηλαδή το (ε)κείνη τη στιγμή στη μία περίπτωση είναι «πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα» και στην άλλη «συγκεκριμένη περίσταση, ώρα». Πρόκειται βεβαίως για ασυνέπεια. Και στις δύο περιπτώσεις, τα παραδείγματα θα έπρεπε να αντιστοιχούν στη δεύτερη σημασία.

Ομοίως, στο λήμμα θέλω και ειδικότερα στο τριτοπρόσωπο θέλει («ευνοεί»), που χαρακτηρίζεται προφορικό, διαβάζουμε μεταξύ άλλων τα παραδείγματα:

Τη θέλει το κοινό/ο φακός!

Το παράδειγμα Τη θέλει το κοινό είναι όμως αταίριαστο. Τη θέλει το κοινό μπορεί να σημαίνει ότι την αποδέχεται ή ότι την αγαπάει – πάντως, όχι ότι την ευνοεί. 

Επιπροσθέτως, στο λήμμα τυλίγω, στη σημασία 1 («περιστρέφω κάτι γύρω από έναν άξονα»), το παράδειγμα Ο σωλήνας είχε τυλιχτεί με μονωτική λωρίδα δεν ταιριάζει. Δεν «περιστρέφεται γύρω από έναν άξονα» ο σωλήνας!

Επίσης:

Λήμμα τοποθετώ, σημασία 6, μεταφορική: «εκφράζω, στηρίζω μια άποψη». Παραδείγματα:

Τοποθέτησαν το θέμα στις σωστές βάσεις/σε νέα προοπτική. Το ζήτημα τοποθετήθηκε σε άλλη διάσταση.

Είναι ακατανόητο γιατί διατυπώθηκε έτσι ο ορισμός. Ίσως έγινε σύγχυση με το τοποθετούμαι, που σημειώνεται στο λήμμα αμέσως μετά. Και βέβαια, σε αυτόν τον ορισμό δεν ταιριάζουν καθόλου τα καταγεγραμμένα παραδείγματα.

Ακόμη, στο λήμμα φωνάζω, στην πρώτη σημασία, καταγράφεται ως συνώνυμο το φωνασκώ. Μόνο που προηγούνται και παραδείγματα στα οποία το φωνάζω ακολουθείται από αντικείμενο, όπως Φώναξε βοήθεια κ.ά. Με δεδομένο ότι το φωνασκώ είναι πάντα αμετάβατο, πρέπει να μπει ως συνώνυμο του φωνάζω μόνο σε (υπο)σημασία στην οποία το φωνάζω χρησιμοποιείται ως αμετάβατο. Γενικά, πρέπει να μπορώ να πάρω το συνώνυμο και να αντικαταστήσω τη λέξη-λήμμα. Αλλιώς, το συνώνυμο δεν είναι σωστό.

ΠΡΟΣΘΗΚΕΣ

Μερικά σχόλια για συγκεκριμένα σημεία αυτής εδώ της συνέντευξης:

1) «Το Χρηστικό Λεξικό καινοτομεί έναντι όλων των άλλων επίτομων που κυκλοφορούν σε δέκα σημεία. Το σπουδαιότερο είναι ότι στηρίζεται σε εκτενείς βάσεις δεδομένων και όχι σε διαισθητικά κριτήρια».

Στην πραγματικότητα, στηρίζεται στο Google και σε μερικά από τα προγενέστερα λεξικά, κυρίως στο λεξικό Μπαμπινιώτη και στο λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη. Οι «εκτενείς βάσεις δεδομένων» είναι το Google.

Μέσω διαδικτύου βέβαια μπορεί κανείς να ανακαλύψει ζωντανά στοιχεία που λείπουν από παλιότερα λεξικά. Μόνο που δεν αρκεί. Συν τοις άλλοις, δεν πρόκειται για κανονικό corpus. Και πάντως, εννοείται ότι ένας λεξικογράφος βασίζεται σε διαισθητικά κριτήρια για χίλια δυο θέματα.

2) «Ελλείψεις, σας το είπα με απόλυτη ειλικρίνεια, υπάρχουν. Όταν επιλέγεις να λημματογραφήσεις μία περίπου στις δέκα λέξεις, με στατιστικά όμως κριτήρια από μεγάλες βάσεις δεδομένων, οι ελλείψεις είναι δεδομένες».

Παρουσιάζεται δηλαδή η συγκρότηση του λημματολογίου σαν μια συστηματική ή και επιστημονική διαδικασία. Ωστόσο, όλα τα γνωστά λεξικά έχουν ασαφή κριτήρια λημματογράφησης, ακριβώς γιατί δεν υπάρχουν οι απαιτούμενες βάσεις δεδομένων. Έτσι εξηγούνται οι ελλείψεις και το νέο λεξικό δεν αποτελεί εξαίρεση. Δεν υπάρχουν στατιστικά κριτήρια με βάση τα οποία λ.χ. λημματογραφήθηκε η λέξη βετζετέριαν, αλλά λείπει η λέξη βίγκαν.

(Βλ. εδώ το άρθρο του Σ. Μοσχονά στο παλιό αφιέρωμα της Καθημερινής σε νεοελληνικά λεξικά.)

3) «Μερικοί με ρωτάνε γιατί δεν έχετε το σέλφι; Το σέλφι είναι αγγλική λέξη (selfie, νεολογισμός του 2002, το 2013 χαρακτηρίστηκε “λέξη της χρονιάς”) που μπήκε, για παράδειγμα, στο γαλλικό λεξικό Le Petit Robert στην έκδοση του 2015. Εμείς έχουμε τη λέξη στην ηλεκτρονική βάση, αλλά σκέφτηκα, ας περιμένουμε δυο – τρία χρόνια να δούμε το εύρος της διάδοσής της, και αν επικρατήσει, όπως δείχνουν τα στατιστικά στοιχεία, θα την προσθέσουμε στην επόμενη έκδοση».

Καθόλου πειστική η εξήγηση για τη μη καταγραφή του σέλφι. Πόσο πιθανό είναι να μην «επικρατήσει» η συγκεκριμένη λέξη σε δυο τρία χρόνια; Κατά κόρον θα χρησιμοποιείται και τότε, όπως άλλωστε και τώρα. Μόνο ένας αφελής θα πιστέψει ότι η λημματογράφηση του φίλερ (βαλβίδων) και ο αποκλεισμός του σέλφι βασίζονται σε στατιστικά κριτήρια.

Επιπλέον, ένα από τα πιο αρνητικά στοιχεία του συγκεκριμένου λεξικού είναι η μορφοποίηση του λήμματος. Θα μπορούσαν να αναφερθούν χιλιάδες περιπτώσεις. Λ.χ. στο τριτοπρόσωπο ξινίζει δίνονται τα εξής παραδείγματα:

Το γάλα/κρασί/τυρί ξίνισε (= χάλασε). Το φαγητό ξίνισε με τη ζέστη.

Μόνο που το χάλασε δεν αφορά ειδικά το γάλα, το κρασί και το τυρί, αλλά και το φαγητό. Επομένως, αν χρειαζόταν να σημειωθεί το χαλάει, έπρεπε να ενταχθεί στον ορισμό, δίπλα στο ήδη υπάρχον «αλλοιώνεται».

Παρόμοια περίπτωση: Στο λήμμα χειρότερος, σε ένα από τα παραδείγματα, ξαφνικά ξεφυτρώνει ένα αντώνυμο καλύτερες (ενν. εντυπώσεις). Αλλά το αντώνυμο καλύτερος ταιριάζει και σε ένα σωρό άλλα παραδείγματα.

Το συσσίτιο έχει ήδη οριστεί ως «φαγητό που μαγειρεύεται σε μεγάλη ποσότητα, για να μοιραστεί δωρεάν σε πλήθος ανθρώπων». Επομένως, μετά το παράδειγμα Το συσσίτιο των φαντάρων είναι εντελώς περιττή η ερμηνεία «το φαγητό τους». Με αυτή τη λογική, και μετά τα παραδείγματα συσσίτιο απόρων/αστέγων θα έπρεπε να σημειωθεί «το φαγητό τους»…

Λάθη στις σημασιολογικές πληροφορίες:

Στο λήμμα κατακερματίζω, στη μεταφορική σημασία, δεν αρκεί το «διαλύω, καταστρέφω ολοκληρωτικά». (Βλ. εδώ τον αντίστοιχο ορισμό στο ΛΚΝ.) Πρέπει να φανεί ότι γίνεται διάσπαση ενός συνόλου. Αυτή είναι η έννοια του κατακερματίζω. Παρεμπιπτόντως, το παράδειγμα στο οποίο περιλαμβάνεται το κατακερμάτισε την αξιοπιστία είναι μη αντιπροσωπευτικό και ως εκ τούτου άστοχο.

Επίσης, χωρίζω (σημασία 1) δεν σημαίνει «διαλύω ένα σύνολο […]», αλλά «διαιρώ ένα σύνολο» κτλ.

Ακόμη, το καμάρι δεν έχει ως αντώνυμο το μαύρο πρόβατο.

Να προσθέσω ότι στηρίζουμε τα χέρια μας στα χέρια του καναπέ ή της πολυθρόνας, αλλά δεν πρόκειται για χειρολαβές. Η λέξη χειρολαβή, που περιλαμβάνεται στον ορισμό της τέταρτης σημασίας της λέξης χέρι, είναι άστοχη.

Ως προς τη φωτιά, στη (μεταφορική) σημασία 5: Φωτιά δεν χαρακτηρίζεται η «ακαταμάχητη» κοπέλα. Παρακάτω διαβάζουμε και το παράδειγμα Γυναίκα-φωτιά, που ερμηνεύεται ως «εκρηκτική, εντυπωσιακή». Υπάρχουν λοιπόν διάφορες εκδοχές…

Ούτε το ματς-φωτιά είναι το «συγκλονιστικό» ματς, για όποιον ξέρει από αθλητικά.

Λήμμα χάνω, σημασία 7 «παύω να διακρίνω», με πρώτο παράδειγμα το Δεν σ’ ακούω καλά, σε χάνω. Μόνο που το διακρίνω παραπέμπει κυρίως στο βλέπω και όχι στο ακούω. Ταιριάζει με τα επόμενα παραδείγματα, αλλά όχι με αυτό εδώ.

Ορθογραφικά θέματα:

Είναι ακατανόητο γιατί το καψόνι γράφτηκε και με <ω> – και μάλιστα, ο τύπος με <ω> σημειώνεται πρώτος.

Στο λήμμα εκατοστίζω διαβάζουμε να τα εκατοστίσεις! & (προφ.) να τα κατοστήσεις! Και τα δύο όμως έπρεπε να γραφτούν με <ι>.

(Συνεχίζεται.)

 

Το κείμενο της ομιλίας στο σεμινάριο λεξικογραφίας του ΣΜΕΔ (βλ. εδώ) θα αναρτηθεί στο παρόν ιστολόγιο.

Προς το παρόν, μπορεί να ανατρέξει κανείς στην ιστοσελίδα με τα ηχογραφημένα σεμινάρια του 2016 και να παρακολουθήσει την ομιλία και τη συζήτηση.

 

 

Καλό μήνα! Μέσα στον Απρίλιο είχα τη χαρά να συζητήσω με τον κύριο Χρυσόστομο Παπασπύρου για θέματα λεξικογραφίας. Δημοσιεύω εδώ τη συζήτησή μας. Αυτή τη φορά οι ερωτήσεις είναι του κυρίου Παπασπύρου, τον οποίο ευχαριστώ θερμά και για τις δύο συζητήσεις που έχω δημοσιεύσει ως τώρα:

(1) Από το συνολικό έργο σας που έχω στη διάθεσή μου συνάγω ότι ασχολείστε με ιδιαίτερο μεράκι, σχολαστικότητα και αφοσίωση με τη λεξικογραφία. Για αρχή, θα σας παρακαλούσα να αναπτύξετε τις προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι λεξικογράφοι στην εποχή μας.

Οι σύγχρονοι λεξικογράφοι αντιμετωπίζουν διάφορες προκλήσεις. Η όσο το δυνατόν πιο πιστή λεξικογραφική περιγραφή της γλωσσικής πραγματικότητας ήταν και είναι πρόκληση για τον συντάκτη λημμάτων. Για τον λεξικογράφο ζητούμενο και σήμερα είναι η σύνταξη λημμάτων που θα παρέχουν στον αναγνώστη του λεξικού περισσότερες και πιο ακριβείς πληροφορίες για τις λέξεις-λήμματα σε σύγκριση με τις γλωσσικές πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε λήμματα ήδη εκδεδομένων λεξικών. Στη σύγχρονη λεξικογραφία –ειδικά μάλιστα αν πρόκειται για γενικό μονόγλωσσο λεξικό– πρόκληση είναι η δημιουργία λημμάτων που χαρακτηρίζονται από μεγάλη ποικιλία πληροφοριών για τη χρήση των λημματογραφούμενων λέξεων. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι στις μέρες μας η εργασία του λεξικογράφου διαφέρει αρκετά από την αντίστοιχη του παραδοσιακού συντάκτη λημμάτων, αφού σήμερα αξιοποιούνται οι δυνατότητες που προσφέρει το διαδίκτυο στη σύνταξη λημμάτων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν συμβουλεύονται οι συντάκτες και πηγές σε έντυπη μορφή. Μεγάλη πρόκληση για τον λεξικογράφο είναι πλέον να δαμάσει το υλικό που συγκεντρώνει μέσω διαδικτύου και να το αξιοποιήσει καταλλήλως. Ο λεξικογράφος δεν θα δώσει στο λήμμα ικανοποιητική μορφή αν δεν κάνει σωστή χρήση του υλικού αυτού. Στον αχανή κυβερνοχώρο ανακαλύπτονται στοιχεία πολύτιμα για τη σύνταξη ενός λήμματος, αλλά και στοιχεία παροδηγητικά.

(2) Θα μπορούσατε να μας παραθέσετε ένα παράδειγμα πληροφορίας από τον κυβερνοχώρο που θα μπορούσε να αποβεί πολύτιμη για λεξικογραφική εργασία, καθώς επίσης και ένα παράδειγμα που θα μπορούσε να δράσει παροδηγητικά;

Με τη βοήθεια του διαδικτύου ο λεξικογράφος μπορεί να εμπλουτίσει το λήμμα του λεξικού με ζωντανά στοιχεία, που αντικατοπτρίζουν τη σημερινή γλωσσική πραγματικότητα, όπως νέες σημασίες, αυθεντικά παραδείγματα χρήσης κ.ά. Ας δούμε λ.χ. το επίθετο ακαλαίσθητος. Δεν θυμάμαι να έχω ασχοληθεί πρόσφατα με αυτό, αλλά είμαι βέβαιος ότι η διαδικτυακή αναζήτηση θα αποκάλυπτε παραδείγματα χρήσης του επιθέτου που θα διευκόλυναν τον λεξικογράφο στη σύνταξη του λήμματος – όχι μόνο στη διάκριση σημασιών, αλλά και σε άλλα θέματα, όπως η διατύπωση των ορισμών και η προσθήκη παραδειγμάτων χρήσης.

Ως προς τα παροδηγητικά στοιχεία που ανακαλύπτονται μέσω διαδικτύου, ο νους μου πηγαίνει κυρίως σε κείμενα που αναδημοσιεύονται σε διάφορες ιστοσελίδες, με αποτέλεσμα ο εμφανιζόμενος αριθμός αποτελεσμάτων αναζήτησης να είναι παραπλανητικός. Θυμάμαι  ένα νοσταλγικό ηλεκτρονικό κείμενο για όσους έχουν γεννηθεί πριν από το 1980 ή κάτι τέτοιο. Σε ένα σημείο χρησιμοποιείται η γραφή <καυγάδες>, με ύψιλον. Διαβάζουμε συγκεκριμένα: «Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλο και μάθαμε να το ξεπερνάμε». Αν θέλει κάποιος να ερευνήσει πόσο συχνή είναι στο διαδίκτυο μια γραφή, τότε θα πρέπει να συνεκτιμήσει το γεγονός ότι μερικά κείμενα αναδημοσιεύονται από ιστοσελίδα σε ιστοσελίδα. Και με αυτό δεν εννοώ ότι δεν χρησιμοποιείται αρκετά η γραφή <καυγάς> – μιλάω γενικά. Και μάλιστα, σε κείμενα όπως αυτό που προανέφερα, μπορεί να υπάρχουν και άλλα παροδηγητικά στοιχεία, άσχετα με θέματα γραφής. Παροδηγητικά μπορεί να δράσει το διαδίκτυο για κάποιον που κάνει στον κυβερνοχώρο έρευνα για την εν γένει χρήση μιας λέξης, για τη συντακτική της συμπεριφορά, για τις σημασίες που μπορεί να έχει κ.ά. Βασιζόμενος σε παραπλανητικούς αριθμούς αποτελεσμάτων αναζήτησης, μπορεί κάποιος να θεωρήσει συχνή μια σύναψη και να την καταγράψει στο πεδίο των παραδειγμάτων. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το διαδίκτυο δεν είναι ένα κανονικό corpus κειμένων.

Ωστόσο, σε γενικές γραμμές είμαι υπέρ του διαδικτύου. Δεν νοείται ένας σύγχρονος λεξικογράφος να μην το αξιοποιεί. Απλώς θέλω να πω ότι το θέμα βέβαια είναι πώς το χρησιμοποιεί.

(3) Οι δύο βασικές λεξικογραφικές προσεγγίσεις για τη διαμόρφωση λεξικών διαφόρων εκάστοτε κατηγοριών είναι: (α) η σημασιολογική προσέγγιση, κατά την οποία εκκινούμε από γνωστή μορφή ενός λεξήματος και προσπαθούμε να αποδώσουμε, να ερμηνεύσουμε και να διασαφήσουμε τη σημασία (ή τις σημασίες) του λεξήματος αυτού, και (β) η ονομασιολογική προσέγγιση, κατά την οποία εκκινούμε από γνωστή σημασία και προσπαθούμε να αποδώσουμε μια κατάλληλη μορφή (ή μορφές) για τη σημασία αυτή. Με ποιον τρόπο (ή με ποιους τρόπους) μπορεί ο λεξικογράφος να κινηθεί δημιουργικά μέσα από αυτές τις δύο προσεγγίσεις; Υπάρχουν «κρυφά αδιέξοδα» και, αν ναι, πώς μπορούν να αρθούν; Θα μπορούσατε να μας παραθέσετε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα από τη δική σας ενασχόληση με τη λεξικογραφία;

Την πρώτη πορεία κατά κανόνα, δηλαδή την πορεία από τη μορφή στη σημασία, ακολουθεί ο λεξικογράφος που εργάζεται σε γενικό μονόγλωσσο λεξικό. Αναφέρομαι σε λεξικό που περιλαμβάνει λέξεις λημματογραφημένες σύμφωνα με την αλφαβητική τους σειρά και παρέχει στο εσωτερικό του καθενός λήμματος ποικίλες γλωσσικές πληροφορίες για τη λέξη-λήμμα. Όταν ανατίθεται στον λεξικογράφο η σύνταξη ενός συγκεκριμένου λήμματος, η προσέγγιση είναι σημασιολογική. Ο συντάκτης του λήμματος θα ξεκινήσει από μια μορφή της λέξης-λήμματος και ακολούθως θα προχωρήσει στον ορισμό της σημασίας ή στους ορισμούς των σημασιών.

Τη δεύτερη πορεία –από τη σημασία στη μορφή– ακολουθεί ο λεξικογράφος που εργάζεται σε εννοιολογικό λεξικό. Στα εννοιολογικά λεξικά οι λημματογραφημένες λέξεις έχουν καταγραφεί με βάση τη σημασία τους και όχι τη σειρά των γραμμάτων τους στο αλφάβητο της γλώσσας. Τα λεξικά αυτά δεν ακολουθούν την οδό που ξεκινάει όχι από μια δεδομένη λέξη και οδηγεί τον αναγνώστη στην ερμηνεία της σημασίας της, αλλά από μια δεδομένη έννοια και οδηγεί στις καταλληλότερες λέξεις για την απόδοσή της. Παράδειγμα εννοιολογικής ταξινόμησης των λημμάτων δίνει το παλιότερο Λεξικό Βοσταντζόγλου, όπου τα κεφάλαια αντιστοιχούν σε διάφορες εννοιολογικές κατηγορίες, όπως σχέσις, ποσότης, αξίαι, συναίσθημα κ.ά., οι οποίες υποδιαιρούνται σε στενότερες έννοιες. Π.χ. το κεφάλαιο συναίσθημα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τα υποκεφάλαια ευαισθησία, πόνος, ενθουσιασμός, λύπη.

Η πορεία από τη σημασία στη μορφή ακολουθείται και στην καταγραφή συνωνύμων. Ας θυμηθούμε τα λεξικά συνωνύμων, όπου ο λεξικογράφος, ξεκινώντας από τη σημασία μιας λέξης, φτάνει στη μορφή με την οποία δηλώνεται η σημασία αυτή. Μπορεί όμως να προβλέπεται η καταγραφή συνωνύμων και στα λήμματα ενός γενικού μονόγλωσσου λεξικού. Τότε ο λεξικογράφος θα πρέπει να συνδυάσει την πρώτη πορεία με τη δεύτερη. Επίσης, η συνωνυμία παίζει ρόλο στη σύνταξη ορισμών σε δίγλωσσα λεξικά – πρόκειται για διαγλωσσική συνωνυμία, σε αντιδιαστολή με την ενδογλωσσική. Στη συνωνυμία όμως μπορεί να βασιστεί, έστω και εν μέρει, και ο ίδιος ο ορισμός της σημασίας σε μονόγλωσσα λεξικά. Στις παραπάνω περιπτώσεις η πορεία είναι από τη σημασία στη μορφή.

Πράγματι, υπάρχουν «κρυφά αδιέξοδα», όπως εύστοχα τα χαρακτηρίζετε. Ας δούμε το παράδειγμα της σημασιολογικής σχέσης μεταξύ του κατάλληλος και του πρόσφορος. Είναι σωστό να καταγράψουμε ως συνώνυμο του κατάλληλος το πρόσφορος; Μήπως πρέπει το πρόσφορος να σημειωθεί ως συνώνυμο του κατάλληλος σε μια συγκεκριμένη σημασία ή υποσημασία; Ή μήπως σε μεμονωμένα παραδείγματα ή σε υποπεδίο παραδειγμάτων; Αν προσθέσουμε στο λήμμα αρκετά παραδείγματα χρήσης του κατάλληλος, θα διαπιστώσουμε ότι σε μερικά δεν γίνεται να αντικατασταθεί το εν λόγω επίθετο από το πρόσφορος, ενώ σε άλλα γίνεται. Το μεγάλο πρόβλημα όμως είναι ότι σε ορισμένα παραδείγματα παραμένει ανοικτό το θέμα και η απόφαση για την καταγραφή ή μη ενός συνωνύμου μπορεί να βασιστεί στη γλωσσική διαίσθηση του συντάκτη. Στην προκειμένη περίπτωση αλλά και σε πολλές άλλες ο λεξικογράφος φτάνει σε «κρυφά αδιέξοδα» όταν με βάση το γλωσσικό του αισθητήριο κάτι… και λέγεται και δεν λέγεται, δηλαδή κατά κάποιον τρόπο βρίσκεται κάπου στα όρια του αποδεκτού και του μη αποδεκτού. Με δεδομένο ότι στη νεοελληνική λεξικογραφία δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή ηλεκτρονικά σώματα κειμένων, πολλές αποφάσεις κατ’ ανάγκην θα πρέπει να βασιστούν στο γλωσσικό αισθητήριο του συντάκτη, δηλαδή σε υποκειμενικό παράγοντα.

(4) Επομένως, όπως καταλαβαίνω, ένα άκρως ανεπτυγμένο γλωσσικό αισθητήριο αποτελεί αποφασιστική προϋπόθεση για έναν καλό λεξικογράφο, σωστά; Δηλαδή, κατά πρώτο λόγο, απαιτείται πείρα του λεξικογράφου ως προς την έκθεση σε ποικίλες και διαφορετικές συνθήκες γλωσσικής χρήσης; Κατά δεύτερο λόγο, σε ποιο θεσμοθετημένο ακαδημαϊκό πλαίσιο μπορεί κάποιος στοχοθετημένα να καλλιεργήσει στο έπακρο το γλωσσικό αισθητήριο, ώστε να μπορεί να λειτουργήσει αξιόπιστα ως λεξικογράφος;

Πράγματι, ο καλός λεξικογράφος είναι εξοικειωμένος με ποικίλες συνθήκες χρήσης της γλώσσας. Από την άλλη βέβαια, η λεξικογραφική εργασία είναι τόσο σύνθετη και απαιτητική, ώστε συνειδητοποιεί ο συντάκτης ότι το γλωσσικό του αισθητήριο δεν επαρκεί πάντα και ότι χρειάζεται να ζητάει και τη γνώμη συναδέλφων του, που θα βασιστούν στο δικό τους αισθητήριο της γλώσσας.

Δεν μπορώ να σκεφτώ ένα θεσμοθετημένο ακαδημαϊκό πλαίσιο όπως το περιγράφετε. Έχω αναφερθεί και άλλοτε σε ορισμένα τρωτά του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος που διαιωνίζονται, όπως είναι η στείρα αποστήθιση. Σε λίγα χρόνια τα παιδιά μου θα πάνε στο σχολείο και μου φαίνεται εφιαλτικό ότι θα υποχρεώνονται να μαθαίνουν απέξω ολόκληρα κομμάτια από σχολικά βιβλία. Ωστόσο, πάντα πιστεύω στον καλό δάσκαλο, που μπορεί να μεταδώσει σε ορισμένους τουλάχιστον μαθητές την αγάπη του για ένα γνωστικό αντικείμενο. Ευτύχησα να έχω καλούς φιλολόγους στο σχολείο και πιστεύω ότι συνέβαλαν στο να στραφώ προς τα φιλολογικά. Να προσθέσω και κάτι ακόμη: Τα σχολικά βιβλία της νεοελληνικής γλώσσας έχουν πλέον γλωσσολογικό προσανατολισμό, πράγμα πολύ θετικό. Υπάρχουν λοιπόν θετικά στοιχεία στο ελληνικό σχολείο που, σε συνδυασμό με την έμφυτη κλίση, μπορούν να συμβάλουν στο να καλλιεργήσει κάποιος το γλωσσικό αισθητήριο, ώστε να γίνει ερευνητής – γλωσσολόγος, λεξικογράφος ή κάτι άλλο. Η έφεση βέβαια παίζει και εδώ τον βασικότερο ρόλο, όπως και σε τόσους άλλους τομείς. Το να είναι κάποιος καλός λεξικογράφος εξαρτάται κυρίως από αυτό που λέμε ταλέντο. Μπορεί λ.χ. ένας φιλόλογος να συντάσσει καλά λήμματα και να είναι μέτριος στη διδασκαλία.

(5) Για μας τους γλωσσολόγους ένα λεξικό αποτελεί περιγραφική και ερμηνευτική καταγραφή ενός μέρους του λεξιλογικού πλούτου είτε μιας δεδομένης γλώσσας είτε δύο ή περισσοτέρων δεδομένων γλωσσών σε δεδομένες εκάστοτε συνθήκες χρήσης και σε δεδομένη ιστορική φάση. Όμως, για τους απλούς ανθρώπους ένα λεξικό –ιδιαίτερα όταν αυτό περιβάλλεται από υψηλό κοινωνικό κύρος– μπορεί να επέχει θέση κώδικα νομιμότητας της γλώσσας τους. Δεν είναι σπάνιες οι –συνήθως άγονες– αντιπαραθέσεις μεταξύ ανθρώπων που επικαλούνται τα λεξικά για να στηρίξουν επιχειρήματα γλωσσικής ορθότητας ή μη. Πώς θα μπορούσε ο λεξικογράφος να γεφυρώσει αυτό το αντιληπτικό χάσμα μεταξύ ειδικών και μη ειδικών; (Διότι σε τελευταία ανάλυση οι απλοί άνθρωποι είναι εκείνοι που χρειάζονται τα λεξικά, όχι εμείς οι γλωσσολόγοι.)

Κατά τη γνώμη μου, καλό είναι οι λεξικογράφοι να καταστήσουν σαφές στο αναγνωστικό κοινό με διαφόρους τρόπους –λ.χ. μέσω αρθρογραφίας ή και στα προλεγόμενα των λεξικών– ότι κανένα λεξικό δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν ευαγγέλιο. Κάθε λήμμα κανονικά αποτελεί προσπάθεια για όσο το δυνατόν καλύτερη αποτύπωση της πραγματικής χρήσης. Η ίδια η γλωσσική πραγματικότητα είναι πολύ ευρύτερη και το λεξικό αντιπροσωπεύει μια απόπειρα να καταγραφεί ένα τμήμα αυτής της πραγματικότητας.  Πράγματι, δεν είναι σπάνιες οι άγονες αντιπαραθέσεις μεταξύ χρηστών λεξικών που παραπέμπουν σε συγκεκριμένα σημεία λημμάτων, για να αποδείξουν ότι κάτι είναι αποδεκτό ή μη. Και τα λεξικά όμως γράφονται από ανθρώπους που, όπως είναι φυσικό, δεν έχουν το αλάθητο. Συχνά επίσης έχω διαβάσει ότι κάτι δεν είναι δόκιμο ή ότι δεν υπάρχει καν, δεν λέγεται ή δεν γράφεται, επειδή δεν έχει καταγραφεί σε ένα λεξικό. Είναι προφανές ότι πρόκειται για παρανόηση. Μια λέξη συνήθως προϋπάρχει του λεξικού που την καταγράφει – εκτός αν την έχει επινοήσει ο λεξικογράφος! Η μη καταγραφή της σε ένα λεξικό δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει. Θυμάμαι κάτι σχετικό που είχα διαβάσει σε ένα άρθρο για τον νεολογισμό διακύβευμα. Αν λείπει το λήμμα διακύβευμα από κάποιο λεξικό, δεν μπορεί να βγει το συμπέρασμα ότι η λέξη αυτή δεν ανήκει στο λεξιλόγιο της νέας ελληνικής. Η κατάχρηση του συγκεκριμένου νεολογισμού, η υπερβολική χρήση του, είναι άλλο θέμα. Και ας σημειωθεί ότι η λέξη διακύβευμα καταγράφεται πλέον σε νεοελληνικά λεξικά – και σωστά.

(6) Γνωρίζουμε ότι οι έννοιες της διαχρονίας και της συγχρονίας στη μελέτη μιας γλώσσας δεν είναι απόλυτες αλλά σχετικές. Είναι δηλαδή ανέφικτος ο πλήρης διαχωρισμός συγχρονικής και διαχρονικής προσέγγισης. Ποιες είναι οι συνέπειες αυτού του συμπεράσματος για τη λεξικογραφική πρακτική;

Το γεγονός ότι τα όρια μεταξύ συγχρονίας και διαχρονίας είναι δυσδιάκριτα κάνει συζητήσιμο το τι θα αποκλειστεί από ένα σύγχρονο λεξικό ως παρωχημένο. Σε παλιότερα λεξικά της νέας ελληνικής διαπίστωνε κανείς ότι σε μεγάλο βαθμό το λημματολόγιο δεν ήταν εκσυγχρονισμένο. Δηλαδή είτε καταγράφονταν λέξεις παρωχημένες είτε δεν καταγράφονταν λέξεις με διαπιστωμένη χρήση στον προφορικό και τον γραπτό λόγο. Η κατάσταση αυτή βελτιώθηκε κάπως σε νεότερα λεξικά. Και πάλι όμως υπάρχει μια γενική ασάφεια στα κριτήρια επιλογής λημμάτων, κυρίως γιατί οι Έλληνες λεξικογράφοι δεν έχουν ακόμη στη διάθεσή τους επαρκή ηλεκτρονικά σώματα κειμένων. Οι γλωσσολόγοι που έχουν ειδικευτεί στα σώματα κειμένων είναι οι αρμόδιοι να απαντήσουν στο ερώτημα τι πρέπει να περιλαμβάνει ένα τέτοιο corpus, στο οποίο θα βασιστεί η επιλογή λέξεων-λημμάτων. Αν μια λέξη ή σημασία απαντά σε έναν συγγραφέα του 19ου αιώνα, πρέπει να καταγραφεί σε ένα σύγχρονο λεξικό;

(7) Αν ρίξουμε μια ματιά στα σχολικά ανθολόγια νεοελληνικής λογοτεχνίας, διαπιστώνουμε ότι πολλά κείμενα –αν όχι τα περισσότερα– τοποθετούνται χρονολογικά στον 19ο αιώνα, ενώ ακόμα διαβάζουμε με προσήλωση τα λογοτεχνικά αριστουργήματα εκείνης της περιόδου, που μας καλλιεργούν με την αξεπέραστη γλωσσική τους αισθητική. Δεν θα ήταν άραγε εύλογο να δεχθούμε ότι τα κείμενα αυτά εξακολουθούν να αναβιώνουν στη σημερινή γλωσσική μας συγχρονία; Ποια είναι η γνώμη σας ως λεξικογράφου;

Μου αρέσει η ιδέα να αποδελτιώνονται παλιότερα κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας, όπως αυτά του 19ου αιώνα, για λεξικογραφικούς σκοπούς. Κι αυτό όχι μόνο γιατί δεν έχουμε επαρκή γλωσσάρια Νεοελλήνων λογοτεχνών, αλλά και γιατί είναι σημαντικό να μπορεί ο αναγνώστης παλιότερων λογοτεχνικών κειμένων να λύνει τις απορίες του ανατρέχοντας σε μία πηγή και όχι σε πολλές και διάφορες. Αποκεί και πέρα, είναι θέμα απόφασης το αν θα συμπεριληφθούν και τέτοιες λέξεις σε ένα σύγχρονο λεξικό. Πρακτικοί λόγοι –εννοώ κυρίως τους περιορισμούς ως προς τον χώρο– μπορεί να εμποδίσουν κάτι τέτοιο. Η αποδελτίωση παλιότερων λογοτεχνικών κειμένων μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μεγάλη αύξηση του συνολικού αριθμού των λημμάτων. Δεν έχω πείρα από συντονισμό λεξικογραφικής ομάδας και δεν έχω δει τα πράγματα από αυτή την οπτική γωνία. Συναφές είναι και το εξής θέμα: Ποιες λέξεις από τη λόγια παράδοση θα λημματογραφηθούν και με ποια κριτήρια.

(8) Σε δημοσιευμένες μελέτες σας έχετε αναφερθεί στα κριτήρια επιλογής λεξημάτων που κατά κανόνα οι λεξικογράφοι (οφείλουν να) τηρούν. Θα μπορούσατε να μας διευκρινίσετε αναλυτικότερα αυτά τα κριτήρια, καθώς επίσης και να τα σχολιάσετε;

Αν αναφερόμαστε στη νέα ελληνική, το γενικό κριτήριο (πρέπει να) είναι η χρήση της λέξης, το να ανήκει μια λέξη στο σημερινό λεξιλόγιο της νέας ελληνικής. Το θέμα είναι βέβαια πώς πιστοποιείται κάτι τέτοιο. Αν έχει αποφασιστεί σε ένα λεξικό να λημματογραφηθούν οι πιο συχνές λέξεις σε χρήση, αυτή η συχνότητα θα πρέπει να επιβεβαιώνεται από ηλεκτρονικά σώματα κειμένων. Υπάρχουν τέτοια στη διάθεσή μας. Δεν είναι ακόμη επαρκή, αλλά σιγά σιγά σημειώνεται βελτίωση στον τομέα αυτόν, πράγμα που θα διευκολύνει τον λεξικογράφο στο μέλλον. Επίσης, παίζει ρόλο το αν ορισμένες λέξεις συγκροτούν κλειστές ομάδες. Για παράδειγμα, στο μπάσκετ υπάρχουν πέντε θέσεις παικτών και τουλάχιστον ισάριθμες λέξεις που τις δηλώνουν. Δεν είναι δυνατόν λοιπόν να λημματογραφηθούν οι τρεις από αυτές τις λέξεις και να παραλειφθούν οι άλλες δύο. Αυτό βέβαια σημαίνει ότι χρειάζεται να υπάρχει συνεργασία και με ειδικούς σε διάφορους γνωστικούς τομείς.

Η λημματογράφηση μιας λέξης μπορεί να βασιστεί στις πηγές από όπου αντλεί υλικό ο λεξικογράφος. Τέτοιες είναι –εκτός από προγενέστερα λεξικά και ηλεκτρονικά σώματα κειμένων– και γλωσσάρια λογοτεχνών και άλλων συγγραφέων, που όμως δεν επαρκούν. Αξιόλογη πηγή υλικού είναι και το διαδίκτυο, αρκεί να γίνει σωστή χρήση του, με δεδομένο ότι δεν αποτελεί κανονικό corpus. Σε ένα εξαιρετικό άρθρο του ο γλωσσολόγος και λεξικογράφος Γ. Τράπαλης αναφέρεται μεταξύ άλλων στα κριτήρια επιλογής λημμάτων που έχουν δηλώσει ότι ακολουθούν οι λεξικογράφοι, καθώς και στις πηγές από όπου έχουν αντλήσει υλικό. Ως προς τα κριτήρια επιλογής, φαίνεται ότι κυριαρχεί το κριτήριο της χρήσης. Όσο για τις πηγές, γίνεται λόγος μεταξύ άλλων για αποδελτιώσεις από τον τύπο, χρήση ηλεκτρονικού σώματος κειμένων και αποδελτίωση υλικού προγενέστερων λεξικών. Σε κάποιο σημείο του άρθρου υπάρχει αναφορά στη διδασκόμενη ύλη στη μέση εκπαίδευση. Να λοιπόν κάτι που σκέφτομαι ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κριτήριο. Αξίζει να λημματογραφηθεί λ.χ. ένας χημικός όρος που εμφανίζεται σε σχολικά εγχειρίδια χημείας.

Στην πράξη δυστυχώς τα κριτήρια επιλογής λημμάτων μπορεί να γίνουν και εντελώς… «πεζά». Δηλαδή μερικοί λεξικογράφοι φροντίζουν να μην παραλείψουν κανένα από τα λήμματα αυτά που καταγράφονται σε άλλα λεξικά. Αν όμως οι άλλοι έχουν καταγράψει σπάνιες λέξεις και έχουν παραλείψει συχνές;

(9) Δηλαδή, ο λεξικογράφος δεν επαρκεί από μόνος του, αλλά χρειάζεται μια διεπιστημονική ομάδα, προκειμένου να καλυφθούν κατά το δυνατόν περισσότεροι γνωστικοί τομείς της γλωσσικής μας πραγματικότητας; Τι γίνεται σε περίπτωση εσωτερικής διαφωνίας μέσα στην ομάδα; Πώς γεφυρώνεται αυτή η διαφωνία; Ποια ακαδημαϊκά προσόντα οφείλει να διαθέτει ένας ικανός λεξικογράφος, ώστε να δρα συντονιστικά και εποικοδομητικά μέσα στην ομάδα;

Στα οργανωμένα λεξικά, τους νομικούς όρους αναλαμβάνει νομικός, τους μαθηματικούς μαθηματικός κτλ., γιατί είναι βέβαιο ότι ο φιλόλογος θα κάνει λάθη ως μη ειδικός. Αποκεί και πέρα, χονδρικά υπάρχουν δύο επιλογές: Είτε θα στείλει ο χημικός λ.χ. έναν έτοιμο ορισμό στον λεξικογράφο, ο οποίος μπορεί να κάνει φιλολογική επιμέλεια του ορισμού αυτού, είτε θα συντάξει τον ορισμό ο λεξικογράφος και θα τον διορθώσει ο χημικός. Δεν έχω άποψη για το ποια είναι η καλύτερη επιλογή. Και βέβαια, δεν είναι πολύ απλά τα πράγματα, ακόμη και αν συνεργάτες των φιλολόγων-λεξικογράφων είναι οι καλύτεροι ειδικοί, φυσικοί, μαθηματικοί κ.λπ. Ο λεξικογράφος θα πρέπει να εντάξει σωστά τον ορισμό του ειδικού στο λεξικό. Δεν μπορεί λ.χ. ο ορισμός να περιλαμβάνει όρους που δεν εξηγούνται σε άλλο σημείο του λεξικού.

Στα λεξικά είναι άκρως απαραίτητο να υπάρχει γόνιμος και εποικοδομητικός διάλογος, ακόμη και όταν δεν πρόκειται για όρους από συγκεκριμένους γνωστικούς τομείς. Διάλογος πρέπει να γίνεται για τα πάντα. Από τη συνεργασία μόνο όφελος μπορεί να προκύψει. Τα λεξικά είναι συλλογικά έργα. Αν αρχίσω να ετοιμάζω μόνος μου ένα λεξικό, είναι βέβαιο ότι θα κάνω πολλά λάθη – και δεν εννοώ λάθη μόνο σε γνωστικούς τομείς που δεν κατέχω. Εννοώ ότι πάντα μια δεύτερη ματιά είναι όχι απλώς ευπρόσδεκτη, αλλά επιβεβλημένη. Είναι τόσο σύνθετη διαδικασία η σύνταξη λημμάτων, ώστε τα λάθη ή οι παραλείψεις δεν μπορούν να αποφευχθούν και πάντα το λήμμα θα επιδέχεται βελτίωση. Με τη συνεργασία και τον διάλογο βελτιώνονται τα λήμματα.

Δεν αποκλείεται βέβαια η περίπτωση εσωτερικής διαφωνίας μέσα στη συντακτική ομάδα. Κατ’ ανάγκην όμως κάποιος πρέπει να αποφασίσει. Στα οργανωμένα λεξικά υπάρχει ιεραρχία. Ο συντονιστής –και γενικά ο ιεραρχικά ανώτερος– παίρνει αποφάσεις. Δεν γίνεται αλλιώς.

Ως προς τα ακαδημαϊκά προσόντα που οφείλει να διαθέτει ένας ικανός λεξικογράφος, πριν από αρκετά χρόνια θα έλεγα ότι πρέπει να είναι φιλόλογος με ειδίκευση στη γλωσσολογία. Δεν εννοώ ότι τώρα έχω αναθεωρήσει – απλώς δεν είμαι απόλυτος. Αν αναφερόμαστε σε νεοελληνικό λεξικό, ο λεξικογράφος πρέπει να ξέρει «καλά ελληνικά», ό,τι και αν σημαίνει αυτό. Έχω γνωρίσει εξαιρετικούς λεξικογράφους που είναι και γλωσσολόγοι. Είχα και έχω όμως εξίσου καλούς συναδέλφους που δεν έχουν ειδίκευση στη γλωσσολογία. Σημασία έχει να αγαπάει κανείς το συγκεκριμένο αντικείμενο, τη λεξικογραφία, όποια και αν είναι τα τυπικά του προσόντα. Δεν αποκλείεται να είναι κάποιος καλός γλωσσολόγος, που όμως να μην ενδιαφέρεται για τη λεξικογραφία ή να μην έχει ταλέντο στη σύνταξη λημμάτων. Έχω τη γνώμη ότι η έννοια της ειδίκευσης σχετικοποιείται κάπως στον χώρο της λεξικογραφίας.

(10) Αντιλαμβάνομαι ότι το κριτήριο της χρήσης μάς οδηγεί ορισμένες φορές σε δυσάρεστα αδιέξοδα. Π.χ. η χρήση του ρήματος απολαμβάνω με τη σημασία του απολαύω, ενώ διατηρείται άθικτη η σημασία του ουσιαστικού απόλαυση (το ουσιαστικό απολαβή δεν χρησιμοποιείται με την σημασία αυτή). Πώς διαχειριζόμαστε από λεξικογραφικής πλευράς τέτοια αδιέξοδα;

Σίγουρα δεν αντιμετωπίζουν όλοι οι λεξικογράφοι τέτοιες περιπτώσεις με τον ίδιο τρόπο – γι’ αυτό άλλωστε παρατηρούνται διαφορές από λεξικό σε λεξικό. Η γνώμη μου είναι ότι ο λεξικογράφος οφείλει να αποδίδει τη γλωσσική πραγματικότητα όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στο corpus του – άλλο θέμα η αξιοπιστία του corpus… Ο λεξικογράφος πρέπει να περιγράφει τη γλώσσα και όχι να τη ρυθμίζει. Σε μερικές περιπτώσεις βέβαια, ίσως αναγκαστεί να κλίνει προς την πλευρά του κανόνα και όχι της απόκλισης από αυτόν, όπως όταν η απόκλιση δεν σηματοδοτεί γλωσσική μεταβολή. Η εργασία του λεξικογράφου έχει πρακτικό προσανατολισμό, αλλά και θεωρητικό υπόβαθρο. Το υπόβαθρο αυτό δεν μπορεί παρά να είναι γλωσσολογικό. Η λεξικογραφία βασίζεται σε αρχές της σύγχρονης γλωσσολογίας. Σε ένα ιδανικό λεξικό θα υπήρχε μια ομάδα θεωρητικών γλωσσολόγων που δεν θα συνέτασσαν λήμματα, αλλά θα είχαν τον ρόλο συμβούλων για τη συνεπή αντιμετώπιση ομοειδών περιπτώσεων με βάση διδάγματα της γλωσσολογίας.

(11) Μια σημαντική κατηγορία εννοιών είναι οι ατομικές έννοιες, το ουσιώδες χαρακτηριστικό των οποίων είναι η πλήρης ταύτιση του βάθους τους και του πλάτους τους – δηλαδή στις έννοιες αυτές η σημασία ταυτίζεται με την αναφορά. Οι λέξεις για τις έννοιες αυτές κατά κανόνα γράφονται με αρχικό κεφαλαίο γράμμα. Κατά τη γνώμη σας, σε ένα γενικό λεξικό επέχουν θέση λεξήματα που δηλώνουν ατομικές έννοιες ή όχι – και γιατί;

Αναφέρεστε σε περιπτώσεις λέξεων-λημμάτων όπως Μαρία, Κατίνα, Θερμοπύλες, Πόλη, που είναι κύρια ονόματα. Εφόσον τα ονόματα αυτά χρησιμοποιούνται σε φράσεις, παροιμιώδεις και άλλες, τότε παρέχουν επιπρόσθετες πληροφορίες και θα πρέπει να αποτελούν λήμματα. Το Λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη στην εισαγωγή γράφει ότι περιέλαβε στο λημματολόγιό του όσα από τα εθνικά ουσιαστικά και τα κύρια ονόματα δίνουν επιπλέον γλωσσικές πληροφορίες. Και ως παραδείγματα αναφέρει αφενός τα Εβραίος, Τούρκος και αφετέρου τα Γιάννης και Θωμάς. Συμφωνώ με αυτή την πρακτική. Βέβαια, σε λεξικά που είναι σε μεγάλο βαθμό και εγκυκλοπαιδικά μπορεί να αποτελέσουν λήμματα και κύρια ονόματα που δεν δίνουν επιπλέον γλωσσικές πληροφορίες.

(12) Αναφερθήκατε στην εγκυκλοπαιδικότητα ενός γενικού λεξικού. Υπάρχουν όρια στην τάση αυτή; Με δεδομένη την αλληλοδιάδραση γλώσσας και γνώσης, πού σταματάει ένα λεξικό να είναι απλώς και μόνο λεξικό και αρχίζει να γίνεται εγκυκλοπαίδεια; Τα όρια είναι απλώς και μόνο ποσοτικά ή ενδέχεται να είναι και ποιοτικά;

Σε γενικές γραμμές, οι πληροφορίες που δίνει ένα λεξικό αφορούν τις λέξεις, ενώ από την εγκυκλοπαίδεια αντλούμε πληροφορίες που αφορούν τα πράγματα. Για παράδειγμα, η γραμματική πληροφορία ότι η λέξη θρησκεία είναι ουσιαστικό αποτελεί γλωσσική  πληροφορία, που αφορά τη λέξη θρησκεία καθ’ εαυτήν. Απεναντίας, η συστηματική   περιγραφή  των  διαφόρων  θρησκειών  ανά  τον κόσμο  σε  συγχρονικό  ή  διαχρονικό επίπεδο, η ανάλυση της θεωρίας και της πρακτικής που εφαρμόζει καθεμιά από αυτές κ.λπ. συνιστά ευρύτερη, εγκυκλοπαιδική πληροφόρηση που υπερβαίνει τα όρια της λέξης θρησκεία και της γλώσσας. Πρόκειται για άλλου είδους πληροφορίες. Δεν είναι εγκυκλοπαιδικές επειδή είναι πολλές. Κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι τη διαφορά «ποσοτικού» και «ποιοτικού». Τα όρια μεταξύ γλωσσικών και εγκυκλοπαιδικών πληροφοριών όμως δεν είναι πάντα ευδιάκριτα στα λεξικά. Σε λήμματα όπως γάτα ή σκύλος μπορεί να δοθούν και μερικές εγκυκλοπαιδικές πληροφορίες, ειδικά αν το λεξικό έχει και εγκυκλοπαιδικό χαρακτήρα σε μεγάλο βαθμό. Σε δίγλωσσα λεξικά επίσης μπορεί να δοθούν τέτοιες πληροφορίες με το σκεπτικό ότι ο αναγνώστης θα πρέπει να εξοικειωθεί και με ορισμένα πολιτισμικά στοιχεία σχετικά με τη γλώσσα που θέλει να μάθει. Και στο πεδίο των ετυμολογικών πληροφοριών υπάρχει περιθώριο για παροχή εγκυκλοπαιδικών πληροφοριών.

(13) Η κατάστρωση λεξικών προϋποθέτει τη γραφή. Ακόμα και με δεδομένες τις σύγχρονες τεχνολογικές δυνατότητες καταγραφής του λεξιλογικού πλούτου φυσικών γλωσσών που (ακόμα) δεν γράφονται, πάντοτε χρησιμοποιούνται συστήματα γραπτής αναπαράστασης των λεξημάτων. Η συγκυρία αυτή εγείρει αναγκαστικά και το ζήτημα της ορθογραφίας. Θα μπορούσατε να μας αναπτύξετε τρόπους με τους οποίους ο λεξικογράφος πραγματεύεται δημιουργικά το ζήτημα αυτό;

Τα λεξικά λειτουργούν και ως ορθογραφικοί οδηγοί. Εκτός από σημασιολογικές και άλλες πληροφορίες, δίνουν και την πληροφορία του πώς γράφεται μια λέξη-λήμμα. Ο λεξικογράφος ήδη από την κεφαλή του λήμματος παρέχει τη σχετική πληροφορία. Αν τυχόν υπάρχει ορθογραφική παραλλαγή, καταγράφεται και αυτή. Βέβαια, έχει σημασία η σειρά καταγραφής. Ένας τύπος προτάσσεται ή καταγράφεται δεύτερος με βάση κάποια κριτήρια, που πρέπει να ξεκαθαρίζονται στα προλεγόμενα του λεξικού. Ειδικά προβλήματα παρουσιάζονται σε διαλεκτικά ή ιδιωματικά λεξικά, όπου πρέπει να δηλώνονται επιπλέον φθόγγοι, που δεν απαντούν στην κοινή νέα ελληνική, αλλά και φθόγγοι που προφέρονται αλλιώς. Για περισσότερες πληροφορίες παραπέμπω στη βιβλιοκριτική παρουσίαση του Λεξικού του Ιμβριακού Ιδιώματος και στα όσα σημειώνω σχετικά με τις ορθογραφικές επιλογές.

(14) Επειδή η γραφή συνεπάγεται ενσυνείδητη αποστασιοποίηση του ανθρώπου από τη γλώσσα του, αναγκαστικά επιφέρει –σε μεγαλύτερο ή μικρότερο, εκάστοτε, βαθμό– μια ρύθμιση, με την έννοια ότι μπορούμε να κάνουμε λόγο περί του πώς πρέπει να γράφουμε. Κατά τη γνώμη σας, ο λεξικογράφος νομιμοποιείται να δρα ρυθμιστικά –τουλάχιστον σε ορισμένες πολύ ιδιαίτερες και δυσχερείς για τους απλούς ανθρώπους περιπτώσεις λεξημάτων– ή οφείλει να παραμένει πάντοτε ουδέτερος, σεβόμενος την περιγραφική και ερμηνευτική του λειτουργία; Θα μπορούσατε να παραθέσετε κάποια συγκεκριμένα παραδείγματα ίσως και από τη δική σας λεξικογραφική εμπειρία;

Η ορθογραφία έχει από τη φύση της κανονιστικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό η έννοια της ορθογραφικής ρύθμισης διαφέρει από την εν γένει γλωσσική ρύθμιση. Αυτό σημαίνει ότι στον χώρο της ορθογραφίας η ρύθμιση μπορεί και να είναι αποδεκτή. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια πίστευα ότι ο λεξικογράφος και στον τομέα της ορθογραφίας θα πρέπει να ακολουθεί την περιγραφική προσέγγιση, να περιγράφει πιστά την πραγματικότητα. Για παράδειγμα, αν μια λέξη διαπιστωμένα έχει δύο γραφές, λ.χ. <μπίρα> και <μπύρα>, η άποψή μου ήταν ότι αυτή η διτυπία πρέπει να φαίνεται στο λήμμα όπως και οι άλλες γλωσσικές πληροφορίες που αφορούν τη λέξη. Τώρα πια έχω αναθεωρήσει, γιατί στο μεταξύ συνειδητοποίησα ότι μια τέτοια πρακτική θα οδηγούσε σε αδιέξοδο, σε ένα είδος ορθογραφικής αναρχίας. Έχω καταλήξει πλέον στην άποψη ότι σε ένα νεοελληνικό λεξικό ως προς την ορθογραφία θα πρέπει να ακολουθηθεί ό,τι ορίζει η σχολική ορθογραφία. Ομοίως και σε περιπτώσεις γραφών που είναι είτε «ιστορικότερες» (λ.χ. <γλυτώνω> αντί <γλιτώνω>) είτε απλούστερες (λ.χ. <εταιρία> αντί <εταιρεία>) από τις επίσημες. Αν υιοθετηθεί μια γραφή από τη σχολική γραμματική, τότε και ο λεξικογράφος θα πρέπει να τη δεχτεί. Αν είναι τόσο σημαντικό να σημειωθεί απόκλιση από την καθιερωμένη ορθογραφία σε κάποιες περιπτώσεις, καλό θα ήταν να πρόκειται για όσο το δυνατόν λιγότερες περιπτώσεις και να εξηγούνται τα σχετικά κριτήρια στα προλεγόμενα του λεξικού.

(15) Αναφερθήκατε στη σχολική ορθογραφία. Στο τελευταίο σας σύγγραμμα Γιατί να μάθω ορθογραφία και άλλα ορθογραφικά τονίζετε πολύ εύστοχα την αναγκαιότητα εξισορρόπησης τριών θεμελιωδών αρχών που (πρέπει να) διέπουν την ορθογραφία της νεοελληνικής: (α) την αρχή της ιστορικής γραφής, (β) την αρχή της απλούστερης γραφής, και (γ) την αρχή της αναλογικής γραφής. Όμως η σχολική ορθογραφία που εκάστοτε υιοθετείται εδραιώνεται όχι από εξισορρόπηση αυτών των αρχών αλλά από αυθαίρετη πολιτική επιλογή κάποιου μεμονωμένου ορθογραφικού συστήματος. Μήπως ένας ικανός λεξικογράφος δεν θα ήταν άραγε σε θέση να συμβάλει με το έργο του στην επιδιωκόμενη εξισορρόπηση;

Κατά τη γνώμη μου, το ισχύον ορθογραφικό σύστημα εξασφαλίζει την εξισορρόπηση αυτών των αρχών. Η γενική ιδέα είναι ότι καμία από τις τρεις ορθογραφικές αρχές δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε απόλυτο βαθμό – αναφέρομαι κυρίως στις δύο πρώτες, γιατί για την τρίτη δεν νομίζω να έχει τεθεί ζήτημα. Κατ’ ανάγκην, η καθιέρωση ενός ορθογραφικού συστήματος είναι και προϊόν πολιτικής επιλογής, με την έννοια ότι το κράτος ασκεί εκπαιδευτική πολιτική και αποφασίζει μεταξύ άλλων ποιο θα είναι το σύστημα ορθογραφίας που θα ακολουθείται. Βέβαια, για να μην είναι αυθαίρετη η όποια πολιτική επιλογή σε θέματα γλώσσας και ορθογραφίας, καλό είναι να προηγείται διάλογος μεταξύ ειδικών. Στην περίπτωση της νεοελληνικής ορθογραφίας, νομίζω ότι το σύστημα του Μ. Τριανταφυλλίδη λειτουργεί σαν ικανοποιητική βάση. Από τον διάλογο των γλωσσολόγων μπορεί να προκύψουν τροποποιήσεις σε συγκεκριμένες περιπτώσεις λέξεων, αν κριθεί αναγκαίο.

Βασίλειος Αργυρόπουλος:

«Γιατί να μάθω ορθογραφία κι άλλα ορθογραφικά»

(Καβάλα: Σαΐτα 2015, ηλεκτρονικό βιβλίο)

Όταν η επιστήμη καλείται να εφαρμόσει τα πορίσματά της για σκοπούς κοινωνικούς και παιδαγωγικούς, προκειμένου να προωθήσει το πολιτισμικό επίπεδο της κοινωνίας, έρχεται αντιμέτωπη με ένα επώδυνο πρακτικό αξίωμα: Ό,τι κερδίζουμε σε συνέπεια, το χάνουμε σε κατανοησιμότητα. Και το αντίστροφο. Αν επιδιώκουμε να είμαστε επιστημονικά συνεπείς, προκαλούμε σύγχυση στον κόσμο. Αν επικεντρωνόμαστε στο να μας καταλάβει ο κόσμος, αναγκαστικά θυσιάζουμε αρκετή από τη συνέπεια των πορισμάτων μας. Το ζητούμενο εδώ είναι να επιτυγχάνουμε τη βέλτιστη δυνατή ισορροπία, και αυτό δεν είναι κάτι εύκολο – το αντίθετο μάλιστα. Προαπαιτεί από πλευράς μας μια ανεπτυγμένη κοινωνική και παιδαγωγική ευαισθητοποίηση, προαπαιτεί τέχνη για τη μετάπλαση των επιστημονικών πορισμάτων σε κατανοητά, προσιτά μηνύματα.

Η ορθογραφία μιας γλώσσας –ιδιαίτερα μιας γλώσσας με μακραίωνη ιστορία και παραγωγή κειμένων, όπως η ελληνική– αποτελεί τεράστια πρόκληση για μας τους γλωσσολόγους, όσον αφορά στην παρουσίαση και στην εφαρμογή των πορισμάτων της γλωσσολογίας για σκοπούς κοινωνικούς και παιδαγωγικούς. Είναι πανεύκολο για μας να καταστρώνουμε μεταξύ μας αναλυτικές μελέτες για την ορθογραφία, αλλά πολύ μα πολύ δύσκολο να εξηγούμε στους απλούς ανθρώπους πώς πρέπει να γράφουν, για να γράφουν σωστά. Το ηλεκτρονικό βιβλίο του εκλεκτού συναδέλφου γλωσσολόγου Βασιλείου Αργυρόπουλου «Γιατί να μάθω ορθογραφία και άλλα ορθογραφικά», το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Σαΐτα, δείχνει μια άκρως επιτυχημένη και εύστοχη αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης. Με πλήρη κοινωνική και παιδαγωγική ευαισθησία, καθώς επίσης και με μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική αντίληψη της ορθογραφίας, το σύντομο αυτό βιβλίο αποτελεί έναν ισοζυγισμένο ορθογραφικό οδηγό για τον χρήστη της ελληνικής γλώσσας. Η ορθογραφία ανταποκρίνεται στο γλωσσικό αισθητήριο, έτσι ώστε ο αναγνώστης πείθεται από τα προσιτά και κατανοητά επιχειρήματα του πονήματος αυτού, που κατορθώνει σε λίγες μόλις σελίδες να εμπνεύσει την ψυχή του αναγνώστη με την ισόρροπη παράθεση διαφορετικών ορθογραφικών προοπτικών.

Θεωρώ λοιπόν ότι το βιβλίο αυτό μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα ευεργετικό για όλους τους χρήστες της ελληνικής γλώσσας που προβληματίζονται με θέματα ορθογραφίας και επιζητούν ένα προσιτό και κατανοητό υπόβαθρο, για να καταλάβουν πώς πρέπει να γράφουν, χωρίς να έρχονται σε σύγκρουση με το γλωσσικό τους αισθητήριο.

Μεγάλο και αξιέπαινο κατόρθωμα!

Δρ. Χρυσόστομος Παπασπύρου,

Χημικός Πανεπιστημίου Αθηνών,

Διδάκτωρ Γλωσσολογίας Πανεπιστημίου Αμβούργου,

Διευθυντής Γυμνασίου & Λυκείου

Κωφών & Βαρηκόων Αγίας Παρασκευής

ΒΙΒΛΙΟ

09/04/2015

Giati na matho orthografia ki alla orthografika_cover_small

Εκδόσεις Σαΐτα

Τίτλος: Γιατί να μάθω ορθογραφία και άλλα ορθογραφικά
Συγγραφέας: Βασίλειος Αργυρόπουλος                                                                                                                            ISBN: 978-618-5147-33-4

Συνεργάτες
Φιλολογική επιμέλεια: Αντωνία Αριστοδήμου
Σχεδιασμός εξωφύλλου, σελιδοποίηση: Ηρακλής Λαμπαδαρίου

Σύντομη περίληψη

Πώς ορίζεται η γραφή και η ορθογραφία;

Πώς συνδέεται η γραφή με τη γλώσσα;

Ποια είναι τα είδη ορθογραφίας;

Η ελληνική γραφή απεικονίζει την προφορά της γλώσσας μας;

Είναι η φωνητική ορθογραφία η καταλληλότερη ή η απλούστερη;

Γιατί να μάθω ορθογραφία;

Υπάρχουν προκαταλήψεις που αφορούν την ορθογραφία;

Σε ποιες αρχές βασίζεται η νεοελληνική ορθογραφία;

Ακολουθούν όλα τα νεοελληνικά λεξικά τις ίδιες αρχές ως προς τη γραφή των λέξεων;

Μπορούν να θεωρηθούν σύμπτωμα γλωσσικής παρακμής οι ορθογραφικές απλοποιήσεις;

Τελικά, πώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε την ορθογραφία;

Σε αυτά και σε άλλα ερωτήματα δίνονται απαντήσεις στις σελίδες αυτού εδώ του βιβλίου. Το Γιατί να μάθω ορθογραφία απευθύνεται κυρίως σε αναγνώστες που, μολονότι δεν είναι γλωσσολόγοι, έχουν γλωσσικά και γλωσσολογικά ενδιαφέροντα.

Το συγκεκριμένο βιβλίο πετάει ελεύθερα στο Διαδίκτυο από τον Απρίλιο του 2015.

Κατεβάστε το βιβλίο σε μορφή .pdf (μέγεθος αρχείου: 2,15 ΜB)

(Συνέχεια από το προηγούμενο.)

1) Ο Χ. Χ. στα προλεγόμενα του λεξικού και ειδικά εκεί που κάνει λόγο για την επιλογή και τον τρόπο κατάρτισης του λημματολογίου (σελίδα 14) σημειώνει:

«Είναι αυτονόητο ότι αξιοποιήθηκαν τα περισσότερα νεοελληνικά λεξικά».

Εκείνο που δεν μας λέει είναι ούτε ένα λήμμα δεν έχει συνταχθεί χωρίς να έχει ληφθεί υπόψη αν το συμπεριλαμβάνει ή τι γράφει το Λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη (ΛΝΕΓ). Δεν περίμενα βέβαια να παραδεχτεί ο Χ. Χ. τι οφείλει στο λεξικό του συναδέλφου του. Είναι όμως άκομψο να τον φωτογραφίζει στο σημείωμα σχετικά με την ορθογραφία, εκεί που αναφέρεται στις τσιππούρες κτλ., ενώ του οφείλει τόσα.

Το Λεξικό Μπαμπινιώτη και το Λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη (ΛΚΝ) κυρίως αξιοποιήθηκαν. Και να λάβουμε υπόψη ότι οι συντάκτες των δύο αυτών λεξικών δούλευαν ως το 1998, τότε που εκδόθηκαν, χωρίς να έχουν στη διάθεσή τους τόσες πηγές όσες υπάρχουν σήμερα. Δεν εννοώ μόνο το διαδίκτυο. Εννοώ ότι οι συντάκτες του ΛΝΕΓ εκείνα τα χρόνια δεν είχαν καν τη δυνατότητα να συμβουλεύονται το ΛΚΝ (ούτε βέβαια οι του ΛΚΝ μπορούσαν να αξιοποιήσουν το ΛΝΕΓ). Απεναντίας, ο Χ. Χ. πολλά πράγματα τα βρήκε έτοιμα.

2) Συνέντευξη του Χ. Χ. στην Καθημερινή. Τι να πρωτοσχολιάσω…

Δεν δίνει σαφή απάντηση στο ερώτημα γιατί συμπεριέλαβε την τσαχπινογαργαλιάρα και όχι το like.

Με το να λέει ότι αφαίρεσε ό,τι είχε σχέση με θέματα ποδοσφαιρικά, πολιτικά ή φυλετικά ομολογεί ότι η μέθοδός του δεν είναι και τόσο περιγραφική. Αν όλα τα προηγούμενα λεξικά έχουν μέσα σεξιστικά παραδείγματα, αυτός δεν είναι λόγος να μην καταγραφούν οι αρνητικές σημασίες, λ.χ. για το Φιλιππινέζα. Άλλο η σημασία και άλλο το παράδειγμα χρήσης. Για να μην ανασύρω τις δηλώσεις που έκανε ο Χ. Χ. όταν υπερασπιζόταν το ΛΝΕΓ για το θέμα με το λήμμα Βούλγαρος το 1998… Δυσκολεύεται κανείς να πιστέψει ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο…

Δεν απαντάει καν στο ερώτημα αν ο Εμμανουήλ Κριαράς είχε άδικο που έλεγε να μη διδάσκονται τα αρχαία ελληνικά στο σχολείο! (Για την ακρίβεια: στο γυμνάσιο.) Γιατί άραγε;

Δεν ήταν καθόλου κομψό εκ μέρους του να πει ότι υποψιάζεται μήπως κάποιος ήθελε να του κλέψει το λεξικό. Είναι σαν να φωτογραφίζει συναδέλφους του που ασχολούνται με λεξικά. Και πού ήξεραν οι δράστες ότι έχει μαζί του φλασάκι με το λεξικό; Και έχουν φτάσει στο σημείο κάποιοι με λεξικογραφικά ενδιαφέροντα να χρησιμοποιούν σιδερογροθιές ή να βάζουν άλλους να επιτεθούν με σιδερογροθιές; Και γιατί κυκλοφορούσε έχοντας αποθηκευμένο το λεξικό σε ένα φλασάκι; Δεν σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να το χάσει; Πάντως, ας μην ανησυχεί ο Χ. Χ. και ας προσγειωθεί στην πραγματικότητα. Κανείς δεν ήθελε να του κλέψει το λεξικό ούτε τις «καινοτόμους» ιδέες του. Κανείς δεν θέλει να κλέψει κάτι μέτριο. Αλλά και να μην ήξερε ότι είναι μέτριο, στην ακαδημαϊκή κοινότητα δεν συνηθίζονται τέτοιες πράξεις. Δεν εννοώ φυσικά ότι δεν υπάρχουν κρούσματα βίας στα πανεπιστήμια. Μόνο που οι δράστες εκεί ανήκουν σε ακραίες μειοψηφίες που θέλουν να επιβάλουν τις απόψεις τους. Δεν χτυπάνε με σιδερογροθιές οι δημιουργοί λεξικών ή οι ερευνητές! Ούτε βάζουν άλλους να κάνουν κάτι τέτοιο! Και βέβαια, το ότι σκέφτηκε ο Χ. Χ. πως κάποιοι τον χτύπησαν με σιδερογροθιές για να του κλέψουν το λεξικό δείχνει έναν τρόπο σκέψης ξένο προς αυτόν που πρέπει να χαρακτηρίζει ένα μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας.

(Συνεχίζεται.)

ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

1) «Πρόχειρες και περιθωριακές σημειώσεις σε λήμματα»

2) «Ένα μη χρηστικό λεξικό

(Συνέχεια από το προηγούμενο.)

4) ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ

Στην ορθογραφία είναι αφιερωμένο ένα σύντομο σημείωμα που διαβάζουμε στα προλεγόμενα του ΧΛΝΓ (σελίδες 14-15). Εκεί ο Χ. Χ. σπεύδει από την πρώτη κιόλας παράγραφο να δηλώσει τη διαφωνία του με ετυμολογικές γραφές που υποστηρίζονται στο ΛΝΕΓ, όπως τσιππούρα, τσηρώτο κ.ά. Ας προστεθεί κάτι που είναι σχετικό, αν και δεν αφορά την ορθογραφία: Ο Χ. Χ. στο Βήμα (9/11/2014) δηλώνει για το αμφίψωμο, που –σημειωτέον– είχε προτείνει ο Γ. Μπαμπινιώτης, δημιουργός του ΛΝΕΓ, ως απόδοση του σάντουιτς την εποχή του τηλεπαιχνιδιού Ομιλείτε ελληνικά, στη δεκαετία του ’80: «Αν ζητήσεις αμφίψωμο, δεν θα φας σάντουιτς». Ο Χ. Χ. δεν κατονομάζει τον Γ. Μπ., αλλά τον φωτογραφίζει και με την τσιππούρα κτλ. και με το αμφίψωμο. Βέβαια, σε μια παλιά βιβλιοκρισία (βλέπε εδώ, σελίδες 366-374), βλέπουμε τον Χ. Χ. πολύ διαφορετικό. Ο τωρινός επικριτής του Γ. Μπ. ήταν τότε υμνητής του. Στον παραπάνω διθύραμβο μάλιστα δεν δίστασε να χαρακτηρίσει ειρωνικά προοδευτικούς μερικούς επικριτές του Γ. Μπ., να υποστηρίξει ότι έχουν χαμηλό επίπεδο, να τους κατηγορήσει –με αφορμή την επαναφορά των αρχαίων ελληνικών στο γυμνάσιο από τον Γ. Μπ.– ότι «κινδυνολογούν αβασάνιστα και ανησυχούν επίπλαστα» κτλ. (Ποιους να εννοούσε άραγε; ) Απεναντίας, ο εν λόγω τώρα μεταμορφώνεται σε κάποιον που διαφωνεί με τις συντηρητικές απόψεις του συναδέλφου του. Ας είναι. Να διευκρινίσω ότι δεν συμφωνώ ούτε με τις γραφές τσιππούρα, αγώρι κτλ., που δεν πρόκειται να καθιερωθούν ποτέ, ούτε με την εντελώς μάταιη προσπάθεια να αντικατασταθεί λ.χ. το αυτογκόλ με το αυτοτέρμα, το σάντουιτς με το αμφίψωμο κτλ. Κακώς στο ΛΝΕΓ υπάρχει η γραφή τσιππούρα και η απόδοση του αυτογκόλ ως αυτοτέρμα. Ο Γ. Μπ. δικαιολογημένα έχει δεχτεί κριτική γι’ αυτά, και μάλιστα από αξιόλογους συναδέλφους του. Απλώς για μερικούς άλλους οι τσιππούρες (με δύο π) και τα αμφίψωμα λειτουργούν σαν εύκολος τρόπος να κερδίσουν εντυπώσεις και να ψηλώσουν. Δεν αρκούν όμως. Το πεδίο της λεξικογραφίας είναι πολύ ευρύτερο.

Στο οπισθόφυλλο του ΧΛΝΓ διαβάζουμε ότι στις βασικές καινοτομίες του λεξικού συγκαταλέγεται η «καθιέρωση διπλής ορθογράφησης για ορισμένες λέξεις». Για τις καινοτομίες αυτές γίνεται λόγος και στη σελίδα 13, αλλά περιέργως λείπει η αναφορά στις διπλές γραφές – κι εδώ ασυνέπεια! Δεν είμαι αντίθετος με τις διπλές γραφές. Το θέμα είναι να υιοθετούνται διπλές γραφές με συγκεκριμένα κριτήρια και αυτά τα κριτήρια να δηλώνονται στα προλεγόμενα του λεξικού με τον σαφέστερο δυνατό τρόπο. Θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη τα όσα γράφει για την ορθογραφική ποικιλία ο καθηγητής Γ. Παπαναστασίου στην υποδειγματική του μελέτη Νεοελληνική ορθογραφία (Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών/ Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, 2008), στις σελίδες 217-218. Λ.χ. γιατί να μην έχει διπλή γραφή και η πιλοτή (πιλοτή και πυλωτή); Και κάτι εξίσου σημαντικό: Γιατί να μην υπάρχει παραπεμπτικό λήμμα από το πυλωτή στο πιλοτή, όπως σε άλλες περιπτώσεις διπλών γραφών, αποδεκτών ή μη;

Δείγμα προχειρότητας είναι και μια άλλη ασυνέπεια: Λήμματα που αναπτύσσονται κανονικά, δηλαδή όχι παραπεμπτικά λήμματα, είναι αφενός το αβγό & αυγό και αφετέρου το αυτί & αφτί. Δεν εννοώ τόσο το γεγονός ότι το & αφτί δεν είναι με bold γράμματα, ενώ είναι το & αυγό. Εννοώ κυρίως ότι σε αυτό το ζεύγος, ας πούμε, λέξεων δεν είναι δυνατόν πρωτεύων τύπος να είναι από τη μια το αβγό και από την άλλη το αυτί. Οι πρωτεύοντες τύποι θα πρέπει να είναι είτε αβγό και αφτί είτε αυγό και αυτί. Πρόκειται για ασυνέπεια και δεν υπάρχει κανένα κριτήριο για τη διαφορετική αυτή αντιμετώπιση των γραφών των δύο λέξεων.

Και πάντως, δεν εξηγείται στον μη ειδικό τι αντιπροσωπεύει καθεμία από τις δύο γραφές, αφτί και αυτί, αβγό και αυγό, ορθοπαιδικός και ορθοπεδικός κ.ά. Ο αναγνώστης θέλει να μάθει ποια είναι η ετυμολογικά σωστή, έστω και αν το ετυμολογικό κριτήριο δεν είναι απόλυτο, ποια αποκλίνει από την ετυμολογία και με ποιο κριτήριο δεχόμαστε τη μη ετυμολογική γραφή. Είναι απλώς η πιο συχνή ή μήπως γίνεται δεκτή και μια γραφή που βασίζεται σε παρετυμολογία; Γενικά, για θέματα ορθογραφίας το ΧΛΝΓ δεν λύνει απορίες. Με δεδομένες μάλιστα τις διπλές γραφές, μάλλον γεννάει απορίες, που θα λυθούν αν ανατρέξει κανείς σε άλλες πηγές.

Στη σελίδα 15 διευκρινίζεται:

«Στο παρόν Λεξικό παρουσιάζονται για πρώτη φορά διπλές ορθογραφήσεις. Όταν εμφανίζονται στην κεφαλή του λήμματος είναι απολύτως ισότιμες: εταιρεία & εταιρία. Συχνά τίθεται με μπλε στοιχεία ο επικρατέστερος τύπος και ακολουθεί με απλά στοιχεία ο λιγότερο συχνός: αναμεμειγμένος & αναμεμιγμένος […]».

Ειδικά για τα λήμματα ορθοπαιδικός & ορθοπεδικός, ορθοπαιδική & ορθοπεδική: Πώς εξηγείται η πρόταξη των τύπων με αι; Γιατί σημειώνονται με μπλε γράμματα μόνο οι πρώτοι τύποι; Θεωρούνται επικρατέστεροι, και αν ναι, από ποια άποψη;

Επιπροσθέτως: αβγό & αυγό (με έντονα μπλε γράμματα), αλλά αυτί & αφτί (με έντονα μπλε γράμματα μόνο το αυτί δηλαδή). Με ποιο κριτήριο τα αβγό & αυγό θεωρήθηκαν απολύτως ισότιμα, αλλά από τα αυτί & αφτί το πρώτο αντιμετωπίστηκε ως το επικρατέστερο; Ή μήπως γράφτηκε με έντονα μπλε γράμματα μόνο το αυτί για άλλον λόγο;

Από τα προλεγόμενα του λεξικού και ειδικά από αυτά που διευκρινίζονται στη σελίδα 15 δεν προκύπτει συμπέρασμα για τα παραπάνω.

Τα προλεγόμενα του ΧΛΝΓ ως προς την ορθογραφία είναι ελλιπή. Έτσι, δεν εξηγούνται εκεί (σελίδες 14-15) γραφές όπως αιρκοντίσιον, αίρμπας & αιρμπάς, αίρμπολ. Επιπλέον, νεότερες ξένες λέξεις όπως μπίρα, μοβ και ρελέ απλογραφούνται στη νέα ελληνική με βάση το σύστημα του Μ. Τριανταφυλλίδη και τη σχολική ορθογραφία, για λόγους που έχει εξηγήσει ο ίδιος ο Μ. Τρ. – δεν είναι διαφωτιστικά τα όσα γράφονται στη σελίδα 15:

«Ως γενικός κανόνας για τις ξένες λέξεις ισχύει ότι σε περιπτώσεις αμφιβολίας προτιμάται το ι έναντι των η, υ, ει, οι (π.χ. μπίρα) […]».

Λίγα λόγια για τον συλλαβισμό: Στη σελίδα 13 δηλώνεται ότι ο συλλαβισμός δείχνει τη συνιζημένη προφορά. Αλλά το διαβήτης δεν πρέπει να χωριστεί έτσι: δι-α-βήτης. Ο συλλαβισμός που αντιστοιχεί στην κυρίαρχη προφορά είναι δια-βή-της. Παρόμοια σχόλια μπορούν να γίνουν για πολλές λέξεις από δια-, καθώς και για άλλες, όπως στρατιώτης: To στρα-τιώ-της και όχι το στρα-τι-ώ-της δηλώνει την προφορά που κυριαρχεί. Το νέο λεξικό στην προκειμένη περίπτωση απλώς επαναλαμβάνει λάθη άλλων λεξικών, που φαίνονται είτε στη δήλωση του συλλαβισμού είτε στη φωνητική μεταγραφή.

ΧΛΝΓ και πολυτονικό σύστημα: Στα λήμματα λούγκερ και λούζερ δεν υπάρχουν τύποι γραμμένοι σε πολυτονικό. Αλλά: φούτερ, κομπιούτερ και ρούτερ με περισπωμένη! Το ρούτερ μάλιστα στο ρ έχει και δασεία! Επιπροσθέτως: γούφερ, σούπερ, κουρού, όλα με περισπωμένη.

5) ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Πρόκειται για τις πληροφορίες όπου παρατηρούνται οι περισσότερες ασυνέπειες.

Πρόχειρες σημειώσεις:

Λήμμα δηλώνω, αόριστος δήλω-σα. Αλλά στο εξουδετερώνω: εξουδετέρω-σε. Γιατί εξουδετερωθεί, αλλά όχι και δηλωθεί;

Στο μειώνω καταγράφονται οι λόγιοι τύποι μειούται, μειούμενος. Γιατί όμως λείπουν τα ελαττούται, ελαττούμενος από το ελαττώνω;

Λήμμα πληρώ: Σημειώνεται το *πληρείται αντί για το σωστό πληρούται. Επίσης, δεν αντιμετωπίζεται η προβληματική περίπτωση του β΄ πληθυντικού στην ενεργητική φωνή.

Λήμματα καλοήθης, κακοήθης, ευμεγέθης: Δίνονται τα ουδέτερα καλόηθες, κακόηθες, ευμέγεθες, αλλά έχουν προηγηθεί οι άτονες καταλήξεις ης, ες του θηλυκού και του ουδέτερου γένους αντίστοιχα. Έτσι, σε μια πρώτη φάση νομίζει κανείς ότι τα ουδέτερα τονίζονται όπως και τα αρσενικά. Το άτονο ες μπερδεύει στην αρχή. Θα έπρεπε να δηλώνεται μια φορά το ουδέτερο, με σαφή τρόπο βέβαια. Όχι δυο φορές, τη μια ασαφώς και την άλλη με σαφήνεια!

Ποια είναι η γενική ενικού του επιθέτου εχέφρων; Δεν θα το μάθουμε από το ΧΛΝΓ. Στο λήμμα σώφρων όμως δηλώνεται η κατάληξη της γενικής ενικού -ονος…

Στο καθηγητής λόγιο χαρακτηρίζεται και το καθηγητού και το καθηγητά, στο διοικητής όμως μόνο ο τύπος σε -ού, της γενικής, όχι και ο τύπος της κλητικής σε -ά. Δεν καταγράφονται οι λόγιες κλητικές ταγματάρχα και συνταγματάρχα στα αντίστοιχα λήμματα.

Στο ΛΚΝ και στο ΛΝΕΓ, σε λήμματα όπως ανοίγω και κλείνω, είναι ευδιάκριτες οι ενότητες των λημμάτων που αφορούν τη μεταβατική και την αμετάβατη χρήση. Στο ΧΛΝΓ χάνεσαι όταν θέλεις να αναζητήσεις πληροφορίες για το ανοίγω και το κλείνω ως αμετάβατα. Πόσο χρηστικό είναι ένα τέτοιο λεξικό;

6) ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

Η «καταγραφή αυθεντικών παραδειγμάτων» (σελίδα 13) παρουσιάζεται ως καινοτομία του νέου λεξικού. Πράγματι έχουν καταγραφεί πάρα πολλά τέτοια. Θα εθελοτυφλούσε κάποιος αν δεν το δεχόταν. Αλίμονο αν στις 1819 σελίδες του ΧΛΝΓ, ενός λεξικού που δημιουργήθηκε με αξιοποίηση του διαδικτύου, έλειπαν τέτοια παραδείγματα. Σημασία όμως έχει και ο τρόπος χρήσης του διαδικτύου. Γενικά στο κρινόμενο λεξικό δεν έχει γίνει η πιο σωστή χρήση του. Είναι σαν να θέλει κάποιος να ποτίσει τα δέντρα στο χωράφι του και να μην κατευθύνει σωστά τη ροή του νερού στο αυλάκι, με αποτέλεσμα να πλημμυρίσει το χωράφι. Αυτή η συσσώρευση υλικού έχει αρνητική επίδραση στη μορφοποίηση του λήμματος στο πεδίο των παραδειγμάτων. Ήδη έχω δώσει μια εικόνα στην εισαγωγή. Εδώ ας περιοριστώ σε μερικά μεμονωμένα παραδείγματα:

Λήμμα καταπόνηση: Θερμική ~ εργαζομένων. Έπρεπε να το βάλω στο google, για να δω τι σημαίνει. Θα μπορούσε να λείπει ή να δίνεται με πιο κατανοητό τρόπο.

Λήμμα σεξ, παράδειγμα: Κλινική απεξάρτησης από το ~. Θα μπορούσε να λείπει και αυτό. Δεν προσφέρει τίποτα.

Λήμμα παραμιλητό: Παράδειγμα που κλείνει με αποσιωπητικά: Μέσα στο ~ του … Μέσα στο παραμιλητό του τι;

Πάντως, η γενική εικόνα που έχω για τα παραδείγματα δεν είναι αρνητική. Συν τοις άλλοις, από μια πρώτη ματιά φαίνεται ότι δεν μεταφέρουν έμμεσα μηνύματα, όπως συμβαίνει σε άλλα λεξικά.

Για τη μορφοποίησή τους όμως έχω τη χειρότερη γνώμη. Λ.χ. στα παραδείγματα του λήμματος μένω βλέπουμε κάτι περίεργα ~νω, ~ετε, ~νετε, ~νεις και βέβαια ως φυσικοί ομιλητές είμαστε σε θέση να καταλάβουμε τι κρύβεται στο ~νω, αν είναι μένω ή μείνω, ή αν με το ~νετε εννοείται μένετε ή μείνετε. Μου αρέσει μάλιστα που υπάρχει και ~ετε και ~νετε! Μόνο που σε λεξικό μιας γλώσσας όπως η ελληνική, με τέτοια μορφολογία, δεν ενδείκνυται η χρήση της κυματοειδούς γραμμής που γίνεται στο ΧΛΝΓ.

Για κάποιον ανεξιχνίαστο λόγο η τόσο οικεία φράση προεκλογικό ρουσφέτι προεκλογικά ρουσφέτια) λείπει από τα παραδείγματα χρήσης και του λήμματος προεκλογικός και του λήμματος ρουσφέτι.

Λήμμα ελεύθερος, σημασία 2: Σε υποπεδίο των παραδειγμάτων το ΧΛΝΓ γράφει: (για πρόσ.) Έχω ~ο το απόγευμα. Είσαι ~ για έναν καφέ (πβ. εύκαιρος); Τι κάνεις στις ~ες ώρες σου; Μόνο που «για πρόσωπο» είναι μόνο το δεύτερο παράδειγμα. Τα ελεύθερο απόγευμα και ελεύθερες ώρες θα έπρεπε να καταγραφούν πιο πάνω, μαζί με το παράδειγμα ελεύθερη μέρα.

7) ΥΦΟΛΟΓΙΚΟΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΙ

Οι καινοτομίες του ΧΛΝΓ αφορούν και «τον ακριβή, στο μέτρο του δυνατού, υφολογικό προσδιορισμό λέξεων και εκφράσεων» (σελίδα 13). Συχνά είναι δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ του απαιτητικού λεξιλογίου, του λόγιου, του επίσημου κ.ά., αλλά η σχετικότητα των υφολογικών χαρακτηρισμών είναι γενικό φαινόμενο στη νεοελληνική λεξικογραφία. Θετικό στοιχείο στο ΧΛΝΓ αποτελεί η εισαγωγή του χιουμοριστικού ως υφολογικού χαρακτηρισμού.

Επίσης:

«Τα περισσότερα λήμματα δεν συνοδεύονται από υφολογικό-πραγματολογικό δείκτη, καθώς μεγάλο μέρος του λεξιλογίου είναι υφολογικά ουδέτερο» (σελίδα 15)

Το ψευτοθόδωρος όμως δεν μπορεί να μην έχει δείκτη. Το ίδιο και το ωχρός, εφόσον μάλιστα το ωχρότητα δηλώνεται ως λόγιο.

Το αδιαθετώ στη δεύτερη σημασία («αρρωσταίνω, ασθενώ ελαφρά») είναι επίσημο;

Λήμμα σώφρων, ων, ον. Υφολογικός χαρακτηρισμός: λόγιο. Δευτερεύων τύπος: σώφρονας, με υφολογικό χαρακτηρισμό προφορικό. Ας πούμε ότι αυτό είναι σωστό… Αλλά στο λόγιο άφρων γιατί το άφρονας δεν χαρακτηρίζεται και αυτό προφορικό; Και γιατί στο λόγιο εχέφρων το εχέφρονας δεν δηλώνεται και αυτό ως προφορικό;

Το ισχυροποιώ χαρακτηρίζεται λόγιο στο ΧΛΝΓ. Ας δούμε το συνώνυμό του ενδυναμώνω. Δεν έχει υφολογικό χαρακτηρισμό. Έχει όμως το ενδυνάμωση. Είναι λόγιο, μόνο αυτό…

Στη σελίδα 15 διαβάζουμε ότι ο υφολογικός δείκτης καθημερινό δεν χρησιμοποιήθηκε στο ΧΛΝΓ γιατί επικαλύπτεται από τα λαϊκό, οικείο, προφορικό. Ωστόσο, και το λόγιο, το απαιτητικό λεξιλόγιο και το επίσημο επικαλύπτονται μεταξύ τους. Κι όμως, χρησιμοποιούνται και τα τρία. Οι λέξεις επιδεινώνω και επιδείνωση λ.χ. μπορούν να θεωρηθούν όχι μόνο λόγιες, αλλά και του λεγόμενου απαιτητικού λεξιλογίου και επίσημες.

Λήμμα καλοτάξιδος, παράδειγμα: ~ο το νέο σου βιβλίο. Έπρεπε να δηλωθεί ότι στο συγκεκριμένο παράδειγμα το καλοτάξιδος χρησιμοποιείται μεταφορικά.

Άλλες ασυνέπειες:

ασανσέρ – ανελκυστήρας: Το πρώτο χαρακτηρίζεται προφορικό και το δεύτερο επίσημο. Στο ζεύγος ίντερνετ – διαδίκτυο όμως κανένα από τα δύο δεν έχει υφολογικό χαρακτηρισμό.

Συναφής παρατήρηση: Εφόσον στο ζεύγος ασανσέρ – ανελκυστήρας βασικό λήμμα, με αναλυτικό ορισμό, είναι το ασανσέρ και όχι ο ανελκυστήρας (και σωστά, αφού ο πρώτος είναι ο συχνότερος τύπος), ομοίως και στο ζεύγος ίντερνετ – διαδίκτυο ο αναλυτικός ορισμός θα έπρεπε να είναι στο λήμμα ίντερνετ και όχι στο διαδίκτυο. Το ίδιο και σε ζεύγη λέξεων που δηλώνουν αθλήματα: Αφού αναλυτικοί ορισμοί υπάρχουν στα λήμματα μπάσκετ, βόλεϊ, χάντμπολ και όχι στα χαρακτηριζόμενα ως επίσημα καλαθοσφαίριση, πετοσφαίριση, χειροσφαίριση αντίστοιχα, είναι ασυνέπεια το γεγονός ότι στο ζεύγος πόλο – υδατοσφαίριση θα βρούμε τον αναλυτικό ορισμό στο επίσημο υδατοσφαίριση. 

Το μπουζουκλερί χαρακτηρίζεται λαϊκό και χιουμοριστικό, ενώ το σουβλακερί μόνο χιουμοριστικό. Δηλαδή λαϊκό είναι μόνο το πρώτο…

Το κρυουλιάρης δηλώνεται ως προφορικό και ειρωνικό, αλλά στο τρεμουλιάρης δεν αποδίδεται υφολογικός χαρακτηρισμός. Σημειωτέον ότι το τρεμουλιάζω θεωρείται λογοτεχνικό!

Το τσαμπουκαλεύομαι χαρακτηρίζεται αργκό, το τσαμπουκαλής/τσαμπουκαλού λαϊκό, το τσαμπουκαλίδικος λαϊκό, το τσαμπουκαλίκι αργκό, ενώ το τσαμπουκάς προφορικό. Όσα από αυτά καταγράφονται στο ΛΚΝ χαρακτηρίζονται λαϊκά, ενώ στο ΛΝΕΓ θεωρείται ότι ανήκουν στην αργκό. Ως προς τους υφολογικούς κ.ά. χαρακτηρισμούς παρατηρούνται πολλές διαφορές μεταξύ λεξικών, αλλά στο ίδιο λεξικό μια τέτοια «ποικιλία» όπως η παραπάνω είναι αδικαιολόγητη και δεν έχει καθόλου «χρηστικό» χαρακτήρα.

Λήμμα καταφάσκω: Λείπει ο υφολογικός χαρακτηρισμός. Το καταφάσκω είναι λόγιο.

8) ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ

Οι ετυμολογικές πληροφορίες του ΧΛΝΓ χρειάζεται να κριθούν από ειδικούς.

Ως προς την επίδραση της ετυμολογίας στην ορθογραφία, οι ετυμολογίες του λεξικού δεν είναι διαφωτιστικές. Ο μαθητής λ.χ. δεν θα καταλάβει γιατί το επίθετο ελλιπής γράφεται με ι. Ούτε θα πληροφορηθεί γιατί λατρεία με ει αλλά ειδωλολατρία με ι. Ένα χρηστικό λεξικό θα έπρεπε να χρησιμεύει στο να λύνει με σύντομο τρόπο, χωρίς πολλές εγκυκλοπαιδικές πληροφορίες, τέτοιες απορίες.

Λήμμα παρλιακός: Κατά το ΛΝΕΓ, η λέξη ετυμολογείται από το ουσιαστικό πάρλα. Σύμφωνα με το ΛΚΝ όμως, δεν είναι βέβαιη η ετυμολογία της και ίσως το επίθετο παρλιακός ανάγεται στο παραλογικός. Στο αντίστοιχο λήμμα του ΧΛΝΓ κακώς δεν υπάρχει ετυμολογική πληροφορία. Ο ορισμός που δίνεται για το παρλιακός είναι «ανόητος, χαζός». Συνδέεται με τη λέξη πάρλα, οπότε ως παράγωγο δεν ετυμολογείται; Δεν είναι βέβαιο όμως ότι ο αναγνώστης θα κάνει αυτή τη σύνδεση, με δεδομένο μάλιστα ότι ο ορισμός του παρλιακός δεν έχει άμεση σχέση με το πάρλα.

Λήμμα κουρού: Λείπει η ετυμολογία.

Με αφορμή τον τίτλο του κρινόμενου λεξικού, καλό θα ήταν να δούμε κάποια στιγμή τι ακριβώς σημαίνει χρηστικό λεξικό όχι μόνο βέβαια σε επίπεδο ετυμολογικών πληροφοριών. Αλλά εδώ ας περιοριστούμε στα ετυμολογικά:

Μια μαθήτριά μου λέγεται Αγλαΐα. Τη ρώτησα αν ξέρει την ετυμολογία του ονόματός της και μου απάντησε ότι την έχει βρει στο ΛΝΕΓ.

Άλλο παράδειγμα: Το ΛΝΕΓ στο λήμμα Μολώχ και συγκεκριμένα στο πεδίο της ετυμολογίας δίνει αρκετές εγκυκλοπαιδικές πληροφορίες για τον Μολώχ. Το ΛΝΕΓ βέβαια είναι και εγκυκλοπαιδικό λεξικό. Ας δούμε και το ΛΚΝ, που γράφει στις ετυμολογικές πληροφορίες τα εξής:

[λόγ. < αγγλ. moloch (στη νέα σημ.) < υστλατ. Moloch < ελνστ. Μολώχ < εβρ. όν. Mōlekh (σημιτ. θεότητα του ήλιου)]

Το ΧΛΝΓ από την πλευρά του γράφει:

[< μτγν. Μολόχ/Μολώχ, αγγλ. moloch]

Ας αφήσουμε το ΛΝΕΓ, που είναι και εγκυκλοπαιδικό λεξικό, όπως προαναφέρθηκε, και ας περιοριστούμε στο ΛΚΝ για σύγκριση με το ΧΛΝΓ. Το ΛΚΝ λοιπόν δίνει αναλυτικά και διαφωτιστικά ετυμολογικά στοιχεία. Και πάντως πληροφορεί ότι ο Μολώχ ήταν σημιτική θεότητα του ήλιου. Απεναντίας, ένας αναγνώστης του ΧΛΝΓ θα έμενε με την απορία περί τίνος ακριβώς πρόκειται. Τι σημαίνει τελικά χρηστικό λεξικό;

(Στον ορισμό του Μολώχ βέβαια το ΧΛΝΓ γράφει ότι ο Μολώχ είναι «θεότητα που συνδέεται με την αιματοχυσία». Ποιων θεότητα όμως; Το ΛΚΝ τουλάχιστον κάνει λόγο για σημιτική θεότητα.)

Γνωστή παρουσιάστρια αναρωτήθηκε προ ημερών από πού προέρχεται το όνομα Σταχτοπούτα. Αν συγκριθούν ως προς τις σχετικές ετυμολογικές πληροφορίες το ΛΝΕΓ, το ΛΚΝ και το ΧΛΝΓ, τότε θα διαπιστωθεί η ανεπάρκεια του ΧΛΝΓ. Είναι το λεξικό που δίνει τις λιγότερες και τις λιγότερο διαφωτιστικές πληροφορίες για την ετυμολογική προέλευση του ονόματος Σταχτοπούτα. Για μένα, χρηστικό είναι ένα λεξικό που μου δίνει –με την απαιτούμενη σαφήνεια– και τέτοιες πληροφορίες.

(Συνεχίζεται.)

ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

1) «Πρόχειρες και περιθωριακές σημειώσεις σε λήμματα»

2) «Ένα μη χρηστικό λεξικό