«Με την επιβολή του μονοτονικού έχουμε ήδη κάνει το πρώτο βήμα, το μονοτονικό αποδεικνύεται ένα απλώς μεταβατικό στάδιο ως την πλήρη κατάργηση των τόνων. Και μετά το ατονικό, συνέπεια φυσική των αρχών που υπαγόρευσαν το μονοτονικό (αρχών μιας “ιδεολογίας της ευκολίας”, όπως έλεγε ο Άγγελος Ελεφάντης) θα είναι η παραδοχή της φωνητικής γραφής (“όλι ι άνθροπι ίδιι ίνε”), δηλαδή στην ουσία η διάλυση της ελληνικής γλώσσας εις τα εξ ων συνετέθη».

Ο παραπάνω συλλογισμός δεν είναι τεκμηριωμένος. Μόνο με λογικά άλματα μπορεί κανείς να μεταβεί από την καθιέρωση του μονοτονικού στην πλήρη κατάργηση των τόνων και να καταλήξει στη φωνητική γραφή. Δεν πρόκειται να καθιερωθεί ορθογραφία του τύπου “όλι ι άνθροπι ίδιι ίνε”. Δεν διαφαίνεται καμία πρόθεση εκ μέρους της πολιτείας να εφαρμοστεί ατονικό σύστημα ή φωνητική γραφή. Ακόμη όμως και αν επικρατήσει η λεγόμενη ιδεολογία της ευκολίας, και πάλι δεν θα εγκαταλειφθεί η ιστορική ορθογραφία, για τον απλούστατο λόγο ότι η παραδοσιακή ορθογραφία έχει και πρακτική αξία: Μας διευκολύνει να οργανώνουμε ένα μέρος του λεξιλογίου σε οικογένειες λέξεων, λ.χ. να διακρίνουμε τα <φίλος>, <φυλή> και <φύλλο>, κάνει πιο εύκολη τη διάκριση μεταξύ των <λυτός> και <λιτός> κ.ά. Επιπλέον, η φωνητική γραφή δεν θα ήταν κατ’ ανάγκην πιο εύκολη, π.χ. θα χρειαζόμασταν άλλο σύμβολο για το <γ> του <γάλα> και άλλο για το <γ> του <γύψος>. Η πρακτική αξία της ιστορικής ορθογραφίας, που μπορεί να φανεί καλύτερα με πολλά ακόμη παραδείγματα, αποδεικνύει ότι όλα αυτά περί της δήθεν επικείμενης επιβολής του ατονικού συστήματος και της φωνητικής γραφής συνιστούν κινδυνολογία και καταστροφολογία. Συν τοις άλλοις, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι άλλο γλώσσα και άλλο γραφή, δηλαδή ακόμη και αν καθιερωθεί η φωνητική γραφή, η ασύμφορη φωνητική γραφή, και πάλι δεν πρόκειται να διαλυθεί η ελληνική γλώσσα. Καλό είναι επίσης να μη συγχέουμε ούτε να ταυτίζουμε το πολυτονικό σύστημα με την ιστορική ορθογραφία. Σήμερα χρησιμοποιούμε τη λεγόμενη απλοποιημένη ιστορική ορθογραφία και μονοτονικό σύστημα.

Εμένα μου αρκεί ότι οι γλωσσολόγοι θα απέφευγαν να συγκρίνουν την καθιέρωση του μονοτονικού με τη Μικρασιατική Καταστροφή, και μάλιστα να υποστηρίξουν ότι το μονοτονικό προκάλεσε μεγαλύτερες καταστροφές. Τέτοιοι ισχυρισμοί δεν είναι σε καμιά περίπτωση ρεαλιστικοί ούτε ψύχραιμοι. Δεν αρκεί κανείς να πει ότι μιλάει ρεαλιστικά ή ψύχραιμα. Αυτά θα κριθούν. Και επαναλαμβάνω ότι κανείς γλωσσολόγος δεν θα διατύπωνε τέτοιους ισχυρισμούς, πράγμα που καλό είναι να μας προβληματίσει. Ούτε με το μονοτονικό ούτε με τη νεοελληνική ή δημοτική χάνεται η συνέχεια της γλώσσας. Με το μονοτονικό δεν χάνεται η συνέχεια, γιατί η συνέχεια δεν κρίνεται από τους τόνους και τα πνεύματα, που άλλωστε δεν υπήρχαν καν στην αρχαιότητα. Με αυτή τη λογική, και η καθιέρωση της μικρογράμματης γραφής έναντι της κεφαλαιογράμματης διασπά τη συνέχεια της γλώσσας. Για όποιον ασχολείται με την ιστορική γλωσσολογία, η συνέχεια υπάρχει σε επίπεδο λεξιλογίου, σύνταξης κτλ. Όσο για μας, η έμπρακτη συνέχεια της ελληνικής είναι η νέα ελληνική, γιατί αυτή προέρχεται από τις προηγούμενες φάσεις της ελληνικής. Βιβλία όπως η υποδειγματική μελέτη «Νεοελληνική ορθογραφία» του Γ. Παπαναστασίου και ο κλασικός πλέον τόμος 7 από τα «Άπαντα» του Μ. Τριανταφυλλίδη αποκαλύπτουν πόσο σύνθετο θέμα είναι η νεοελληνική ορθογραφία, αλλά και πόσο ευρύ προβληματισμό έχουν αναπτύξει οι ειδικοί για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων ορθογραφικών προβλημάτων. Τέτοια βιβλία δείχνουν έμμεσα ότι η κινδυνολογία και η καταστροφολογία που συνδέεται με την ορθογραφία της νέας ελληνικής και το μονοτονικό είναι αντιεπιστημονική, ούτε ρεαλιστική ούτε ψύχραιμη.

Πέρα όμως από τα συγκεκριμένα βιβλία, όταν αρθρογραφούμε για θέματα γλώσσας, καλό είναι να έχουμε συμβουλευθεί και άλλα εγχειρίδια, όπως μερικά εκλαϊκευμένα εισαγωγικά βιβλία γλωσσολογίας που έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία χρόνια. Εκεί μπορεί κανείς να δει μεταξύ άλλων αυτό που προανέφερα, ότι άλλο γλώσσα και άλλο γραφή, και να μην τα συγχέει μεταξύ τους. Καθώς διαβάζω το αρχικό κείμενο, διαπιστώνω ότι τέτοια σύγχυση υπάρχει και σε αυτό το σημείο:

«Για να κατανοήσει, τώρα πια, ένας Ελλαδίτης τα κείμενα της κλασικής αρχαιότητας ή της “κοινής” ελληνικής (ή τον Παπαδιαμάντη, τον Ροΐδη, το “Τη υπερμάχω”), πρέπει να εισαχθεί εξ υπαρχής στη γραπτή σημαντική μιας άλλης γλωσσικής λογικής (σύνταξης, γραμματικής, ετυμολογίας) – σε μιαν άλλη, ξένη γι’ αυτόν γλώσσα».

Άλλο γλώσσα και άλλο γραφή, όπως είπαμε. Οι διαφορές λ.χ. στη σύνταξη αφορούν τη γλώσσα. Η γραφή αποτελεί διαφορετικό θέμα. Και βέβαια, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι η δυσκολία που έχει κάποιος να καταλάβει τον Παπαδιαμάντη οφείλεται στην αποκοπή του από το πολυτονικό.

Advertisements

«Η μόδα του πολυτονικού: ύφος και όχι γλώσσα»

Αφιέρωμα του «Βήματος» στο πολυτονικό και λέω να κάνω μερικά σχόλια:

1) Γράφει ο Γ. Γιατρομανωλάκης:

«Η λογική συνέπεια/συνέχεια του μονοτονικού είναι η πλήρης κατάργηση των τόνων».

Ο ισχυρισμός αυτός είναι ατεκμηρίωτος. Η περισπωμένη λ.χ., που σημειώναμε κάποτε αντί για οξεία, ή η βαρεία αντί για οξεία, γενικότερα η μορφή του τόνου, δεν δήλωνε κάτι σε επίπεδο προφοράς της νέας ελληνικής. Είναι προφανές ότι ο τόνος που χρησιμοποιείται στο πλαίσιο του μονοτονικού συστήματος, από το 1982 και μετά, αποτελεί διαφορετική περίπτωση και δεν τίθεται ζήτημα κατάργησής του. Συν τοις άλλοις, η δήλωση του τόνου αποτρέπει τη σύγχυση σε περιπτώσεις ζευγών (λ.χ. «φύλακες» αλλά «φυλακές»). Άλλωστε, αν η λογική συνέπεια/συνέχεια του μονοτονικού είναι η πλήρης κατάργηση των τόνων, γιατί δεν συζητείται αυτό το θέμα και γιατί δεν έχουν καταργηθεί πλήρως οι τόνοι τόσα χρόνια μετά το 1982;

Επίσης, σε μια έρευνα που θα γινόταν για να διαπιστωθεί αν μαθαίνουν καλύτερα ελληνικά τα παιδιά μετά την καθιέρωση του μονοτονικού, θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη διάφοροι παράγοντες, για να μην πρόκειται για σύγκριση ανόμοιων πραγμάτων. Δεν ξέρω πώς θα γινόταν μια τέτοια έρευνα, αλλά δεν θα ήταν σωστό να περιοριστεί στους φοιτητές των Φιλοσοφικών Σχολών. Βέβαια, ακόμα κι αν συγκρίναμε τους σημερινούς φοιτητές των Φιλοσοφικών Σχολών με τους συναφέλφους τους πριν από σαράντα χρόνια και διαπιστώναμε ότι οι σημερινοί μειονεκτούν, θα έπρεπε να συνυπολογίσουμε κι άλλους παράγοντες, όπως το ότι σήμερα σπουδάζουν πολύ περισσότεροι στις Φιλοσοφικές Σχολές.

2) Ένας ποιητής, υποστηρικτής του πολυτονικού, δηλώνει:

«Τα τελευταία χρόνια, με τις αλλεπάλληλες ορθογραφικές απλοποιήσεις που παρεισάγονται, η ελληνική γραφή χάνει διαρκώς διακριτικές δυνατότητες. Το υπόρρητο μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι η ακρίβεια, η καλλιέργεια, η εκλέπτυνση δεν αξίζουν τον κόπο, ότι για όλα υπάρχει μια βολική παρακαμπτήριος. Δίπλα στον παρασιτισμό της οικονομίας μας και την αποδιάρθρωση των εκπαιδευτικών μας θεσμών, τα γλωσσικά μας πράγματα αντικατοπτρίζουν κι αυτά τη μεταπολιτευτική διολίσθηση της χώρας προς τον λαϊκισμό».

Διαφωνώ με την προσέγγιση αυτή. Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Παραπέμπω σε κείμενο του καθηγητή Γ. Παπαναστασίου στην εξής ιστοσελίδα:

http://www.greek-language.gr/greekLang/studies/guide/thema_d10/index.html

Ειδικότερα, ας προσέξουμε το κεφάλαιο «H ελληνική ιστορική ορθογραφία και οι απλοποιήσεις της».

Νομίζω ότι υπεραπλουστεύουν τα πράγματα όσοι αντιμετωπίζουν τις ορθογραφικές απλοποιήσεις σαν σημάδια γλωσσικής παρακμής. Η νεοελληνική ορθογραφία αποτελεί ένα πολύ σύνθετο θέμα και κάθε μονομερής θεώρηση των πραγμάτων είναι, νομίζω, άστοχη. Οι απλοποιήσεις που έχουν εφαρμοστεί στη νεοελληνική ορθογραφία εξηγούνται αναλυτικά στο καταπληκτικό βιβλίο του Γ. Παπαναστασίου «Νεοελληνική ορθογραφία».

Στις σελίδες βιβλίων όπως η «Νεοελληνική ορθογραφία» του Γ. Παπαναστασίου και ο τόμος 7 από τα «Άπαντα» του Μ. Τριανταφυλλίδη μπορεί να δει κανείς όχι μόνο πόσο σύνθετο θέμα είναι η ορθογραφία της νέας ελληνικής, αλλά και αντίστοιχα πόσο πολύπλευρος είναι ο προβληματισμός που έχει αναπτυχθεί για τη ρύθμιση των επιμέρους ορθογραφικών θεμάτων. Ξεφυλλίζοντας τέτοια βιβλία διαπιστώνεις πόσο δίκιο έχει ο Γ. Παπαναστασίου όταν χαρακτηρίζει αντιεπιστημονική τη στάση όσων θεωρούν την εγκατάλειψη του πολυτονικού αιτία μιας σταδιακής καταστροφής που δήθεν συντελείται. Κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι η πιο καίρια παρατήρηση, ότι η σχετική κινδυνολογία είναι αντιεπιστημονική. Δεν είναι θέμα ελευθερίας του λόγου. Όποιος θέλει να χρησιμοποιήσει το πολυτονικό είναι ούτως ή άλλως ελεύθερος να το κάνει.

Το πιο κάτω κείμενο αποτελεί περίληψη των όσων συζητήθηκαν στην εκπομπή Usus Norma Loquendi σχετικά με τη Γλωσσική Αρχαιολατρία. Πολλές ευχαριστίες στον Βασίλη Αργυρόπουλο για τη συγγραφή αυτής της περίληψης. 1962631_204049106471239_1759011547_n

Μολονότι έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες από τότε που θεμελιώθηκε η επιστήμη της γλωσσολογίας στην Ελλάδα από τον Γεώργιο Χατζιδάκι (1848–1941), στη χώρα μας ακόμη και σήμερα παρατηρούνται –και μάλιστα τα τελευταία χρόνια βρίσκονται σε έξαρση– διάφορα φαινόμενα γλωσσικού ερασιτεχνισμού, που μαρτυρούν άγνοια, αμφισβήτηση ή και απαξίωση βασικών γλωσσολογικών διδαγμάτων. Ένα από τα φαινόμενα αυτά είναι η γλωσσική αρχαιολατρία, μια περίπτωση σύγχρονης μυθολογίας. Η αρχαιολατρία ως προς την ελληνική γλώσσα δεν είναι, βέβαια, μόνο σημερινό φαινόμενο. Εδώ όμως μας ενδιαφέρει κάτι ειδικότερο, η γλωσσική «αρχαιολατρία». Τα εισαγωγικά χρησιμοποιούνται στην προκειμένη περίπτωση για να αντιμετωπιστεί κάπως η ασάφεια του όρου. Πώς νοείται λοιπόν η «αρχαιολατρία» ως προς την ελληνική γλώσσα; Θα μπορούσαμε να δώσουμε τον εξής ορισμό: Πρόκειται για μια ιδιόμορφη ελληνοκεντρική παραεπιστήμη που έχει διαμορφωθεί τις τελευταίες δεκαετίες και, συγκεκριμένα, για τη διατύπωση αβάσιμων γλωσσολογικά απόψεων σχετικά με διάφορα γλωσσικά θέματα. Πρωταγωνιστικό ρόλο στη συγκρότηση αυτής της παραεπιστήμης έχουν παίξει συγκεκριμένοι εκδότες, που εδώ και χρόνια καλλιεργούν συστηματικά την παραπληροφόρηση του κοινού όχι μόνο με βιβλία και περιοδικά που εκδίδουν, αλλά και με εκπομπές που παρουσιάζουν σε μικρούς τηλεοπτικούς σταθμούς.

Βασική έκφανση της εν Ελλάδι γλωσσικής «αρχαιολατρίας» αποτελεί η άρνηση της ινδοευρωπαϊκής καταγωγής της ελληνικής γλώσσας. Ας δούμε πρώτα τι διδάσκει σχετικά η γλωσσολογία: Με δεδομένο ότι μεταξύ διαφόρων γλωσσών παρατηρούνται πολλές ομοιότητες ως προς τη δομή και το λεξιλόγιό τους (για παράδειγμα, το αρχαιοελληνικό «δίδωμι» συνδέεται με το αρχαίο ινδικό «dadami», ομοίως το «πατήρ» της Αρχαίας Ελληνικής με το «pater» της Λατινικής, το «pitar» της αρχαίας Ινδικής, το αρχαίο γερμανικό «fater» κ.ά., το αρχαίο «δύο» με το λατινικό «duo», το γαλλικό «deux», το ρωσικό «dva» κ.ά., το αρχαίο «άλλος» με το λατινικό «alius» κ.ά.), οι γλωσσολόγοι δέχονται τη γενετική συγγένεια των γλωσσών όπου ανήκουν οι τύποι αυτοί και την προέλευσή τους από μια κοινή πρωτογλώσσα, τη λεγόμενη Ινδοευρωπαϊκή. Οι «αρχαιολάτρες» από την πλευρά τους, έχοντας μια στρεβλή αντίληψη περί γλωσσικής καθαρότητας, είτε δεν αρνούνται τη συγγένεια των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών αλλά θεωρούν τις υπόλοιπες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες θυγατρικές της Ελληνικής είτε θεωρούν ότι τα παρατηρούμενα κοινά στοιχεία μεταξύ των εν λόγω γλωσσών οφείλονται σε δανεισμό από την Ελληνική. Στην πρώτη περίπτωση όμως, η μέθοδος της επανασύνθεσης που ακολουθούν οι ειδικοί στην ιστορική και συγκριτική γλωσσολογία δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Ελληνική αποτελεί τη μητέρα γλώσσα. Αλλά και στη δεύτερη περίπτωση οι «αρχαιολάτρες» δεν έχουν δίκιο: Το είδος των κοινών στοιχείων μεταξύ των γλωσσών είναι τέτοιο, ώστε δεν στέκει γλωσσολογικά ο ισχυρισμός ότι οι άλλες γλώσσες τα έχουν δανειστεί από την Ελληνική. Λέξεις όπως αντωνυμίες και αριθμοί, αλλά και στοιχεία όπως προθήματα και επιθήματα, καθώς και κλιτικά μορφήματα κ.λπ., οδηγούν στο συμπέρασμα της γενετικής συγγένειας των γλωσσών και της προέλευσής τους από μια πρωτογλώσσα, που συμβατικά αποκαλούμε Ινδοευρωπαϊκή. Με γλωσσολογικούς όρους, κρίνεται αστήρικτος ο ισχυρισμός ότι έγινε δανεισμός των στοιχείων αυτών από την Ελληνική. Αλλά και να ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός περί δανεισμού, γιατί να θεωρείται αυτονόητο ότι οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες δέχτηκαν την επίδραση της Ελληνικής και όχι λ.χ. της Αρχαίας Ινδικής; Γιατί να είναι δεδομένο ότι η φορά της επίδρασης είναι πάντα από την Ελληνική προς τις άλλες γλώσσες;

Στο ίδιο πλαίσιο, της προβολής αντιεπιστημονικών ισχυρισμών για θέματα καταγωγής της Ελληνικής και άλλων γλωσσών, εντάσσονται πάμπολλα δημοσιεύματα προερχόμενα από τους προαναφερθέντες παραεπιστημονικούς κύκλους. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο παράδειγμα: Το 2004 κυκλοφόρησε βιβλίο μη γλωσσολόγου σύμφωνα με το οποίο τα Αγγλικά είναι ελληνική διάλεκτος. Στον πρόλογο του βιβλίου, ο συγγραφέας αφηγείται το εξής περιστατικό από την παιδική του ηλικία: Μόλις είχε επιστρέψει στο σπίτι από το πρώτο μάθημα Αγγλικών και ανέφερε στη μητέρα του τα αγγλικά «I am», «I have» και «I can». Και η μητέρα του, χωρίς να γνωρίζει Αγγλικά, κατάλαβε ότι πρόκειται για τα «είμαι», «έχω» και «κάνω». Ωστόσο, η εντύπωση που έχει ένας απλός ομιλητής για την ετυμολογική σύνδεση μεταξύ λέξεων δεν μπορεί να θεωρηθεί απόδειξη ή ένδειξη ότι οι λέξεις πράγματι αλληλοσυνδέονται ετυμολογικά. (Άλλωστε, «I can» δεν σημαίνει «κάνω».) Γιατί μπορεί απλώς να εμφανίζουν ορισμένους κοινούς φθόγγους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η μία προήλθε από την άλλη. Και αντίθετα, υπάρχουν τύποι που συνδέονται μεταξύ τους, λ.χ. το αρχαίο «εις» και το σημερινό «ένας», αλλά αν πούμε σε έναν ομιλητή χωρίς γνώσεις Αρχαίων το πρώτο, αποκλείεται να καταλάβει το δεύτερο. Με απασχολεί δηλ. το μεθοδολογικό θέμα. Μακάρι να ήταν τόσο εύκολο εγχείρημα η ετυμολόγηση μιας λέξης. Τότε θα γινόμασταν όλοι ετυμολόγοι, χωρίς γνωστικά εφόδια, χωρίς γλωσσολογική μέθοδο, με μόνο ίσως όπλο τη διαίσθηση, αν όχι τη φαντασία.

Άλλο μεγάλο γλωσσικό θέμα γύρω από το οποίο οι «αρχαιολάτρες» έχουν διατυπώσει αντιεπιστημονικούς ισχυρισμούς είναι η προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου. Σύμφωνα με τους γλωσσολόγους, οι Έλληνες γύρω στο 1450–1200 π.Χ. χρησιμοποιούσαν τη Γραμμική Β΄, ένα ατελές συλλαβογραφικό σύστημα γραφής. Σε αυτό δεν υπήρχαν σύμβολα που να αντιπροσωπεύουν τα φωνήεντα. Απεναντίας, ένα συλλαβόγραμμα, π.χ. το «πε», μπορούσε να αντιστοιχεί σε μια σειρά από συλλαβές, όπως «πε», «φε», «πη», «βη» κ.λπ., πράγμα που προκαλούσε δυσχέρειες στην ανάγνωση. Προκειμένου να δηλώσουν τους φωνηεντικούς φθόγγους της γλώσσας τους, οι Έλληνες δανείστηκαν ορισμένα σύμβολα από τη γραφή των Φοινίκων. Η στρεβλή αντίληψη που προανέφερα, για την καθαρότητα της γλώσσας, ωθεί τους «αρχαιολάτρες» στο να αρνούνται τη βορειοσημιτική/φοινικική προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου. Δεν μπορούν όμως να αναιρέσουν τα στοιχεία που την αποδεικνύουν. Το κυριότερο από αυτά είναι η (μη ελληνική) ονομασία –και η ακλισία– των γραμμάτων. Τα ονόματα «άλφα», «βήτα», «γάμμα» κ.λπ. δεν ετυμολογούνται από την Ελληνική, δεν σημαίνουν τίποτε και δεν κλίνονται στη γλώσσα μας. Άλλα στοιχεία είναι: η μορφή των γραμμάτων, η σειρά τους και η κατεύθυνση της γραφής – στις πρώτες επιγραφές επικρατεί η φορά «επί τα λαιά», δηλ. εκ δεξιών προς τα αριστερά, όπως στο φοινικικό σύστημα γραφής.

Και στο θέμα του αλφαβήτου αναρίθμητα είναι τα αντιεπιστημονικά κείμενα που έχουν δημοσιευθεί από τους λεγόμενους ελληνοκεντρικούς. Για παράδειγμα, σε βιβλίο που εκδόθηκε το 2003 μια φιλόλογος ως επιχείρημα εναντίον της φοινικικής καταγωγής του ελληνικού αλφαβήτου παραθέτει το εξώφυλλο ενός γαλλικού περιοδικού όπου οι Γάλλοι επισημαίνουν ότι το αλφάβητο που χρησιμοποιούν έχει ελληνική προέλευση. Ωστόσο, αυτά που γράφονται στο εξώφυλλο του γαλλικού περιοδικού δεν μπορούν να αναιρέσουν τη φοινικική καταγωγή του ελληνικού αλφαβήτου για τον εξής λόγο: Τα γραφόμενα από τους Γάλλους δεν αφορούν την καταγωγή του ελληνικού αλφαβήτου, φοινικική ή μη, αλλά την ελληνική καταγωγή του λατινικού αλφαβήτου. Οι Γάλλοι στο περιοδικό τους μιλάνε για την καταγωγή του δικού τους αλφαβήτου, δηλ. του λατινικού. Εφόσον, σύμφωνα με την κοινώς αποδεκτή θέση της γλωσσολογίας, το λατινικό αλφάβητο αποτελεί εξέλιξη του δυτικού ελληνικού-χαλκιδικού αλφαβήτου, δηλ. του αλφαβήτου που μετέφεραν οι Χαλκιδείς στη Ν. Ιταλία, δικαιολογημένα γράφουν ότι οφείλουν στην Ελλάδα μεταξύ άλλων και το αλφάβητο. Για το λατινικό αλφάβητο κάνουν λόγο, όχι για το ελληνικό. Τα όσα γράφουν όχι μόνο δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως επιχείρημα κατά της φοινικικής καταγωγής του ελληνικού αλφαβήτου, αλλά είναι άσχετα με το θέμα της προέλευσης του δικού μας αλφαβήτου. Είναι αξιοσημείωτη η παραπλανητική σύγχυση δύο θεμάτων διαφορετικών μεταξύ τους. Ας προστεθεί ότι οι «ελληνοκεντρικοί» συγχέουν μεταξύ τους και τα εξής δύο θέματα, την προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου από το φοινικικό και την προέλευση του ίδιου του φοινικικού αλφαβήτου. Για παράδειγμα, επικαλούνται συνεχώς ένα χωρίο του Διόδωρου Σικελιώτη (5, 74, 3–4), που όμως απλώς επιβεβαιώνει την κρατούσα επιστημονική άποψη σύμφωνα με την οποία δεν είναι οι Φοίνικες επινοητές του συστήματος γραφής που χρησιμοποιούσαν στην αρχαιότητα.

Ένα ακόμη θέμα που θα μας απασχολήσει είναι η απροθυμία των «αρχαιολατρών» να δεχτούν ότι η προφορά της Αρχαίας Ελληνικής ήταν πολύ διαφορετική από τη σύγχρονη. Από γλωσσολογική άποψη, δεν είναι δυνατόν μια γλώσσα, εν προκειμένω η Ελληνική στη μακραίωνη ιστορία της, να μεταβάλλεται σε επίπεδο σημασιολογικό, συντακτικό κτλ. και ως δια μαγείας να μη σημειώνει μεταβολές μόνο στην προφορά. Κι όμως στους λεγόμενους ελληνοκεντρικούς κύκλους υποστηρίζεται ότι η σημερινή προφορά είναι όμοια με την αρχαία. Μπορεί να αναρωτηθεί κανείς γιατί είναι σε μερικούς τόσο δύσκολο να δεχτούν ότι μια γλώσσα μεταβάλλεται και σε επίπεδο προφοράς. Νομίζω ότι βασικό ρόλο παίζει το γεγονός ότι είμαστε εξοικειωμένοι με τη σύγχρονη προφορά και έτσι είναι φυσικό να μας ξενίζει η αρχαία, όπως την πληροφορούμαστε από τους γλωσσολόγους. Μερικοί όμως αρνούνται ό,τι διδάσκει γι’ αυτό το θέμα η γλωσσολογία και γιατί προηγουμένως έχουν δεχτεί ότι η ελληνική γλώσσα είναι τέλεια, ανώτερη από τις άλλες, θεόσταλτη, ιερή κτλ. κτλ. Όποιος έχει τέτοιες αντιλήψεις μάλλον δεν αναμένεται να αναγνωρίζει ότι οι γλώσσες μεταβάλλονται. Πάντως, για την αρχαία προφορά βασιζόμαστε σε διάφορα στοιχεία. Ενδεικτικά: Η χρήση από τους αρχαίους κωμικούς ποιητές Κρατίνο και Αριστοφάνη του «βη βη» για την απόδοση του βελάσματος των προβάτων, που αντιστοιχεί στο γνωστό «μπέε», αποδεικνύει ότι το <β> στην Αρχαία Ελληνική δεν αντιπροσώπευε τον νεότερο ηχηρό τριβόμενο φθόγγο [v] αλλά τον ηχηρό κλειστό [b], ενώ συγχρόνως μαρτυρεί ότι το αρχαιοελληνικό <η> αντιστοιχούσε σε μακρό [ɛː] και δεν απέδιδε τον φθόγγο [i]. Επίσης, το αρχαίο <υ> δήλωνε φθόγγο διαφορετικό από ό,τι σήμερα, γι’ αυτό στο παλιό ιδίωμα των Μεγάρων έλεγαν μεταξύ άλλων «βούτουρο» αντί «βούτυρο», «γιουναίκα» αντί «γυναίκα» και «σούκα» αντί «σύκα». Η προφορά αυτή αποτελούσε κατάλοιπο της αρχαιοελληνικής.

Σχετικά με την αρχαία προφορά, η αρθρογραφία που προέρχεται από τους γνωστούς παραεπιστημονικούς κύκλους μάλλον δεν είναι τόσο πλούσια. Για να πάρει όμως κανείς μια γεύση, ας αναφέρω και εδώ ένα παράδειγμα: Κάποιος έχει ισχυριστεί ότι η ποικιλία των <η>, <υ> κτλ. στη γραφή υπάρχει όχι γιατί αντανακλά μια διαφορετική αρχαία προφορά, αλλά για να διακριθούν τα ομόηχα. Το συγκεκριμένο επιχείρημα όμως είναι άτοπο. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι αυτή η ποικιλία δεν απαντά μόνο στα ομόηχα, αλλά και εκεί που δεν χρειάζεται η μία λέξη να διακριθεί από την άλλη. Ας σκεφτούμε λ.χ. το <υ> στη λέξη «θόρυβος» ή το <αι> στη λέξη «αίμα».

Άλλο μεγάλο θέμα είναι η ετυμολογία. Χαρακτηριστικό της γλωσσικής «αρχαιολατρίας» είναι η ροπή προς την παρετυμολογία για ιδεολογικούς λόγους. Παραδείγματα αποτελούν η εμπειρική ετυμολόγηση από την Ελληνική λέξεων που είναι σίγουρα δάνειες (λ.χ. «κεφτές» δήθεν από το «κοπτός», ενώ είναι τουρκικό δάνειο με απώτερη περσική καταγωγή) ή η ανακάλυψη ελληνικών γλωσσικών στοιχείων σε γλώσσες άλλων ηπείρων. Ζητούμενο στην τελευταία περίπτωση είναι να φανεί ότι οι Έλληνες στην αρχαιότητα είχαν πάει παντού, γι’ αυτό και ανακαλύπτονται ελληνικές γλωσσικές επιδράσεις ακόμη και στη Χαβάη ή τη Ν. Ζηλανδία. Είναι κι αυτός ένας μύθος: μια γλώσσα που «γονιμοποιεί» τον «ευρωπαϊκό» και «παγκόσμιο λόγο», αλλά δεν περιλαμβάνει δάνεια. Τουλάχιστον δεν γίνεται λόγος γι’ αυτά. Έλλειψη επιστημονικής μεθόδου εκ μέρους των λεγόμενων αρχαιολατρών δείχνει και η ετυμολογική ερμηνεία ενός νεοελληνικού τύπου χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η Μεσαιωνική Ελληνική ή η Αλεξανδρινή Κοινή, σαν υπάρχει μόνο η Αρχαία των κλασικών χρόνων πριν από τη Νέα Ελληνική. Στην ετυμολόγηση και τη συνακόλουθη ορθογράφηση του «αλλιώς» λ.χ. δεν πρέπει να αγνοηθεί ο μεσαιωνικός τύπος «αλλέως». Το «αλλιώς» προέρχεται από το μεσαιωνικό «αλλέως» με συνίζηση, που μπορεί να αποδοθεί με τον απλούστερο δυνατό τρόπο, δηλ. με <ι> («αλλιώς»). Το <οι> είναι αβάσιμο ετυμολογικά, γιατί το σημερινό «αλλιώς» δεν προέρχεται από το αρχαίο «αλλοίως». Ως εκ τούτου, η γραφή «αλλιώς» είναι δικαιολογημένη. Οι ετυμολογίες που υποστηρίζονται σε «αρχαιολατρικά» έντυπα αντανακλούν αρκετές φορές το προεπιστημονικό στάδιο της ετυμολόγησης. Απεναντίας, σήμερα γνωρίζουμε ότι η Νέα Ελληνική προέρχεται –μέσω της Μεσαιωνικής– από την Αλεξανδρινή Κοινή, που βασίστηκε στην αττική διάλεκτο της Αρχαίας.

Η γλωσσική «αρχαιολατρία» απλώνεται και σε μια σειρά από άλλους γλωσσικούς μύθους. Θα αναφέρω μερικά παραδείγματα: Υποστηρίζεται ότι η Ελληνική είναι η μοναδική γλώσσα με αιτιώδη και όχι συμβατική σχέση σημασίας και μορφής των λέξεων. Και στην Ελληνική όμως η σχέση αυτή είναι συμβατική. Το ελληνικό «τρία» λ.χ. δεν έχει τίποτε το αιτιώδες έναντι του αντίστοιχου κινεζικού τύπου. Αλλά και σύνθετες λέξεις όπως «ενθουσιασμός» δεν αποδεικνύουν κάποια ιδιαιτερότητα της Ελληνικής ως προς το συζητούμενο θέμα. Αν πάρουμε ξεχωριστά το καθένα από τα συνθετικά, και πάλι θα διαπιστώσουμε ότι δεν υπάρχει αιτιώδης σχέση σημασίας και μορφής. Άλλωστε, σύνθετες λέξεις δεν έχει μόνο η Ελληνική. Οι λεγόμενοι ελληνοκεντρικοί προσπαθούν να επιχειρηματολογήσουν με επιστημονικοφανή τρόπο. Το οξύμωρο είναι ότι χρησιμοποιούν τη γλωσσολογία για να απαντήσουν –υποτίθεται– στη γλωσσολογία. Άλλοι μύθοι αφορούν την απόδοση μαγικών ιδιοτήτων στην ελληνική γλώσσα. Υποστηρίζεται λ.χ., στο πλαίσιο της λεγόμενης λεξαριθμικής θεωρίας, ότι η αντιστοιχία γραμμάτων και αριθμών στη γλώσσα μας δεν είναι τυχαία (π.χ.: Η ΧΕΛΙΔΩΝ = 1507 = ΠΑΡΟΝ ΤΟ ΕΑΡ), ότι η Ελληνική έχει μαθηματική δομή ή ότι είναι η μόνη γλώσσα την οποία καταλαβαίνουν οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Δεν θα είχα αντίρρηση να τα δεχτώ όλα αυτά, αρκεί κάποιος να μου εξηγήσει πώς είναι δυνατόν να συμβαίνουν και γιατί να ισχύουν ειδικά για την Ελληνική. Όσοι υποστηρίζουν τέτοιες απόψεις –κανείς από αυτούς βέβαια δεν είναι γλωσσολόγος– θα άξιζε να ερωτηθούν από ποιον, κατά τη γνώμη τους, δημιουργήθηκε η ελληνική γλώσσα, από ανθρώπους ή κάτι άλλο.

Τα αίτια της γλωσσικής αρχαιολατρίας είναι διάφορα. Σε γενικές γραμμές, πρόκειται για την άγνοια βασικών διδαγμάτων της γλωσσολογίας και τον ιδεολογικό φανατισμό. Οι «αρχαιολάτρες» έχουν ιδεολογικά κίνητρα. Αν είχαν επιστημονικό ενδιαφέρον για τη γλώσσα, τότε θα τους απασχολούσαν και άλλα θέματα, λ.χ. η κατάκτηση της μητρικής γλώσσας από το παιδί ή η εκμάθηση ξένων γλωσσών, και όχι μόνο αυτά που έχουν ιδεολογικές προεκτάσεις. Και αν είχαν αγνή και άδολη αγάπη για τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, τότε θα έγραφαν λ.χ. κείμενα για παραστάσεις αρχαίου δράματος που παρακολουθούν (αν βέβαια παρακολουθούν), για τις εντυπώσεις τους ή τα συναισθήματά τους. Άλλα θέματα όμως τους απασχολούν, όπως η αναίρεση των ανθελληνικών –υποτίθεται– διδαγμάτων της γλωσσολογίας. Δυστυχώς, σπανίζει το γνήσιο ενδιαφέρον για τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, ενώ σπάνια η αρχαιολατρία συμβαδίζει με την ουσιαστική αρχαιογνωσία. Παίζει ρόλο βέβαια και η γνωστή αντίληψη ότι, επειδή χρησιμοποιούμε τη γλώσσα, μπορούμε να εκφέρουμε έγκυρη γνώμη για τα γλωσσικά, έστω και χωρίς γνώσεις γλωσσολογίας. Επιπλέον, η έμφαση που δίνεται μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος στη στείρα αποστήθιση και όχι στην καλλιέργεια κριτικής σκέψης ίσως ερμηνεύει την ευκολία με την οποία μερικοί πέφτουν θύματα παραπληροφόρησης, φανατίζονται και αναπαράγουν διάφορα ψεύδη, όπως ότι οι γλωσσολόγοι υποστηρίζουν ανθελληνικές θεωρίες.

Οι αρνητικές συνέπειες του φαινομένου που εξετάζουμε είναι ποικίλες. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Γ. Παπαναστασίου αναφερόμενος στους παραεπιστημονικούς αυτούς κύκλους, εκατοντάδες βιβλία και περιοδικά και αρκετές τηλεοπτικές εκπομπές «διαποτίζουν τη νεοελληνική κοινωνία με ένα απίστευτα πικρό φαρμάκι». Πόσες εκατοντάδες ή και χιλιάδες άνθρωποι όχι μόνο αγνοούν πώς λειτουργεί και μεταβάλλεται η γλώσσα, αλλά και επηρεασμένοι από παραγλωσσολογικές πηγές ενημέρωσης, όπως λ.χ. από περιοδικά, τηλεοπτικές εκπομπές και ιστότοπους «αρχαιολατρικού» περιεχομένου, φανατίζονται και βάλλουν κατά ανύπαρκτων εχθρών! Επικρατεί ο πολεμικός λόγος, κατασκευάζονται εχθροί (οι γλωσσολόγοι, που απεργάζονται το κακό του έθνους!) και τελικά γίνεται αποπροσανατολισμός από τα πραγματικά προβλήματα της γλώσσας και της εκπαίδευσης. Ολόκληρα βιβλία έχουν γραφτεί με σκοπό την κατάρριψη των δήθεν ανθελληνικών θεωριών που προωθούν οι γλωσσολόγοι. Πόσοι «αρχαιολάτρες» όμως έχουν προβληματιστεί λ.χ. για την ανάγκη να ασκείται ο μαθητής στην κατανόηση νεοελληνικών κειμένων, να καλλιεργείται η κριτική σκέψη στο ελληνικό σχολείο και να αποφεύγεται η στείρα αποστήθιση;

Καταλήγοντας, για την αντιμετώπιση του εν λόγω φαινομένου είναι αναγκαίο να διαδοθούν τα διδάγματα της γλωσσολογίας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με δημοσίευση εκλαϊκευμένων γλωσσολογικών κειμένων, με ενημέρωση των εκπαιδευτικών, με άσκηση των μαθητών και των φοιτητών στο να διακρίνουν τις έγκυρες πληροφορίες για τη γλώσσα από τους γλωσσικούς μύθους, καθώς και με άλλους τρόπους. Ειδικά στο διαδίκτυο πολύ χρήσιμο θα ήταν να αναρτηθούν σε κάποια ιστοσελίδα σύντομες και εύληπτες απαντήσεις σε γλωσσικούς μύθους, οι οποίες να διαβάζονται και να αναδημοσιεύονται εύκολα, με σκοπό την ενημέρωση του κοινού. Προπάντων όμως πρέπει να γίνει δουλειά από μικρή ηλικία, γιατί κατά βάθος η μη υιοθέτηση γλωσσικών μύθων είναι θέμα παιδείας και όχι μόνο γλωσσολογικής ενημέρωσης. Το ζητούμενο είναι να έχουμε εμβολιαστεί με κριτική σκέψη από μικροί, για να μην πέφτουμε θύματα παραπληροφόρησης. Ας εμπιστευόμαστε τους ειδικούς και ας μην απαξιώνουμε τη γλωσσολογική γνώση. Η Ελληνική είναι μια γλώσσα με μακραίωνη παράδοση. Σε αυτήν έχουν γραφτεί αθάνατα έργα του παγκόσμιου πολιτισμού. Ας μην ασχολούμαστε με μαγικές ή άλλες περίεργες ιδιότητες που δήθεν έχει. Φίλη η φιλοπατρία μας, φιλτάτη δε η αλήθεια.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Εντελώς ενδεικτικά, παραθέτω τον σύνδεσμο με τη βιβλιογραφία για την ελληνική γλώσσα, του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη.

Επίσης, αξίζει να διαβαστεί το άρθρο του Γιώργου Παπαναστασίου «Απ’ τα χώματα βγαλμένοι, ένας αρχαίος σύγχρονος μύθος».

Τέλος, θα ήθελα να προτείνω δύο βιβλία που διαβάζονται ευχάριστα ακόμη και από μη ειδικούς: «Ένα μικρό βιβλίο για τη γλώσσα» του David Crystal και «Μίλα μου για γλώσσα» του Φοίβου Παναγιωτίδη.

Για όσες/όσους θέλουν να ακούσουν την καταγραφή της εκπομπής:

http://listenagain.mycyradio.eu/index.php?id=1385 Πηγή: Usus norma loquendi

Ξενοφών Τζαβάρας: Λεξικό του Ιμβριακού Ιδιώματος, ερμηνευτικό–ετυμολογικό (βιβλιοκριτική παρουσίαση)

Εισαγωγή

Το περιεχόμενο του εν λόγω λεξικού παραπέμπει στην ακόλουθη ρήση του Αμερικανού λεξικογράφου  James R. Hulbert: «Δεν ξέρω πιο απολαυστική διανοητική δραστηριότητα από το να εργάζεται κανείς σε λεξικό». Μόνο κάποιος που συμμερίζεται την παραπάνω δήλωση θα δημιουργούσε ένα τόσο αξιόλογο λεξικό. Και μόνο αν συμφωνεί με τον Hulbert θα μπορούσε να αναμετρηθεί με τα προβλήματα που καλείται να επιλύσει όχι απλώς ένας συντάκτης λημμάτων, αλλά ο δημιουργός ενός ολόκληρου λεξικού. Μια εικόνα για τα προβλήματα αυτά μπορεί να σχηματίσει ο αναγνώστης των εισαγωγικών σημειωμάτων του συγγραφέα που παρατίθενται στην αρχή του λεξικού, ενώ όποιος έχει εργαστεί ως λεξικογράφος μπορεί να αντιληφθεί ακόμη καλύτερα τον ερευνητικό μόχθο που κρύβεται στη δημιουργία έστω και μιας στήλης ενός λεξικού. Προτού βέβαια αναπτύξει τη λεξικογραφική του δραστηριότητα, ο Ξ. Τζ., διδάκτωρ γλωσσολογίας και φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση, συνέλεγε επί σειρά ετών, αθόρυβα και μεθοδικά, ιδιωματικά γλωσσικά στοιχεία προερχόμενα από την Ίμβρο, τον τόπο καταγωγής του, αποδεικνύοντας και με αυτόν τον τρόπο ότι είναι ένας γλωσσολόγος–ερευνητής που δουλεύει με μεράκι, και έθετε τις βάσεις για τη δημιουργία του λεξικού του. Το συγκεκριμένο λεξικό αποτελεί καρπό της στέρεης επιστημονικής–γλωσσολογικής κατάρτισης του συγγραφέα του, του λεξικογραφικού του ταλέντου, της βαθιάς γνώσης του ιμβριακού γλωσσικού ιδιώματος, αλλά φυσικά και της αγάπης του για την ιδιαίτερη πατρίδα του, την Ίμβρο.

Σημειωτέον ότι στόχος αυτού εδώ του κειμένου  είναι να δοθεί έμφαση στον επιστημονικό χαρακτήρα του εν λόγω λεξικού.

1) Τυπολογικά στοιχεία

Το Λεξικό του Ιμβριακού Ιδιώματος (εφεξής: ΛΙΙ) είναι ιδιωματικό, γλωσσικό και συγχρονικό.

Ανήκει στην κατηγορία των λεξικών που περιγράφουν διαλέκτους ή γεωγραφικές ποικιλίες (dialects / regional variants).

Επίσης, είναι γλωσσικό λεξικό (linguistic dictionary), δηλ. έργο αναφοράς που δίνει γλωσσικές πληροφορίες, π.χ. για τη σημασία και τη σύνταξη μιας λέξης, περιλαμβάνει όμως και εγκυκλοπαιδικά στοιχεία, όπως κύρια ονόματα, λ.χ. τα εξής αρσενικά ουσιαστικά που δηλώνουν μήνες του χρόνου: Θιρ’νός («Ιούνιος»), Αλουνάρ’ς («Ιούλιος»), Αλουν’τής (επίσης «Ιούλιος»), Άχ’στους («Αύγουστος»), Τρυγ’τής («Σεπτέμβριος»), Α’δημ’τριάτ’ς («Οκτώβριος») και Θ’κέβιρ’ς («Δεκέμβριος»).[1] Κύρια ονόματα απαντούν και ως «ενδολήμματα» ή «εσωτερικά λήμματα», λ.χ. στο λήμμα γκρέμνους (ο) («γκρεμός»), στο πεδίο της δεύτερης σημασίας, σημειώνεται ως ιμβριακό τοπωνύμιο ο τύπος Γκρέμνους, με κεφαλαίο το αρχικό γράμμα, ενώ προστίθενται σε παρένθεση τα ονόματα των χωριών όπου εντοπίζεται ο τύπος. Άλλωστε, σύμφωνα με τα όσα επισημαίνει ο Ξ. Τζ. στη σελ. 47 του ΛΙΙ, ήταν συνειδητή η επιλογή του να ενσωματώσει ιμβριακά τοπωνύμια και βαφτιστικά ονόματα σε πολλά λεξικογραφικά παραδείγματα, αφού ένα από τα γνωρίσματα του ΛΙΙ είναι η παροχή ονοματολογικών πληροφοριών. Φερειπείν, στα παραδείγματα του λήμματος γιαλεύου («ψαρεύω» και «μαζεύω – βγάζω διάφορα θαλασσινά μαλάκια – οστρακόδερμα») διαβάζουμε συνολικά τρία ιμβριακά τοπωνύμια, ενώ στο λουμακιρός («ψηλός και λεπτός / ευθυτενής») και στο σουγ’λής («άνθρωπος ευγενικής καταγωγής») ένα ανδρικό και ένα γυναικείο βαφτιστικό όνομα αντίστοιχα. Το ΛΙΙ όμως δίνει –θα έλεγε κανείς– και με έμμεσο τρόπο εγκυκλοπαιδικές πληροφορίες, εφόσον τα λεξικογραφικά παραδείγματα του ΛΙΙ περιλαμβάνουν λαογραφικά στοιχεία σχετικά με διάφορες παραδοσιακές δραστηριότητες της ιμβριακής κοινωνίας κατά την πεντηκονταετία 1920-1970, όπως η γεωργία, η κτηνοτροφία, η μελισσοκομία, η υφαντική κτλ. Πρόκειται για έξοχη ιδέα, που μπορεί να οδηγήσει στην εξοικείωση του αμύητου αναγνώστη με την ιμβριακή κοινωνία της εν λόγω εποχής. Λαογραφικό ενδιαφέρον λ.χ. παρουσιάζουν τα επιλεγμένα παραδείγματα για το λήμμα σαραντακούλλ’κου (πρόκειται για αρτοσκεύασμα), που αφορούν ένα τοπικό έθιμο (για τις ονοματολογικές και λαογραφικές πληροφορίες του λεξικού γίνεται λόγος από τον ίδιο τον συγγραφέα στο πρώτο τμήμα του ΛΙΙ, ειδικότερα στις σελ. 47-48).

Επιπλέον, το ΛΙΙ είναι κατά βάση συγχρονικό (synchronic) λεξικό.[2] Γενικά, από τις πληροφορίες που δίνονται στο εσωτερικό του λήμματος ενός λεξικού, κανονικά μόνο οι ετυμολογικές είναι διαχρονικού χαρακτήρα. Σχετικά με το ΛΙΙ, από τα προλεγόμενά του (σελ. 35, 37 και 47) μπορεί να πληροφορηθεί ο αναγνώστης ότι καλύπτεται μια συγκεκριμένη χρονική περίοδος, αν και παλαιότερη, η πεντηκονταετία 1920-1970. Το εν λόγω ιδιωματικό λεξικό λοιπόν είναι συγχρονικό. Θεωρητικά, μπορεί  να περιλαμβάνει και ορισμένα γλωσσικά στοιχεία παλαιότερα από την ανωτέρω περίοδο, αν οι γραπτές πηγές συλλογής υλικού περιέχουν οι ίδιες και ακόμη παλαιότερα στοιχεία. Γενικά, σε διαλεκτικά λεξικά διαπιστώνεται ότι περικλείονται και παρωχημένα λήμματα με σκοπό την αποθησαύρισή τους. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, το υλικό που προέρχεται από γραπτές μαρτυρίες έχει διασταυρωθεί με προφορικές, ώστε να μην παρεισφρήσουν στο λεξικό γλωσσικά στοιχεία είτε παλαιότερα από το 1920 είτε και μη ιμβριακά ακόμη. Ωστόσο, και να υπήρχαν στο ΛΙΙ λ.χ. λέξεις ή φράσεις αναγόμενες σε χρόνους πριν από το 1920, θα άξιζε να καταγραφούν και αυτές, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι το ιμβριακό ιδίωμα φθίνει και ότι ούτως ή άλλως ένα λεξικό της Ίμβρου δεν προορίζεται να αποτελέσει σύγχρονο χρηστικό βοήθημα, ώστε να υπάρχει η απαίτηση να περιλαμβάνει μόνο σημερινά στοιχεία. Άλλωστε, στην προκειμένη περίπτωση η πεντηκονταετία που καλύπτεται ανήκει στο παρελθόν.

2) Δομή λεξικού

Το εισαγωγικό μέρος (front matter) του ΛΙΙ, το τμήμα δηλ. που σε κάθε λεξικό βρίσκεται πριν από τον κατάλογο των λημμάτων (word list), περιλαμβάνει: (α) το βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, το οποίο αποκαλύπτει τη στέρεη επιστημονική του κατάρτιση και την αφοσίωσή του στη γλωσσολογική μελέτη του ιμβριακού ιδιώματος, (β) απόσπασμα της έκθεσης του Γενικού Γραμματέα της Ακαδημίας Αθηνών (28/12/2010), το οποίο αφορά τη βράβευση του –ακόμη ανέκδοτου τότε– έργου «Συλλογή γλωσσικού υλικού από την Ίμβρο» του Ξ. Τζ. από το Κέντρο Ερεύνης Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών, (γ) το σύντομο προλογικό σημείωμα του επίσης καταγόμενου από την Ίμβρο Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, ο οποίος εξαίρει το λεξικό ως σημαντική συμβολή στη μελέτη και ανάδειξη της ιμβριακής γλωσσικής κληρονομιάς, (δ) το επίσης σύντομο προλογικό σημείωμα της διευθύντριας του Κέντρου Ερεύνης Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών Χριστίνας Μπασέα–Μπεζαντάκου, η οποία επισημαίνει μεταξύ άλλων ότι ο Ξ. Τζ. δημιούργησε ένα λεξικό που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της σύγχρονης λεξικογραφίας, (ε) το εκτενέστερο προλογικό σημείωμα που υπογράφει ο Γενικός Γραμματέας του Συλλόγου Ιμβρίων Πάρις Ασανάκης, ο οποίος δίνει πολύ κατατοπιστικές πληροφορίες για την υπόθεση της Ίμβρου, (στ) τον πρόλογο και τις ευχαριστίες του συγγραφέα, ο οποίος μάλιστα μας αποκαλύπτει και το ανθρώπινο πρόσωπό του, ειδικά στο σημείο όπου ευχαριστεί με συγκινητικά λόγια τη γιαγιά του για την προθυμία με την οποία συνεισέφερε με πληροφορίες στη διαμόρφωση του λεξικού επί σειρά ετών ως τα τελευταία χρόνια της ζωής της, (ζ) κατάλογο συντομογραφιών, (η) κατάλογο συμβόλων, (θ) το άκρως απαραίτητο για ιδιωματικό λεξικό και πολύ διαφωτιστικό άρθρο με τίτλο «Γενικά χαρακτηριστικά του Ιμβριακού Ιδιώματος»,[3] (ι) σύντομο σημείωμα για τη στοχοθεσία του λεξικού, (ια) κείμενο με χρήσιμα στοιχεία για τον τρόπο συγκέντρωσης του υλικού και (ιβ) εκτενές κείμενο με διαφωτιστικά στοιχεία για τον τρόπο συγκρότησης του λημματολογίου του ΛΙΙ, τη δομή των λημμάτων και τις διάφορες πληροφορίες –γραμματικές, σημασιολογικές κ.ά.– που αυτά περιλαμβάνουν.

Ως προς τον κατάλογο λημμάτων (word list), ο Ξ. Τζ. (σελ. 37) δηλώνει ότι το ΛΙΙ περιλαμβάνει όλες –κατά το δυνατόν– τις ιμβριακές λέξεις της περιόδου 1920-1970, ενώ ο Π. Ασανάκης (σελ. 17) κάνει λόγο για 10.οοο λήμματα. Ομοίως και στο οπισθόφυλλο του λεξικού: Και εκεί αναφέρεται ότι τα λήμματά του είναι 10.000. Η κατάταξη των λημμάτων είναι αλφαβητική και όχι λ.χ. εννοιολογική. Η αλφαβητική ταξινόμηση των λημμάτων ενός λεξικού, μολονότι συμβατική, είναι η συνηθέστερη στη λεξικογραφία και η πιο οικεία στο αναγνωστικό κοινό.[4] Στον κατάλογο των λημμάτων έχουν ενταχθεί και πρώτα ή δεύτερα συνθετικά, λ.χ. πουλυ–, που σημαίνει ό,τι και το πολυ– της ΝΕ.Κ., και –άπ’δου, που ορίζεται ως «ποικιλία αχλαδιού». Η λημματογράφηση και των δύο είναι δικαιολογημένη, γιατί αμφότερα χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία λέξεων που πληρούν τα κριτήρια λημματογράφησης του ΛΙΙ.

Στο τελευταίο μέρος (back matter) του ΛΙΙ παρατίθεται η πλούσια βιβλιογραφία που αξιοποιήθηκε από τον δημιουργό του λεξικού, χωρισμένη σε τρία τμήματα: (α) μελέτες, (β) εφημερίδες–περιοδικά–λευκώματα και (γ) χειρόγραφα. Ο κατάλογος των πηγών αυτών είναι εξαιρετικά χρήσιμος για έναν γλωσσολόγο ερευνητή που ενδιαφέρεται για το ιδίωμα της Ίμβρου και γενικά για διαλέκτους και ιδιώματα της Νέας Ελληνικής.[5]

3) Συλλογή υλικού

Ο συστηματικός χαρακτήρας της συγγραφής του ΛΙΙ φαίνεται από τις πηγές συλλογής του υλικού του, για τις οποίες κάνει λόγο ο Ξ. Τζ. στις σελίδες 35-37. Ο δημιουργός του λεξικού παρουσιάζει εκεί αναλυτικά τις γραπτές και προφορικές πηγές όπου βασίστηκε. Πρόκειται για κείμενα γλωσσικού, γλωσσολογικού, ονοματολογικού και λαογραφικού ενδιαφέροντος (γραπτές πηγές), αλλά και για συνεντεύξεις και ερωτηματολόγια (προφορικές πηγές). Το ΛΙΙ δηλ. δημιουργήθηκε με βάση συγκεκριμένο γραπτό και προφορικό corpus. Ας σημειωθεί μάλιστα ότι η νεότερη γλωσσολογία ενδιαφέρεται για τη συγκρότηση σωμάτων γλωσσικού υλικού όπου καταγράφεται φυσικός, προφορικός λόγος και αποτυπώνεται η ζωντανή χρήση της γλώσσας. Άλλωστε, μία από τις θεμελιώδεις σύγχρονες γλωσσολογικές αρχές που επηρεάζουν τη λεξικογραφία είναι ότι η έμφαση της περιγραφής εκ μέρους του λεξικογράφου δίνεται στην πραγματική χρήση της γλώσσας, που γίνεται και σε επίπεδο προφορικού λόγου. Η αξιοποίηση από τον λεξικογράφο πλούσιων γραπτών και προφορικών πηγών επιδρά θετικά και στη συγκρότηση του λημματολογίου και στον εμπλουτισμό του κάθε λήμματος με διάφορες πληροφορίες, π.χ. γραμματικές και σημασιολογικές. Γενικά, η θεμελίωση της λεξικογραφικής εργασίας σε σώμα κειμένων της περιγραφόμενης γλώσσας αναμένεται να οδηγήσει σε σύνθεση ενός λημματολογίου που περιλαμβάνει τις πιο βασικές ή τις συχνότερες λέξεις, αλλά και στην παροχή έγκυρων πληροφοριών στο εσωτερικό του κάθε λήμματος. Ειδικά στο ΛΙΙ η αξιοποίηση συγκεκριμένου γραπτού και προφορικού corpus είχε ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση σχεδόν όλων των ιμβριακών λέξεων και την παροχή διασταυρωμένων πληροφοριών γι’ αυτές.

4) Λημματολόγιο

Ως προς το λημματολόγιο, ο επιστημονικός χαρακτήρας του ΛΙΙ φαίνεται από τα κριτήρια επιλογής λημμάτων, από τα είδη λημμάτων που περιλαμβάνονται σε αυτό και από την εσωτερική δομή των λημμάτων.

Τα κριτήρια λημματογράφησης λέξεων, όπως παρουσιάζονται στη σελ. 37, είναι συγκεκριμένα και σαφή: Το ΛΙΙ καταγράφει είτε αποκλειστικά ιμβριακές λέξεις, άγνωστες στη Νεοελληνική Κοινή (ΝΕ.Κ.), είτε λέξεις που απαντούν και στη ΝΕ.Κ. και στο τοπικό ιδίωμα της Ίμβρου, αλλά στο ιμβριακό ιδίωμα χρησιμοποιούνται με τουλάχιστον μία διαφορετική σημασία ή μορφοφωνολογικά διαφοροποιημένες (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη η αποβολή των άτονων [ι] και [ου] και η στένωση των άτονων [ε] και [ο] σε [ι] και [ου] αντίστοιχα).

Από την άλλη, με τους όρους αυτούς, ο αναγνώστης του λεξικού δεν μπορεί να πληροφορηθεί ποιες λέξεις χρησιμοποιούσαν οι Ίμβριοι την περίοδο 1920–1970 οι οποίες όμως δεν εμπίπτουν σε μία από τις τρεις κατηγορίες που προαναφέρθηκαν. Δηλ. αν σκεφτούμε μία οποιαδήποτε λέξη της ΝΕ.Κ. που δεν απαντά στο ΛΙΙ, δεν είμαστε απόλυτα βέβαιοι για το αν λεγόταν στην Ίμβρο. Μπορεί να ανήκε στο τοπικό λεξιλόγιο, αλλά να μην καταγράφηκε στο ΛΙΙ γιατί οι Ίμβριοι τη χρησιμοποιούσαν με την ίδια σημασία. Δεν μπορούμε όμως να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο να απουσιάζει η λέξη αυτή από το λεξιλόγιο του τοπικού ιδιώματος.

Ωστόσο, η καταγραφή όλου του λεξιλογίου σε ένα ιδιωματικό λεξικό όπως το ΛΙΙ, και των ιδιωματικών λέξεων και των λέξεων της ΝΕ.Κ. που λέγονταν στο νησί, θα οδηγούσε σε τεράστια αύξηση των λημματογραφούμενων λέξεων και του όγκου του λεξικού. Ο αναγνώστης ενδιαφέρεται κυρίως να μάθει ποιες είναι οι αποκλειστικά ιμβριακές λέξεις ή οι διαφορετικές σημασίες που έχουν στο τοπικό ιδίωμα λέξεις της ΝΕ.Κ. και όχι να ανατρέξει σε ένα λεξικό με πληροφορίες για χιλιάδες λήμματα τις οποίες μπορεί να εντοπίσει και σε ένα ερμηνευτικό λεξικό της ΝΕ.Κ.

5) Είδη λημμάτων

Τα είδη λημμάτων που περιλαμβάνονται στο ΛΙΙ και η εσωτερική δομή τους πιστοποιούν ότι το ΛΙΙ έχει δημιουργηθεί σύμφωνα με τις προδιαγραφές της σύγχρονης λεξικογραφίας, που ισχύουν και για μη διαλεκτικά ή μη ιδιωματικά ερμηνευτικά λεξικά. Στο ΛΙΙ, όπως σε ένα σύγχρονο λεξικό, τα λήμματα διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες:

Η πρώτη κατηγορία λημμάτων είναι τα κυρίως λήμματα, οι λεγόμενες κεφαλές των λημμάτων και το σύνολο των πληροφοριών –γραμματικών, σημασιολογικών κ.ά.– που δίνονται στο πλαίσιο κάθε λήμματος.

Η κεφαλή του λήμματος, όπως και τα λοιπά είδη λημμάτων που θα δούμε στη συνέχεια, αποδίδεται σε γενικές γραμμές με την παραδοσιακή ορθογραφία, με μερικές όμως εύλογες εξαιρέσεις. Παραδείγματα απόκλισης από την καθιερωμένη ορθογραφία αποτελούν η χρήση εκθετικού συμβόλου και αποστρόφου για τη δήλωση του ημίφωνου ι και της αποβολής γράμματος-φθόγγου αντίστοιχα, όπως στο Α’δημ’τριάτ’ς, που εμφανίζει το προαναφερθέν εκθετικό σύμβολο μετά το ρ και τρεις αποστρόφους. Η πληροφορία ότι πρόκειται για ημίφωνο θα μπορούσε να δίνεται μόνο στο πεδίο της φωνητικής μεταγραφής, αλλά έτσι η φωνητική πληροφορία είναι πιο εύληπτη από τον χρήστη του λεξικού, χωρίς να δυσχεραίνεται η ανάγνωση της λέξης-κεφαλής. Δικαιολογημένη απόκλιση από την καθιερωμένη ορθογραφία της ΝΕ.Κ. σημειώνεται στην κεφαλή του λήμματος και στις σπάνιες περιπτώσεις όπου εμφανίζεται έρρινος φθόγγος [μ], [ν] πριν από ηχηρό κλειστό, όπως [μπ], [νπ], [γκ]. Τότε η προφορά δηλώνεται και στη γραφή της κεφαλής του λήμματος, λ.χ. στο λήμμα ζιμμπιρέκ’, με δύο συνεχόμενα μΆλλη ορθογραφική απόκλιση συνιστά η χρήση παύλας που χωρίζει λ.χ. το ν από το τ, ώστε να φανεί και στην κεφαλή ότι το ντ δεν αντιπροσωπεύει φθόγγο [ντ], π.χ. στο λήμμα ικάντου.

Σε μερικές περιπτώσεις, η ορθογραφία που ακολουθεί το ΛΙΙ είναι –και σωστά– σε μεγαλύτερο βαθμό ετυμολογική σε σύγκριση με τη σχολική. Για παράδειγμα, το λήμμα καννόν’, που δηλώνει το –κατά το κοινώς λεγόμενο– καλάμι του ποδιού, ορθογραφείται με δύο ν ως αναγόμενο στη λέξη κάννη και έτσι ο τύπος της κεφαλής του λήμματος συνδέεται, κατά κάποιον τρόπο, με το ετυμολογικό πεδίο. Επιπλέον, για την ιμβριακή λέξη καννόν’ δεν μπορεί να λειτουργήσει το κριτήριο της χρήσης, που παίζει ρόλο στην ορθογραφία της ΝΕ.Κ. και εν προκειμένω οδηγεί στη γραφή κανόνι. Η χρήση εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να ρυθμίσει την ορθογραφία ενός ιδιώματος που συρρικνώνεται, και μάλιστα δεν διαθέτει καν γραπτή μορφή ούτε διδάσκεται στα σχολεία.

Σε άλλες περιπτώσεις όμως, η ορθογραφία χρειάζεται να αποδίδει την πραγματική προφορά και όχι να αντανακλά την ετυμολογία. Γι’ αυτό καταγράφονται λήμματα σταβ’δέλκαι σταβ’διάζου, όχι σταφ’δέλκαι σταφ’διάζου, όπως θα επέβαλλε η αναγωγή στο σταφιδέλι και το σταφιδιάζω αντίστοιχα. Δεν θα ήταν λογικό να σημειωθούν οι δύο αυτοί τύποι με φ στην κεφαλή λόγω ετυμολογίας, εφόσον το β (και όχι το φ) αντιπροσωπεύει πράγματι φθόγγο στην προκειμένη περίπτωση.

Όταν υπάρχουν παρεμφερείς τύποι φωνολογικά διαφοροποιημένοι, τότε εύστοχα, για πρακτικούς λόγους, επιλέγεται με ετυμολογικό κριτήριο ως κεφαλή της λέξης-λήμματος ο τύπος που φαίνεται να αποτελεί τον αρχικό, ενώ έπονται οι υπόλοιποι.

Κατά τα άλλα, στο ΛΙΙ σωστά ακολουθούνται διάφορες λεξικογραφικές συμβάσεις, λ.χ. στην κεφαλή του λήμματος σημειώνεται το ρήμα στο πρώτο ενικό πρόσωπο ενεστώτα ενεργητικής φωνής, ενώ το ουσιαστικό στην ονομαστική πτώση ενικού αριθμού (λ.χ. σιτιμιάζου, που σημαίνει «βρίζω», και σουμός (ο), που έχει τη σημασία «τελειωμός»).

Η δεύτερη κατηγορία λημμάτων αφορά τα λεγόμενα ενδολήμματα ή εσωτερικά λήμματα, όπως φράσεις (λ.χ. δεν έμεινι ρύπουδου, που σημαίνει «δεν έμεινε κανείς – «ψυχή»»).[6]

Η τρίτη κατηγορία λημμάτων είναι τα λεγόμενα υπολήμματα, που κατά κανόνα δεν έχουν δικό τους ερμήνευμα, όπως τα επιρρήματα (λ.χ. το ξανοιχτά στο κυρίως λήμμα ξανοιχτός).

Ακόμη, τα λήμματα του ΛΙΙ ως προς την εσωτερική τους δομή είναι πολυσύνθετα, αφού περιλαμβάνουν ποικίλες πληροφορίες, λ.χ. φωνητικές, γραμματικές, σημασιολογικές και ετυμολογικές, όπως υπαγορεύει η σύγχρονη λεξικογραφία.

Σχετικά με την ορθογραφία, αξιοπρόσεκτη είναι η χρήση κυματοειδούς γραμμής με την οποία δηλώνεται η ουρανική προφορά συμφωνικού φθόγγου. Το σύμβολο αυτό σημειώνεται, όταν χρειάζεται, όχι μόνο στο πεδίο της φωνητικής μεταγραφής, αλλά και στα ενδολήμματα, στα υπολήμματα, στα συνώνυμα, στα αντώνυμα, στα παραδείγματα χρήσης, στις παροιμίες, όχι όμως και στη λέξη-κεφαλή. Έτσι, αφενός ο αναγνώστης του ΛΙΙ αποκτά μια πολύ καλή εικόνα του ιδιώματος σε επίπεδο προφοράς και αφετέρου η γραφή των λέξεων που συγκροτούν το λημματολόγιο είναι τέτοια, ώστε να μη θυμίζει φωνητική και να μη δυσχεραίνει την αναζήτηση λέξεων.

6) Εσωτερική δομή λημμάτων

Δύο είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του ΛΙΙ ως προς την εσωτερική δομή των λημμάτων που περιλαμβάνει: η καταγραφή ποικίλων γλωσσικών πληροφοριών για τη λημματογραφούμενη λέξη, σύμφωνα με τις επιταγές της σύγχρονης λεξικογραφίας, και η συνέπεια με την οποία καταγράφονται οι πληροφορίες αυτές, όπως σε κάθε λεξικό συνταγμένο με επιστημονικές προδιαγραφές.

Οι φωνητικές πληροφορίες που παρατίθενται στο λήμμα ενός λεξικού αφορούν την προφορά, που αντιδιαστέλλεται με τη γραφή της λημματογραφούμενης λέξης, όπως τουλάχιστον καταγράφεται στην κεφαλή του λήμματος. Τέτοιες πληροφορίες δεν συγκαταλέγονται στις πιο βασικές, που αναζητούν οι φυσικοί ομιλητές της Ελληνικής συμβουλευόμενοι ένα γενικό ερμηνευτικό λεξικό της Νέας Ελληνικής. Γι’ αυτό άλλωστε υπάρχουν νεοελληνικά λεξικά όπου η φωνητική µεταγραφή, η απόδοση της προφοράς µε βάση κυρίως λατινικούς και δευτερευόντως ελληνικούς χαρακτήρες, δεν σημειώνεται, ενώ απλώς δίνονται ορισμένα στοιχεία για την προφορά λέξεων κατ’ εξαίρεση, σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Ωστόσο, σε ένα διαλεκτικό ή ιδιωματικό λεξικό, οι πληροφορίες για τον τρόπο προφοράς των λέξεων έχουν αυτονόητη αξία. Ειδικά μάλιστα σε ένα λεξικό του ιμβριακού ιδιώματος είναι αναγκαίες, αφού το ιδίωμα αυτό εμφανίζει πλήθος αποκλίσεων από τη ΝΕ.Κ. ως προς την προφορά. Φωνητικές πληροφορίες δίνει το ΛΙΙ κυρίως μέσω της φωνητικής μεταγραφής. Χαρακτηριστικά σύμβολα χρησιμοποιούμενα για παροχή φωνητικών πληροφοριών είναι η κυματοειδής γραμμή, που δηλώνει την ουρανική προφορά συμφώνου, και το i σε μορφή εκθέτη, που δηλώνει ημίφωνο. Εκτός του πεδίου της φωνητικής μεταγραφής, το ΛΙΙ δίνει πληροφορίες για θέματα προφοράς στις περιπτώσεις που αναφέραμε προηγουμένως, όταν κάναμε λόγο για τα είδη λημμάτων.

Οι γραμματικές πληροφορίες, ένα από τα βασικά είδη γλωσσικών πληροφοριών ενός λήμματος, που είναι πάντως πιο χρήσιμες για όσους μαθαίνουν μια ξένη γλώσσα με τη βοήθεια λεξικού και όχι για φυσικούς ομιλητές, μπορεί να αφορούν: το μέρος του λόγου όπου ανήκει η λημματογραφούμενη λέξη, τη μορφολογική δομή ή τον τονισμό της, καθώς και τη συντακτική συμπεριφορά της – οι συντακτικές πληροφορίες περιλαμβάνονται στις γραμματικές. Σύμφωνα με τη βασική θεωρητική διάκριση γραμματικής και λεξικού, η γραμματική έχει ως αντικείμενο το σύστημα της γλώσσας συνολικά, ενώ οι γραμματικές πληροφορίες που περικλείονται στο λήμμα ενός λεξικού αφορούν τη γραμματική διάσταση συγκεκριμένων λέξεων, των λημματογραφούμενων. Ενδεικτικό στοιχείο του επιστημονικού χαρακτήρα του ΛΙΙ είναι μεταξύ άλλων η συνέπεια ως προς την καταγραφή γραμματικών και συντακτικών πληροφοριών, π.χ. με τις σχετικές συντομογραφίες δηλώνεται τι μέρος του λόγου είναι η λέξη-λήμμα και αν πρόκειται για μεταβατικό ή αμετάβατο ρήμα. Επίσης, το άρθρο σε παρένθεση υποδηλώνει ότι η λημματογραφούμενη λέξη είναι ουσιαστικό.

Σημειωτέον –ως προς τον τρόπο παρουσίασής τους– ότι γραμματικές και συντακτικές πληροφορίες διαφόρων ειδών σε πολλές περιπτώσεις μπορούν να δοθούν και έμμεσα, μέσω παραδειγμάτων χρήσης.

Η επιστημονικότητα του ΛΙΙ επιβεβαιώνεται και από την αντιστοιχία συντακτικών πληροφοριών και παραδειγμάτων χρήσης ως προς τις συντακτικές ακριβώς πληροφορίες που αυτά δίνουν έμμεσα. Στο λήμμα ρουδανίζου λ.χ., το ρήμα χαρακτηρίζεται μεταβατικό και αμετάβατο, ενώ καταγράφονται δύο σημασίες, μία κυριολεκτική, από τον χώρο της υφαντικής, και μία μεταφορική. Τα καταγεγραμμένα παραδείγματα χρήσης είναι συνολικά τέσσερα, δύο για κάθε σημασία, και έχουν επιλεγεί με πολλή προσοχή, ώστε να φωτίσουν και τη μεταβατική και την αμετάβατη χρήση του ρήματος. Σε καθεμιά από τις δύο σημασίες δηλ. έχουν προστεθεί δύο παραδείγματα, από τα οποία στο πρώτο το ρουδανίζου χρησιμοποιείται ως μεταβατικό και στο δεύτερο ως αμετάβατο.

Ως προς τις σημασιολογικές πληροφορίες, ας σημειωθεί ότι το κύριο αντικείμενο της λεξικογραφίας είναι ο ορισμός της σημασίας που έχει μια λέξη ή φράση. Οι δύο πιο βασικοί λόγοι για τους οποίους συμβουλεύεται κανείς λεξικό είναι η ανακάλυψη της σημασίας μιας λέξης και ο έλεγχος της ορθογραφίας της. Το λήμμα ενός λεξικού μπορεί να περιλαμβάνει και άλλες σημασιολογικές πληροφορίες, π.χ. τα συνώνυμα και τα αντώνυμα του λήμματος, ωστόσο ο ορισμός της σημασίας αποτελεί το πιο σημαντικό στοιχείο στο εσωτερικό ενός λήμματος. Και μάλιστα, η αναγνώριση σημασιών και η αντιστοίχιση σημασιών–παραδειγμάτων σε μερικές περιπτώσεις αποτελούν ιδιαίτερα απαιτητικές διαδικασίες.[7] 

Σχετικά με τη διατύπωση του ορισμού, ένας επιτυχημένος ορισμός δεν θα πρέπει να είναι ούτε ασαφής ούτε υπέρμετρα λεπτομερής. Ο λεξικογράφος καλείται να ακολουθήσει τη μέση οδό, προκειμένου να συντάξει έναν ορισμό που να χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και πληρότητα. Μία από τις αρετές του ΛΙΙ είναι ακριβώς αυτή η ισορροπία για την οποία έγινε λόγος προηγουμένως. Οι ορισμοί είναι καλογραμμένοι, σε λιτή γλώσσα, με σωστή σύνταξη και με την αναγκαία σε λεξικό –ή τη μεγαλύτερη δυνατή– συντομία. Για παράδειγμα, το θηλυκό ουσιαστικό ξ’νήθρα ορίζεται σημασιολογικά ως «είδος φαγώσιμου αγριόχορτου με σκούρο πράσινο χρώμα και βελονοειδείς βλαστούς που καταλήγουν σε μικρά, στρογγυλά φύλλα, χαρακτηριστικό του οποίου είναι η ελαφρώς ξινή γεύση».[8] Αλλού βέβαια ως καταλληλότερος ορισμός επιλέγεται η λέξη της ΝΕ.Κ. που αντιστοιχεί στην ιμβριακή, λ.χ. το ξ’λουκουφτής δεν θα μπορούσε να οριστεί καλύτερα από το μονολεκτικό «ξυλοκόπος».[9] Και αλλού, εύστοχα δίνεται ως ορισμός μια σειρά από συνώνυμες λέξεις ή και φράσεις, αφού έτσι φωτίζεται καλύτερα η σημασία, λ.χ. το αλιβρουγυρίζου ως αμετάβατο ορίζεται ως εξής: «περιφέρομαι / χασομερώ / γυρίζω άσκοπα εδώ κι εκεί / περιπλανιέμαι».

Αξιοσημείωτο είναι ότι η σημασία στα λεξικά φωτίζεται και μέσω παραδειγμάτων χρήσης, σε επίπεδο συνταγματικών σχέσεων (syntagmatic relations), σχέσεων μεταξύ στοιχείων που εμφανίζονται από κοινού στον λόγο. Ένα θέμα λεξικογραφικού ενδιαφέροντος είναι και η προέλευση των λεξικογραφικών παραδειγμάτων, τα οποία καλό είναι να αντλούνται από σώμα κειμένων. Στην περίπτωση του ΛΙΙ, με βάση τα όσα σημειώνονται στη σελ. 46, άλλα παραδείγματα του ΛΙΙ είναι αυθεντικά, και μάλιστα βασισμένα σε προφορικό σώμα κειμένων, πράγμα πολύ θετικό, ενώ άλλα έχουν επινοηθεί από τον λεξικογράφο. Το τελευταίο ήταν πιθανότατα αναπόφευκτο, ειδικά αν ληφθεί υπόψη πόσο δύσκολη εν προκειμένω είναι όχι μόνο η συλλογή υλικού, αλλά και η επιλογή του κατάλληλου παραδείγματος από ένα κάπως περιορισμένο corpus.

Επικουρικό ρόλο στην παροχή σημασιολογικών πληροφοριών παίζουν τα συνώνυμα και τα αντώνυμα, σε επίπεδο παραδειγματικών σχέσεων (paradigmatic relations), σχέσεων μεταξύ στοιχείων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικά. Ο Ξ. Τζ. στο ΛΙΙ ασχολείται συστηματικά και διεξοδικά με την καταγραφή τους. Στο αλιβρουγυρίζου ως αμετάβατο λ.χ., καταγράφει οκτώ συνώνυμα και μία συνώνυμη φράση, ενώ στο ξ’λουφουρτώνου, στη μεταφορική του σημασία, είκοσι εννέα συνώνυμα και δεκαοκτώ συνώνυμες φράσεις!

Στις σημασιολογικές πληροφορίες ενός λεξικού υπάγονται και διάφοροι χαρακτηρισμοί λημμάτων και σημασιών, όπως αυτοί που δηλώνουν τη στάση του ομιλητή, π.χ. ειρωνικό, μειωτικό, ή –ειδικά για τις σημασίες– τον τρόπο μετάβασης από τη μια σημασία στην άλλη, π.χ. μεταφορικό, συνεκδοχικό. Εκ των πραγμάτων, μερικοί χαρακτηρισμοί τέτοιου είδους που απαντούν σε μεγάλα ερμηνευτικά λεξικά της Νέας Ελληνικής δεν έχουν θέση στο λεξικό ενός προφορικού ιδιώματος, π.χ. λόγιο ή αρχαϊστικό. Γενικά πάντως, στο ΛΙΙ δεν γίνεται εξαντλητική χρήση τέτοιων χαρακτηρισμών, ίσως για να μην κουραστεί ή να μη δυσκολευτεί ο μη ειδικός, π.χ. δηλώνονται το ειρωνικό και το μεταφορικό, όχι όμως το μειωτικό και το συνεκδοχικό.

Ένα ζήτημα που αντιμετωπίζουν οι λεξικογράφοι είναι η ιεράρχηση των σημασιών μιας λέξης, οι οποίες αναγνωρίζονται και καταγράφονται στο λήμμα. Η κατάταξη των σημασιών αποτελεί και έμμεσο τρόπο με τον οποίο η μία αξιολογείται ως πιο σημαντική από την άλλη. Τα κριτήρια για την ιεράρχηση των σημασιών είναι μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: πρώτον, το κριτήριο της συχνότητας, σύμφωνα με το οποίο προτάσσεται η σημασία που διαπιστώνεται ότι είναι η πιο συχνή σε χρήση· δεύτερον, το κριτήριο της λογικής σχέσης μεταξύ των σημασιών, σύμφωνα με το οποίο π.χ. καταγράφεται αρχικά η κυριολεκτική και ακολούθως η μεταφορική σημασία της λέξης· τρίτον, το ιστορικό κριτήριο, σύμφωνα με το οποίο προτάσσεται η σημασία που εμφανίζεται νωρίτερα στη γλώσσα. Στο ΛΙΙ,  όπου μια σημασία ανήκει και στη ΝΕ.Κ. και στο τοπικό ιδίωμα, αυτή καταγράφεται πρώτη, ενώ η αποκλειστικά ιδιωματική σημειώνεται δεύτερη. Παράδειγμα: λήμμα κάδ’σμα. Επίσης, όπου υπάρχει το ζεύγος κυριολεκτικής και μεταφορικής σημασίας, πρώτη δίνεται η κυριολεκτική. Παράδειγμα: λήμμα μπουρέκ. Φαίνεται όμως ότι λειτούργησε και το κριτήριο της χρήσης: Λ.χ. στο ξιψουμίζου καταγράφεται ως πρώτη σημασία η μεταφορική, ενδεχομένως γιατί είναι σαφώς συχνότερη.

Στο τελευταίο τμήμα του λήμματος ενός λεξικού καταγράφονται πληροφορίες, οι μόνες μη συγχρονικές, για την ετυμολογική προέλευση της λημματογραφούμενης λέξης ή φράσης. Η θέση που καταλαμβάνει η ετυμολογία στο λήμμα ποικίλλει από λεξικό σε λεξικό. Το ΛΙΙ ανήκει στα λεξικά όπου δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στις ετυμολογικές πληροφορίες. Η ετυμολογική ιστορία εκτείνεται τόσο, ώστε να φανεί –ει δυνατόν– και η απώτατη προέλευση των ιδιωματικών λέξεων-λημμάτων. Στο λήμμα Θ’κέβιρ’ς («Δεκέμβριος») λ.χ., ετυμολογείται και ο ίδιος ο λατινικός τύπος December. Είναι θέμα υποκειμενικής εκτίμησης το αν είναι αναγκαίο κάτι τέτοιο. Θα μπορούσε η ετυμολογική πληροφορία να είναι απλώς η αναγωγή στον λατινικό τύπο και ο αναγνώστης να ανέτρεχε σε άλλο λεξικό για να δει από πού προέρχεται ο τύπος αυτός. Από την άλλη, είναι καλό να υπάρχουν αρκετές πληροφορίες συγκεντρωμένες σε μία πηγή. Πάντως, το πιο σημαντικό είναι ότι και στον τομέα της ετυμολογίας το ΛΙΙ έχει επιστημονικό–γλωσσολογικό υπόβαθρο, αφού ως πηγές υλικού ετυμολογικού ενδιαφέροντος αξιοποιήθηκαν έγκυρα έργα.

Συμπέρασμα – επίλογος

Το ΛΙΙ, δημιούργημα ενός ειδικού γλωσσολόγου και λεξικογράφου, και μάλιστα γνώστη του τοπικού ιδιώματος, είναι ένα σπουδαίο λεξικό. Ο συγγραφέας του ακολούθησε αρχές της σύγχρονης λεξικογραφίας και εργάστηκε με την απαιτούμενη για ένα λεξικό μεθοδικότητα. Το ιδιωματικό αυτό λεξικό είναι πολύτιμο συν τοις άλλοις και γιατί αποθησαυρίζει υλικό από ένα νεοελληνικό ιδίωμα που έχει προφορικό χαρακτήρα και συρρικνώνεται. Το ΛΙΙ δείχνει τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουν και άλλοι λεξικογράφοι στο μέλλον, στον χώρο της διαλεκτικής λεξικογραφίας.

Όπως φαίνεται στο προλογικό σημείωμα του συγγραφέα (σελ. 23), ο Ξ. Τζ. έχει επίγνωση ότι ένα τέτοιο λεξικό δεν είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει και ορισμένα λάθη, όπως άλλωστε κάθε λεξικό. Η μεγάλη έκταση του λημματολογίου και η επεξεργασία του υλικού του από κάθε πλευρά, σημασιολογική, ετυμολογική κ.ά., καθιστούν αναπόφευκτη την εμφάνιση αβλεψιών ή άλλων σφαλμάτων. Ο Ξ. Τζ. όμως έχει την επιστημονική ωριμότητα να δηλώσει ότι σε τυχόν δεύτερη έκδοση του ΛΙΙ θα δεχτεί με ιδιαίτερη ικανοποίηση παρατηρήσεις και προτάσεις διατυπωμένες από ειδικούς ερευνητές.

—-

Το Λεξικό του Ιμβριακού Ιδιώματος πωλείται μόνο από τον Σύλλογο Ιμβρίων, που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη (διεύθυνση: Ελευθερίου Βενιζέλου 80, τηλέφωνα: 2109345096 και 2109347957, email: info@imvrosisland.org).

Σημειώσεις

[1] Ας σημειωθεί παρενθετικά ότι σε μια τέτοια περίπτωση χρήσιμο θα ήταν να παραπέμπεται ο αναγνώστης λ.χ. σε έναν πίνακα όπου να έχουν συγκεντρωθεί τα ονόματα και των δώδεκα μηνών, για να γνωρίζει πώς λέγονται στο τοπικό ιδίωμα, είτε πληρούν τα κριτήρια λημματογράφησης (π.χ. Θ’κέβιρ’ς, λήμμα του ΛΙΙ), είτε όχι (π.χ. Γινάρ’ς, που σημαίνει «Γενάρης», «Ιανουάριος», και δικαιολογημένα δεν υπάρχει ως λήμμα στο ΛΙΙ).

[2] Το συγχρονικός αποτελεί γλωσσολογικό όρο, αντίθετο σημασιολογικά με το διαχρονικός, και αφορά τη λεγόμενη συγχρονία, το σύνολο των στοιχείων ενός γλωσσικού συστήματος, που συνεμφανίζονται και αλληλοσυνδέονται σε μια ορισμένη χρονική περίοδο και στον ίδιο τόπο. Ο όρος συγχρονικός δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην «σύγχρονος», αφού πιθανώς αφορά μια συγχρονία που ανήκει στο παρελθόν.

[3] Σε τυχόν δεύτερη έκδοση του λεξικού θα πρότεινα να προστεθεί στην αρχή του κειμένου αυτού η πληροφορία ότι το ιμβριακό ιδίωμα ανήκει στα βόρεια νεοελληνικά, χαρακτηριστικά των οποίων είναι η αποβολή των άτονων [ι] και [ου] (λ.χ. μαράζ’, λήμμα του ΛΙΙ, δηλ. «μαράζι») και η στένωση των άτονων [ε] (ε και αι) και [ο] (ο και ω) σε [ι] και [ου] αντίστοιχα (λ.χ. κουπέλα, λήμμα του ΛΙΙ, δηλ. «κοπέλα»).

[4] Αν πραγματοποιηθεί δεύτερη έκδοση του ΛΙΙ, μια ιδέα θα ήταν να εμπλουτιστεί το κυρίως μέρος του λεξικού με πλαισιωμένα σχόλια που να περιλαμβάνουν διάφορες εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα πληροφορίες, σχετικές είτε με το ιδίωμα της Ίμβρου είτε με το νησί γενικότερα.

[5] Σε τυχόν επόμενη έκδοση του ΛΙΙ, το συγκεκριμένο τμήμα του λεξικού θα μπορούσε να εμπλουτιστεί μεταξύ άλλων με έναν χάρτη όπου να σημειώνονται όλα –ει δυνατόν– τα καταγεγραμμένα στο ΛΙΙ τοπωνύμια της Ίμβρου.

[6] Σημειωτέον ότι η διάκριση φράσης και περιστασιακής λεξιλογικής σύναψης αποτελεί μία από τις εκφάνσεις του βασικού λεξικογραφικού διλήμματος που αφορά τη διαφοροποίηση περιστασιακής και παγιωμένης χρήσης.

[7] Η διάκριση σημασίας–χρήσης συνιστά μία ακόμη όψη του καίριου λεξικογραφικού διλήμματος που αφορά τη διαφοροποίηση ευκαιριακής και παγιωμένης χρήσης στη γλώσσα.

[8] Η ίδια ευστοχία διαπιστώνεται και στη διατύπωση του ορισμού της σημασίας διαφόρων παροιμιών που καταγράφονται σε μερικά λήμματα.

[9] Από άποψη τυπολογίας των λεξικών, εδώ φαίνεται ότι τα διαλεκτικά λεξικά συγγενεύουν με τα δίγλωσσα.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

α)

Μπάτζιος Γ. 1999: Λεξικογραφία, λεξικολογία και γλωσσολογία. Αδημοσίευτη εργασία εξαμήνου στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού προγράμματος γλωσσολογίας (Αθήνα).

Ξυδόπουλος Γ. 2008: Λεξικολογία. Εισαγωγή στη μελέτη της λέξης και του λεξικού (Αθήνα:Πατάκης).

Ξυδόπουλος Γ. 2011: «Μεταλεξικογραφικές παρατηρήσεις στα διαλεκτικά λεξικά Μ. Μπεναρδή και Α. Σύρκου», Patras Working Papers in Linguistics, Vol. 2.1 (2011:96-113), τόμος αφιερωμένος στη διαλεκτική ποικιλία των Μεγάρων.

β)

Béjoint H. 2000: Modern Lexicography. An Introduction (Oxford:Oxford University Press).

Jackson H. 2002: Lexicography. An Introduction (London: Routledge).

Landau S. 2001: Dictionaries. The Art and Craft of Lexicography (Second Edition. Cambridge:Cambridge University Press).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

15/12/2011

«Όταν συγκρούεται το επιστημονικό με το παραεπιστημονικό και το αντιεπιστημονικό, δεν χρειάζεται να πω ποιος βγαίνει ηττημένος και ταπεινωμένος… Είναι όμως όλη αυτή η ένταση μια καλή αφετηρία για συστηματική και αμερόληπτη ενημέρωση, γιατί πιστεύω ότι φίλη η φιλοπατρία μας, φιλτάτη δε η αλήθεια. Τα τελευταία χρόνια έχει ξεκινήσει από κάποιους ύποπτους –κατά τη γνώμη μου– κύκλους μια προσπάθεια απόδειξης του αναπόδεικτου. Μια προσπάθεια να τραβήξουμε και να μακρύνουμε προς τα πίσω την ιστορία του Ελληνισμού (λες κι αυτό σημαίνει τίποτα για την αξία του), να διακηρύξουμε ότι εμφανιστήκαμε από το πουθενά, λίγο πριν από τον homo habilis, ότι ανέκαθεν ήμασταν μοναχικοί και ανάδελφοι, μια μοναχική φυλή χωρίς συγγενείς και επιρροές, κι ότι παραδόξως αυτή η αυτοφυής γλώσσα υιοθετήθηκε αίφνης από όλους τους άλλους λαούς που περίμεναν στη γωνία, άγλωσσοι και απολίτιστοι, τα δικά μας φώτα. Κι αυτό γιατί αυτοί οι κύριοι στάθηκαν ανίκανοι να κατανοήσουν και να εκτιμήσουν την αξία και το μεγαλείο της Αρχαίας Ελλάδας στις πραγματικές του διαστάσεις, γι’αυτό και επεχείρησαν να της προσδώσουν ψεύτικη και ασύστατη αίγλη με εικοτολογίες και ανεύθυνους κομπογιαννιτισμούς. Αξία για μια γλώσσα δεν έχει τόσο η αρχή της και η προϊστορία της, όσο η εξέλιξή της, η καλλιέργειά της και η γραμματειακή παραγωγή της (και εκεί έγκειται η θαυμαστή ιδιαιτερότητα της Ελληνικής)».
Δημήτρης Μιχελιουδάκης

«Ας σταθούμε ικανοί να τη γνωρίσουμε αυτήν την έρμη την Eλληνική, που και εδώ τραυματίζεται, και ας τη δούμε όπως πραγματικά είναι: μια απ’τις αρχαιότερες γλώσσες του κόσμου, κλάδος της μεγαλύτερης γλωσσικής οικογένειας, με μεγάλη επιρροή διαχρονικώς, αλλά και με κοινή καταγωγή, όπως είναι φυσικό, με τις γλώσσες αυτές που παρουσιάζουν συστηματικές ομοιότητες στο λεξιλόγιο και τη δομή, τέτοιου βάθους ομοιότητες που δεν μπορούν να οφείλονται σε δανεισμό. Επίσης, είναι αφελές να μιλάμε για αιτιακή / φυσική σχέση σημαίνοντος και σημαινομένου στη γλώσσα και ειδικά στην Ελληνική. Η γλώσσα είναι κοινωνικό προϊόν, δεν δόθηκε απ’τους θεούς για νά’χει …μεταφυσικές ιδιότητες, η σύναψη σημασιών στις λέξεις είναι μια σύμβαση, μια συμφωνία, ένα σιωπηρό συμβόλαιο των ομιλητών μιας γλώσσας κι αυτό είναι που τους ενώνει. Ποια (μετα)φυσική σχέση υπάρχει ανάμεσα στον ήχο [΄tria] και στα τρία παιδιά βολιώτικα; Και τι το “φυσικό” έχει το ελληνικό τρία, που δεν το’χει το κινέζικο san; Αλίμονο, η γλώσσα δεν είναι πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης, ας εμπιστευόμαστε τους ειδικούς και όχι τις περιθωριακές και ύποπτες φωνές, γιατί είναι γελοίο και μας υποβιβάζει. Όποιος έχει επιφυλάξεις, ας ανατρέχει στα σοβαρά εγχειρίδια, στα Πανεπιστήμια και τις βιβλιοθήκες και όχι στα πανέρια όπου συνωστίζονται φυλλάδες φανατισμένες, οι οποίες παραδοξολογούν για να προσηλυτίσουν και να κολακέψουν αυτούς που ζητάνε την πρόχειρη αυτεπιβεβαίωση. Η -αληθινή- γνώση δεν έχει ιδεολογία και δεν απειλεί, μόνο παρεξηγήσεις διαλύει και μπορεί (αν όχι πρέπει) να είναι προσιτή στον καθένα που έχει μάτια ανοιχτά. Εκεί είναι η ομορφιά του Ελληνισμού, στις σχέσεις του, στις αμφίδρομες επιρροές του, στην ελεύθερη επικοινωνία του και όχι στον αμυντικό απομονωτισμό που μας προτείνουν οι υπερεθνικόφρονες, αυτοί που γίναν υπερπατριώτες γιατί δεν στάθηκαν ικανοί να δουν την αντικειμενική αξία των ελληνικών γραμμάτων, με αποτέλεσμα να ισοπεδώνουν, να απλουστεύουν και να φτωχαίνουν την αξία του Ελληνισμού, με μόνο μέλημα μια υποτιθέμενη αυτοχθονία και αυτάρκεια, που καταλήγει σε αυτισμό. Ποιος από τους εθνικιστές μπορεί να χαρεί αληθινά τον Όμηρο, τον Καβάφη, τον Ρωμανό, τον Πλάτωνα, τον Ευριπίδη, τον Καζαντζάκη, τον Παπαδιαμάντη (για να μην πω να τους καταλάβει); Από αυτούς ζητάνε το αίμα τους και όχι το φως ή τη δροσιά τους».
Δημήτρης Μιχελιουδάκης

«Γράφει ο συγγραφέας Πέτρος Τατσόπουλος: “Δίπλα σε κάθε μαγαζί της Επιστήμης, χτισμένο με τον ιδρώτα αιώνων, η “Νέα Εποχή”, αυτό το γραφικό κίνημα ηλιθίων, έχει χτίσει και το δικό της …παραμαγαζάκι: δίπλα στην αστρονομία η αστρολογία, δίπλα στη φιλοσοφία ο διαλογισμός, δίπλα στην κλασική ιατρική οι ολιστικές θεραπείες και παραδίπλα ο αποκρυφισμός, η ψυχοκίνηση και πάσης άλλης μορφής τσαρλατανισμός” (Η μεγάλη σύγχυση, εφημ. Εξουσία 11.6.1999 και στο Πιπέρι στη γλώσσα, σελ. 106, Καστανιώτης, 2000). Αν θέλαμε να κάνουμε λίγο πιο …πλήρη την παραπάνω παράγραφο, θα έπρεπε να προσθέσουμε μία ακόμη σειρά: “δίπλα στους αρχαιολόγους, τους ιστορικούς, τους φιλολόγους και τους γλωσσολόγους οι “αρχαιολάτρες”, οι ερασιτέχνες της ιστορίας και της γλώσσας”.

»Όλοι αυτοί που απορρίπτουν τα επιστημονικά πορίσματα περί γλώσσας, επειδή δεν ταιριάζουν στις μεγαλοϊδεατικές τους αντιλήψεις, ουσιαστικά εφαρμόζουν τον εθνικισμό στη γλώσσα. Όταν δεν μπορείς να αγαπάς την πατρίδα σου χωρίς να μισείς τις πατρίδες των άλλων, τότε δεν μπορείς και να αγαπάς τη γλώσσα σου χωρίς να απαξιώνεις τις γλώσσες των άλλων.

»Η Ελληνική είναι μία πανάρχαια, πλουσιότατη, αδιάκοπα ομιλούμενη γλώσσα στην οποία γράφτηκαν αξεπέραστα έργα του παγκόσμιου πολιτισμού και η οποία τροφοδότησε πολλές άλλες γλώσσες. Αυτά τα αναμφισβήτητα γεγονότα δεν είναι αρκετά για τον εθνικιστή της γλώσσας. Η Ελληνική, λένε, είναι η μήτρα που γέννησε όλες τις άλλες γλώσσες (και τα Κινέζικα; και τα Αραβικά;). Ό,τι μιλάνε όλοι οι άλλοι λαοί δεν είναι παρά ελληνικές διάλεκτοι! Η Ελληνική έδωσε σε όλες τις γλώσσες αλλά δεν πήρε από τις άλλες ούτε μία λέξη!

»Όταν αυτά είναι τα συμπεράσματα στα οποία πρέπει οπωσδήποτε να καταλήξουμε, κάθε καλοπροαίρετος καταλαβαίνει πόσο επιστημονική θα είναι και η μέθοδος που θα χρησιμοποιηθεί προς απόδειξη (;): Πιάνουμε μία λέξη ομηρική που μοιάζει με κάποια ξένη (δυο-τρεις κοινοί φθόγγοι αρκούν) και αμέσως έτοιμο το συμπέρασμα: ελληνικότατη η λέξη! Αν τώρα, η λέξη αυτή λείπει τελείως από την αττική διάλεκτο, αν λείπει από την Ελληνιστική Κοινή, αν λείπει από τη Μεσαιωνική, την Καθαρεύουσα, τη Δημοτική δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Τόσους αιώνες τελούσε εν υπνώσει για να ξεπηδήσει ως εκ θαύματος στα χείλη ενός άλλου λαού χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και να δικαιώσει τις δοξασίες των ελληνοφρόνων ερασιτεχνών της γλώσσας και της ιστορίας».
Χρήστος Μουλώτσιος

«Με θλίβει ότι η διάδοση της ημιμάθειας (δυστυχώς ακόμη και μεταξύ φιλολόγων) είναι τόσο ευρεία, ώστε προσφέρει λαβές στους ελληνολάτρες, ακόμη και σε αυτούς που ξεκίνησαν με αγαθές προθέσεις. Χωρίς γλωσσολογικά εφόδια, με απλή παράθεση τύπων που μοιάζουν και σημασιών που ταιριάζουν, ο ατυχής “Εσκιμώος” ανάγεται αβίαστα στο επίθ. “άσχημος” και το αγγλ. “sin” στο ομηρικό “σίνομαι” «βλάπτω»! Η τεκμηρίωση των ενδιαμέσων σταδίων δεν θεωρείται απαραίτητη, η δε ερμηνεία τής μεσολάβησης αιώνων μεταξύ των συγκρινομένων αντιμετωπίζεται σαν περιττή πολυτέλεια. Με ανησυχεί ότι, ως φαίνεται, δεν κατορθώσαμε να διδάξουμε στους μαθητές και τους φοιτητές μας τη μέθοδο ελέγχου τέτοιων έωλων σοφισμάτων».
Θεόδωρος Μωυσιάδης



Τα όσα γράφονται στο προηγούμενο υποκεφάλαιο είναι ικανά να διαφωτίσουν για την ετυμολογική προέλευση της λέξης ορθοπαιδική. Ωστόσο, με αφορμή κάποια σημεία των κειμένων του Κ.Π., ας προστεθούν τα εξής:

1. Η εργασία Θέματα ετυμολογίας και ορθογραφίας δεν είναι επίσημη διπλωματική εργασία, όπως εσφαλμένα νομίζει ο Κ.Π. –πρόκειται για μια απλή γλωσσολογική εργασία, μη κατατεθειμένη στο Πανεπιστήμιο, που δημιουργήθηκε με σκοπό να κατακριθεί η μέθοδος μερικών ιδεολόγων σε θέματα ετυμολογίας και ορθογραφίας. Κάθε εχέφρων και απροκατάληπτος αναγνώστης της εργασίας αυτής μπορεί να διαπιστώσει ότι έχει γλωσσολογικό χαρακτήρα και ότι σε αυτήν αναιρούνται με συγκεκριμένα στοιχεία οι εσφαλμένες αντιλήψεις των «αρχαιολατρών» σε διάφορα θέματα γλώσσας. Στόχος της εργασίας δεν είναι, φυσικά, οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, αλλά οι γλωσσικές τους απόψεις. Από την εργασία προκύπτει, όμως, ότι οι βασικές τους θέσεις (π.χ. για την προέλευση του αλφαβήτου) έχουν σαφέστατο ιδεολογικο-πολιτικό υπόβαθρο. Ακόμη και για το θέμα της ορθοπαιδικής, μερικοί μη γλωσσολόγοι εκφέρουν σαφέστατα ιδεολογικό λόγο, όπως αποδεικνύεται π.χ. στο παραπάνω κείμενο του Κώστα Πνευματικού. Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις των «αρχαιολατρών» δεν μας απασχολούν. Είναι γεγονός, ωστόσο, ότι μερικοί από αυτούς είναι δωδεκαθεϊστές –αυτό γιατί να αποσιωπηθεί; Και γιατί ο Κ.Π. σπεύδει να υπερασπιστεί όσους έχουν «υπερβάλλον αντισιωνιστικό και αντιχριστιανικό πνεύμα» και είναι «δωδεκαθεϊστές»; Γλωσσολογικά στοιχεία περιλαμβάνει η εργασία, τα οποία βέβαια δεν κατόρθωσε να αναιρέσει ο Κώστας Πνευματικός.

2. Ο Κ.Π., αδυνατώντας να εκφέρει επιστημονικό λόγο, εξακολουθεί να επιλέγει την τακτική της στομφώδους κενολογίας και της επανάληψης στοιχείων για τα οποία έχουν δοθεί αναλυτικές απαντήσεις. Δεν έχουμε αφήσει τίποτε αναπάντητο σχετικά με το θέμα της ορθοπαιδικής. Το γεγονός ότι ο Κ.Π. επιμελώς αποκρύπτει τη συνολική απάντηση που του έχει δοθεί για το εν λόγω θέμα τα λέει όλα.

3. Ο Κ.Π., με αφορμή την παρατήρηση ότι η ετυμολογική ορθογραφία της ορθοπαιδικής δεν είναι θέμα ποσοτικό, δεν καθορίζεται δηλ. από το ποσοστό των λεξικών που επιλέγουν τη γραφή με –ε-, κάνει την εξής πρόβλεψη: ότι στο μέλλον, αν ακολουθηθεί στα περισσότερα λεξικά η γραφή με –αι-, θα επικαλούμαστε το ποσοτικό αυτό κριτήριο που τώρα απορρίπτουμε! Μας καταλογίζει δηλ. ασυνέπεια προκαταβολικά! Δεν αξίζει να ασχολούμαστε με τέτοια επιχειρήματα.

4. Ο Κ.Π. εξακολουθεί να ισχυρίζεται ότι η γραφή της επίμαχης λέξης με –ε– «έχει γερά και λογικά θεμέλια»… Σε ερώτηση ενός συνομιλητή του ποιο στοιχείο υπάρχει για το ορθοπεδικός, δηλ. για την ετυμολογική σύνδεση της λέξης με το πεδάω, ο Κ.Π. απαντά: «αφού όμως ζητούνται στοιχεία, ας μάθουν, λοιπόν, ότι στοιχείο για τη λέξη ορθοπεδικός με –ε– είναι το γεγονός ότι η λέξη με –ε– επικράτησε και στην Ελλάδα». Τον ρωτούν ποιο στοιχείο τεκμηριώνει την ετυμολογική σχέση του ορθοπαιδικού με το πεδάω και αυτός απαντά ότι τέτοιο στοιχείο είναι το γεγονός ότι επικράτησε η γραφή με –ε-! Με αυτήν τη λογική, το γεγονός ότι επέδωσε η γραφή αγόρι (αντί αγώρι, που ανάγεται στο άωρος) θα ήταν στοιχείο που καθιστά ετυμολογικά βάσιμο τον τύπο αγόρι! Φυσικά, με βάση το κριτήριο της χρήσης, μπορούμε κάλλιστα να γράφουμε αγόρι. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ακολουθούμε ετυμολογική ορθογραφία στην προκειμένη περίπτωση! Η χρήση είναι κριτήριο για την απόκλιση από το συγκεκριμένο είδος ορθογραφίας.

5. Ο Κ.Π. στο γεμάτο φανατισμό κείμενό του (βλ. παραπάνω) για την ορθοπαιδική έκανε λόγο και για ανενημέρωτους «φωστήρες». Είναι δεδομένο, όμως, ότι ένα από τα μεγαλύτερα σύγχρονα λεξικά επιλέγει και τεκμηριώνει ετυμολογικά σε εκτενές σχόλιο εκτός λήμματος τη γραφή ορθοπαιδική. Οπότε, με βάση το στοιχείο αυτό, εύλογα ετέθη στον Κ.Π. το ερώτημα αν χαρακτηρίζει ανενημέρωτους «φωστήρες» τους ειδικούς γλωσσολόγους που υποστηρίζουν τη γραφή με –αι-. Ο Κ.Π. αντιστρέφει το ερώτημα ως εξής: «ποιοι είναι ανενημέρωτοι φωστήρες; Οι πάμπολλοι γλωσσολόγοι, φιλόλογοι, λεξικογράφοι που υποστηρίζουν τη γραφή ορθοπεδικός με –ε-;». Και ακολούθως γράφει: «η απάντηση είναι μία: κανείς! Ούτε οι μεν, ούτε οι δε, είναι ανενημέρωτοι φωστήρες». Μα, ο ίδιος έκανε λόγο πρώτος για ανενημέρωτους «φωστήρες»! Τώρα υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν τέτοιοι! Ας αποφασίσει τελικά… Και το πιο σημαντικό: «οι πάμπολλοι γλωσσολόγοι, φιλόλογοι, λεξικογράφοι που –σύμφωνα με τον Κ.Π.– υποστηρίζουν τη γραφή ορθοπεδικός με –ε-» δεν την υποστηρίζουν ως ετυμολογικά δικαιολογημένη. Κανείς ειδικός γλωσσολόγος δεν υποστηρίζει ότι η ορθοπαιδική θα πρέπει να γράφεται με –ε– σύμφωνα με την ετυμολογία της. Μερικοί προτιμούν τη γραφή με –ε-, που βασίζεται στο κριτήριο της χρήσης. Ενώ άλλοι θεωρούν προτιμότερη την ετυμολογική γραφή, αυτήν με –αι-, αφού άλλωστε η έννοια της ρύθμισης στον χώρο της ορθογραφίας δεν έχει τόσο αρνητικό χαρακτήρα όσο σε άλλες περιοχές της γλώσσας. Είναι αδύνατον να γίνει σοβαρός επιστημονικός διάλογος με ανθρώπους που δεν μπορούν να αντιληφθούν τέτοιες λεπτές διακρίσεις και κάνουν λόγο, γενικά και αόριστα, για πάμπολλους γλωσσολόγους που υποστηρίζουν τη γραφή με –ε-.

Την εσφαλμένη γραφή του όρου ορθοπαιδική με –ε– υποστήριξε σε ατυχές κείμενο που έστειλε στους καθηγητές τής Φιλοσοφικής Αθηνών τον Μάιο του 2003 ο Κώστας Πνευματικός, φοιτητής τότε του τμήματος ιστορίας-αρχαιολογίας. Το βασικότερο χαρακτηριστικό του εν λόγω άρθρου είναι η στομφώδης κενολογία, δείγμα ιδεολογικού φανατισμού και επιστημονικής άγνοιας. Ο αρθρογράφος σχολιάζει την πρωτοβουλία των γλωσσολόγων και των ορθοπαιδικών να ενημερώσουν για τη σωστή γραφή της λέξης και τη σχετική αρθρογραφία τους ως «θνησιγενείς σταυροφορίες», «προκατασκευασμένα εθνικά θέματα» και άλλα ηχηρά ευτράπελα. Επίσης, συνδέει αυθαίρετα τη δραστηριότητα αυτή με …το κίνημα του αττικισμού, που πρέσβευε στη μετακλασική Ελλάδα τη μίμηση της γλώσσας των κλασικών χρόνων, κάτι εντελώς άσχετο με το συζητούμενο θέμα. O K.Π. σχολιάζοντας τη γρ. ορθοπαιδική, που επιδίδει τα τελευταία χρόνια, κάνει λόγο γενικά κι αόριστα για «αλλαγή της ελληνικής γλώσσας», «άλωση του γλωσσικού μας πλούτου», ενώ παραθέτει και στίχους από τις Ευμενίδες του Αισχύλου, όπως τον στίχο 539 (βωμὸν αἴδεσαι δίκας, δηλ. «στης Δίκης τον βωμό να ’χεις σέβας»).

Η ρύθμιση της γραφής μιας λέξης με βάση την ετυμολογία της δεν συνιστά βεβαίως «αλλαγή της γλώσσας». Ο ισχυρισμός αυτός, όχι μόνο αποτελεί δείγμα υπεργενίκευσης, αλλά έχει και αντιεπιστημονικό υπόβαθρο, την ταύτιση γλώσσας και γραφής. Ως προς την υποτιθέμενη άλωση του γλωσσικού μας πλούτου, κάθε εχέφρων άνθρωπος είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι η γραφή του όρου ορθοπαιδική με –αι-, ακόμη κι αν δεν ήταν ετυμολογικά βάσιμη όπως πράγματι είναι, σε καμιά περίπτωση δεν θα είχε ως επακόλουθο την άλωση του πλούτου της Ελληνικής! Σχετικά με το απόσπασμα από τον Αισχύλο, κανείς δεν είπε ότι ένας αρθρογράφος δεν μπορεί να διανθίσει το κείμενό του με ένα εισαγωγικό απόφθεγμα ή μερικούς στίχους, όπως αναφέρει σε μεταγενέστερο σημείωμά του ο K.Π. Κριτική ασκείται, γιατί απλούστατα το συγκεκριμένο χωρίο του Αισχύλου για την απονομή της δικαιοσύνης, πέρα από δείγμα αλαζονείας του Κ.Π., είναι τελείως άσχετο με το συζητούμενο θέμα. Σε διευκρινιστικό του σχόλιο για το κομμάτι από τον Αισχύλο, ο K.Π. συνιστά να διαβαστεί η Δίκη ως Λογική! Φυσικά, είναι ο τελευταίος που μπορεί να επικαλείται μια τέτοια έννοια… Άτοπο είναι και ένα χωρίο από τον Γάλλο φιλόσοφο Auguste Comte (1798-1857) που παραθέτει ο K.Π.: «Δεν μπορεί κανείς να κατέχει μιαν επιστήμη, παρά μόνον όταν γνωρίζει την ιστορία της». Εδώ το θέμα δεν είναι η ιατρική γνώση, αλλά η εξακρίβωση μιας ετυμολογίας.

Ακόμη, ο K.Π. σχολιάζει υποτιμητικά τα του Andry γράφοντας ότι αποτελούν το ένα και μοναδικό επιχείρημα για τη γραφή του όρου με –αι-. Στην πραγματικότητα, αυτό το ένα και μοναδικό στοιχείο που τόσο υποτιμά ο Κ.Π. είναι αδιάσειστο, αφού αποτελεί ρητή μαρτυρία του ίδιου του καθηγητή ότι έπλασε τη λέξη ορθοπαιδική με βάση το παιδίον. Η ομολογία αυτή, που έχει καταγραφεί στο βιβλίο του Andry, στηρίζει τη γραφή του όρου με –αι-. Ο K.Π. αρνούμενος πεισματικά να δεχθεί ένα γεγονός, τη δημιουργία του όρου από τον καθηγητή Αndry, έκανε τον περιττό κόπο να γράψει πενήντα σελίδες, προκειμένου να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, δηλ. τη γραφή με –ε-. Ο Αndry ομολογεί ότι έπλασε τον όρο ορθοπαιδική βασιζόμενος στο παιδίον. Δικαίωμα του καθενός είναι να εθελοτυφλεί.

Ακολούθως, ο Κ.Π. επικαλείται το άτοπο επιχείρημα ότι «το γλωσσικό ένστικτο του ελληνικού λαού, του συνόλου δηλαδή των ζώντων ομιλητών της σύγχρονης ελληνικής γλώσσας, σε τελική ανάλυση, αποφασίζει πώς γράφεται μία λέξη». Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ δύο διαφορετικών θεμάτων που φαίνεται να συγχέονται από τον Κ.Π.: το ένα είναι η επιστημονική ετυμολογία μιας λέξης, ενώ το άλλο η ορθογραφική της απόδοση, που μπορεί πράγματι σε μερικές περιπτώσεις να μη ρυθμίζεται από την ετυμολογική προέλευσή της. Η αλήθεια είναι ότι στη γλωσσική κοινότητα υπάρχουν κάποιες ορθογραφικές τάσεις που οδηγούν σε γραφές ετυμολογικά αβάσιμες (βλ. τη λ. τραβώ), όμως το θέμα αυτό διαφέρει από την επιστημονική ετυμολόγηση μιας λέξης, που γίνεται ασφαλώς από τους ειδικούς επιστήμονες και κατά κανόνα καθορίζει τη γραφή της (βλ. τη λ. καλύτερος). Στην προκειμένη περίπτωση, εκείνο που πρωτίστως μας ενδιαφέρει είναι η ετυμολογία της λέξης. Και για το θέμα αυτό τον πρώτο λόγο δεν μπορεί παρά να τον έχουν οι αρμόδιοι γλωσσολόγοι. Αυτό δεν δηλώνει καμία περιφρόνηση για τον καθ’ όλα σεβαστό απλό ομιλητή μιας γλώσσας, αλλά είναι σύμφωνο με την κοινή λογική. Το συζητούμενο θέμα είναι η ετυμολογική προέλευση της ορθοπαιδικής. Εφόσον είναι δεδομένο ότι συνδέεται ετυμολογικά με το παιδίον, η λέξη θα μπορούσε να γραφεί από όλους με –ε-, μόνο αν συμφωνούσαμε να ακολουθήσουμε στη γραφή της το κριτήριο της χρήσης (αυτό που υπαγορεύει να γράφουμε αγόρι και όχι αγώρι, μολονότι ανάγεται στο αρχ. ἄωρος) ή το κριτήριο της παρετυμολογικής γραφής (αυτό που οδηγεί στη γρ. πολυθρόνα αντί πολιθρόνα, από παρετυμολογική σύνδεση με τα πολύς και θρόνος, ενώ η λέξη προέρχεται από το ιταλ. poltrona).

Επίσης, για επιστημονικά θέματα είναι σωστό να μην αρθρογραφεί κανείς χάριν εντυπώσεων, αλλά να επικαλείται συγκεκριμένα επιχειρήματα. Ο Κ.Π. αποφαίνεται δημαγωγικά ότι «την αλλαγή στη γραφή έστω και μιας λέξης την αποφασίζει όλος ο ελληνικός λαός». Και μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός δείχνει για αυτόν που τον διατυπώνει πόσο ανυποψίαστος είναι σχετικά με θέματα ορθογραφίας της Νέας Ελληνικής και ιστορίας της νεοελληνικής ορθογραφίας. Αν ίσχυε αυτό το «παλλαϊκό» κριτήριο, θα έπρεπε να νεκραναστήσουμε όλες τις εσφαλμένες γραφές που υπήρχαν παλαιότερα, όπως καλλίτερος, παληός, αλλά αναθεωρήθηκαν με βάση την επιστήμη της γλώσσας από ειδικούς γλωσσολόγους, επειδή οι τελευταίοι …αρθρογραφούσαν στα «κρυφά» και δεν εξασφάλισαν τη σύμφωνη γνώμη του συνόλου του ελληνικού λαού, όπως ορίζει το κριτήριο του Κ.Π.! Αν όμως ο Κώστας Πνευματικός ήταν γλωσσολόγος, θα είχε υπ’ όψιν του την ιστορική παράμετρο της ορθογραφικής ρύθμισης της Νέας Ελληνικής και δεν θα έλεγε τέτοιες ανακρίβειες…

Επιπροσθέτως, ο Κ.Π. αναφέρει ότι ένα και μοναδικό λεξικό, το ΛΝΕΓ2, γράφει την ορθοπαιδική με –αι-. Ωστόσο, και κανένα λεξικό να μην την έγραφε έτσι, αυτό δεν θα αποδείκνυε τη βασιμότητα της γραφής με –ε-. Η ετυμολογική ορθογράφηση μιας λέξης δεν είναι θέμα «ποσοτικό». Η ανακολουθία, όμως, του Κ.Π. φαίνεται από το εξής: ενώ αναγκάζεται να ισχυριστεί ότι δεν τον ενδιαφέρει το «ποσοτικό» αυτό κριτήριο, δηλ. πόσα λεξικά λημματογραφούν τη λέξη με –ε– και πόσα με –αι-, παραθέτει έναν κατάλογο από λεξικά και εγκυκλοπαίδειες που περιλαμβάνουν τη γραφή με –ε-. Αφού δεν αναγνωρίζει το προαναφερθέν «ποσοτικό» κριτήριο, προς τι αυτός ο κατάλογος; Η δική μας στάση, απεναντίας, δεν είναι καθόλου ανακόλουθη, όπως νομίζει ο Κ.Π., αφού το κρίσιμο στοιχείο για την ορθογράφηση του τύπου είναι η καταγεγραμμένη ομολογία του Andry ότι έπλασε τον όρο με βάση το παιδίον και όχι η λημματογράφηση του τ. ορθοπαιδική σε κάποιο λεξικό. Επιπλέον, μπορεί να μη μας ενδιαφέρει το «ποσοτικό» κριτήριο, μπορεί η επίκληση ενός λεξικού από μόνη της να μην έχει μεγάλη σημασία, θα πρέπει όμως να γίνει μια λεπτή διάκριση: δεν είναι δυνατόν να εξισώνεται η επίκληση ενός λεξικού που για διαφόρους λόγους καταγράφει ως λήμμα τον τ. ορθοπεδική, χωρίς περαιτέρω εξήγηση, με την επίκληση ενός άλλου λεξικού, το οποίο παραθέτει αναλυτικότατο σχόλιο για την ετυμολογική προέλευση του όρου. Το αναλυτικό και κατατοπιστικό αυτό σχόλιο του ΛΝΕΓ2, που μάλιστα τίθεται εκτός λήμματος, αποτελεί πράγματι μια πηγή πληροφόρησης με μεγαλύτερη αξία από ένα απλό λ. ορθοπεδική κάποιου άλλου λεξικού. Άρα, δεν παραπέμπουμε έτσι γενικά και αόριστα στο «ένα και μοναδικό λεξικό», όπως ανακριβώς γράφει ο Κ.Π., αλλά στο αναλυτικότατο σχόλιο αυτού του λεξικού.

Και τώρα κάτι πάρα πολύ σοβαρό: Στην υποσημείωση 19 της εργασίας του ο Κ.Π. συγκαταλέγει το λεξικό Σταματάκου της Αρχαίας σε αυτά που γράφουν την ορθοπαιδική με –ε-. Αναρωτιέται κανείς πώς είναι δυνατόν ένα λεξικό της Αρχαίας να περιλαμβάνει έναν νεότερο όρο του 1741, όπως είναι ο όρος ορθοπαιδική. Όποιος ανατρέξει στο λεξικό Σταματάκου της Αρχαίας θα διαπιστώσει φυσικά ότι δεν υπάρχει λ. ορθοπεδική! Ο Κ.Π. παραθέτει βιβλιογραφική αναφορά που δεν στηρίζει τον ισχυρισμό του για τη γραφή της λέξης με –ε-. Ο καθένας, βέβαια, μπορεί να αναλογιστεί τι θα σήμαινε να καταγραφόταν τ. ορθοπεδική σε λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής, όπως του Σταματάκου. Ο Κώστας Πνευματικός με αυτό το συνειδητό ψέμα του αφήνει να εννοηθεί ότι ο επίμαχος όρος είναι της Αρχαίας και πάντως προγενέστερος του 1741! Η αλήθεια, όμως, είναι ότι ο όρος αυτός δεν απαντά σε κείμενο της Ελληνικής πριν από το 1741!

Ο K.Π. γράφει για τη δημιουργία του όρου ορθοπαιδική από τον Andry τα εξής: «εδώ το ζητούμενο είναι το κατά πόσον η λέξη που δημιούργησε ήταν επιτυχής κι αυτό είναι σίγουρα ένα άλλο ζήτημα… Πώς είμαστε τόσο σίγουροι ότι επέλεξε τις κατάλληλες λέξεις για τον σχηματισμό και ότι η λέξη αυτή που παρήγαγε περιγράφει ορθά το ζητούμενο;». Αξίζει να επισημανθεί ότι δεν είναι καθόλου ζητούμενο το αν η συγκεκριμένη λέξη περιγράφει επιτυχώς το δηλούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η επίμαχη λέξη απλώς βασίζεται σε ελληνικά στοιχεία, αλλά δημιουργήθηκε στο εξωτερικό, στα πλαίσια μιας ξένης γλώσσας. Η ορθοπαιδική αποτελεί περίπτωση ελληνογενούς ξένου όρου ή διεθνισμού internationalism): ο σχετικός όρος δηλώνει γενικά μια λέξη που έχει σχηματιστεί από στοιχεία της Ελληνικής ή / και της Λατινικής (ή άλλων γλωσσών) και απαντά στο λεξιλόγιο αρκετών γλωσσών. Συνήθως, οι λέξεις της κατηγορίας αυτής, ακριβώς επειδή έχουν πλασθεί για τις ανάγκες άλλων γλωσσών, δεν συμμορφώνονται με τους μορφολογικούς και σημασιολογικούς κανόνες της Αρχαίας Ελληνικής, μολονότι μπορεί να βασίζονται σε αρχαιοελληνικά στοιχεία. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της λέξης μικρόβιον (< γαλλ. microbe), που θα έπρεπε να είναι βραχύβιον ή μικρόζωον, προκειμένου να προσαρμοστεί στο σύστημα της αρχαίας Ελληνικής (βλ. ΛΚΝ, λ. μικρόβιο). Περαιτέρω, ο Κ.Π., που θέτει τέτοια ερωτήματα, γνωρίζει άραγε ότι στην ιστορία της Ελληνικής παρατηρείται το φαινόμενο να αναβιώνουν τύποι σε νεότερους χρόνους και να χρησιμοποιούνται με σημασία διαφορετική από αυτήν που είχαν στην αρχαιότητα; Η λ. οικογένεια αποτελεί τέτοια περίπτωση: ενώ στους ελληνιστικούς χρόνους χρησιμοποιήθηκε με τη σημασία «ιδιότητα του οικογενούς, δηλ. του δούλου που έχει γεννηθεί σε συγκεκριμένο σπίτι και δεν έχει αγορασθεί» (βλ. ΛΚΝ και ΛΝΕΓ2, λ. οικογένεια), τον 19ο αι. επανεισάγεται στο λεξιλόγιο της ελληνικής γλώσσας με ολότελα διαφορετική σημασία, τη γνωστή σημερινή. Ο Κ.Π., που διατυπώνει λοιπόν τέτοια ερωτήματα, αναρωτήθηκε αν περιγράφει σωστά το δηλούμενο η οικογένεια, μια λέξη δηλ. που άλλαξε εντελώς σημασία; Όπως δεν υφίσταται θέμα για το μικρόβιο και την οικογένεια, ομοίως ανύπαρκτο είναι και το ζήτημα που γέννησε ο Κ.Π. για την επιτυχή ή μη δημιουργία του όρου ορθοπαιδική.

Εν συνεχεία ο Κ.Π. αναρωτιέται αν η επινόηση του όρου από τον Αndry έγινε για τις ανάγκες του βιβλίου του ή για τη δήλωση ενός επιστημονικού κλάδου. Αυτό είναι ψευδοδίλημμα, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς ανατρέχοντας στην προαναφερθείσα ιστοσελίδα με τα κείμενα των καθηγητών Ιατρικής. Ο Κώστας Πνευματικός τελικά ισχυρίζεται ότι αναφορά σε παιδιά γίνεται μόνο στον τίτλο του βιβλίου του Andry. O K.Π. θα αποδείκνυε τη βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού, αν είχε ανατρέξει στο ίδιο το βιβλίο και έβλεπε ότι δήθεν απουσιάζουν από αυτό οι αναφορές σε παιδιά. Αντ’ αυτού, περιορίστηκε στο να διαβάσει το άρθρο μιας εγκυκλοπαίδειας Ιατρικής για τον Andry και από εκεί έβγαλε παραπλανητικά το συμπέρασμα ότι μόνο για τον τίτλο του βιβλίου
δημιουργήθηκε η λ. ορθοπαιδικός (από το παιδί). Απάντηση: Και μόνο το γεγονός ότι στον τίτλο υπάρχει μια τέτοια λέξη αποδεικνύει ότι σε όλο το βιβλίο και όχι μόνο στον τίτλο υπάρχουν αναφορές στα παιδιά. Ποια είναι η αλήθεια, που σκόπιμα συσκοτίζει ο Κ.Π.; Ότι σε όλο το βιβλίο του Andry υπάρχουν συμβουλές σε τροφούς και παιδαγωγούς, αφού ο καθηγητής πίστευε ότι τα αίτια των σωματικών δυσπλασιών εντοπίζονται στην παιδική ηλικία. Άλλωστε, και η εικόνα ενός ραβδιού που χρησιμοποιείται για το ίσιωμα ενός αναπτυσσόμενου δενδρυλλίου (το διεθνές έμβλημα των ορθοπαιδικών εταιρειών) είναι προφανές ότι συμβολίζει τη διόρθωση δυσμορφιών στον άνθρωπο που αναπτύσσεται, δηλ. στο παιδί! Και έτσι, με όλα αυτά, καταρρίπτεται πανηγυρικά άλλος ένας ψευδέστατος ισχυρισμός του Κ.Π., ότι δήθεν δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά σε παιδιά, το παραμικρό υπονοούμενο για παιδιά (διατύπωση του Κ.Π.), πέρα από τον τίτλο του βιβλίου του Andry. Όλο το βιβλίο μιλάει για παιδιά, όχι μόνο ο τίτλος! Και γενικότερα ο κλάδος της ορθοπαιδικής αρχικά αφορούσε κυρίως σε παιδιά.

Ο Κ.Π. θέτει επίσης το ερώτημα αν ο Andry ήταν σε θέση να διακρίνει το ελλην. παῖς από το λατ. pes «πόδι», σε μια ατυχή προσπάθεια να συνδέσει τον όρο ορθοπαιδική με το pes και το πόδι. Δεν αξίζει να επιμείνει κανείς σε αυτό το σημείο.

Ακόμη, ο Κ.Π. εξακολουθεί να αναρωτιέται: «σήμερα οι ορθοπεδικοί θεραπεύουν αποκλειστικά και μόνο παιδιά; Εδώ και πόσα χρόνια (ή αιώνες;) θεραπεύουν ανθρώπους όλων των ηλικιών;» και διαπιστώνει «οι ορθοπεδικοί δεν γιατρεύουν μόνο παιδιά». Μα, πόσες φορές πρέπει να εξηγήσουμε ότι η σημερινή σημασία του όρου δεν είναι δεσμευτική για την ορθογράφησή του, η οποία μπορεί κάλλιστα να εξαρτηθεί από την πρωταρχική σημασία του, ακόμη κι αν αυτή ανάγεται στο μακρινό παρελθόν; Ύστερα και από αυτό, δεν μας κάνει εντύπωση η αδυναμία του Κ.Π. να δει στην πλευρά μας επιχειρήματα για την αναίρεση της γραφής με -ε-. Γράφει ο Κώστας Πνευματικός: «αν αποδεικνυόταν, με πραγματικά επιχειρήματα όμως, ότι η λέξη ορθοπεδικός ήταν λανθασμένη και έπρεπε να γράφεται με –αι-, τότε θα συμμετείχε και ο γράφων σε αυτήν την προσπάθεια, κι ας μετριόμασταν, όλοι κι όλοι, στα δάχτυλα του ενός χεριού». Σχόλιο: Αυτό που γράφτηκε για τη μη λειτουργία του «σημασιολογικού κριτηρίου» σε συγχρονικό επίπεδο δεν είναι πραγματικό επιχείρημα, γλωσσολογικό μάλιστα, που αποδεικνύει εσφαλμένη τη σύνδεση του νεότερου (του 18ου αι.) όρου ορθοπαιδική με το πεδώ, την πέδηση, το πόδι κ.ά.; Δεν είναι πραγματικό επιχείρημα το ότι η γραφή ενός όρου δεν ρυθμίζεται από τη συγχρονική του σημασία, πράγμα άγνωστο σε μερικούς μη γλωσσολόγους; Δεν είναι πραγματικό επιχείρημα ότι η παλαιότερη μαρτυρία του όρου είναι με –αι-, που απαντά στον ίδιον τον Andry; Αν όλα αυτά που έχουμε γράψει δεν συνιστούν πραγματικά και επιστημονικά επιχειρήματα που αντικρούουν τη γραφή με –ε-, τότε οι λέξεις έχουν χάσει τις σημασίες τους. Ύστερα, ποιες είναι οι «ιστορικές-φιλολογικές προσεγγίσεις» που κατά τον Κ.Π. ενισχύουν τη γρ. ορθοπεδική; Το γεγονός ότι ένας φοιτητής του ιστορικού τμήματος ή ένας φιλόλογος προβάλλουν αβάσιμους ισχυρισμούς για τη γραφή μιας λέξης δεν καθιστά αυτομάτως «ιστορική» ή «φιλολογική» την προσέγγιση ενός θέματος ετυμολογίας από την πλευρά τους. Και ποια είναι επιτέλους τα …«γλωσσικά τεκμήρια που παραθέτουν φιλόλογοι και γλωσσολόγοι» για τη γρ. ορθοπεδική; Δεν υπάρχει ούτε ένα τέτοιο τεκμήριο και, επίσης, δεν υπάρχει ούτε ένας γλωσσολόγος που να υποστηρίζει τη γραφή με –ε– ως ετυμολογικά δικαιολογημένη.

Ο Κώστας Πνευματικός θίγει και το θέμα της μεταγραφής της λέξης σε ευρωπαϊκές γλώσσες, διαστρεβλώνοντας όμως την αλήθεια. Αφού διευκρινιστεί ότι η απόδοση της ορθοπαιδικής σε ξένες γλώσσες δεν είναι το κυρίαρχο στοιχείο για τη γραφή της με –αι-, ας σημειωθεί ότι κανείς ποτέ δεν είπε ότι «το γαλλικό –é– αντιστοιχεί πάντοτε στο ελληνικό –αι– » και ότι «στη Γαλλική, accent aigu παίρνουν μόνο τα –e– που δηλώνουν –ae-». Κανείς ποτέ δεν είπε ότι δεν υπάρχει στην Αγγλική η γρ. pedagogue. Η απόδοση της ελληνικής λέξης σε ξένες γλώσσες είναι απλώς ένα επιπρόσθετο στοιχείο. Η αγγλική γρ. orthopaedics δεν είναι φυσικά η μοναδική, αλλά κάτι δηλώνει. Και στο οικείο λ. του ΛΝΕΓ2 επισημαίνεται ότι «στην Αγγλική ο όρος orthopaedics (από το orthopédie) τείνει να επικρατήσει», άρα η γραφή με -ae- δεν είναι η μοναδική. Yπάρχουν και αντίστοιχες γραφές με –e– σε ευρωπαϊκές γλώσσες. Kαι στα αμερικανικά Αγγλικά συνηθίζεται η γραφή με –e-. Ο καθηγητής Πουρνάρας γράφει εύστοχα όμως: «και αν ακόμη στη Γαλλική ή άλλες γλώσσες η λέξη γράφεται με –e-, κανείς και ουδέποτε αμφισβήτησε την προέλευσή της από τις δύο ελληνικές ορθός και παιδίον». Ο Κώστας Πνευματικός ασκεί δημαγωγία, διαστρεβλώνει τα γραφόμενα των άλλων χάριν εντυπώσεων, αλλά παραβιάζει ανοικτές θύρες. Ακολουθούν όμως πιο συγκεκριμένα παραδείγματα της τακτικής που εφαρμόζει:

Ο Κώστας Πνευματικός υποστηρίζει για τον υποφαινόμενο ότι αφενός έγραψε πως «κανείς ποτέ δεν είπε ότι το –é– της Γαλλικής αντιστοιχεί στο –αι– της αρχαίας Ελληνικής» και αφετέρου «προσπάθησε στη συνέχεια να το αναιρέσει». Σχόλιο: Ο Κ.Π. διαστρεβλώνει την αλήθεια. Ιδού τι είχε γραφτεί από τον υποφαινόμενο: κανείς ποτέ δεν είπε ότι «το γαλλικό –é– αντιστοιχεί πάντοτε στο ελληνικό -αι-». Ο Κ.Π. δηλ. παρέθεσε το χωρίο παραλείποντας την κρίσιμη λέξη πάντοτε! Δυστυχώς, όμως, για τον Κ.Π., scripta manent. Και τα γραπτά που μένουν αποδεικνύουν ότι και σε αυτήν την περίπτωση παραποίησε το περιεχόμενο του σχολιαζόμενου κειμένου παραλείποντας μια λέξη που αλλάζει τη σημασία, τη λ. πάντοτε.

Ακόμη, γράφει ο Κ.Π. στο κείμενό του: «τη λέξη αυτή [ενν. othopaedics] χρησιμοποιεί παραπλανητικά ο κ. Β.Α., αφήνοντας να εννοηθεί από τους Έλληνες που δεν έχουν τον χρόνο, τη δυνατότητα ή τη διάθεση να ψάξουν τα διάφορα ξενόγλωσσα λεξικά, ότι όλα τα ξενόγλωσσα λεξικά έχουν τη γραφή με –ae-». Σχόλιο: Ο Κώστας Πνευματικός διαστρεβλώνει για άλλη μια φορά την αλήθεια. Ιδού τι είχε γραφτεί από τον υποφαινόμενο: «ο συντάκτης της εφημ. Η γλώσσα μας σημειώνει ακόμη ότι σε δύο γαλλικά λεξικά ο όρος γράφεται με –e-. To ακριβές είναι ότι γράφεται με –é– (με accent aigu), το οποίο αντιστοιχεί στο ελληνικό –αι– (πβ. το γαλλ. pédiatrie «παιδιατρική»· πβ. επίσης και την αγγλική γραφή orthopaedics, που θα έπρεπε να λέει πολλά σε όσους ανατρέχουν σε ξενόγλωσσα λεξικά, για να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα σχετικά με την ετυμολογική προέλευση του όρου ορθοπαιδική)». Από αυτό το χωρίο δεν προκύπτει σε καμιά περίπτωση το συμπέρασμα ότι κατά τον υποφαινόμενο όλα τα ξενόγλωσσα λεξικά έχουν τη γραφή με -ae-. Απλώς, κάναμε παραπομπή σε μια γραφή, αυτήν με -ae-, που αποσιωπήθηκε σε άρθρο μιας πειραϊκής εφημερίδας. Και γράψαμε «παράβαλε και την αγγλική γραφή orthopaedics». Κανείς δεν είπε ότι η γραφή με –ae– απαντά σε όλα τα ξενόγλωσσα λεξικά. Η λ. όλα αποτελεί παραπλανητική προσθήκη του Κώστα Πνευματικού, που και αυτή παραποιεί το περιεχόμενο του σχολιαζόμενου κειμένου.

Πάντως, αξιοσημείωτη είναι και η απόδοση της ορθοπαιδικής στη Γερμανική ως Οrthopädie. Ο συγκεκριμένος τύπος παριστάνεται με το –ä-, τη σύγχρονη μορφή της διφθόγγου –ae– που υπήρχε παλιότερα στη γερμανική ορθογραφία. Tην ετυμολογική αυτή ορθογραφία, όπως και την επιστημονική ετυμολογία της λέξης, καταγράφουν τα έγκυρα λεξικά της γερμανικής γλώσσας. Γράφει ο Χρυσόστομος Παπασπύρου, διδάκτωρ φιλοσοφίας της σχολής γλωσσικών επιστημών του Πανεπιστημίου Αμβούργου:

«εκείνο που κατά τη γνώμη μου έχει προκαλέσει σύγχυση με αποτέλεσμα την ενίσχυση της παραδοχής ότι αυτοί οι όροι [logopedics και orthopedics] έχουν σχέση με το πόδι και όχι με το παιδί, πράγμα που οδήγησε στην εσφαλμένη ορθογραφία, είναι η απλοποίηση του γραφηματικού συμπλέγματος –ae– (διά του οποίου απεδίδετο αρχικά το –αι– της Ελληνικής στην αγγλική γλώσσα) σε απλό –e– (πρβλ. aequilibration > equilibration, haematology > hematology, laevorotatory > levorotatory, κ.τ.λ.). Στη γερμανική γλώσσα, αντίθετα, η ορθογραφία έχει διατηρηθεί με το –ä-, διά του οποίου απεδόθη αρχικά –ορθότατα– το –αι-της ελληνικής (Logopädie, Orthopädie), οπότε, αν γινόταν η διατύπωση του αντιδανείου απευθείας από τη Γερμανική, δεν θα είχε προκύψει σύγχυση».

Ισχυρίζεται ο Κώστας Πνευματικός ότι:

«το «ä» (a umlaut), όπως και τα υπόλοιπα φωνήεντα της γερμανικής που παίρνουν umlaut (ö,ü), συναποτελούν το φαινόμενο της Γερμανικής που ονομάζεται Μεταφωνία ή Φωνηεντική Αλλοίωση και χρησιμοποιείται, για να δηλώσει χίλια δυο πράγματα και δεν αποτελεί την αντίστοιχη της αρχαιοελληνικής “αι” (ή της λατινικής “ae”) δίφθογγο».

Και ο Παρασκευάς Σταυρόπουλος απαντά εύστοχα:

«Πράγματι, το ä χρησιμοποιείται ποικιλοτρόπως, ωστόσο η Γερμανική σε λέξεις που έχει δανειστεί από την Ελληνική αποδίδει πάντα τον δίφθογγο -αι- ως ä. Απόδειξη είναι οι παρακάτω λέξεις: Pädagogik (< Παιδαγωγική), Enzyklopädie (< Εγκυκλοπαίδεια), Logopädie (< λογοπαιδεία). Προσπαθώντας να θολώσει τα νερά [ενν. ο Κώστας Πνευματικός] αναφέρει διάφορες δάνειες λέξεις της Γερμανικής όπου το ä προέρχεται από το a, π.χ.: Käse (< caseus), Sekretär (< secretarius) κ.λπ. και διατείνεται πως «το “ä” δεν μπορεί να μας πει πολλά πράγματα για την ετυμολογία της λέξης στην οποία εμπεριέχεται.» Αυτή η διαπίστωση στην οποία προβαίνει είναι πολύ βολική για την ορθογραφική του θεωρία, αλλά με βάση τα παραδείγματα που φέραμε εδώ (όπου το ελλ. αι αποδίδεται ως ä), αλλά και με βάση τα παραδείγματα που προτείνει ο ίδιος στο άρθρο του (όπου το λατ. a αποδίδεται επίσης ως ä), πουθενά δεν αποδεικνύεται πως το ε [e] ελληνικών και άλλων δάνειων λέξεων της Γερμανικής αντιστοιχεί στο ä, επομένως η ορθογραφία ορθοπεδική αποδεικνύεται εσφαλμένη (γερμ. Orthopädie).

»Μολονότι ο ίδιος υπονομεύει την επιχειρηματολογία του, σπεύδει να ειρωνευτεί διερωτώμενος σχετικά με τη λέξη Känguruh (= καγκουρό) εάν “στην Αυστραλιανή ιθαγενή γλώσσα Guugu Yimidhir […] υπάρχει η αρχαιοελληνική δίφθογγος αι”; Η ρητορική ερώτηση και το φαιδρό ύφος δεν χρειάζονται απάντηση. Ο κ. Πνευματικός προφανώς δεν μπορεί να καταλάβει ότι το ελληνικό αι έχει αποδοθεί ως ä, αλλά αυτό επ’ ουδενί συνεπάγεται πως κάθε εμφάνιση του ä στη Γερμανική προέρχεται από την ελληνική δίφθογγο αι».

Επίσης, ο Κ.Π. φαντάζεται τους φιλολόγους «να αποφασίζουν ότι πρέπει να λέγονται φυλόλογοι (sic), επειδή κάποιος Αλεξανδρινός γραμματικός συνέγραψε μια πραγματεία με τον τίτλο Περί Φύλου Λόγος». Ο καθένας αντιλαμβάνεται πόσο άστοχος και παιδαριώδης είναι αυτός ο παραλληλισμός, που δεν αξίζει καν άλλης αντικρούσεως.

Ακόμη, η υπόθεση του Κ.Π. ότι την εποχή που έπλασε ο Andry τη λέξη υπήρχαν δύο «ελευθέρως εναλλασσόμενοι τύποι», ορθοπαιδική και ορθοπεδική, δύο παράλληλες γραφές που εμφανίζονταν ανάλογα με την ερμηνεία της λέξης, είναι εντελώς αυθαίρετη και δεν προκύπτει από πουθενά. Ο Παρασκευάς Σταυρόπουλος σε άρθρο με τον εύγλωττο τίτλο «Λογικές ακροβασίες» σχολιάζει ακριβώς αυτή την υπόθεση του Κώστα Πνευματικού:

«Ο κ. Πνευματικός αναρωτιέται: «Πώς είμαστε τόσο σίγουροι ότι δεν υπήρχαν, την εποχή εκείνη, που ο Andry επινόησε την εν λόγω λέξη, δύο “ελευθέρως εναλλασσόμενοι τύποι” με δυνατότητα διπλής γραφής, […] είτε “ορθοπεδική”, είτε “ορθοπαιδική”;» Η αλήθεια είναι πως για τίποτα δεν μπορούμε να είμαστε απολύτως σίγουροι. Η αμφιβολία είναι βάση της επιστημονικής έρευνας, ωστόσο κινούμαστε με βάση τις αποδείξεις που υπάρχουν. Η γραφή ορθοπαιδική μαρτυρείται από το 1741. Η γραφή ορθοπεδική παραμένει αμάρτυρη σε αυτό το βάθος χρόνου. Το να μετατρέπουμε την άγνοια για την ύπαρξη μιας λέξης σε βεβαιότητα θα μπορούσε να μας οδηγήσει σε παραλογισμό, αφού με την ίδια λογική δεν μπορούμε να αποδείξουμε ότι δεν υπήρχε και γραφή *ωρθωπαιδική! Εξάλλου δεν είμαστε εμείς αυτοί που υποστηρίζουμε τη γραφή ορθοπεδική, επομένως δεν είμαστε αναγκασμένοι να αποδείξουμε ότι δεν υπήρχε! Το βάρος της απόδειξης το φέρει ο ίδιος ο κ. Πνευματικός, όσο κι αν προσπαθεί να απαλλαγεί από αυτό με τεχνάσματα».

Στο τέλος του άρθρου του, ο Κ.Π. ισχυρίζεται δογματικά ότι η ορθοπαιδική θα πρέπει να γράφεται με –ε-, γιατί ετυμολογείται από το αρχ. πεδῶ «περιδένω». Φυσικά, μόνο αυτό δεν απέδειξε στο εκτενές κείμενό του. Για να αποδείξει ένας αρθρογράφος ότι η επίμαχη λέξη είναι σωστό να γράφεται με –ε-, θα πρέπει να αναιρέσει με συγκεκριμένα, σοβαρά, επιστημονικά επιχειρήματα ένα προς ένα τα στοιχεία που τεκμηριώνουν την ετυμολογική σύνδεση του ορθοπαιδική με το παιδίον και τη διάκρισή του από το πεδῶ «περιδένω» ή άλλους τύπους με –ε-. Μερικά από τα προαναφερθέντα στο κεφάλαιο αυτό αποτελούν ήδη απάντηση στον Κ.Π., ο οποίος δεν τα λαμβάνει υπ’ όψιν. Για παράδειγμα, ανατρέχει σε λεξικά και επικαλείται τη σημερινή σημασία της ορθοπαιδικής, ενώ έχουμε εξηγήσει επανειλημμένως ότι τη γραφή του όρου ρυθμίζει η αρχική του σημασία. Eπίσης, ασχολείται με την ετυμολογία του αρχ. πεδῶ, χωρίς όμως να τεκμηριώνει την παραμικρή σχέση του με τον νεότερο όρο ορθοπαιδική. Και η εμφάνιση του ὀρθοποδῶ ή παρεμφερών τύπων στον Σοφοκλή ή την Καινή Διαθήκη επίσης δεν αποδεικνύει απολύτως τίποτε για την ετυμολογική σύνδεση της ορθοπαιδικής με το πεδῶ, εφόσον δεν μαρτυρείται τ. ορθοπεδική πριν από το 1741. Το κείμενο του Κ.Π., στο οποίο υποστηρίζεται η γραφή με –ε-, δεν έχει επιστημονικό χαρακτήρα. Δεν διαθέτει αποδεικτική δύναμη. Το μόνο που αποδεικνύει περίτρανα είναι το φαινόμενο του γλωσσικού ερασιτεχνισμού, η καταγγελία του οποίου ήταν ο σκοπός αυτού του βιβλίου. Ο Κ.Π. για δικούς του λόγους ενοχλήθηκε από την πρωτοβουλία ορισμένων γλωσσολόγων να δώσουν επιτέλους απαντήσεις για θέματα γλώσσας σε υποστηρικτές συγκεκριμένης ιδεολογίας και νόμισε ότι τα γραφόμενα για την ορθοπαιδική ήταν η «αχίλλειος πτέρνα».

Στα πλαίσια της αφελούς προσπάθειάς του να αναιρέσει τη γρ. ορθοπαιδική, ο Κώστας Πνευματικός φτάνει στο σημείο να παραθέσει κριτικά σχόλια για τον Γάλλο Νicolas Andry (1658-1742) και να τον συγκρίνει με έναν άλλον επιστήμονα, τον Ελβετό Jean-André Venel (1740-1791). Ο Κ.Π. παρατηρεί ότι σε μια εγκυκλοπαίδεια Ιατρικής, από όπου απουσιάζει τοόνομα του Andry, αναφέρεται ο Venel ως ο επιστήμονας χάρη στον οποίον άρχισε να εμφανίζεται στο προσκήνιο ο σχετικός κλάδος της Ιατρικής! Διαπιστώνει επίσης ότι και άλλες εγκυκλοπαίδειες του χώρου δεν αναφέρουν τον Andry. Ομολογεί, όμως, ότι σε μία εγκυκλοπαίδεια εντοπίζεται το όνομα Andry. Βεβαίως, η απουσία του Andry από το λημματολόγιο μιας, δύο ή δέκα εγκυκλοπαιδειών δεν αποδεικνύει απολύτως τίποτα! Πάλι επιστρατεύονται από τον Κώστα Πνευματικό περίεργα «ποσοτικά» κριτήρια για λόγους εντυπώσεων. Τελικά, ο Κ.Π. παραδέχεται ότι σε μια Ιστορία της Ιατρικής πράγματι λημματογραφείται ο Andry. Άρα, λοιπόν, υπάρχει Andry! Αλλά, τότε, γιατί γράφτηκαν όλα τα προηγούμενα; Επίσης, η συμβολή του Andry στην επιστήμη σε σύγκριση με του Venel τι σχέση έχει με το συζητούμενο θέμα και με ποιον τρόπο αναιρεί ότι ο Andry έπλασε τον επίμαχο όρο; Η εμμονή μερικών στην εσφαλμένη γρ. ορθοπεδική αντί της ορθής ορθοπαιδική, και μάλιστα ενώ έχει προηγηθεί εκτενής συζήτηση και έχουν ξεκαθαριστεί τα πράγματα, αποδεικνύει τη δύναμη της ορθογραφικής συνήθειας, αλλά και τον ισχυρό ρόλο του ιδεολογικού παράγοντα στην πραγμάτευση γλωσσικών θεμάτων. Ο φανατικός ιδεολόγος θα επιστρατεύσει τα πιο απίθανα επιχειρήματα, για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Ο ίδιος ο Andry ομολογεί ρητά ότι έπλασε τη λ. ορθοπαιδική με βάση τα ορθός και παιδίον και ο συνομιλητής μας φτάνει στο σημείο να επικαλεσθεί το εξής επιχείρημα: ότι από μερικές εγκυκλοπαίδειες Ιατρικής απουσιάζει το όνoμα Andry! Και αυτό τι αποδεικνύει άραγε; Ότι δεν υπήρξε ο Andry; Ο K.Π. κλείνει τα μάτια σε μια ρητή μαρτυρία. Και αντιτάσσει φλύαρα κείμενα με σαθρά επιχειρήματα.

Μια απλή περιδιάβαση σε ξενόγλωσσες ιστοσελίδες οδηγεί στα εξής συμπεράσματα:

α) ο όρος ορθοπαιδική δημιουργήθηκε από τον καθηγητή Αndry με βάση τη λέξη παιδίον. Δεν υπάρχει ούτε μία ξενόγλωσση πηγή στο διαδίκτυο που να περιλαμβάνει την ετυμολογική σύνδεση του όρου ορθοπαιδική με τα πεδώπέδηση, πουςποδός κ.λπ.

β) η ορθοπαιδική στην αρχική της φάση αφορούσε πράγματι μόνο σε παιδιά, ενώ σήμερα αφορά σε ανθρώπους κάθε ηλικίας. Ο σχετικός όρος δηλ. έχει πλέον επεκταθεί σημασιολογικά.

γ) ακόμη και αν στην Αγγλική η γρ. orthopaedics δεν είναι η μοναδική, είναι η ετυμολογικά σωστή. Η αντίστοιχη γρ. orthopedics θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς παρετυμολογική με βάση το λατινικό pespedis «πους-ποδός».

δ) Όποια κι αν ήταν η συμβολή του Andry στην ορθοπαιδική επιστήμη, όποια κι αν ήταν η επιστημονική του οντότητα και αξία, ένα είναι γεγονός: ότι ο συγκεκριμένος καθηγητής δημιούργησε τον σχετικό όρο. Ακόμη κι αν θεωρηθεί πατέρας της ορθοπαιδικής επιστήμης ο Venel, δημιουργός του όρου είναι ούτως ή άλλως ο Andry! Ακόμη κι αν έχει αμφισβητηθεί ο επιστημονικός χαρακτήρας του έργου τού Andry, κανείς δεν έχει αρνηθεί ότι ο συγκεκριμένος καθηγητής χρησιμοποίησε πρώτος τον όρο ορθοπαιδική.

 

Advertisements