1) ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Αν ανατρέξουμε στο λήμμα dictionary αγγλικών και αμερικανικών λεξικών μέσω της μηχανής αναζήτησης λεξικών Onelook, θα σχηματίσουμε μια γενική εικόνα για δύο θέματα, ποιες πληροφορίες μπορεί να αντλήσει κανείς από ένα λεξικό και ποια είδη λεξικών υπάρχουν. Το dictionary σε διάφορα λεξικά ορίζεται ως έργο που έχει εκδοθεί σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, περιλαμβάνει λέξεις καταγεγραμμένες συνήθως σε αλφαβητική σειρά και παρέχει γι’ αυτές διάφορες πληροφορίες, π.χ. για τη σημασία τους, τη γραμματική ταυτότητά τους, τη συντακτική συμπεριφορά τους, την προφορά τους κ.ά. Παράδειγμα λεξικού τέτοιου είδους αποτελεί ένα λεξικό της νέας ελληνικής ή της αγγλικής γλώσσας. Παρόμοιο έργο, κι αυτό σε έντυπη ή ηλεκτρονική έκδοση, είναι ένα λεξικό που περιέχει κατάλογο λέξεων μιας γλώσσας και μεταφράσεις των λέξεων αυτών σε άλλη γλώσσα. Τέτοιο λεξικό, δίγλωσσο, είναι ένα αγγλοελληνικό λεξικό. Ένα ακόμη είδος λεξικού αντιπροσωπεύει το έντυπο ή ηλεκτρονικό έργο που αφορά ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, όπως κάποια επιστήμη, τέχνη ή δραστηριότητα, περιλαμβάνοντας όρους και παρέχοντας πληροφορίες για τη σημασία τους. Παραδείγματα: ένα λεξικό ιατρικών όρων ή ένα λεξικό νομικών όρων.

2) ΤΙ ΕΙΔΟΥΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΑΝΤΛΟΥΜΕ ΑΠΟ ΛΕΞΙΚΑ

Χρησιμοποιούμε ένα μονόγλωσσο λεξικό, για να μάθουμε ή να βεβαιωθούμε τι σημαίνει μια λέξη που συναντήσαμε σε ένα κείμενο ή ακούσαμε κάπου. Στην αγγλική βιβλιογραφία μάλιστα αναφέρονται έρευνες σύμφωνα με τις οποίες οι χρήστες τέτοιων λεξικών ανατρέχουν σε αυτά κυρίως για να αναζητήσουν μια σημασία, αλλά και για να ελέγξουν την ορθογραφία – σε παρόμοια συμπεράσματα κατέληξαν ερευνητές για τη χρήση λεξικών από Έλληνες.

Ας δούμε τρεις περιπτώσεις όπου μπορεί κανείς να συμβουλευθεί λεξικό για να αναζητήσει μία ή περισσότερες σημασίες:

(α) Πριν από χρόνια, σχολιάστηκε πρώτα στη διαδικτυακή λίστα Glosinform και, μετά, στο πολύ αξιόλογο και ενδιαφέρον φόρουμ των μεταφραστών Λεξιλογία η αποκλίνουσα χρήση της λέξης ανέχεια σε ένα τραγούδι. Συγκεκριμένα, στο Δεν αντέχω (301 και σήμερα) των Goin’ Through (2008) ακούμε τα εξής:

«Στρατιώτης σημαίνει να ’σαι πάντοτε βράχος
και περήφανος κυρίως άμα είσαι και βλάχος,
να αντέχεις, να κάνεις θυσίες συνέχεια
και να ’σαι οπλισμένος με μεγάλη ανέχεια».

Εδώ έχει γίνει σύγχυση μεταξύ των λέξεων ανέχεια (= φτώχεια) και ανοχή (= ανεκτικότητα) και χρησιμοποιείται η ανέχεια με τη σημασία της ανοχής ή ανεκτικότητας. Ένας συνομιλητής χαρακτήρισε δημιουργική την αποκλίνουσα αυτή χρήση της λέξης ανέχεια και έτσι τη δικαιολόγησε. Δεν ξέρουμε πόσο πειστική είναι μια τέτοια άποψη. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν ο στιχουργός είχε συνειδητοποιήσει αυτό το λάθος, προτού κυκλοφορήσει ο δίσκος που περιλαμβάνει το τραγούδι. Πάντως, ακόμα και αν πρόκειται για δημιουργική χρήση της γλώσσας στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, καλό είναι να έχουμε υπόψη τη διάκριση μεταξύ των λέξεων ανέχεια και ανοχή. Ειδικά μάλιστα στο μάθημα της νεοελληνικής γλώσσας, τέτοια θέματα πρέπει να συζητούνται και να ξεκαθαρίζονται.

Εκείνο που μας ενδιαφέρει κυρίως στο παρόν κείμενο είναι ότι μπορούμε να δούμε τι σημαίνει μια λέξη ανατρέχοντας σε λεξικό. Διαβάζοντας τους ορισμούς στα αντίστοιχα λήμματα βλέπουμε ότι ανέχεια σημαίνει φτώχεια, στέρηση, ένδεια, ενώ η λέξη ανοχή δηλώνει την ιδιότητα του ανεκτικού, την ανεκτικότητα.

Ας σημειωθεί μάλιστα ότι σε ένα νεοελληνικό λεξικό ο ορισμός της σημασίας της λέξης ανέχεια μπορεί είτε να βασιστεί εξ ολοκλήρου στα συνώνυμα φτώχεια, στέρηση, ένδεια είτε απλώς να συμπληρωθεί από αυτά. Σε ένα λήμμα τα συνώνυμα και τα αντώνυμα μπορούν να δίνονται και σε χωριστό πεδίο, καλό είναι όμως να μην υπάρχουν περιττές επαναλήψεις. Αν δηλαδή ένα συνώνυμο έχει παρατεθεί εντός του ορισμού, δεν υπάρχει λόγος να επαναληφθεί στο πεδίο των συνωνύμων.

(β) Στο πλαίσιο της προηγούμενης ομιλίας, για την ορθογραφία, παραθέσαμε μια υποσημείωση από κείμενο του Τριανταφυλλίδη (1965: 327), την οποία επαναλαμβάνουμε εδώ:

«“Εστία” 11 Δεκ. 1918: “Το αυγό” – Πυκνός όμιλος περιέργων είχε σχηματισθή χθες το απόγευμα γύρω από κάποιο σημείον του πεζοδρομίου της οδού Βουκουρεστίου… Έξαφνα, μέσα εις την θερμήν αυτήν ατμοσφαίραν της συμπαθείας, δύο σχολαστικοί έστησαν κρύον και τρομερόν καυγάν:

— Πώς το γράφετε εσείς το “αυγό”; Με βήτα ή με δίφθογγον;
— Με βήτα, βεβαίως. “Αβγό”! Μήπως το “αβγό” παράγεται από το “αυγή”, για να γράφεται “αυγό”;
— Είσθε μαλλιαρός, κύριε.
— Είμαι λογικός άνθρωπος… Είναι βαγαποντιές… Αν θέλετε να αττικίσετε και αν σας βαστάη, να γράφετε “ωόν”…

»Και εσήκωσαν κατ’ αλλήλων τις μαγκούρες…».

Μπορεί κάποιος να απορήσει τι σημαίνει στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα η λέξη μαλλιαρός. Επίσης, σε κάποιον μπορεί να γεννηθεί η απορία ποια η σημασία του αττικίζω. Το λεξικό μάς πληροφορεί ότι μαλλιαρούς χαρακτήριζαν μειωτικά ή ειρωνικά κάποτε οι καθαρευουσιάνοι τους (ακραίους) δημοτικιστές, ενώ αττικίζει αυτός που μιμείται το ύφος και τη γλώσσα των αττικών συγγραφέων της κλασικής αρχαιότητας.

(γ) Υπάρχουν ορισμοί σημασιών που πρέπει να διαβάσουμε προσεκτικά, γιατί αλλιώς μπορεί να χρησιμοποιήσουμε την αντίστοιχη λέξη με λάθος τρόπο. Για παράδειγμα, κλινήρης λέγεται αυτός που αναγκαστικά μένει ξαπλωμένος στο κρεβάτι λόγω αρρώστιας, ο άρρωστος που βρίσκεται στο κρεβάτι, και όχι λ.χ. κάποιος που ξύπνησε αλλά δεν έχει σηκωθεί από το κρεβάτι.

Το λεξικό μπορεί να βοηθήσει τον αναγνώστη του και στον έλεγχο της ορθογραφίας. Ανατρέχοντας σε λεξικό της νέας ελληνικής, μπορούμε να δούμε πώς γράφεται λ.χ. η λέξη εισιτήριο. Γράφεται ως εξής: <εισιτήριο> (και όχι *<εισητήριο>). Η λέξη βασίζεται ετυμολογικά στο αρχαίο είμι (= έρχομαι). Η γραφή *<εισητήριο> μπορεί να οφείλεται στα διαδοχικά [i]. Συνήθως τα αλλεπάλληλα [i] και γενικά συνεχόμενοι όμοιοι φθόγγοι προκαλούν δυσκολίες ή και οδηγούν σε λάθη, γι’ αυτό μερικοί γράφουν λ.χ. *<μύνημα> αντί <μήνυμα> και *<μηρμύγκι> αντί <μυρμήγκι>. Επίσης, μάλλον παίζει ρόλο στο συγκεκριμένο ορθογραφικό λάθος (*<εισητήριο>) το <η> που υπάρχει κανονικά στην κατάληξη -τήριο. (Βλέπε και την περίπτωση της λέξης συλλυπητήρια, όπου μπορεί να γίνουν διάφορα λάθη, όχι μόνο λόγω του διπλού <λ>, αλλά κυρίως λόγω των διαδοχικών [i], όπως και στο <συζητήσιμη>.) Σε νεοελληνικό λεξικό επίσης θα δούμε και ότι τα <πρωί> και <πρωινός> δεν χρειάζονται διαλυτικά, αφού το <ω> και το <ι> διαβάζονται πάντα ως δύο φθόγγοι και ποτέ ως ένας. Ας προστεθεί ότι το λεξικό πληροφορεί για την ορθογραφία όχι μόνο λέξεων, αλλά και φράσεων, όπως λ.χ. εν πάση περιπτώσει. Το *<πάσει> αντί <πάση> στο *<εν πάσει περιπτώσει> εξηγείται από το γεγονός ότι μερικοί συγχέουν το πάση με το σωστά γραμμένο περιπτώσει, που ακολουθεί, ίσως και με άλλες δοτικές παλαιών τριτοκλίτων, όπως το περιλήψει στο (εν) περιλήψει κτλ.

Ανατρέχοντας σε λεξικό μπορεί κανείς να ελέγξει και την ορθογραφία που ρυθμίζεται από τον τρόπο παραγωγής μιας λέξης. Παράδειγμα αποτελούν τα λεγόμενα παρασύνθετα, δηλαδή τα ουσιαστικά που έχουν παραχθεί από σύνθετες λέξεις. Μερικά τέτοια ονόματα με κατάληξη -ία: ανανδρία < άνανδρος, προεδρία < πρόεδρος, ιπποδρομία < ιππόδρομος, αεροπορία < αεροπόρος. Ως προς την ορθογραφία τους, θα πρέπει να διευκρινιστούν τα εξής: Ενώ τα ονόματα που παράγονται από ρήματα σε -εύω / -εύομαι, όπως λατρεία (< λατρεύω), μνηστεία (< μνηστεύω), πορεία (< πορεύομαι), θρησκεία (< θρησκεύομαι), γράφονται με -εία, τα παρασύνθετα ειδωλολατρία, αμνηστία, αεροπορία, ανεξιθρησκία γράφονται με -ία, γιατί έχουν προέλθει από τα σύνθετα ειδωλολάτρης, άμνηστος, αεροπόρος, ανεξίθρησκος αντίστοιχα. Από έρευνα σε νεοελληνικά λεξικά προκύπτει ότι οι λεξικογράφοι υιοθετούν τις ετυμολογικές γραφές των παραπάνω λέξεων. Για το συζητούμενο θέμα, πολύ κατατοπιστικά είναι τα πλαισιωμένα σχόλια που παραθέτει το ερμηνευτικό Λεξικό Μπαμπινιώτη (2012) μετά από διάφορα λήμματα, όπως λ.χ. το ανανδρία. Χωρίς τέτοια σχόλια, θα ήταν αδύνατον για τον αναγνώστη που δεν είναι ειδικός ή ενημερωμένος να λύσει τις απορίες του.

Πληροφορίες για την ορθογραφία μπορεί να αντλήσει κανείς όχι μόνο από τις λέξεις-κεφαλές, αλλά και από τύπους καταγεγραμμένους στο πεδίο των γραμματικών πληροφοριών, για τις οποίες θα μιλήσουμε στη συνέχεια. Έτσι, βλέπει κανείς στο λήμμα συμβαίνει ότι ο αόριστος συνέβη γράφεται με <η> και στο λήμμα οξύς ότι η γενική ενικού στο αρσενικό και το ουδέτερο γένος είναι οξέος, με κατάληξη -έος.

Μία ακόμη πληροφορία που παρέχει ένα λεξικό αφορά τον συλλαβισμό της λέξης-κεφαλής. Ο λεξικογράφος συνήθως δίνει την πληροφορία αυτή χωρίζοντας τις συλλαβές με παύλες ή τελείες. Σε πρόσφατη έκδοσή του όμως ένα ελληνικό παιδαγωγικό λεξικό χρησιμοποιεί για τον ίδιο σκοπό κάθετες γραμμές. Θα πρέπει πάντως να διευκρινιστεί ότι τα πιο γνωστά λεξικά της νέας ελληνικής δεν δηλώνουν στοιχεία συλλαβισμού. Ας δούμε πώς θα γράφονταν οι λέξεις αυλόπορτα, καυστικός, εσπευσμένος και φιλεύσπλαχνος σε ένα λεξικό που θα έδινε πληροφορίες για τον συλλαβισμό με χρήση τελειών: αυ·λό·πορ·τα, καυ·στι·κός, ε·σπευ·σμέ·νος, φι·λεύ·σπλα·χνος. Τα αυ και ευ δεν χωρίζονται στον συλλαβισμό. Οι δύο τελευταίες συλλαβές του αυλόπορτα είναι πορ και τα, γιατί δεν αρχίζει ελληνική λέξη από ρτ ώστε το ρ να ήταν τμήμα της τελευταίας συλλαβής. Απεναντίας, στο φιλεύσπλαχνος η τελευταία συλλαβή είναι χνος γιατί αρχίζει ελληνική λέξη από χν, π.χ. το χνάρι. Για περισσότερες λεπτομέρειες παραπέμπω στη σχολική γραμματική του γυμνασίου (Χατζησαββίδης & Χατζησαββίδου 2011: 26). Ας σημειωθεί ότι ο κανόνας σύμφωνα με τον οποίο τα όμοια σύμφωνα χωρίζονται στον συλλαβισμό, λ.χ. αλ-λα-γή, σύλ-λο-γος και γράμ-μα, συμ-μα-χί-α δεν αντανακλά το πώς πράγματι χωρίζονται οι συλλαβές σε επίπεδο προφοράς. Ο συλλαβισμός είναι ορθογραφικός. (Βλέπε τι γράφει και ο Πετρούνιας 1984: 34, 250 σχετικά με τον ορθογραφικό συλλαβισμό.) Από την άλλη, στο γνωστό μας πλέον ανέχεια, ο σωστός συλλαβισμός σε ένα λεξικό, α-νέ-χει-α, μας δείχνει ότι προφέρεται χωρίς συνίζηση, δηλαδή όχι όπως το φτώ-χεια. Συνίζηση είναι η συμπροφορά σε μια συλλαβή του φθόγγου [i] (<η>, <υ>, <ει>, <οι>) ή του φθόγγου [e] (<αι>) με το φωνήεν που ακολουθεί.

Επιπροσθέτως, τα λεξικά πληροφορούν πώς προφέρεται μια λέξη. Για τον σκοπό αυτόν μπορεί να χρησιμοποιηθεί το Διεθνές Φωνητικό Αλφάβητο (International Phonetic Alphabet). Το ΛΚΝ, που δίνει τη φωνητική μεταγραφή κάθε λέξης-λήμματος, ακολουθεί το ΔΦΑ, τροποποιημένο όμως για τις ειδικές ανάγκες του, όπως σημειώνεται στα προλεγόμενα του λεξικού. Ακόμη, υπάρχουν λεξικά που δίνουν πληροφορίες για την προφορά μόνο μερικών λέξεων χωρίς χρήση του ΔΦΑ, για παράδειγμα δηλώνουν τη διαφορά μεταξύ του ασυνίζητου βιάζομαι (Κατήγγειλε ότι βιάστηκε) και του συνιζημένου βιάζομαι (Βιάστηκε να φύγει). Συμβαίνει όμως μερικές πληροφορίες που παρατίθενται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο για την προφορά λέξεων-λημμάτων να μην ανταποκρίνονται στη γλωσσική πραγματικότητα. Για παράδειγμα, στη λέξη διαβήτης και σε άλλες από δια- η κυρίαρχη, αν όχι η μοναδική, προφορά του δια- είναι με συνίζηση: [δja] και όχι [δia]. Ούτε το ΛΚΝ ούτε το ΝΕΛ δίνει ακριβείς πληροφορίες ως προς την προφορά τέτοιων και άλλων λέξεων.

Στο λήμμα ενός λεξικού μπορεί δηλώνονται και παραλλαγές του τύπου της λέξης-κεφαλής, μορφολογικές (λ.χ. περβάζι & πρεβάζι) ή ορθογραφικές (λ.χ. χυμάω & χιμάω). Υπάρχουν μορφολογικές παραλλαγές που διαφέρουν μεταξύ τους και από υφολογική άποψη (λ.χ. σέρνω & (λαϊκ.) σούρνω).

Τα λεξικά δίνουν και γραμματικές πληροφορίες. Ο γενικός αυτός όρος καλύπτει πληροφορίες:

(α) για το «μέρος του λόγου» όπου ανήκει η λέξη-λήμμα, αν είναι λ.χ. ουσιαστικό ή επίθετο, ή τι μέρος του λόγου είναι σε συγκεκριμένες χρήσεις: Το τζιν χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό στο Φόρεσα ένα τζιν και ως επίθετο στο τζιν παντελόνι. Το κατασκευαστής συνήθως είναι ουσιαστικό, αλλά το κατασκευάστρια στο κατασκευάστρια εταιρεία χρησιμοποιείται ως επίθετο.

(β) για θέματα μορφολογικής δομής ή τονισμού: Στο λήμμα ετερόχθων δηλώνεται μεταξύ άλλων ότι η γενική πληθυντικού είναι ετεροχθόνων και στο λήμμα συμπληρώνω καταγράφεται και ο παθητικός αόριστος συμπληρώθηκα.

(γ) για τη σύνταξη της λημματογραφούμενης λέξης, όπως για το αν πρόκειται για μεταβατικό ή αμετάβατο ρήμα είτε για μεταβατική ή αμετάβατη χρήση του ίδιου ρήματος, λ.χ. Ανοίγω την πόρτα και Ανοίγει η πόρτα. (Βλέπε και το φτάνω, που σε διάφορες σημασίες είναι μεταβατικό ή αμετάβατο.)

Το λήμμα ενός λεξικού περιλαμβάνει και διαφωτιστικά –καλώς εχόντων των πραγμάτων– παραδείγματα χρήσης της λέξης-λήμματος. Σε ένα καλό λεξικό, τα παραδείγματα –προτασιακά ή φραστικά, αυθεντικά, επινοημένα ή διασκευασμένα–, φωτίζουν τη σημασία και τη χρήση των λέξεων-λημμάτων (ή των φράσεων). Φερειπείν, αν το στερώ ορίζεται μεταξύ άλλων ως «αφαιρώ από κάποιον κάτι που το έχει ανάγκη», κανονικά ακολουθεί ένα παράδειγμα όπου γίνεται λόγος για κάτι που πράγματι έχει ανάγκη κάποιος. Επίσης, τουλάχιστον μέσω ενός παραδείγματος φαίνεται η σύνταξη στερώ κάτι από κάποιον, η οποία μπορεί και να δηλώνεται ρητά, ως συντακτική πληροφορία. Επιπλέον, μέσω κατάλληλων παραδειγμάτων δηλώνεται ότι το στερούμαι συντάσσεται είτε με αιτιατική είτε (σε λόγιο ύφος) με γενική. Και η συντακτική συμπεριφορά του στερούμαι μπορεί να δηλωθεί με ρητό τρόπο. Βλέπουμε λοιπόν ότι τα λεξικογραφικά παραδείγματα έχουν μεγάλη χρησιμότητα για τον αναγνώστη του λεξικού.

Επιπροσθέτως, συνήθως σε παιδαγωγικά λεξικά το υλικό έχει εμπλουτιστεί και με εικονογράφηση, που μπορεί να πάρει μεταξύ άλλων τη μορφή φωτογραφιών ή σκίτσων. Ένα μονόγλωσσο παιδαγωγικό λεξικό της ελληνικής στη σελίδα όπου υπάρχει το λήμμα έγχορδος παραθέτει σε πλαίσιο εικόνες έγχορδων λαϊκών οργάνων. Εικονογραφημένο είναι το ΕΛ, το λεξικό των τριών πρώτων τάξεων του δημοτικού. (Για μονόγλωσσα ελληνικά παιδαγωγικά λεξικά βλέπε Μάντζαρη 2011.)

Μία ακόμη πληροφορία αφορά το γνωστικό πεδίο όπου ανήκει μια λέξη, όπως επιστήμη (λ.χ. φυσική), τέχνη (λ.χ. ζωγραφική), άθλημα (λ.χ. μπάσκετ), δραστηριότητα (λ.χ. ψάρεμα) κτλ.

Επίσης, στο λήμμα μπορεί να δηλώνεται η γεωγραφική κατανομή της λέξης, μπορεί δηλαδή να σημειώνεται ότι η λέξη-λήμμα ή κάποιος άλλος τύπος ανήκει σε μια συγκεκριμένη διάλεκτο, λ.χ. την κυπριακή, ή σε ορισμένα ιδιώματα, λ.χ. τα βορειοελλαδικά. Βλέπε το σχετικό σχόλιο αμέσως μετά το λήμμα απολογούμαι του ΛΝΕΓ και την αναφορά στη σημασία «ζητώ συγγνώμη» που απαντά στην κυπριακή. [1] Βλέπε όμως και το λήμμα αρέσω του ΛΚΝ, όπου δηλώνονται ως τύποι παρατατικού τα άρεσα και άρεζα. Σε ένα λεξικό της κοινής νεοελληνικής δεν αποκλείεται να βρουν θέση και διαλεκτικά ή ιδιωματικά στοιχεία, αλλά πάντα το ερώτημα είναι με ποια κριτήρια θα συμπεριληφθεί ή θα αποκλειστεί κάτι. Πάντως, η καταγραφή του άρεζα ως τύπου του παρατατικού, έστω και δευτερεύοντος, χωρίς δήλωση της γεωγραφικής κατανομής του είναι εσφαλμένη. [2]

Το επίπεδο ύφους είναι μια πολύ σημαντική πληροφορία, γιατί μπορεί να αποτρέψει την ακατάλληλη χρήση μιας λέξης, λ.χ. τη χρήση μιας ανεπίσημης υφολογικά λέξης σε επίσημα συμφραζόμενα. Γενικά, οι υφολογικοί χαρακτηρισμοί στα νεοελληνικά λεξικά δεν συμπίπτουν μεταξύ τους (βλέπε Καραντζή-Ανδρειωμένου 2004: 174). Παρά τη σχετικότητά τους όμως, είναι χρήσιμοι. Είναι χρήσιμο να ξέρουμε λ.χ. ότι το φαλιρίζω, όπως και να χαρακτηριστεί, είτε λαϊκό είτε οικείο (ή κάτι άλλο), βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο ύφους από τα χρεοκοπώ και πτωχεύω.

Ο λεξικογράφος δίνει σε λέξεις, φράσεις ή σημασίες και τον λεγόμενο χρονικό προσδιορισμό χρήσης. Συγκεκριμένα, δηλώνει –είτε με τη σχετική συντομογραφία είτε με κατάλληλη διατύπωση του ορισμού– ότι είναι παρωχημένες ή παλαιότερες μερικές λέξεις-λήμματα, φράσεις ή σημασίες. Παράδειγμα παλαιότερης λέξης: η οκά, που δήλωνε μονάδα βάρους.

Ο συντάκτης ενός λήμματος μπορεί να πληροφορήσει και για τη στάση, θετική ή αρνητική, του ομιλητή, δίνοντας χαρακτηρισμούς όπως ειρωνικό, μειωτικό, υβριστικό κ.ά. Ειρωνικά λ.χ. χρησιμοποιούνται εκφράσεις όπως μου έκανε την καρδιά περιβόλι, μειωτικά μερικές λέξεις με κατάληξη -ίστικος όπως θεατρινίστικος και υβριστικά λέξεις όπως απόβρασμα.

Μια άλλη πληροφορία αφορά το κειμενικό είδος, αν δηλαδή κάτι λέγεται σε ένα συγκεκριμένο είδος κειμένου, όπως το λογοτεχνικό.

Ο χρήστης ενός λεξικού μπορεί να βρει στο λήμμα και χαρακτηρισμούς σημασιών, π.χ. κυριολεκτική, μεταφορική, αλλά και να καταλάβει πώς γίνεται το πέρασμα από τη μια σημασία στην άλλη. Μια σημασία α μπορεί να είναι η κυριολεκτική, ενώ μια σημασία β η μεταφορική. Η λέξη πυξίδα, ας πούμε, χρησιμοποιείται και κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ομοίως και η συμμαχία. Οι σημασίες όμως α και β μπορεί να αλληλοσυνδέονται και με άλλους τρόπους, λ.χ. η β να είναι επέκταση της α. Το στρατήγημα φερειπείν έχει τη σημασία του πολεμικού τεχνάσματος και, κατ’ επέκταση, γενικά του τεχνάσματος.

Επιπλέον, δεν αποκλείεται να επισημαίνεται η συμμόρφωση με τη γλωσσική νόρμα ή η απόκλιση από αυτήν. Με χαρακτηρισμούς όπως εσφαλμένο ή καταχρηστικό, αλλά και ορθότερο, ο λεξικογράφος παίρνει θέση για συγκεκριμένες χρήσεις. Εδώ όμως ελλοχεύει ο κίνδυνος η στάση του να είναι ρυθμιστική, δηλαδή να μην περιγράφει τη γλωσσική πραγματικότητα, αλλά να διατυπώνει υποκειμενικές κρίσεις για το τι είναι σωστό ή εσφαλμένο. Δεν έχει νόημα, ας πούμε, να χαρακτηρίζεις το κηπόπολη ορθότερο από το κηπούπολη με το σκεπτικό ότι έχει συντεθεί από τα κήπος και πόλη με συνδετικό φωνήεν το -ο- (βλέπε ΛΝΕΓ). Τα κηπούπολη, παιδούπολη κτλ. έχουν σχηματιστεί αναλογικά προς τα Αλεξανδρούπολη (< Αλεξάνδρου πόλη), Κωνσταντινούπολη (< Κωνσταντίνου πόλη) κτλ. και δεν είναι λιγότερο σωστά. (Βλέπε εδώ τις ετυμολογίες που δίνει το ΛΚΝ στα λήμματα -ούπολη, κηπούπολη κ.ά.) Έστω και αν μερικοί χρησιμοποιούν το παιδόπολη κ.ά., δεν θα πάψει να είναι σε χρήση το κηπούπολη, που είναι μάλιστα και τοπωνύμιο σε διάφορα μέρη, όχι μόνο στην Αττική. Με δεδομένο ότι το σύστημα μιας ζωντανής γλώσσας μεταβάλλεται διαρκώς, και η έννοια του σωστού ή του λάθους στη γλώσσα γίνεται σχετική σε διαχρονικό επίπεδο. Ακόμη και οι πιο συντηρητικοί, που μπορεί να αντιδρούν στο άκουσμα νεότερων, συχνά αναφομοίωτων στο γλωσσικό σύστημα, στοιχείων, ασυναίσθητα χρησιμοποιούν και οι ίδιοι κάποια άλλα στοιχεία, τα οποία στο παρελθόν θα ξένιζαν, αν δεν θεωρούνταν μάλιστα και σοβαρά λάθη. Πάντως, τα παραπάνω δείχνουν ότι οι αναγνώστες των λεξικών θα πρέπει να βλέπουν κριτικά τις πληροφορίες που παρέχονται από αυτά. Τα λεξικά δεν έχουν το αλάθητο, έστω και αν συχνά λειτουργούν σαν αυθεντίες.

Το λεξικό δίνει στον αναγνώστη του και ετυμολογικές πληροφορίες. Πρόκειται για τις μόνες πληροφορίες εντός λήμματος που έχουν διαχρονικό χαρακτήρα και αφορούν την ιστορία και την προέλευση της εκάστοτε λέξης-λήμματος. Ο όρος ετυμολογία δηλώνει τη διαδικασία για την ανεύρεση του ετύμου, δηλαδή της αρχικής μορφής και σημασίας των λέξεων, καθώς και τον τρόπο σχηματισμού τους σύμφωνα με τα διδάγματα της γλωσσικής επιστήμης. Για παράδειγμα, η αρχική μορφή του νεοελληνικού ονόματος παιδί στην αρχαία ελληνική ήταν παιδίον, υποκοριστικός τύπος του παις. Επίσης, η πρώτη σημασία του ουσιαστικού έγκλημα στην αρχαία ελληνική ήταν «κατηγορία». Ετυμολογική είναι και η πληροφορία ότι η ραδιενέργεια αποτελεί μεταφραστικό δάνειο, «λέξη που δημιουργείται σε μια γλώσσα και που μεταφράζει τη λέξη μιας άλλης γλώσσας» (ΛΚΝ, λήμμα δάνειο) ή «απόδοση ξένου όρου» (ΛΝΕΓ, λήμμα δάνειο). Επιπλέον, στην ελληνική και σε άλλες γλώσσες η ετυμολογία μπορεί να ρυθμίζει τη γραφή των λέξεων. Το επίθετο δεικτικός (λ.χ. δεικτικές αντωνυμίες) προέρχεται από το αρχαίο δείκνυμι, γι’ αυτό γράφεται με <ει>, ενώ το δηκτικός (λ.χ. δηκτικό χιούμορ) από το αρχαίο δάκνω (= δαγκώνω), γι’ αυτό γράφεται με <η>. Το ουσιαστικό ταξίδι ανάγεται στο ελληνιστικό ταξίδιον (= εκστρατεία). Στους μεσαιωνικούς χρόνους η λέξη απέκτησε τη σημασία που έχει έως σήμερα. Είναι υποκοριστικό του αρχαίου τάξις (+ επίθημα -ίδιον). Η γραφή *<ταξείδι> οφείλεται στη γενική τάξεως της λέξης τάξις. (Για την ετυμολογία και τα ετυμολογικά λεξικά βλέπε Σετάτο 1994.)

Το θέμα των λεξικών όμως δεν εξαντλείται στις πληροφορίες που είδαμε παραπάνω. Ένα λεξικό θα πρέπει να εμπλουτίζεται με νέες λέξεις, φράσεις ή σημασίες σε νεότερες εκδόσεις του. Δεν νοείται ένα σύγχρονο λεξικό να μην περιλαμβάνει λ.χ. στοιχεία από τον χώρο του διαδικτύου, όπως τη λέξη μπλογκ, τη φράση μηχανή αναζήτησης και τη διαδικτυακή σημασία της λέξης σύνδεσμος. Και μάλιστα στο ΟΕΛ, το σχολικό λεξικό των τριών τελευταίων τάξεων του δημοτικού, σε ειδική ενότητα (σελίδες 278-281) με τίτλο Το λεξιλόγιο των Η/Υ, καταγράφονται και ερμηνεύονται λέξεις και φράσεις σχετικές με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, όπως εκτυπωτής (printer), ιστοσελίδα ή σελίδα (web page), μηχανή αναζήτησης (search engine) και πληκτρολόγιο (keyboard).

Τα καλύτερα νεοελληνικά ερμηνευτικά λεξικά είναι το ΛΚΝ, το ΛΝΕΓ και το ΝΕΛ. Βλέπε τα άρθρα των Ιορδανίδου & Μοσχονά & Τσολάκη & Κριαρά (2000) στο πλαίσιο του αφιερώματος της Καθημερινής στα ερμηνευτικά λεξικά της νέας ελληνικής. Για σύγκριση μεταξύ ΛΚΝ και ΛΝΕΓ βλέπε Mackridge (2001). Για τα ερμηνευτικά νεοελληνικά λεξικά της περιόδου 1976-2006 βλέπε το πολύ κατατοπιστικό άρθρο του Τράπαλη (2009).

3) ΕΙΔΗ ΛΕΞΙΚΩΝ

Αν και δεν θα αναφερθούμε αναλυτικά στα διάφορα είδη λεξικών που υπάρχουν, ας μην παραλείψουμε να αναφέρουμε τα λεξικά συνωνύμων και αντωνύμων. Η χρησιμότητά τους είναι μεγάλη. Όταν γράφουμε ένα κείμενο, συχνά χρειάζεται να επιλέξουμε μια συνώνυμη λέξη ή φράση, για να μην επαναληφθούμε, ή να διακρίνουμε λεπτές σημασιολογικές αποχρώσεις μεταξύ λέξεων, ώστε να χρησιμοποιήσουμε την κατάλληλη. Τα λεξικά συνωνύμων και αντωνύμων μπορούν να φανούν πολύ χρήσιμα ειδικά σε μαθητές, όταν αυτοί καλούνται να αποδώσουν περιληπτικά ένα κείμενο, να συντάξουν ένα δικό τους ή να λύσουν γλωσσικές ασκήσεις με συνώνυμα και αντώνυμα. Για παράδειγμα, σε ένα λεξικό συνωνύμων στο λήμμα ανέχεια μπορεί να καταγράφονται ως συνώνυμα τα εξής: φτώχεια, στέρηση, ένδεια, πενία. Τα ένδεια και πενία καλό είναι να χαρακτηρίζονται λόγια. Επίσης, ακόμη και ένα λεξικό συνωνύμων, αν υπάρχει ο κατάλληλος χώρος, μπορεί και μέσω παραδειγμάτων να δείχνει πώς χρησιμοποιείται η μία ή η άλλη λέξη. Στις γλώσσες γενικά δεν υπάρχουν συνώνυμες λέξεις που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν η μία αντί για την άλλη σε κάθε δυνατό περιβάλλον. Έτσι, λ.χ. με τον κατάλληλο υφολογικό χαρακτηρισμό του ένδεια φαίνεται ότι ένδεια και φτώχεια δεν ταυτίζονται υφολογικά, ενώ με διαφωτιστικά παραδείγματα χρήσης αποκτά ο αναγνώστης του λεξικού μια εικόνα για τα συμφραζόμενα όπου μπορεί να χρησιμοποιηθεί η λέξη απορία ή η λέξη φτώχεια, λ.χ. είναι δόκιμη η φράση βεβαίωση απορίας, σε επίσημα συμφραζόμενα, ενώ μάλλον δεν χρησιμοποιείται το βεβαίωση φτώχειας. Ας σημειωθεί ότι το κορυφαίο νεοελληνικό λεξικό συνωνύμων και αντωνύμων είναι το ΛΣΑ.

Άλλο είδος λεξικού είναι το ετυμολογικό. Σημειωτέον ότι το καλύτερο ετυμολογικό λεξικό της νέας ελληνικής είναι το ΕΛΝΕΓ.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει ως είδος λεξικού και το αντίστροφο. Ο αναγνώστης ενός τέτοιου λεξικού θα αναζητήσει μια λέξη με βάση την κατάληξή της. Παράδειγμα από το ΑΛΝΕ, το καλύτερο στο είδος του:

εια, Επθμ.:Ο:θε

αβλάβεια, Ο:θε

θεοβλάβεια, Ο:θε

φρενοβλάβεια, Ο:θε

ευλάβεια, Ο:θε

Ας δούμε τώρα πληροφορίες που μπορεί να βρει κανείς μέσω της μηχανής αναζήτησης λεξικών Onelook όχι για το dictionary, όπως στην αρχή του κειμένου, αλλά για δύο άλλα λήμματα, τα lexicography και lexicographer. Σε διάφορα αγγλικά και αμερικανικά λεξικά, η λεξικογραφία ορίζεται μεταξύ άλλων ως η τέχνη ή τεχνική –αλλά και η διαδικασία ή η εργασία– της σύνταξης ή έκδοσης λεξικού, ενώ ο λεξικογράφος μεταξύ άλλων ως ο συγγραφέας ή συντάκτης λεξικού. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα πιο γνωστά βιβλία λεξικογραφίας, του Landau (2001), λέγεται Dictionaries. The art and craft of lexicography.

Η λεξικογραφία βασίζεται σε αρχές της θεωρητικής γλωσσολογίας, αλλά ο σκοπός της είναι πρακτικός και συγκεκριμένος: η δημιουργία λεξικού. Το συναρπαστικό μάλιστα στη λεξικογραφία είναι ότι ενδιαφέρον για όποιον ασχολείται επαγγελματικά με αυτήν μπορεί να έχει ακόμη και κάτι ευτελές για τον πολύ κόσμο. Λεξικογραφικό ενδιαφέρον λ.χ. παρουσιάζει ένα διαφημιστικό φυλλάδιο από πιτσαρία πεταμένο στην είσοδο της πολυκατοικίας, μια αγγελία δημοσιευμένη σε εφημερίδα, μια ανακοίνωση κολλημένη σε κολόνα, ένας τυχαίος διάλογος σε ένα διαδικτυακό φόρουμ, αλλά και ένα κείμενο αξιώσεων και επιπέδου, λ.χ. λογοτεχνικό ή επιστημονικό. Με αυτή την έννοια, ο λεξικογράφος δεν είναι αποκομμένος από τη ζωή και τον κόσμο, δεν είναι κλεισμένος στον μικρόκοσμό του. Ίσα ίσα μάλιστα, ο σωστός λεξικογράφος πρέπει να έχει επαφή με διαφόρων ειδών κείμενα και με ποικίλους γνωστικούς τομείς. Ο καλός λεξικογράφος γνωρίζει και πολιτική και ιστορία και τέχνες και αθλητικά και μαγειρική και μόδα κτλ. κτλ., χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υποκαθιστά τους ειδικούς. Σε ένα οργανωμένο λεξικό συνεισφέρουν και ειδικοί (λ.χ. ο νομικός αναλαμβάνει τους νομικούς όρους). Η λεξικογραφία έχει βέβαια θεωρητικό υπόβαθρο, αλλά φέρνει τον λεξικογράφο σε επαφή με την πραγματική ζωή στις ποικίλες εκφάνσεις της.

Εντελώς ενδεικτικά, για τη θεωρία και πρακτική των λεξικογράφων βλέπε τα έργα των Jackson (2002) και Landau (2001).

4) ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι τα είδη πληροφοριών που μπορεί κανείς να αντλήσει από λεξικά εμφανίζουν μεγάλη ποικιλία και ότι υπάρχουν ποικίλα είδη λεξικών. Το λεξικό είναι πολύτιμο βοήθημα για την κατάκτηση της μητρικής γλώσσας και την εκμάθηση ξένων γλωσσών. Συγκεκριμένα, δίνει σημασιολογικές πληροφορίες για άγνωστες λέξεις και συμβάλλει στην πρόσληψη και παραγωγή λόγου. Επιπλέον, λειτουργεί σαν ορθογραφικός οδηγός. Ας προστεθεί ότι το λεξικό παρέχει στον αναγνώστη του και μια σειρά από άλλες πληροφορίες, όπως γραμματικές και ετυμολογικές. Από όλα αυτά συμπεραίνεται η μεγάλη παιδαγωγική αξία του λεξικού και ο σπουδαίος ρόλος που διαδραματίζει ως έργο αναφοράς, στο οποίο μπορούν να ανατρέξουν όχι μόνο μικροί μαθητές, αλλά και αναγνώστες μεγαλύτερης ηλικίας. Ακόμη, η λεξικογραφία είναι μια τέχνη ή τεχνική που έχει πρακτικό προσανατολισμό και θεωρητικό-γλωσσολογικό υπόβαθρο. Τέλος, η εργασία του λεξικογράφου είναι ιδιαίτερα πρωτότυπη και δημιουργική.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Στο ΛΝΕΓ σημειώνεται ότι η συγκεκριμένη χρήση στην κοινή νέα ελληνική αντιβαίνει στο γλωσσικό αίσθημα και έτσι καλό είναι να αποφεύγεται. Εδώ βέβαια γεννάται το ερώτημα αν χρειαζόταν ένα τέτοιο σχόλιο, λαμβάνοντας κανείς υπόψη ότι μάλλον δεν είναι πολύ πιθανό να χρησιμοποιηθεί το απολογούμαι με τη σημασία «ζητώ συγγνώμη» από ομιλητή που δεν είναι Κύπριος.

[2] Και βέβαια, δεν εννοώ ότι τα διαλεκτικά ή ιδιωματικά στοιχεία μιας γλώσσας αξιολογούνται αρνητικά. Δεν υπάρχει κανένα αντικειμενικό κριτήριο για μια τέτοια αξιολόγηση.

Επίσης, αυτό που προανέφερα σχετικά με το ΛΚΝ δεν αναιρεί ότι πρόκειται για εξαιρετικό λεξικό. Όμως, σε διάφορες πληροφορίες που δίνει και κυρίως στην επιλογή παραδειγμάτων είναι φανερό ότι οι συντάκτες του έχουν επηρεαστεί από την εξοικείωσή τους με τη Βόρεια Ελλάδα και ειδικά τη Θεσσαλονίκη. Δεν είναι τυχαία η συχνή εμφάνιση του ονόματος του ΠΑΟΚ, ομάδας της Θεσσαλονίκης, σε παραδείγματα χρήσης, όπως στα λήμματα κεραυνός, κορυφή, πρωτάθλημα, υπέρ κ.ά. Βλέπε και τη λημματογράφηση του ντεμέκ, που χαρακτηρίζεται προφορικό και λαϊκό, χωρίς όμως να καταγράφεται η γεωγραφική του κατανομή. Όπως το άρεζα, έτσι και το ντεμέκ δεν ανήκει στην κοινή νέα ελληνική.

Θα μπορούσε βέβαια κάποιος να αναρωτηθεί πώς ορίζεται η κοινή νέα ελληνική. Τουλάχιστον στον πρόλογο του ΛΚΝ δίνεται η ερμηνεία της κοινής νεοελληνικής ως «της γλώσσας που δια­μορφώθηκε στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας μας και χρησιμοποιείται σήμερα από τη μεγάλη πλειονότητα των ομιλητών και συγγραφέων της ελληνικής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό». Το άρεζα και το ντεμέκ ούτε λέγονται στα «μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας μας», έτσι γενικά κι αόριστα, ούτε βέβαια χρησιμοποιούνται σήμερα «από τη μεγάλη πλειονότητα των ομιλητών» της ελληνικής. Ας σημειωθεί ότι ο Mackridge (2001: 256) αναφέρει το ντεμέκ ως παράδειγμα λέξης-λήμματος του ΛΚΝ που μετά βίας είναι της κοινής νέας ελληνικής.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Jackson, H. 2002: Lexicography. An introduction. London: Routledge.

Landau, S. I. 2001 (2nd edn): Dictionaries. The art and craft of lexicography. Cambridge & New York: Cambridge University Press.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Ευχαριστώ θερμά τον κύριο Άγγελο Κανλή, διοργανωτή της εκδήλωσης της 23ης Οκτωβρίου και της επίσκεψης της 24ης Οκτωβρίου, για τη μεγάλη τιμή που μου έκανε να με επιλέξει ως ομιλητή και για τις οξυδερκείς παρατηρήσεις του. Επίσης, ευχαριστώ από καρδιάς τον αγαπητό φίλο Δημήτρη Μιχελιουδάκη, γλωσσολόγο, διδάκτορα του Πανεπιστημίου του Cambridge, για τα πολύτιμα –όπως πάντα– σχόλιά του.

S45C-514102717250_0002 - copy

 

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ ΛΕΞΙΚΩΝ

ΑΛΝΕ
Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Ά. 2001: Αντίστροφο λεξικό της νέας Ελληνικής. Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη).
Σύνδεσμος: http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/reverse/index.html

ΕΛ
Ευθυμίου, Α. & Δήμος, Η. & Μητσιάκη, Μ. & Αντύπα, Ι. 2009: Εικονογραφημένο λεξικό Α΄, Β΄, Γ΄ δημοτικού. Αθήνα: Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων. Σύνδεσμος: http://www.pi-schools.gr/books/dimotiko/

ΕΛΝΕΓ
Μπαμπινιώτης, Γ. 2009: Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Ιστορία των λέξεων. Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.

ΛΚΝ
Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη) 1998: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. Θεσσαλονίκη.
Σύνδεσμος: http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/index.html

ΛΝΕΓ
Μπαμπινιώτης, Γ. 2012 (4η έκδοση): Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.

ΛΣΑ
Μπαμπινιώτης, Γ. 2011: Λεξικό Συνωνύμων – Αντωνύμων της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Λεξιλογικός Θησαυρός. Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.

ΝΕΛ
Kριαράς, Ε. 1995: Νέο ελληνικό λεξικό. Λεξικό της σύγχρονης ελληνικής δημοτικής γλώσσας. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.

ΟΕΛ
Καψάλης, Γ. & Πασχάλης, Α. & Τσιάλος, Σ. & Γουλής, Δ. 2009: Το λεξικό μας: Ορθογραφικό, ερμηνευτικό λεξικό Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄ δημοτικού. Αθήνα: Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων. Σύνδεσμος: http://www.pi-schools.gr/books/dimotiko/

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Α) ΕΛΛΗΝΟΓΛΩΣΣΕΣ

Ιορδανίδου, Ά. & Μοσχονάς, Σ. & Τσολάκη, Σ. & Κριαράς, Ε. 2000: «Λεξικά για τα ελληνικά του 21ου αιώνα». Αφιέρωμα της εφημερίδας Η Καθημερινή, 5 Νοεμβρίου. Σύνδεσμος: http://www2.media.uoa.gr/people/smoschon/pages/gr/essays.html

Καραντζή-Ανδρειωμένου, Χ. 2004: «Τα επίπεδα ύφους στα νεοελληνικά λεξικά και η εφαρμογή τους στη διδασκαλία ελληνικών για ξένους», Κέντρο Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης Π.Τ.Δ.Ε. Πατρών, Διαπολιτισμική Εκπαίδευση, 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο, Άρτα 10-11 Δεκεμβρίου 2004. Πάτρα, 169-183.

Μάντζαρη, Ε. 2011: Μονόγλωσσα ελληνικά παιδαγωγικά λεξικά. Ζητήματα σχεδιασμού  και διδακτικής αξιοποίησης, Διδακτορική διατριβή. Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, Πανεπιστήμιο Πατρών.

Μπαμπινιώτης, Γ. 2012 (4η έκδοση): Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.

Πετρούνιας, E. 1984: Nεοελληνική γραμματική και συγκριτική («αντιπαραθετική») ανάλυση. Θεσσαλονίκη: University Studio Press.

Σετάτος, Μ. 1994: «Ετυμολογία και ετυμολογικά λεξικά». Εφαρμοσμένη γλωσσολογία 10, 81-97.

Τράπαλης, Γ. 2009: «Σύντομη ανασκόπηση της σύγχρονης ελληνικής λεξικογραφίας: Τα ερμηνευτικά λεξικά (1976-2006)». Πρακτικά του 8ου Διεθνούς Συνεδρίου Ελληνικής Γλωσσολογίας, 30 Αυγούστου-2 Σεπτεμβρίου, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 1149-1167.

Τριανταφυλλίδης, Μ. 1965: Άπαντα, τόμος 7. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη).

Χατζησαββίδης, Σ. & Χατζησαββίδου, Α. 2011: Γραμματική νέας ελληνικής γλώσσας Α΄, Β΄, Γ΄ γυμνασίου. Αθήνα: Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων.

Β) ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΕΣ

Jackson, H. 2002: Lexicography. An introduction. London: Routledge.

Landau, S. I. 2001 (2nd edn): Dictionaries. The art and craft of lexicography. Cambridge & New York: Cambridge University Press.

Mackridge, P. 2001: “Review of Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας [ΛΝΕΓ] & Λεξικό της Kοινής Νεοελληνικής [ΛΚΝ]”, Journal of Greek Linguistics 258, 254-259.

Advertisements