Το κείμενο της ομιλίας στο σεμινάριο λεξικογραφίας του ΣΜΕΔ (βλ. εδώ) θα αναρτηθεί στο παρόν ιστολόγιο.

Προς το παρόν, μπορεί να ανατρέξει κανείς στην ιστοσελίδα με τα ηχογραφημένα σεμινάρια του 2016 και να παρακολουθήσει την ομιλία και τη συζήτηση.

 

 

Advertisements

Βασίλειος Αργυρόπουλος:

«Γλωσσική αρχαιολατρία: Μια σύγχρονη μυθολογία»

(Καβάλα: Σαΐτα 2016, ηλεκτρονικό βιβλίο)

«Τα όρια της γλώσσας μου δηλώνουν τα όρια του κόσμου μου», έγραψε κάποτε ο φιλόσοφος Λουδοβίκος Βίττγκενσταϊν, εννοώντας προφανώς ότι η ανθρώπινη γνώση είναι εφικτή μέχρι εκεί που εκτείνονται οι δυνατότητες της γλώσσας για τη συγκρότηση της εικόνας που έχουμε για τον κόσμο μας. Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη γνώση για τη γλώσσα τόσο συναρπαστική: Μια γνώση που είναι συνάμα επίγνωση όλων των γνώσεων που είμαστε δυνάμει σε θέση να αποκτήσουμε μέσω της γλώσσας.

Είμαστε η γλώσσα μας. Είμαστε τα μηνύματα που εκπέμπουμε και προσαντιλαμβανόμαστε. Όσο και αν προσπαθήσουμε, όσο και αν πασχίσουμε, δεν θα καταφέρουμε ποτέ να διαχωρίσουμε τους εαυτούς μας από τη γλώσσα. Η γλώσσα ως οργάνωση συμβολικών μορφών μάς καταξιώνει ως συμβολικά υποκείμενα στη σφαίρα του πολιτισμού. Οι χορδές της ψυχής μας πάλλονται διαρκώς από το δοξάρι της γλώσσας μας – ολόενα και σε πιο πολύπλοκες συγχορδίες, καθώς η γλώσσα εφορμά να κατακτήσει διαρκώς και πιο αναλυτικά, πιο λεπτομερειακά την αναπαράσταση του κόσμου μέσα μας. Το μόνο που μπορούμε να καταφέρουμε –κι αυτό με αρκετή δόση ενσυνειδητότητας– είναι να πάρουμε μια απόσταση ασφαλείας και να δοκιμάσουμε να αντιμετωπίσουμε την ίδια την γλώσσα ως αντικείμενο γνωσιακού προβληματισμού.

Εδώ, ωστόσο, ελλοχεύει ο κίνδυνος να παρεκτραπούμε, ωθούμενοι από ιδεολογικές τοποθετήσεις, σε εντελώς αστήρικτες απόψεις για τη γλώσσα, ο κίνδυνος να συνθέσουμε μυθολογία αντί για έγκυρη γνώση. Ένα εντυπωσιακό παράδειγμα αποτελεί η γλωσσική αρχαιολατρία στην περίπτωση της ελληνικής γλώσσας, ένα φαινόμενο που τείνει να προσλάβει διαστάσεις αστικού μύθου. Κι εδώ έρχεται ο εκλεκτός συνάδελφος γλωσσολόγος Βασίλειος Αργυρόπουλος με το νέο του ηλεκτρονικό βιβλίο Γλωσσική αρχαιολατρία, μια σύγχρονη μυθολογία να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, να επισημάνει τα αίτια και τις συνέπειες του φαινομένου, να περιγράψει και να ερμηνεύσει με τρόπο απλό, προσιτό, διακριτικό και συνάμα γοητευτικό τι συμβαίνει όταν προσπαθούμε να εξηγήσουμε πλευρές της ελληνικής γλώσσας μέσα από ιδεολογικούς παραμορφωτικούς φακούς. Με ύφος σεμνό και συνάμα στιβαρό, το βιβλίο αυτό αποκαλύπτει την παγίδα που αναφέραμε πιο πάνω, να παρεκτρεπόμαστε σε αστήρικτες απόψεις για τη γλώσσα, αν και οι προθέσεις μας είναι καλοπροαίρετες.

Το βιβλίο αυτό πετυχαίνει να μας εμπνεύσει μια πιο πειθαρχημένη αξιολογική στάση απέναντι στην ελληνική γλώσσα, μια στάση εντελώς απαλλαγμένη από ιδεοληψίες και μυθολογικούς οίστρους. Πετυχαίνει να μας κάνει να δούμε ρεαλιστικά και αμερόληπτα τη διαχρονική πορεία της ελληνικής γλώσσας, έτσι ώστε να κατανοήσουμε το σημαντικότερο γνώρισμα της γλώσσας εν γένει, που είναι η διαρκής εξέλιξή της. Εύγε!

Δρ. Χρυσόστομος Παπασπύρου,

Χημικός Πανεπιστημίου Αθηνών,

Διδάκτωρ Γλωσσολογίας Πανεπιστημίου Αμβούργου,

Διευθυντής Γυμνασίου & Λυκείου

Κωφών & Βαρηκόων Αγίας Παρασκευής

«Το εν λόγω λεξικό περιστασιακά αναφέρεται στην ετυμολογία, από τις λέξεις δε και τη σημασία τους λείπει η καταγραφή της ιστορικής τους ύπαρξης, αγνοείται δηλαδή το αποθεματικό κεφάλαιο της γλώσσας μας, η λογοτεχνία. Λογικόν. Διότι, πλην του κόπου που προϋποθέτει η αναζήτηση των γραπτών πηγών, ο λεξικογράφος θα ήταν αναγκασμένος να εντρυφήσει και στο περιβάλλον της καθαρευούσης, είδους που αντιμετωπίζεται ως παραβίαση του δημοκρατικού συντάγματος της εκπαίδευσης».

Ένας σχολιαστής του παλιότερου άρθρου «Ο πόλεμος εναντίον των Ελληνικών» του κυρίου Θεοδωρόπουλου επισημαίνει ότι στην τέταρτη έκδοση του λεξικού Μπαμπινιώτη η συντομογραφία «λογοτ.» χρησιμοποιείται 400 φορές, ότι «μόνο από τους “μείζονες” Έλληνες ποιητές (ενδεικτικά: Σεφέρη, Ελύτη, Σολωμό, Καβάφη, Κάλβο, Καρυωτάκη, Παλαμά, Ρίτσο, Σικελιανό) υπάρχουν πάνω από 140 παραθέματα Λογοτεχνίας διάσπαρτα σε όλο το Λεξικό» και ότι «υπάρχουν πάρα πολλά από άλλους ποιητές, πεζογράφους, δοκιμιογράφους, Έλληνες λογίους, ξένους συγγραφείς και δημοτικά τραγούδια».

Ωστόσο, ο κύριος Θεοδωρόπουλος ισχυρίζεται ότι στο συγκεκριμένο λεξικό «αγνοείται η λογοτεχνία». Το μόνο που μπορώ να υποθέσω είναι ότι ο αρθρογράφος δεν διαβάζει τα ηλεκτρονικά σχόλια.

Μάλλον όμως δεν έχει διαβάσει ούτε το λεξικό Μπαμπινιώτη. Αλλιώς, δεν θα έγραφε ότι «το εν λόγω λεξικό περιστασιακά αναφέρεται στην ετυμολογία». Και να σκεφτεί κανείς ότι το συγκεκριμένο λεξικό έχει κατηγορηθεί γιατί σε αρκετά λήμματα το ετυμολογικό πεδίο είναι πιο εκτενές από το ερμήνευμα.

Το γεγονός δε ότι ο εν λόγω καθηγητής παρουσιάζεται σαν κάποιος που δεν διάκειται και τόσο φιλικά προς την καθαρεύουσα ας το αφήσω ασχολίαστο…

Δεν έχω πάψει να μένω άναυδος με τον δημόσιο λόγο για τη γλώσσα.

(Πρώτη δημοσίευση στο γκρουπ του facebook «ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ ΕΔΩΣΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ»)

«Ίσως η χειρότερη συνέπεια της κατάργησης του πολυτονικού, των Αρχαίων, ακόμα και της –χρησιμότατης για τις κλασσικές σπουδές– καθαρεύουσας, δεν ήταν τόσο η εκφραστική φτώχεια που ρήμαξε τη σκέψη μας, όσο η πολιτικοποίηση των γλωσσικών επιλογών στην Παιδεία».

Δεν ξέρω αν η πολιτικοποίηση των γλωσσικών επιλογών στην Παιδεία είναι συνέπεια –και μάλιστα η χειρότερη– της κατάργησης του πολυτονικού, αλλά ο ισχυρισμός ότι η κατάργηση του πολυτονικού οδήγησε σε εκφραστική φτώχεια είναι ένας από τους αναπόδεικτους ισχυρισμούς του άρθρου αυτού. Ο ανορθολογισμός στον δημόσιο διάλογο για τη γλώσσα δεν είναι βέβαια ούτε τωρινό ούτε ελληνικό φαινόμενο. Θα άξιζε να προβληματιστούμε για τα βαθύτερα αίτια.

Επιπρόσθετα σχόλια:

Η αρθρογράφος –μάλλον εκ παραδρομής– σε δύο σημεία του κειμένου της κάνει λόγο για στίξη, ενώ φυσικά τα σημεία στίξης δεν έχουν καταργηθεί.

Επίσης, αναρωτιέται «πώς γίνεται να πεις “σ’ αγαπώ”» χωρίς περισπωμένη». Είναι όμως σαν να ισχυρίζεται κάποιος ότι λέει «σ’ αγαπώ» με ωμέγα. Το <ω> το γράφεις – δεν το λες. Άλλο γραφή και άλλο γλώσσα.

Ακόμη, το γεγονός ότι αρχαίοι δεν έβαζαν πνεύματα ούτε τόνους δεν γίνεται να το προσπεράσουμε τόσο εύκολα. Ακριβώς αυτό δείχνει ότι η έννοια της συνέχειας της ελληνικής γραφής είναι σχετική.

ΒΙΒΛΙΟ

25/01/2016

195_Glossiki arxaiolatria_cover

Εκδόσεις Σαΐτα

ΤίτλοςΓλωσσική αρχαιολατρία
Υπότιτλος: μια σύγχρονη μυθολογία
Συγγραφέας: Βασίλειος Αργυρόπουλος
Σειρά: Γλώσσας Παράλληλοι: Θεωρία και διδακτικές προτάσεις

ISBN: 978-618-5147-74-7

Συντελεστές
Σχεδιασμός εξωφύλλου: Χρήστος Μουλώτσιος
Φιλολογική επιμέλεια: Πάνος Αστίθας
Σελιδοποίηση: Ηρακλής Λαμπαδαρίου

Σύντομη περίληψη

Θέμα του βιβλίου αποτελεί η αρχαιολατρία ως προς την ελληνική γλώσσα. Πρόκειται για μια ιδιόμορφη, ελληνοκεντρική παραεπιστήμη που έχει διαμορφωθεί τις τελευταίες δεκαετίες και, συγκεκριμένα, για τη διατύπωση αντιεπιστημονικών απόψεων που αφορούν κυρίως την αρχαία ελληνική, αλλά και τη σχέση της με τη νέα ελληνική γλώσσα. Οι ποικίλες μορφές του φαινομένου σχετίζονται προπάντων με την καταγωγή της ελληνικής και την προέλευση του αλφαβήτου, καθώς και με μια σειρά από άλλα, επιμέρους γλωσσικά θέματα. Όποιος ασχολείται με τη γλώσσα θα έχει διαβάσει ή ακούσει για τη μοναδικότητα και ανωτερότητα της ελληνικής, ότι είναι η μητέρα όλων των γλωσσών κτλ. Τέτοιες απόψεις διαδίδονται πολύ γρήγορα, αφού είναι γοητευτικές ή εντυπωσιακές. Στο βιβλίο αυτό, όμως, εξετάζεται αν είναι και βάσιμες γλωσσολογικά. Συμπληρωματικά, αναζητούνται τα αίτια του εξεταζόμενου φαινομένου, γίνεται λόγος για τις συνέπειές του και, τέλος, προτείνονται τρόποι αντιμετώπισής του.

Το συγκεκριμένο βιβλίο πετάει ελεύθερα στο Διαδίκτυο από τον Ιανουάριο του 2016.

Κατεβάστε το βιβλίο σε μορφή .pdf (μέγεθος αρχείου: 904 ΚΒ)

(Πρώτη δημοσίευση στο γκρουπ του facebook «ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ ΕΔΩΣΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ»)

Οι γλωσσικοί μύθοι καλά κρατούν. Σήμερα (17/1/2016) διάβασα στην «Καθημερινή» τρία κείμενα με θέμα τη γλώσσα: το άρθρο «“Mαγιά” μόνο η γλώσσα» του Χρήστου Γιανναρά, την επιστολή «Περί γλωσσών και αγλώσσων» του Ιωάννη Μακρή, καθώς και το άρθρο «Από το Γλωσσικό στην αγλωσσία» του Τάκη Θεοδωρόπουλου. Κοινό στοιχείο και των τριών κειμένων αποτελεί η αναπόδεικτη παραδοχή ότι η γλώσσα ακολουθεί φθίνουσα πορεία – ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Επίσης, στα δύο πρώτα δημοσιεύματα επικρίνονται διάφορα γλωσσικά λάθη ή «λάθη», αλλά δεν αναφέρεται κάτι πολύ βασικό, ότι όλες οι ζωντανές γλώσσες διαρκώς μεταβάλλονται.

Αρκετά είναι τα συζητήσιμα σημεία στο πρώτο άρθρο. Για παράδειγμα, ο συντάκτης του ισχυρίζεται ότι ο τρόπος διδασκαλίας της γλώσσας στο σχολείο τα τελευταία 40 χρόνια (μέθοδοι, βιβλία, προγράμματα) έχει διαστρεβλώσει το γλωσσικό αισθητήριο των περισσότερων Ελλήνων και ότι αυτό πιστοποιείται καθημερινά από τη χρήση της γλώσσας στην τηλεόραση και τις εφημερίδες. Αρκετά τα ερωτήματα: Πώς μετριέται αυτή η διαστρέβλωση, αλλά και η συρρίκνωση του λεξιλογίου; Ήταν ικανοποιητικός ο τρόπος διδασκαλίας της γλώσσας πριν από το 1976; Δεν ξέρω πόσοι Έλληνες είναι σε θέση σήμερα να χρησιμοποιήσουν σωστά τα «νοώ», «κατανοώ», «επινοώ», «παρανοώ», «υπονοώ» κτλ. ανάλογα με τη σημασία του καθενός, αλλά, αν πιστεύει κάποιος ότι είναι λιγότεροι σήμερα σε σύγκριση με μια άλλη εποχή, θα πρέπει κάπως να το αποδείξει. Επίσης, αν και υπάρχουν λάθη που δεν σηματοδοτούν κάποια γλωσσική μεταβολή, είναι γνωστό από δημοσιεύματα γλωσσολόγων ότι διάφορα λάθη όντως συνδέονται με κάποια μεταβολή της γλώσσας και πάντως οφείλονται σε συστηματικούς λόγους, δηλαδή στο σύστημα της γλώσσας. Τέτοια είναι λ.χ. η περίπτωση του «διαρρέω», για το οποίο έχει κάνει λόγο σε άρθρο της για τα γλωσσικά λάθη η Θεοφανοπούλου. Πάντως, μου κάνει εντύπωση ότι ο αρθρογράφος ασχολείται με θέματα όπως η «σωστή» προστακτική, αλλά δεν δείχνει να ενδιαφέρεται για άλλα, όπως ο έλεγχος κατανόησης ή η περιληπτική απόδοση κειμένου. Μήπως γιατί αυτά τα τελευταία, σε αντίθεση με τα «του χτίριου» και «του πανεπιστήμιου», δεν έχουν ιδεολογικές προεκτάσεις; Χωρίς να αρνούμαι ότι ζήσαμε χρόνια δημοτικιστικών ακροτήτων, δεν νομίζω ότι αυτές είναι πρόβλημα σήμερα. Επίσης, δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι ο Κώστας Σημίτης είχε καταργήσει τη διαφορά μεταξύ του «παρήγαγε» και του «παρήγε». Θυμάμαι ότι ο Χ. Γ. δημοσίευσε κάποτε ένα άρθρο για τη γλώσσα του Κ. Σ. στην «Καθημερινή» με τίτλο «Η δημοτική του πρωθυπουργού». Ψάχνω στο αρχείο μου, αλλά δεν μπορώ να το βρω. Αν θυμάμαι καλά, ο Χ. Γ. σχολίαζε την υποτιθέμενη κατάργηση της διαφοράς μεταξύ του «παρήγαγε» και του «παρήγε» από τον Κ. Σ., χωρίς όμως να είναι πειστικός. Τέλος, σε μια ζωντανή γλώσσα το «προχωρώ» κάλλιστα μπορεί να γίνει (και) «προχωράω».

Θα ήταν πολύ χρονοβόρα διαδικασία η αναίρεση όλων των ισχυρισμών του επιστολογράφου. Γι’ αυτό θα περιοριστώ σε μερικά παραδείγματα και θα προσπαθήσω να φανώ λακωνικός. Φράσεις όπως «φοβερά/τρομερά όμορφη» απλούστατα οφείλονται στη σημασιολογική μεταβολή του «φοβερός/τρομερός», παρόμοια με του «δεινός», και δεν είναι καθόλου παράλογες. O κανόνας «δύο αρνήσεις ισοδυναμούν με μία κατάφαση» με έκανε να θυμηθώ κάτι που είχα διαβάσει στην Aitchison (βλ. εδώ). Στη σελίδα 25 του παραπάνω βιβλίου της γράφει ότι αυτή η πεποίθηση είναι ίσως η πιο διαδεδομένη από όλες τις κυρίαρχες αντιλήψεις σχετικά με τη γλωσσική ορθότητα. (Βλ. και τον μύθο 14 αυτού εδώ του βιβλίου.) Η γλώσσα δεν είναι μαθηματικά ούτε έχει μια τέτοια λογική. Άλλωστε, στη νέα ελληνική λέμε «κανείς δεν πήγε». Επιπλέον, ο χαρακτηρισμός της αγγλικής ως γλώσσας πασπαρτού που αργότερα έγινε γλώσσα της προκοπής και τα σχετικά καλύτερα να μείνουν ασχολίαστα. Επιπρόσθετα, ο επιστολογράφος δεν τεκμηρίωσε πειστικά ότι λ.χ. το «εντεκάμισι η ώρα το πρωί» δηλώνει προσπάθεια αποφυγής του λόγιου «προ μεσημβρίας». Το ωραίο μάλιστα είναι ότι θεωρεί αποποίηση κληρονομιάς τη μη χρήση των «προ μεσημβρίας» και «μετά μεσημβρίαν», ενώ πρόκειται για μεταφραστικά δάνεια – βλ. εδώ. Δεν δανείζονται μόνο οι «κουτόφραγκοι», αλλά κι εμείς. Τέλος, τύποι όπως «Παρθενώνας» δηλώνουν ένα βασικό χαρακτηριστικό κάθε ζωντανής, ομιλούμενης γλώσσας, τη μεταβολή. Αλίμονο αν ασχολούμαστε τώρα με τέτοια θέματα, ότι λέμε «Παρθενώνας» αντί για «Παρθενών».

Ο συντάκτης του τρίτου κειμένου γράφει για την έκθεση ιδεών ότι, αν ακολουθήσει ο μαθητής «τις οδηγίες χρήσεως, αυτές που αντιστοιχούν στις εξίσου στερεότυπες ιδέες, τότε θεωρείται ότι “γράφει καλά”, άρα χειρίζεται καλά τη γλώσσα του». Ειδικά στο συγκεκριμένο μάθημα όμως δεν είναι τόσο απλό να γράψεις καλά. Ακόμη, χωρίς να αρνούμαι ότι υπάρχει τυποποίηση (βλ. εδώ  και εδώ), νομίζω ότι η εξέταση του μαθήματος της γλώσσας σήμερα είναι πολύ καλύτερη από ό,τι στη δική μας εποχή (βλ. εδώ). Σε μερικά θέματα τα πράγματα δεν πάνε κατ’ ανάγκην προς το χειρότερο. Χρησιμοποίησα την έκθεση απλώς ως παράδειγμα. Συχνά έχουμε την τάση να εξωραΐζουμε το παρελθόν και να νομίζουμε ότι μερικά προβλήματα είναι μόνο σημερινά. Ο Τ. Θ. αναφέρεται σε ένα υπαρκτό πρόβλημα, την παπαγαλία. Πότε δεν υπήρχε όμως; Και η λεγόμενη αγλωσσία από πότε άρχισε; Μαθητές με έφεση στα μαθηματικά και με δυσκολία στην έκφραση δεν υπήρχαν πριν από 40 χρόνια; Νομίζω ότι και πάλι λανθάνει η γνωστή αντίληψη περί φθίνουσας πορείας της γλώσσας.

(Πρώτη δημοσίευση στο γκρουπ του facebook «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ»)

Παρακολούθησα το βίντεο με την παρατήρηση του Σφακιανάκη στην Κουτσελίνη και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα είναι αυτό που γράφει το Λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη ως παράδειγμα στο λήμμα ημιμάθεια.

Ποιος θέλει «να έχει βάση η αιτιολόγηση» της απουσίας του ν; Κάποιος που πιστεύει ότι με την προφορά του ν γίνεται… οξυγόνωση του εγκεφάλου!